RCB BANK LTD ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3259/16, 17/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A555 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3259/16 Μεταξύ: RCB BANK LTD Εναγόντων και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 28.6.16 εκ μέρους των Εναγόντων για Έκδοση Διατάγματος Τύπου Norwich Pharmacal κλπ. Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου, 2016. Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κ. Σ. Πίττας για Σωτήρη Πίττα & Σία ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ (κ. Ν. Κουρσάρης για να ακούσει απόφαση). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που κατέθεσαν στις 28.6.16, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη όπως εντός δέκα
(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος: 1. Ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδόσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο της Εναγομένης, η οποία θα: (
- i)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν, και/η επαρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι ήταν, και/η είναι, και/η επαρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι είναι, οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των μετοχών της RECOLTA ENTERPRISES LTD εταιρείας συσταθείσας δυνάμει των Νόμων της Κύπρου, με αριθμό εγγραφής ΗΕ130578. (
- ii)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει τα έγγραφα που παρουσιάσθηκαν και/ή καταχωρήθηκαν ή παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού και/ή τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο και/ή διατηρούνται, από την RECOLTA ENTERPRISES LTD με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων -(αλλά χωρίς περιορισμό)- αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), αποφάσεις (resolutions) διευθυντών ή μετοχών της RECOLTA ENTERPRISES LTD, και οποιωνδήποτε άλλων εντύπων, αιτήσεων ή εγγράφων τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή υπογράφηκαν και/ή παρουσιάσθηκαν και/ή ζητήθηκαν και/ή κατατέθηκαν στην Εναγόμενη για σκοπούς ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών και εγγράφων που συλλέχθηκαν ή διατηρήθηκαν από την Εναγόμενη στα πλαίσια της διαδικασίας που υιοθετήθηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα προς συμμόρφωση της Πολιτικής ή του καθήκοντος ΚΥC (Know your Client) (Να γνωρίζεις τον Πελάτη σου). (iii) Αποκαλύπτει και αναφέρει τις πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών της RECOLTA ENTERPRISES LTD , που διατηρούντο και/η διατηρούνται με την Εναγόμενη Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνση των προσώπων που υπογράφουν (signatories) για τους εν λόγω λογαριασμούς και/ή διαχειρίζονται τούτους. (
- iv)Αποκαλύπτει και αναφέρει όλες τις μεταφορές και/ή πιστώσεις ή χρεώσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή έγιναν για κάθε λογαριασμό που καλύπτεται από την υπό-παράγραφο Α
(1)(iii) ανωτέρω από το άνοιγμα αυτών μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και τα δικαιολογητικά έγγραφα που παρουσιάστηκαν από την RECOLTA ENTERPRISES LTD για να δικαιολογήσει ή υποστηρίξει τέτοιες χρεώσεις ή πιστώσεις ή μεταφορές και/ή πληρωμές εκτός των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό), συμβάσεων, τιμολογίων, προτιμολογίων, επιστολών, πληρεξουσίων, γραπτών οδηγιών και οποιουδήποτε άλλου σχετικού εγγράφου. (v) Αποκαλύπτει και αναφέρει για κάθε πληρωμή ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις που έγιναν ή πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της RECOLTA ENTERPRISES LTD που διατηρούντο και/ή , που διατηρούνται με την Εναγόμενη Τράπεζα, όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα για να υποστηρίξει και/ή δικαιολογήσει τις σχετικές πληρωμές ή συναλλαγές ή μεταφορές ή χρεώσεις ή πιστώσεις συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό με κανένα τρόπο) των γραπτών οδηγιών που δόθηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα για να διεκπεραιώσει ή υλοποιήσει τέτοιες πληρωμές ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις και/ή τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που έδωσαν ή απέστειλαν τέτοιες γραπτές οδηγίες, ως επίσης και τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που υπέγραψαν τέτοιες οδηγίες ή έγγραφα εκ μέρους της RECOLTA ENTERPRISES LTD. 2. Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εναγόμενης Τράπεζας που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(
- i)έως (ν) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων -(χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό)- αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, αποφάσεων (resolutions) διευθυντών, αποφάσεων (resolutions) μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που είναι στην κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της Εναγόμενης Τράπεζας, σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις παραγράφους Α(
- ii)και (iii) ανωτέρω, ως επίσης και τις πιστώσεις ή χρεώσεις ή μεταφορές ή πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(iv) και (ν) ανωτέρω. B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους Ενάγοντες και/ή στους Δικηγόρους αυτών από την Εναγόμενη, δυνάμει του διατάγματος της παραγράφου Α ανωτέρω, προς υποστήριξη της Εναρκτήριας Αίτησης υπ' αριθμό 6/2016 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού («η Εναρκτήρια Αίτηση»), που αφορά αίτημα εγγραφής και αναγνώρισης Διαιτητικής Απόφασης που εξεδόθει στην Αγγλία υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Ρώσου Igor Bakay («η Διαιτητική Απόφαση») και/ή προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων που έγινε στα πλαίσια της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή προς υποστήριξη οποιωνδήποτε πολιτικών διαδικασιών που θα καταχωρηθούν από τους Ενάγοντες στην Κύπρο ή το εξωτερικό για την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης και ικανοποίησης αυτής. Γ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε θεωρήσει ορθό και πρέπον να εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Την ίδια ημέρα καταχώρισαν και Μονομερή Αίτηση με την οποία αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τα ακόλουθα διατάγματα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη όπως εντός δέκα
(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος: 1. Ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδόσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο της Εναγομένης, η οποία θα: (
- i)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν, και/η επαρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι ήταν, και/η είναι, και/η επαρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι είναι, οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των μετοχών της RECOLTA ENTERPRISES LTD εταιρείας συσταθείσας δυνάμει των Νόμων της Κύπρου, με αριθμό εγγραφής ΗΕ130578. (
- ii)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει τα έγγραφα που παρουσιάσθηκαν και/ή καταχωρήθηκαν ή παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού και/ή τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο και/ή διατηρούνται, από την RECOLTA ENTERPRISES LTD με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων -(αλλά χωρίς περιορισμό)- αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), αποφάσεις (resolutions) διευθυντών ή μετοχών της RECOLTA ENTERPRISES LTD, και οποιωνδήποτε άλλων εντύπων, αιτήσεων ή εγγράφων τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή υπογράφηκαν και/ή παρουσιάσθηκαν και/ή ζητήθηκαν και/ή κατατέθηκαν στην Εναγόμενη για σκοπούς ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών και εγγράφων που συλλέχθηκαν ή διατηρήθηκαν από την Εναγόμενη στα πλαίσια της διαδικασίας που υιοθετήθηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα προς συμμόρφωση της Πολιτικής ή του καθήκοντος ΚΥC (Know your Client) (Να γνωρίζεις τον Πελάτη σου). (iii) Αποκαλύπτει και αναφέρει τις πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών της RECOLTA ENTERPRISES LTD , που διατηρούντο και/η διατηρούνται με την Εναγόμενη Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνση των προσώπων που υπογράφουν (signatories) για τους εν λόγω λογαριασμούς και/ή διαχειρίζονται τούτους. (
- iv)Αποκαλύπτει και αναφέρει όλες τις μεταφορές και/ή πιστώσεις ή χρεώσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή έγιναν για κάθε λογαριασμό που καλύπτεται από την υπό-παράγραφο Α
(1)(iii) ανωτέρω από το άνοιγμα αυτών μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και τα δικαιολογητικά έγγραφα που παρουσιάστηκαν από την RECOLTA ENTERPRISES LTD για να δικαιολογήσει ή υποστηρίξει τέτοιες χρεώσεις ή πιστώσεις ή μεταφορές και/ή πληρωμές εκτός των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό), συμβάσεων, τιμολογίων, προτιμολογίων, επιστολών, πληρεξουσίων, γραπτών οδηγιών και οποιουδήποτε άλλου σχετικού εγγράφου. (v) Αποκαλύπτει και αναφέρει για κάθε πληρωμή ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις που έγιναν ή πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της RECOLTA ENTERPRISES LTD που διατηρούντο και/ή , που διατηρούνται με την Εναγόμενη Τράπεζα, όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα για να υποστηρίξει και/ή δικαιολογήσει τις σχετικές πληρωμές ή συναλλαγές ή μεταφορές ή χρεώσεις ή πιστώσεις συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό με κανένα τρόπο) των γραπτών οδηγιών που δόθηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα για να διεκπεραιώσει ή υλοποιήσει τέτοιες πληρωμές ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις και/ή τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που έδωσαν ή απέστειλαν τέτοιες γραπτές οδηγίες, ως επίσης και τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που υπέγραψαν τέτοιες οδηγίες ή έγγραφα εκ μέρους της RECOLTA ENTERPRISES LTD. 2. Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εναγόμενης Τράπεζας που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(
- i)έως (ν) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων -(χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό)- αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, αποφάσεων (resolutions) διευθυντών, αποφάσεων (resolutions) μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που είναι στην κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της Εναγόμενης Τράπεζας, σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις παραγράφους Α(
- ii)και (iii) ανωτέρω, ως επίσης και τις πιστώσεις ή χρεώσεις ή μεταφορές ή πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(iv) και (ν) ανωτέρω. B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους Ενάγοντες και/ή στους Δικηγόρους αυτών από την Εναγόμενη, δυνάμει του διατάγματος της παραγράφου Α ανωτέρω, προς υποστήριξη της Εναρκτήριας Αίτησης υπ' αριθμό 6/2016 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού («η Εναρκτήρια Αίτηση»), που αφορά αίτημα εγγραφής και αναγνώρισης Διαιτητικής Απόφασης που εξεδόθει στην Αγγλία υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Ρώσου Igor Bakay («η Διαιτητική Απόφαση») και/ή προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων που έγινε στα πλαίσια της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή προς υποστήριξη οποιωνδήποτε πολιτικών διαδικασιών που θα καταχωρηθούν από τους Ενάγοντες στην Κύπρο ή το εξωτερικό για την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης και ικανοποίησης αυτής. Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα (Gagging order) το οποίο θα απαγορεύει και εμποδίζει την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους της να ειδοποιήσουν ή ενημερώσουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης (αλλά χωρίς περιορισμό) της RECOLTA ENTERPRISES LTD ή τους αξιωματούχους της, τους μετόχους της, τους δικαιούχους ή τους αντιπροσώπους ή τους υπαλλήλους αυτής συμπεριλαμβανομένου και του παροχέα υπηρεσιών (SERVICE PROVIDER) της RECOLTA ENTERPRISES LTD, σχετικά με την έναρξη της παρούσας αγωγής και/ή διαδικασιών, με τον ως άνω τίτλο και αριθμό, μέχρι την αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων και πληροφοριών, που καλύπτονται από την παράγραφο Α ανωτέρω, από την Εναγομένη στους Ενάγοντες και/ή στους δικηγόρους των Εναγόντων και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της ακρόασης της παρούσας αγωγής. Δ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η Νομική Βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 - Θ.Θ. 1, 2, 3, 8 και 9, στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στα Άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας, στις νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου NORWICH PHARMACAL, και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Arkadii Zalevskii, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος εκ μέρους των Εναγόντων για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενος της ένορκης του δήλωσης και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το Δικαστήριο εξέδωσε με Μονομερή Αίτηση το υπό (Γ) διάταγμα και έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση σε σχέση με το (Α) και (Β) επιδοθεί. Αφού επεδόθηκε, η Εναγόμενη καταχώρισε στις 7.9.16 Ένσταση, η οποία βασίζεται σε 11 λόγους τους οποίους παραθέτω: «1. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το σχετικό διάταγμα αναφορικά με λογαριασμούς τρίτων προσώπων χωρίς την συγκατάθεση τους. 2. Οι αιτητές δεν προσδιορίζουν καθόλου λόγους και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. 3. Οι καθ' ων η αίτηση/εναγόμενοι δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο, και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/97 (Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου).
- Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους ενάγοντες/αιτητές, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνεται σε όλους τους λογαριασμούς τρίτων προσώπων για μεγάλη χρονική περίοδο. Επιπλέον είναι γενικά και αόριστα.
- Η αίτηση των εναγόντων/αιτητών είναι πρόωρη. Έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, δηλαδή πολύ πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
- Η αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, με την μορφή και το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Τουναντίον η σχετική αίτηση από τους ενάγοντες/αιτητές έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση των εναγόντων στην προώθηση της υπόθεσης τους, και δεν καταδεικνύεται γιατί είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο.
- Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση τόσο νωρίς στη διαδικασία και δη πριν την καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων.
- Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά στους εναγομένους τόσο λόγω του περιεχομένου των, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας των όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι δέκα ημερών, προθεσμία η οποία είναι αδύνατον να τηρηθεί.
- Τα αιτούμενα διατάγματα όπως είναι διαμορφωμένα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των εναγόντων όπως εμφαίνονται στο οπισθογραφημένο κλητήριον αυτών, και επομένως τυχόν διάγνωση τους θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου, σχετικά με τους εναγομένους.
- Εκτός αν άλλως διατάξει το Δικαστήριο, οι εναγόμενοι πιθανόν να βρεθούν εκτεθειμένοι και/ή κατά παράβαση της συμβατικής τους σχέσης με τρίτα πρόσωπα, με τα οποία λόγω του ήδη εκδοθέντος διατάγματος φίμωσης, δεν μπορούν να επικοινωνήσουν και/ή να λάβουν την συγκατάθεση τους, με αποτέλεσμα όπως οι εναγόμενοι βρεθούν εκτεθειμένοι και/ή υπόλογοι σε τρίτα πρόσωπα.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους Ενάγοντες/Αιτητές καθότι υπάρχει πλέον αναγκαστική συμμόρφωση των Εναγομένων / Καθ'ών η αίτηση στο ήδη μονομερές εκδοθέν Διάταγμα φίμωσης ημερομηνίας 30.6.16.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Καζαμία, η οποία δηλώνει ότι κατέχει τη θέση της Υπεύθυνης Συναλλαγών στη Μονάδα Διεθνών Δραστηριοτήτων και ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά με την ένορκη της δήλωση υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. Ο κ. Πίττας με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του, έκανε αναφορά στην επίδικη διαφορά, στη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων και παρέπεμψε το Δικαστήριο στη Νομολογία που υπάρχει σε σχέση με την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Η κα Ναθαναήλ υιοθέτησε τους λόγους Ένστασης. Επειδή η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, θεωρώ σκόπιμο στο παρόν στάδιο, να παραπέμψω στην υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, για τους ακόλουθους λόγους (παράγραφος 44 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση): «44 As far as I know and as I am advised by Mr. Pittas, the issue of the requested discovery orders against the Defendant is justified for the following reasons: 44.1 The Honourable Court has jurisdiction on the basis of the principles of equity to issue such orders; 44.2 The Defendant innocently or not has been involved in the wrongdoings of Mr. Bakay, namely his attempt to hide his assets beyond the reach of his creditors, including RCB, because the Defendant acted - (and perhaps continues to act) - as Bankers of RECOLTA, which presented itself as having an alleged pledge over the shares of Melipest in Folantez, which shares are owned beneficially by Mr. Bakay who is the debtor under the Arbitral Award. 44.3 Until now, the Investigators have not been able to trace or collect any evidence for the issues covered by the present discovery application of RCB, because as I understand - (due to my capacity as banker) - and as I am advised by Mr. Pittas, it is impossible to trace and collect such confidential information except through the issue by a competent Court of a discovery order against the bankers of RECOLTA, namely the Defendant. 44.4 RCB does not have any other means or methods to collect or obtain such information and documents in order to be able to prove and question the validity and legality of the alleged Pledge on which RECOLTA relies in order to block the satisfaction of the Arbitral Award, from the value of the Villa or the value of the shares of Folantez, which as per inter alia the content of the alleged Pledge (see EXHIBIT 9) are said by Mr Bakay to be beneficially owned by him. 44.5 RCB does not have any other means to obtain evidence to prove that the alleged Pledge is a sham or a fraudulent arrangement between Mr. Bakay and third parties to defraud his creditors, including RCB. 44.6 Upon the disclosure of all the requested information and documents by the Defendants RCB will be able to question the validity and legality of the alleged Pledge, which to my understanding is a sham for inter alia the reasons stated above. 44.7 RCB has serious reasons to believe that the Pledge is a fraudulent transaction and a sham, created by Mr. Bakay and his associates and affiliated persons in order to defraud his creditors, including RCB and such fraudulent transactions (as I am advised by Mr. Pittas) can be set aside by Cypriot courts on the basis of inter alia the provisions of the Fraudulent Transactions Avoidance Law CAP. 62. 44.8 The information and documents which are the subject of the discovery application of RCB are very important and relevant for the examination whether the alleged Pledge is a sham and a fraudulent transaction, which can be set aside by Cypriot Courts. 44.9 The disclosure of the requested information and documentation will promote the interests of justice.» Σε σχέση με την έκδοση του διατάγματος Gagging Order αναφέρουν τα ακόλουθα στην παράγραφο 45 της ένορκης δήλωσης: «There is a need for the issue of the requested gagging order to prohibit the Defendant or its agents and servants from informing RECOLTA or its owners, officers and servants, as well as Mr. Bakay and his affiliated persons or any other interested third party about the existence of these Cyprus proceedings until the Defendant has disclosed and delivered the requested documents and information to the Plaintiff. Without the issue of the gagging order the Defendant will inform its customer about the present discovery proceedings who will then take steps to preclude RCB from obtaining the quick disclosure of the requested documents and information which are needed urgently to question the validity and legality of the Pledge as a sham and fraudulent effected by Mr. Bakay and his associates to defraud RCB.» Για τη φύση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, θα αρκεστώ να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Avila Management Services κ.ά ν. Stepanek κ.ά
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Στις σελίδες 1415-1417 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης με αριθμό 3 ότι η Εναγόμενη δεσμεύεται από το τραπεζικό απόρρητο, και ο οποίος κρίνεται αβάσιμος, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην απόφαση του κ. Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε, που εκδόθηκε στις 21.3.11, στην Αγωγή 10046/10, μεταξύ REXEL LUXEMBOURG S.A. ν. 1. SEPI S.A.R.L. 2. ALPHA BANK CYPRUS LTD. Στις σελίδες 9 - 13 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Διατάγματα λοιπόν της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, το οποίο όπως έγινε εισήγηση απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η)-- Η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Υιοθετώντας επί του προκειμένου τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών παρατηρώ αφενός μεν ότι δυνάμει του άρθρου 29
(1)η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ιδίο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα και αφετέρου δεν ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό, αλλά για τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω απ' αυτό και κατά την άποψη μου υπό τα περιστατικά της υπόθεσης τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων η αιτήτρια ισχυρίζεται -εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη (βλ. Tournier v. National Privincial and Union Bank of England
(1923)All E.R.550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294:- "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacol case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. Ο 'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary...". Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η θέση της τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών της αιτήτριας προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι (η αιτήτρια) έχει δικαίωμα να αναζητήσει το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος της χωρίς η τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη της για να της δώσει τις πληροφορίες που ζητά. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Beige Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank · see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B.396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it".» Στην Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω), τονίστηκε για άλλη μια φορά ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη ή πελάτη-παροχέα υπηρεσιών. Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης με αριθμό 8, ότι τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά στους Εναγομένους, θα αρκεστώ να παραπέμψω και πάλι στην υπόθεση Rexel (πιο πάνω) όπου στις σελίδες 18 και 19 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Πράγματι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο ωστόσο δεν ταυτίζεται και με απαγόρευση (βλ. Κώστα ν. Χ"Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169) και έχω την άποψη ότι η φύση του αιτούμενου διατάγματος είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν έχει θέση στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι η αιτήτρια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία ότι έπεσε θύμα σοβαρής απάτης και αφετέρου χωρίς τις πληροφορίες που ζητά δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που όπως φαίνεται την εξαπάτησαν, το «ανεπιθύμητο» μετατρέπεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης σε «επιθυμητό» και αναγκαίο. Έπεται ότι η σχετική θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως δεν ευσταθεί και η άλλη θέση, ότι δηλαδή η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει στην Τράπεζα αδικία και οι 5 ημέρες που προβλέπει το αιτητικό για αποκάλυψη είναι λίγες. Το τι αδικία θα της προκαλέσει η έκδοση του διατάγματος δεν το έχω αντιληφθεί και σε σχέση με το χρόνο μέσα στον οποίο ζητείται η αποκάλυψη είναι αρκετό να παρατηρήσω ότι αν οι 5 ημέρες γίνουν από το Δικαστήριο 10 τότε η ισχυριζόμενη «καταπίεση» θα παύσει εν πάση περιπτώσει να υφίσταται.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι η Αίτηση είναι πρόωρη, επειδή έχει καταχωριστεί πριν από την συμπλήρωση των δικογράφων, θα πω μόνο πως σε τέτοιες περιπτώσεις οι Ενάγοντες οφείλουν να προσφεύγουν στα Δικαστήρια χωρίς καθυστέρηση, αφού η καθυστέρηση ενδεχομένως να μην τους επιτρέψει να εξασφαλίσουν τέτοιες θεραπείες (Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 577). Ως εκ τούτου, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης επίσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Στην παρούσα υπόθεση, οι τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, 518, ικανοποιούνται αφού έχει καταδειχθεί (α) η διάπραξη ή τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξιών εις βάρος των Εναγόντων - Αιτητών, (β) ότι οι Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες για να είναι σε θέση να προωθήσουν τα συμφέροντά τους που πηγάζουν από μια διαιτητική Απόφαση που εξεδόθη προς όφελός τους από το Διαιτητικό Δικαστήριο του London Court of International Arbitration ("LCIA"), σύμφωνα με την οποία ο κ. Igor Mikhalovich Bakay διατάσσεται να καταβάλει ποσό Δολ. Αμερικής 9.407.156 περίπου και (γ) η Εναγόμενη - Τράπεζα μπορεί ή ενδεχομένως να μπορεί να προμηθεύσει τους Αιτητές με τις πληροφορίες που αξιώνονται αφού φέρεται να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει αδικοπραξία, αφού έχει ανοίξει και διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό της Recolta Enterprises Ltd τουλάχιστο από το 2005. Περαιτέρω, ικανοποιούνται και οι τρείς προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αφού με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία οι Αιτητές έχουν καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση, που αφορά σε κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος τους αδικοπραξίες με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορούν να ικανοποιήσουν την διαιτητική Απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος τους (κατ΄ ισχυρισμόν εικονική συμφωνία ενεχυρίασης κλπ), (β) ότι έχουν ορατή πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπείες, δηλαδή σε εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο και (γ) ότι οι η Εναγόμενη - Τράπεζα είναι σε θέση ή ενδεχομένως να είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, τις οποίες οι Αιτητές χρειάζονται για να προωθήσουν την αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης που εκδόθηκε προς όφελός τους και/ή προς υποστήριξη οποιωνδήποτε άλλων πολιτικών διαδικασιών για την εκτέλεση της εν λόγω διαιτητικής Απόφασης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω): «Το πολύπλοκο των συναλλαγών η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς με δοσοληψίες και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες εταιρείες, όπως εδώ στην Κύπρο, με διαφορετικά συστήματα, επιτάσσουν και προβάλλουν την αναγκαιότητα της χρήσης του διατάγματος Norwich ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Κατά συνέπεια βρίσκω πως χωρίς τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως γνωστό, η διακριτική ευχέρεια των Κυπριακών Δικαστηρίων για έκδοση διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εν κατακλείδι αφού έθεσα ενώπιον μου όλους τους λόγους Ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση, βρίσκω ότι αυτοί είναι αβάσιμοι και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι και δίκαιη και πρόσφορη αφού η έκδοσή τους ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από τη μη έκδοσή τους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Εκδίδεται εναντίον της Εναγομένης - Τράπεζας διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της Αίτησης. Επειδή η Τράπεζα αναφέρει στην Ένστασή της ότι ο χρόνος συμμόρφωσης των 10 ημερών που αναφέρεται στην Αίτηση είναι λίγος, ορίζεται ως χρόνος συμμόρφωσης 20 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Το διάταγμα εκδίδεται υπό τον όρο ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες θα προκαταβάλουν στην Εναγομένη το συμφωνηθέν ποσό των €2.500 ως έξοδα, τέλη ή ζημιές συνεπεία της συμμόρφωσής τους με το εκδοθέν διάταγμα, και υπό τον όρο ότι θα αναλάβουν εγγράφως την υποχρέωση να μην χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια του πιο πάνω διατάγματος, για σκοπό άλλο από την υποστήριξη της εναρκτήριας Αίτησης 6/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και/ή προς υποστήριξη οποιωνδήποτε πολιτικών διαδικασιών για την εκτέλεση-ικανοποίηση της διαιτητικής Απόφασης (δες υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL (C.A)
(1982)1 QB 558 και Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω)). Το αιτούμενο υπό (Β) διάταγμα έχει καλυφθεί με τους όρους που έχουν τεθεί στο εκδοθέν υπό (Α) διάταγμα. Το εκδοθέν υπό (Γ) διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Όσον αφορά στα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη την επιτυχία της Αίτησης αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Τράπεζα έχει καταστεί διάδικος, και αφού βρίσκω ότι δικαιολογημένα καταχώρισε Ένσταση για να αποφύγει τυχόν απαιτήσεις από τους πελάτες της σε περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της, και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο