Στέλιου Τρύφωνος ν. Ευθύμιου Μπουλούτα κ.α., Αρ. Αγωγής: 571/14, 26/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A571 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 571/14 Μεταξύ: Στέλιου Τρύφωνος Ενάγοντα - και -
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- Ανδρέα Βγενόπουλου
- Ευθύμιου Μπουλούτα
- Χρίστου Στυλιανίδη
- Παναγιώτη Κουννή
- Ελευθέριου Χιλιαδάκη
- PricewaterhouseCoopers Ltd
- Grant Thornton
- Omnium Corporate and Trustees Services Ltd
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την Κυπριακή Δημοκρατία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8.4.2016 Ημερομηνία: 26.
- 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές-Εναγόμενους 6 και 9: κα Παπουή για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κα Ν. Νικολάου για κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές - Εναγόμενοι 6 και 9 ζητούν: 1) Διάταγμα του δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της εν τω τίτλω αγωγής σε σχέση με τους αιτητές επί τω ότι οι αιτητές οι οποίοι είναι Έλληνες υπήκοοι δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου της κατοικίας τους, δηλαδή της Ελλάδας, και δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί από τους Ενάγοντες η δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων. 2) Διάταγμα του δικαστηρίου για απόρριψη και διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης περί του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης κατά των αιτητών και/ή ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 02.04.2015 επί τω ότι οι αιτητές οι οποίοι είναι Έλληνες υπήκοοι δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου της κατοικίας τους, δηλαδή της Ελλάδας, και δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες η δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων. Επικουρικά: 3) Διάταγμα του δικαστηρίου ότι ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum, η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) για το λόγο ότι προκαλεί αδικία στους αιτητές, δεν είναι αναγκαία και/η είναι σκανδαλώδης και/η διότι τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, να παρενοχλήσει, διαταράξει, φέρει σε αδιέξοδο ή καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. 4) Διάταγμα αναστολής της διαδικασίας κατά των αιτητών έως εκδικασθεί και εκδοθεί απόφαση επί της παρούσας αίτησης. 5) Έξοδα και ΦΠΑ τους παρούσας Αίτησης. Η παρούσα αίτηση βασίζεται τους Θεσμούς τους Πολιτικής Δικονομίας ΔΔ.1-2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ1 - 9, Δ.27, Δ.48, Θ.1-4, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 άρθρα 2, 3, 5, 6, 22, 24, 25, 26 και 59 στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/2012 άρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 24, 26, 27, 28, 62 στο κοινό δίκαιο και στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στο Αρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ.1) του 2008 και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση φαίνονται στην έκθεση απαίτησης, στο κλητήριο, στον φάκελο δικογραφίας εν γένει και είναι τα ακόλουθα: 1) Οι Αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος σε γνωστή διεύθυνση. 2) Οι πρόνοιες του Κυπριακού δικαίου που επικαλείται ο ενάγοντας δεν εφαρμόζονται διότι υποχωρούν έναντι του Κανονισμού 44/2001 και/η του Κανονισμού 1215/
- Ο ενάγων δεν επικαλείται πρόνοιες ευρωπαϊκού δικαίου, οι οποίες υπερισχύουν αυτών του Κυπριακού δικαίου, σχετικά με την δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων. Ο Κανονισμός 44/2001 και/η ο Κανονισμός 1215/2012 επιβάλλει στο δικαστήριο να διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη δικαιοδοσίας, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους του Κανονισμού. 3) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει κατάρτιση σύμβασης με τους αιτητές. 4) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει σύμβαση με τους αιτητές η οποία καταρτίσθηκε και/ή παραβιάσθηκε στην Κύπρο. 5) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει συγκεκριμένες άδικες πράξεις των αιτητών και/ή πράξεις για τις οποίες ευθύνονται οι αιτητές και/ή πράξεις αιτιωδώς συνδεόμενες με την κατ' ισχυρισμόν ζημία. 6) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει άδικες πράξεις των αιτητών και/ή πράξεις για τις οποίες ευθύνονται οι αιτητές και/ή πράξεις αιτιωδώς συνδεόμενες με την κατ' ισχυρισμόν ζημία οι οποίες έλαβαν χώρα στην Κύπρο. 7) Η ένορκη δήλωση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης και/ή έκδοσης ειδοποίησης περί του κλητηρίου αλλά και η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής εναντίον των αιτητών μετά των οποίων αποδεδειγμένα ο ενάγων δεν είχε καμία απολύτως επαφή. 8) Επικουρικώς, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ως αυτοί διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης και/ή έκδοσης ειδοποίησης περί του κλητηρίου αλλά και στην έκθεση απαίτησης δεν επαρκούν για την διαπίστωση ότι υφίσταται εν προκειμένω τόσο στενή συνάφεια ώστε συντρέχει κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσε να προκύψει από τη χωριστή εκδίκαση στα δικαστήρια της Κύπρου και αυτά του τόπου κατοικίας των αιτητών, δηλαδή της Ελλάδας. Οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου έχουν ανακύψει τα ανωτέρω ζητήματα, αν παρ' ελπίδα θεωρήσει ότι τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει επαρκώς κατά την κρίση του από την μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να παραπέμψει τα ζητήματα αυτά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αποφανθεί επ' αυτών, δεδομένου ότι απόφαση επ' αυτών είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης. Ο Καθ' ου η αίτηση-Ενάγων ενίσταται και προσδιορίζει τους λόγους ένστασης του στο σώμα της ένστασης. Υποστηρίζεται δε από την ένορκο δήλωση της Μαρίας Ψάλτη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα με την οποία εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική, καταχωρήθηκε με πολλή καθυστέρηση και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα, η οποία δε μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Οι Αιτητές έχουν δεχθεί και υπαχθεί την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων.
(2)Η αίτηση δεν συνοδεύεται με την απαραίτητη Ένορκη Δήλωση που να την δικαιολογεί. Παραπομπή σε έγγραφα στο φάκελο της υπόθεσης και/ή σε άλλες Ένορκες Δηλώσεις δεν επιτρέπεται σε αιτήσεις. Μόνο σε εναρκτήριες. Άρα η αίτηση πάσχει δικονομικά αφού παραπέμπει σε έγγραφα στο φάκελο που εν πάση περιπτώσει δεν συνοδεύουν και δεν επισυνάπτονται στη παρούσα αίτηση.
(3)Προδικαστικά η αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το διάταγμα του Δικαστηρίου του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός, για να κριθεί η εγκυρότητα και ή η νομιμότητα του και συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης το απαραίτητο υλικό για τη λήψη απόφασης. Ελλείπει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο καθότι παραπομπή επίσης στο φάκελο και/ή σε άλλες Ένορκες Δηλώσεις που δεν επισυνάπτονται δεν επαρκεί, είναι άκυρη, άνευ αποτελέσματος και ανεπίτρεπτη δικονομικά.
(4)Ο Ενάγοντας έχει αποδείξει καλή βάση αγωγής, ο δε στόχος της επίδοσης σύμφωνα με τη νομολογία είναι να περιέλθει εις γνώση των διαδίκων η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτο έγινε στη παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο είχε κάθε δικαίωμα να διατάξει την υποκατάστατη επίδοση ως το σχετικό διάταγμα και συνεπώς η αίτηση είναι καταχρηστική. Η επίδοση είναι καθόλα νομότυπη.
(5)Το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται στην εφαρμογή των δικονομικών θεσμών οι οποίοι θεσπίστηκαν και/ή υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει προνοιών του Συντάγματος και συγκεκριμένα του άρθρου 163, 188 από του να εκδίδει διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και από του να επιτρέπει τέτοια επίδοση.
(6)Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης με βάση την Ευρωπαϊκή Εθνική Νομοθεσία αφού η Βάση της αγωγής προέκυψε εντός της Κύπρου και δυνάμει της σύμβασης αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, τα Ελληνικά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία με Βάση τον Ε.Κ.44/2001.
(7)Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και Βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει». Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης, κρίνω ότι θα πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία
(1),
(2)και
(3)που άπτονται της εγκυρότητας της αίτησης. Εξετάζοντας κατ΄ αρχήν τη θέση ότι η αίτηση πάσχει δικονομικά λόγω του ότι δεν συνοδεύεται με την απαραίτητη ένορκο δήλωση και ότι αυτή παραπέμπει σε έγγραφα στο φάκελο που δεν συνοδεύουν και δεν επισυνάπτονται στην παρούσα αίτηση, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Ως προκύπτει από την αίτηση, αυτή βασίζεται σε γεγονότα που αποκρυσταλλώνονται στο φάκελο της υπόθεσης και αναφέρονται στην αίτηση και ως εκ τούτου σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.1 δεν είναι αναγκαία η καταχώρηση οποιασδήποτε ενόρκου δηλώσεως εκ μέρους των Αιτητών (βλ Φιλίππου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1755). Τα γεγονότα που στηρίζεται η αίτηση και αφορούν το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού δεν αμφισβητούνται και προκύπτουν τόσο από το κλητήριο ένταλμα όσο και από την αίτηση του Καθ΄ ου η Αίτηση- Ενάγοντα ημερομηνίας 18.03.
- Επίσης τα διαδικαστικά διαβήματα των Αιτητών Εναγομένων 6 και 9που λήφθηκαν στην παρούσα αγωγή με την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία προκύπτουν επίσης από το φάκελο της υπόθεσης. Εν όψει των πιο πάνω δεν κρίνεται αναγκαία η καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως εκ μέρους των Αιτητών και η αντίθετη θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ομοίως, ούτε η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το διάταγμα του Δικαστηρίου, του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση και ότι ελλείπει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο, ευσταθεί. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, το εν λόγω διάταγμα είναι εντός του φακέλου του Δικαστηρίου δεν ήταν αναγκαία η επισύναψη του στην αίτηση και ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ως προς τη θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί έχει καταχωρηθεί με μεγάλη καθυστέρηση και ότι με τα διαβήματα τους οι Αιτητές έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ορθή κρίνεται η θέση των Αιτητών ότι από το ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ούτε οι Αιτητές έχουν δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 30.01.2014 κατεχωρήθη η Αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, στις 18.03.2015 κατεχωρήθη η αίτηση του Καθ΄ ου η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου και/ή του κλητηρίου και στις 02.04.2015 εξασφαλίστηκε μονομερώς διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου και/ή του κλητηρίου. Στις 04.06.2015 κατεχωρήθη από τους Αιτητές αίτηση για παραμερισμό επίδοσης εκ μέρους των Εναγομένων και στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 23.02.
- Στις 08.03.2016 κατεχωρήθη εκ μέρους των Αιτητών αίτηση για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στις 30.03.2016 κατεχωρήθη σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ενώ στις 08.04.2016 κατεχωρήθη από τους Αιτητές η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Το πιο πάνω ιστορικό δεν μπορεί να δικαιολογήσει εύρημα ότι οι Αιτητές έχουν υπαχθεί και δεχθεί τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων βλ. Hampton Advisory Group S.A. v. Bost A.D. κ.α. Πολ. Έφεση 13/19 ημερ. 27.3.12 ούτε ότι αυτή έγινε καθυστερημένα έχοντας υπόψη το χρόνο που κατεχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης η οποία είναι αναγκαία για να μπορούν να εξετασθούν ζητήματα δικαιοδοσίας (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα και άλλοι
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Εν πάση περιπτώσει τέτοια ζητήματα μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729). Ζητήματα που αφορούν τα διατάγματα ημερομηνίας 02.04.2015, για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατο επίδοση, τα οποία έμμεσα εγείρονται από το συνήγορο των Αιτητών, δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, αφού αυτά έχουν ήδη εξετασθεί στα πλαίσια της αίτησης των Αιτητών ημερομηνίας 04.06.2015 και καταχρηστικά εγείρονται στην παρούσα. Πριν να προχωρήσω στην εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας, κρίνω ότι η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση ότι το εγειρόμενο θέμα δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της Δ.27 είναι ορθό αφού δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση εκ μέρους των Αιτητών. Προχωρώντας να εξετάσω το θέμα δικαιοδοσίας που εγείρεται λόγω της γενικής δικαιοδοσίας που αναφέρεται στο άρθρο 2.1 του ΕΚ44/2001 και αφορά τη δικαιοδοσία της κατοικίας των Αιτητών που είναι η Ελλάδα επισημαίνω ότι η δικαιοδοσία, ως θέμα δημόσιας τάξης, μπορεί να εξετασθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση και πρέπει να διαπιστώνεται ότι παρέχεται στο Δικαστήριο τόσο καθ΄ ύλη όσο και κατά τόπο αρμοδιότητα. Στην υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε. Πολ. Έφεση 320/09 ημερ. 23.10.2013 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd ν. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων E Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. lasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd ν. United Sea Transport Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.I.c. κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844)». Και πιο κάτω αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις που εισάγονται στο Εθνικό Δίκαιο και στην περίπτωση στο Κυπριακό Δίκαιο μετά από την υπογραφή διεθνούς σύμβασης ή Κοινοτικής Οδηγίας ή Κανονισμού, όπως στη περίπτωσή μας, πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά και με τρόπο ευρύ και φιλελεύθερο πνεύμα (Space Video Games Ltd v. Silver Paloma
(1991)1 Α.Α.Δ. 801 και Limaship Co Ltd v. Μαχλουζαρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 537». Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 5.1 και 5.3 του ΕΚ44/2001 που καθορίζουν ειδικές δικαιοδοσίες σε Δικαστήρια Κρατών Μελών. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης η ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα επίδικη συμφωνία αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου, μεταξύ αυτού και της Εναγομένης 1, (νομικό πρόσωπο με έδρα την Κύπρο), της οποίας οι Εναγόμενοι 6 και 9, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διοικητικοί σύμβουλοι, έγινε στην Κύπρο. Η αγωγή ηγέρθη λόγω παράβασης σύμβασης, και/ή για ζημιά που υπέστη ο Ενάγων από αποφάσεις, πράξεις και παραλείψεις της Εναγομένης 1, για τις οποίες φέρουν ευθύνη οι διοικητικοί σύμβουλοι της, καθώς επίσης για διάφορα αστικά αδικήματα, που διαπράχθηκαν στην Κύπρο. Επίσης, έχοντας υπόψη ότι η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον 13 Εναγόμενων, οι περισσότεροι των οποίων έχουν την κατοικία τους ή την έδρα τους στην Κύπρο και τα θέματα που εγείρονται είναι κοινά, κρίνω ότι τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες του άρθρου 6.1 του ΕΚ44/2001 σύμφωνα με το οποίο, πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε έδαφος κράτους μέλους, μπορεί να εναχθεί ενώπιον Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους, λόγω στενής συνάφειας μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως ώστε να αποφευχθεί κίνδυνος έκδοσης αποφάσεων ασυμβίβαστων μεταξύ τους. Έχοντας, τέλος υπόψη ότι οι Αιτητές δεν ζητούν, ούτε θέτουν υπόβαθρο γεγονότων που να δικαιολογεί εύρημα ότι υπάρχει άλλο πιο κατάλληλο δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή υπόβαθρο που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την ειδική δικαιοδοσία που κέκτηται το παρόν Δικαστήριο από το ΕΚ44/2001, η παρούσα αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Καταληκτικά η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο