← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας SUPHIRE (VENTURE CAPITAL) LTD ν. Αναφορικά με την εταιρεία BLINKERS LIMITED, Αρ. Αίτ.: 252/15, 31/10/2016

Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας SUPHIRE (VENTURE CAPITAL) LTD ν. Αναφορικά με την εταιρεία BLINKERS LIMITED, Αρ. Αίτ.: 252/15, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A584 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αρ. Αίτ.: 252/15 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την εταιρεία BLINKERS LIMITED και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας SUPHIRE (VENTURE CAPITAL) LTD ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2016 Για την αιτήτρια: κ. Άγγελος Πισιάρας για Πισιάρα και Μαυρονικόλα Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Νίκος Γεωργίου για Καλλής και Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 28.3.2016 για αντεξέταση) Εισαγωγή Στις 8.4.2015 καταχωρήθηκε από την εταιρεία Suphire (Venture Capital) Ltd αίτηση η οποία βασίζεται στα άρθρα 209, 211(ε), 212(α) και (γ), 213 και 214 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας Blinkers Limited από το Δικαστήριο επειδή η εν λόγω εταιρεία είναι αναξιόχρεη και αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της (στο εξής «η αίτηση εκκαθάρισης»). Η εταιρεία Blinkers Limited καταχώρησε ένσταση στην αίτηση εκκαθάρισης, με την οποία αρνείται, μεταξύ άλλων, ότι οφείλει το ποσό των €116.000 ως ισχυρίζεται η Suphire (Venture Capital) Ltd, καθώς και τον ισχυρισμό ότι είναι ανίκανη να πληρώσει το χρέος της. Στις 28.3.2016 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η εταιρεία Blinkers Limited (στο εξής «η αιτήτρια») ζητά: «α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του Γιάννου Ανδρόνικου εκ Λευκωσίας, ενόρκως δηλούντα στην αίτηση της εταιρείας SUPHIRE (VENTURE CAPITAL) LTD ημερομηνίας 8.4.2015 για αντεξέταση σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 8.4.2015 και συγκεκριμένα των παραγράφων 7 και 8 κατά τη δικάσιμο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης. β) Οιανδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία την οποία ήθελε κρίνει πρέπουσα υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο. γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως τα έξοδα της παρούσης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.1, Δ.38 Θ.Θ.1-3 και 9, Δ.48, Θ.Θ.1-9, στη νομολογία και στη σύμφυτη και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Σταύρου, διευθυντή και μετόχου της αιτήτριας, ο οποίος λέγει ότι ο κ. Γιάννος Ανδρονίκου στα πλαίσια της ένορκης του δήλωσης ημερ. 8.4.2015 που έγινε προς υποστήριξη της αίτησης εκκαθάρισης προβάλλει, στην παρ. 7 αυτής, τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια οφείλει στην Suphire (Venture Capital) Ltd (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση») το ποσό των €116.000 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας αναγνώρισης χρέους ημερ. 3.12.2013 και ότι το ποσό αυτό θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις εκ €5.000 της πρώτης αρχομένης την 1.6.2014 και ότι η πλήρης εξόφληση θα γινόταν την 1.3.2016, ενώ παράλειψη πληρωμής οιασδήποτε δόσης θα καθιστούσε το ποσό ολόκληρο απαιτητό, και στην παρ. 8 της ίδιας ένορκης δήλωσης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας η αιτήτρια δεν κατέβαλε την πρώτη δόση, ούτε και οιονδήποτε άλλο ποσό και γι' αυτό όλο το ποσό είναι απαιτητό. Θέση του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση ημερ. 22.9.2015 στην οποία προέβη προς υποστήριξη της ένστασης της αιτήτριας στην αίτηση εκκαθάρισης, είναι ότι στις 20.12.2013 οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο με τίτλο διακανονισμός υπολοίπου δανείου Γιάννη Ανδρονίκου όπου ο κ. Ανδρονίκου παραδέχεται ότι το υπόλοιπο που χρωστά η αιτήτρια είναι €35.000, το οποίο αποδέχεται ότι η αιτήτρια δικαιούται να το πληρώσει μόλις είναι σε θέση να ανταποκριθεί. Είναι περαιτέρω η θέση του στην ίδια ένορκη δήλωση ότι η αιτήτρια στις 2.10.2014 κατέβαλε στη σύζυγο του κ. Ανδρονίκου ποσό εκ €1.000 και παρέμεινε υπόλοιπο €34.

  1. Προκύπτει συνεπώς, ως αναφέρει, ανάγκη αντεξέτασης του κ. Ανδρονίκου αναφορικά με τους ισχυρισμούς του στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 8.4.2015 και ιδιαίτερα αναφορικά με το ποσό που οφείλει η αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση και για ποιο λόγο οφείλεται. Λέγει περαιτέρω ότι, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της αιτήτριας, αν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι η ακρόαση της αίτησης εκκαθάρισης θα γίνει στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, υπάρχει δικαίωμα του κάθε διαδίκου για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων της άλλης πλευράς, εφόσον προκύπτει ανάγκη αντεξέτασης τους, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση της αιτήτριας, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  2. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη.
  3. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
  4. Οι παράγραφοι 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δεν χρήζουν αντεξέτασης.
  5. Από όσα παραθέτει ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση του ημερ. 28.3.2016 δεν προκύπτει κανένας επαρκής και/ή καλός λόγος για να δοθεί άδεια για αντεξέταση στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση και/ή δεν εξειδικεύονται οι λόγοι που να επιτρέπουν την αντεξέταση επί των παραγράφων 7 και 8 της ένορκης δήλωσης.
  6. Σε καμία περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για παροχή άδειας του Δικαστηρίου για Αντεξέταση.
  7. Οι Αιτητές δεν καθορίζουν με σαφήνεια και/ή επαρκή σαφήνεια τα σημεία στα οποία επιθυμούν να αντεξετάσουν τον Ενόρκως Δηλών. Ειδικότερα το αίτημα χαρακτηρίζεται από ασάφεια και γενικότητα αφού η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υποστηρίζει το αιτούμενο αιτητικό.
  8. Οι Αιτητές επιθυμούν όπως αντεξετάσουν τον Γιάννο Ανδρόνικου επί θεμάτων που αφορούν την προσωπική του ιδιότητα και όχι ως Αξιωματούχου της Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση.
  9. Η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης είναι αχρείαστη από τη στιγμή που δεν καθορίστηκε η ακροαματική διαδικασία.
  10. Οι παράγραφοι 7 και 8 της ένορκης δήλωσης θα αποτελέσουν ευρήματα του Δικαστηρίου στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας και δεν υπόκεινται σε αντεξέταση.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.38, Δ.39 ΘΘ. 1-5, Δ.48 ΘΘ. 1-4, 8 και 9 στην ενυπάρχουσα εξουσία του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιάννου Ανδρονίκου ο οποίος είναι αξιωματούχος της καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Ανδρονίκου αρνείται τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Σταύρου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, παραθέτει το περιεχόμενο των παρ. 7 και 8 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 8.4.2015 που συνοδεύει την αίτηση εκκαθάρισης και ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια επιθυμεί να τον αντεξετάσει για θέματα τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο και θα βγάλει τα συμπεράσματα του βάσει της μαρτυρίας που έχει ενώπιον του, δηλαδή κατά πόσο η εταιρεία είναι αναξιόχρεη ή όχι, και άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Λέγει περαιτέρω ότι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν διαφαίνεται οτιδήποτε που να δείχνει καλό λόγο γιατί να τον αντεξετάσουν σε σχέση με τις παρ. 7 και 8 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 8.4.
  11. Αντίθετα, λέγει, υπάρχει παραδοχή ότι οφείλεται το ποσό των €34.000, το οποίο ουδέποτε πληρώθηκε. Κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του, ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση είναι παράτυπη καθότι η αιτήτρια δεν συγκεκριμενοποιεί τα θέματα επί της ενόρκου δηλώσεως του σε σχέση με τα οποία επιθυμεί να τον αντεξετάσει, ενώ η αιτήτρια επέλεξε, λέγει, τις παρ. 7 και 8 ώστε με την έκδοση του διατάγματος να τον αντεξετάσει εφ' όλης της ένορκης του δήλωσης και ουσιαστικά να διεξαχθεί κανονική ακροαματική διαδικασία, κάτι που συνιστά κατάχρηση και καταστρατήγηση της διαδικασίας, προσθέτοντας ότι η αιτήτρια δεν προβάλλει ισχυρισμό περί του αξιόχρεου της εταιρείας, ούτως ώστε να δύναται να τον αντεξετάσει περί τούτου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν υποστηρίζει το αιτητικό αυτής, επειδή ενώ στην αίτηση η αιτήτρια αναφέρει ότι επιθυμεί να τον αντεξετάσει σχετικά με τις παρ. 7 και 8 της ένορκης του δήλωσης (στις οποίες ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια είναι αναξιόχρεη και δέον όπως εκκαθαριστεί), στην ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης προβάλλονται ισχυρισμοί για υπόλοιπα και μία έγγραφη συμφωνία που αναφέρεται σε άλλες παραγράφους της ένορκης του δήλωσης. Λέγει επίσης ότι, όπως αντιλαμβάνεται, η αιτήτρια επιθυμεί να τον αντεξετάσει με την προσωπική του ιδιότητα, καθώς κάνει μνεία σε κατ' ισχυρισμό έγγραφο (το οποίο έχει επισυνάψει στην ένσταση της στην αίτηση εκκαθάρισης) καθώς επίσης και σε €1.000 που ισχυρίζεται ότι δόθηκαν στη γυναίκα του, ενώ ο ίδιος δεν είναι διάδικος στην αίτηση εκκαθάρισης, προέβη δε στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αυτής ως αξιωματούχος της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, και οι προσωπικές χρηματοοικονομικές του σχέσεις με την αιτήτρια, καμία σχέση δεν έχουν στην παρούσα διαδικασία. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης είναι αχρείαστη, από τη στιγμή που δεν καθορίστηκε ακόμη ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας δηλαδή αν θα είναι στη βάση των ενόρκων δηλώσεων ή στη βάση προφορικής μαρτυρίας. Για τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης ως νομικά και ουσιαστικά αστήρικτης και επειδή οι διαδικασίες του Δικαστηρίου χρησιμοποιούνται καταχρηστικά με ζημιά και βλάβη των συμφερόντων της καθ' ης η αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Όλα όσα οι συνήγοροι των δύο μερών ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια της νομικής πτυχής και αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Σημειώνω επίσης, ότι κατά την ακρόαση της αίτησης, ο συνήγορος της αιτήτριας δήλωσε ότι θέση του είναι ότι η αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει να εκδικαστεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, θέση με την οποία ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση συμφώνησε. Της θέσης του συνηγόρου της αιτήτριας δοθείσας, ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση απέσυρε τον όγδοο λόγο ένστασης. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Σύμφωνα με το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113: «213

(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα: [..]» Ανατρέχοντας στο αρχικό κείμενο του άρθρου 213 του Κεφ. 113, η λέξη που μεταφράστηκε με τον όρο «αίτηση» που παρατίθεται με έμφαση ανωτέρω, είναι η λέξη «petition»: «213
(1)An application to the Court for the winding up of a company shall be by petition presented, subject to the provisions of this section, either by [..]» Είναι, συνεπώς, καθαρό ότι αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας υποβάλλεται στο Δικαστήριο με «petition», όρος ο οποίος έχει μεταφραστεί στα ελληνικά σε «υπόμνημα», «αναφορά» ή «αίτηση» (βλ. απόφαση ημερ. 3.3.2015 του Έντιμου Προέδρου του Ε.Δ. Λευκωσίας Χ. Ι. Πογιατζή στην Αίτηση αρ. 473/11, Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd, σελ. 9 και 10). Στον περί Εταιρειών Νόμο, η λέξη «petition» μεταφράστηκε σε «αίτηση».[1] Η αίτηση (petition) εμπίπτει στις διαδικασίες που χαρακτηρίζονται ως «εναρκτήριες» (βλ. Undruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124, 132[2]) και το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας η αίτηση βασίζεται, τυγχάνει εφαρμογής. Οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933, όπως τροποποιήθηκαν, δεν πραγματεύονται το θέμα της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης, αφού οι πρόνοιες αυτών φαίνεται να αφορούν στη διαδικασία που ακολουθείται μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης (βλ. και απόφαση στην Αίτηση αρ. 473/11, ανωτέρω, σελ. 24). Εξ ου και «Εταιρεία» στους εν λόγω Κανονισμούς, σημαίνει «εταιρεία αναφορικά με την οποία εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης» (βλ. Κανονισμό 3). Οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του 1953, στους οποίους περιέχονται, σημειώνω, και κάποιες πρόνοιες ως προς τον τύπο του petition με το οποίο τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ορισμένες εταιρικές αιτήσεις (βλ. κανονισμό 4
(1)), προβλέπουν ότι οι ισχύοντες για πολιτικές διαδικασίες κανονισμοί τυγχάνουν εφαρμογής, ενώ εκεί όπου οι ημεδαποί κανονισμοί δεν πραγματεύονται κάποιο ζήτημα, το δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την πρακτική και διαδικασία των δικαστηρίων της Αγγλίας: «3. The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide.» Όπως επιβεβαιώθηκε στις υποθέσεις K.M.C. Motors Limited v. Jorephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 C.L.R. 390 και Πολ. Αίτ. 206/13, Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, ημερ. 3.12.2013, εκεί όπου οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί δεν προβλέπουν κάποιο διαδικαστικό θέμα, το κενό δυνατό να πληρωθεί με καταφυγή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, κρίση μου είναι ότι η Δ.39 Θ.1 τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση αιτήσεων εκκαθάρισης εταιρείας, θέμα επί του οποίου, σημειώνω, δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των συνηγόρων των δύο πλευρών, αφού αμφότεροι παραπέμπουν σε αυτή προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Το γεγονός, εξάλλου, ότι στο Θ.2 της Δ.39[3] γίνεται ειδική μνεία στη μαρτυρία που μπορεί να δοθεί στα πλαίσια ένορκης δήλωσης που συνοδεύει ενδιάμεση αίτηση, προς το αυτό συμπέρασμα οδηγεί, ότι, δηλαδή, η Δ.39 Θ.1 τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε περίπτωση που μαρτυρία προσφέρεται μέσω ένορκης δήλωσης. Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, προβλέπει ότι: «1. Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination.» Το δικαίωμα αντεξέτασης δεν παρέχεται κάθε φορά που το ζητά ένας διάδικος. Τόσο από το λεκτικό της ως άνω δικονομικής διάταξης, όσο και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι το ζήτημα της παραχώρησης άδειας για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από τυχόν συναίνεση των διαδίκων (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ 280 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660). Το ίδιο προκύπτει από τα σχόλια που γίνονται για το τότε ισχύον O.38 r.1[4] στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 921,[5] καθώς και από τη σειρά Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878, όπου αναφέρεται ότι: «Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Και στο Annual Practice του 1982, στα πλαίσια της ερμηνείας του τότε ισχύοντος O. 38 r.2
(3),[6] στη σελ. 644, αναφέρονται τα εξής: «Cross-examination on an affidavit will not generally be allowed on matters extraneous to the question in the particular proceedings in which the affidavit was filed (Re SBA Properties Ltd [1967] 1 W.L.R. 799; [1967] 2 All ER 615.)». Δεν διαφεύγουν της προσοχής μου τα όσα ελέχθησαν στην υπόθεση Rana Wahed Ali, ανωτέρω, περί χορήγησης άδειας για αντεξέταση μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις την οποία ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση επικαλείται στα πλαίσια της αγόρευσής του, θεωρώ, όμως, ότι τα όσα εκεί ελέχθησαν εφαρμόζονται σε υποθέσεις προνομιακών ενταλμάτων, καθώς και σε ορισμένες αιτήσεις η φύση των οποίων καθιστά ανεπιθύμητη την αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, όπως είναι οι αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα (βλ. Annual Practice του 1982, στη σελ. 644, Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, 2010, παρ. 5-23, σελ. 84, συνεκδικασθείσες Πολ. Έφ. 312/2010 κ.α., Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., ημερ. 17.7.2014). Αντίθετα, η παρούσα αίτηση είναι, όπως προαναφέρθηκε, εναρκτήριας φύσεως. Το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Π. Αρτέμης Π.Ε.Δ. και Στ. Ναθαναήλ Ε.Δ.), στην απόφαση ημερ. 28.5.1990 στην Εταιρική Αίτηση 259/89, Επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, αναφερόμενο στον τρόπο εκδίκασης αιτήσεων εκκαθάρισης είπε, μεταξύ άλλων, ότι: «Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσον αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα, όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 20η έκδοση, σελ. 705, κάτω από τον τίτλο «Evidence in support of petition» διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «The petitioner may be cross-examined as well as the opposing deponents; but the Court has a discretion as to allowing cross-examination in a winding up petition, and refuse, for example, to allow a petitioner to cross-examine the respondent company's witnesses where the petitioner had no direct evidence but the statutory affidavit, and wanted to cross-examine as to the Company's business, means and bona fides.» Στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου (Γ. Σταυρινάκης Π.Ε.Δ. και Ι. Πογιατζής Α.Ε.Δ.) στην Εταιρική Αίτηση 92/78, In the matter of the Company Sofroniou & Charalambides (Supermarket) Ltd, ημερ. 22.5.1979 αναφέρονται σχετικώς τα εξής: «This aspect of the case has caused to us some concern because we have been unable to find any authorities to the effect that the Petitioner or even the Respondent is bound to prove his case by evidence other than affidavits and documents. The parties may cross-examine each other if they so wish and provided they obtain the prior leave of the Court, but are not bound to take the oath and give evidence viva voce for the purpose of reiterating facts and allegations contained in their affidavits and which do not amount to hearsay and are on the face of them sufficient to justify the making of a necessary to adduce direct evidence on material aspects of the case raised as hearsay in the affidavits. [.] A winding up petition is filed together with its affidavits and the right of cross-examination is controlled by the Court. The object of the cross-examination is to shake the witness and obtain from him either admissions or statements, making his evidence improbable.» Ανατρέχοντας περαιτέρω σε άλλες δικαιοδοσίες που εφαρμόζουν σύστημα παρόμοιο με το αγγλικό, εντοπίζεται η απόφαση του Andhra High Court της Ινδίας στην υπόθεση Vijayalakshmi Tailkies (Private) v. A. Kotlingeswara Rao and Ors, ημερ. 20.7.1965, AIR 1966 AP 285, στην οποία το εν λόγω Ινδικό Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων εκκαθάρισης στη βάση του άρθρου 439 του Ινδικού Companies Act του 1956, που ήταν όμοιο με το άρθρο 213 του Κεφ. 113, και αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «No doubt even in case of affidavit evidence which must be based as a rule on personal knowledge of the deponent and not on his mere belief, it is open to the other party if he challenges the correctness of the statements made therein to request the Court to summon the deponent for cross-examination. It is thus clear that the affidavit evidence is not only permissible in matters like these, but also is the most desirable way to effectuate the speedy disposal of matters justly and properly. It is open in such cases to the party to request the Court for calling the witness for cross-examination.» Και σε μία παλαιότερη απόφαση του Ινδικού Mandras High Court, στην υπόθεση Seethiah v. Venkata Subbaiah, 1949-1 Mad LJ 269 (AIR 1949 Mad 675), αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «There is no inflexible rule or practice prohibiting the adducing of oral evidence or the cross-examination of the deponents of affidavits in original petition before the High Court, such as for compulsory winding up of companies. Where necessity suggests or expediency requires, it is open to the Judge trying winding up proceedings to allow oral evidence. But where the application for cross-examining the deponents of affidavit are made only at a later stage in the hearing and tend to retard and delay the progress of the application, the Court has the discretion to grant or not to grant an adjournment for getting the deponents of affidavits for cross-examination. As expedition is absolutely necessary in a winding up petition, the Court will be exercising a proper discretion in refusing an adjournment having a dilatory tendency.» Με δεδομένο ότι η αίτηση εκκαθάρισης στα πλαίσια της οποίας έγινε η υπό κρίση αίτηση θα εκδικαστεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, το συμπέρασμα που κατά τη γνώμη μου συνάγεται από τα ανωτέρω είναι ότι αμφότεροι διάδικοι, αιτήτρια και καθ' ης η αίτηση, διατηρούν το δικαίωμα αντεξέτασης των ομνυσάντων προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης στην αίτηση εκκαθάρισης κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Το αν θα επιτραπεί ή όχι η αντεξέταση αποτελεί θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία ασκείται δικαστικά και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, τις ανάγκες της και τα επίδικα σε αυτήν ζητήματα. Το αίτημα πρέπει να δικαιολογείται και σε αυτό να προσδιορίζονται επαρκώς τα προς αντεξέταση σημεία, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του. Η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα. Όσον αφορά το ζήτημα της αποδοχής και αξιολόγησης μαρτυρίας, ισχύει το δίκαιο της απόδειξης. Υπό το φως των ανωτέρω, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρονίκου ημερ. 8.4.1015 που υποστηρίζει την αίτηση εκκαθάρισης (στο εξής «η Ε/Δ Ανδρονίκου») αναφέρεται ότι «Η εταιρεία είναι αναξιόχρεη και αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της» και στην παρ. 8 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι «Υπό τις περιστάσεις και με βάση τα πιο πάνω είναι δίκαιον και πρέπον όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί. Γι αυτό και η Αιτήτρια αιτείται τα ακόλουθα: ..» ακολουθεί δε το αιτητικό της αίτησης (petition). Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση ανέπτυξε στη γραπτή του αγόρευση ενιαία τους λόγους ένστασης, αρκετοί εκ των οποίων έχουν να κάνουν με το ότι δεν προκύπτει λόγος για τον οποίο ο κ. Ανδρονίκου θα πρέπει να αντεξετασθεί επί των ως άνω δηλώσεών του, εφόσον τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε θα αποτελέσουν αντικείμενο ευρημάτων του Δικαστηρίου μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και δεν υπόκεινται σε αντεξέταση καθώς αποτελούν την ουσία της αίτησης εκκαθάρισης. Θέση του είναι επίσης ότι επιλέγησαν οι παρ. 7 και 8 της Ε/Δ Ανδρονίκου για ν' αντεξετασθεί ο κ. Ανδρονίκου εφ' όλης της ένορκης του δήλωσης και να διεξαχθεί κανονική ακροαματική διαδικασία. Αυτό συνιστά, ως αναφέρει, κατάχρηση της διαδικασίας, αφού αν εκδοθεί το διάταγμα που επιζητείται θα επιτραπεί η αντεξέταση του κ. Ανδρονίκου επί ολόκληρης της ένορκης του δήλωσης και χωρίς περιορισμό, ενώ η αιτήτρια δεν προβάλλει ισχυρισμό περί του αξιόχρεου αυτής ούτως ώστε να μπορεί να αντεξετάσει τον κ. Ανδρονίκου σε σχέση με την περί του αντιθέτου θέση του. Πράγματι στο αιτητικό της αίτησης ζητείται άδεια αντεξέτασης σε σχέση με τις παρ. 7 και 8 της Ε/Δ Ανδρονίκου. Όμως από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι παράγραφοι της Ε/Δ Ανδρονίκου σε σχέση με τις οποίες σκοπείται η αντεξέταση του κ. Ανδρονίκου δεν είναι οι παρ. 7 και 8, αλλά οι παρ. 4 και
  1. Τούτο καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, και ειδικότερα από την παρ. 5 αυτής, όπου ο ομνύσας για την αιτήτρια αναφέρεται ρητώς και συγκεκριμένα στις δηλώσεις του κ. Ανδρονίκου σε σχέση με τις οποίες επιζητείται άδεια αντεξέτασης, που δεν είναι οι δηλώσεις που περιέχονται στις παρ. 7 και 8 της Ε/Δ Ανδρονίκου, αλλά οι δηλώσεις στις παρ. 4 και 5 αυτής (οι οποίες, σημειώνω, αντιστοιχούν στις παρ. 7 και 8 του petition). Και ως τέτοια θα αντιμετωπισθεί η παρούσα αίτηση. Στην παρ. 4 της Ε/Δ Ανδρονίκου, ο κ. Ανδρονίκου αναφέρει ότι περί την 3.12.2013 δυνάμει έγγραφης συμφωνίας αναγνώρισης χρέους (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση), η αιτήτρια συμφώνησε με την καθ' ης η αίτηση ότι οφείλει προς την τελευταία το ποσό των €116.000 και ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν διά μηνιαίων δόσεων εκ €5.000 το μήνα από 1.6.2014 και πλήρη εξόφληση του όποιου υπολοίπου την 1.3.2016, με την παράλειψη ή καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσης να καθιστά ολόκληρο το υπόλοιπο οφειλόμενο και απαιτητό. Επισύναψε επίσης, μέρος των οικονομικών καταστάσεων της αιτήτριας, στις οποίες φαίνεται ότι οφείλεται το πιο πάνω ποσό. Στην παρ. 5 της Ε/Δ Ανδρονίκου, ο κ. Ανδρονίκου αναφέρει περαιτέρω ότι κατά παράβαση της συμφωνίας ημερ. 3.12.2013, η αιτήτρια δεν κατέβαλε την πρώτη δόση στις 1.6.2014, ούτε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ο κ. Σταύρου, στην ένορκη του δήλωση ημερ. 22.9.2015 που έγινε προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση εκκαθάρισης αντιτείνει στα ανωτέρω ότι στις 20.12.2013 οι δύο εταιρείες υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο με τίτλο «Διακανονισμός Υπολοίπου Δανείου Γιάννη Ανδρονίκου», αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως τεκμήριο, με το οποίο η καθ' ης η αίτηση αποδέχεται μέσω του διευθυντή της Γ. Ανδρονίκου ότι το υπόλοιπο που χρωστά η αιτήτρια είναι €35.000 το οποίο αποδέχεται και συμφωνεί ότι η αιτήτρια δικαιούται να το πληρώσει μόλις είναι σε θέση να ανταποκριθεί, χωρίς να τίθενται χρονικά όρια. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η αιτήτρια στις 2.10.2014 κατέβαλε στη σύζυγο του κ. Ανδρονίκου το ποσό των €1.000 και παρέμεινε υπόλοιπο €34.
  2. Ως εκ της ως άνω διάστασης, προκύπτει, ως αναφέρει ο κ. Σταύρου στην ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, ανάγκη αντεξέτασης του κ. Ανδρονίκου ιδιαίτερα αναφορικά με το ποσό που οφείλει η αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση και αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, για ποιο λόγο οφείλεται. Θέση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση είναι ότι η αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει τον κ. Ανδρονίκου με την προσωπική του ιδιότητα, αφού αναφέρεται σε έγγραφο που ο ίδιος έχει υπογράψει και σε λήψη ποσού εκ €1.000 από τη σύζυγο του. Ο κ. Ανδρονίκου, συνεχίζει η εισήγηση, προέβη στην όμνυση της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης εκκαθάρισης ως αξιωματούχος της καθ' ης η αίτηση (και αιτήτριας στην αίτηση εκκαθάρισης) και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, με τις προσωπικές χρηματοοικονομικές του σχέσεις με την αιτήτρια να μην έχουν οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα διαδικασία. Επί των ανωτέρω παρατηρώ ότι το έγγραφο ημερ. 20.12.2013 πράγματι τιτλοφορείται «Διακανονισμός Υπολοίπου Δανείου Γιάννη Ανδρονίκου», όμως θέση του κ. Σταύρου στην παρ. 3.3 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 22.9.2015 που συνοδεύει την ένσταση της αιτήτριας στην αίτηση εκκαθάρισης είναι ότι η καθ' ης η αίτηση αποδέχθηκε μέσω του διευθυντή της ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €35.
  3. Συνεπώς, θέση της αιτήτριας είναι ότι με το εν λόγω έγγραφο η ίδια η καθ' ης η αίτηση αποδέχθηκε, μέσω του διευθυντή της κ. Γιάννου Ανδρονίκου, ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €35.000.[7] Παρομοίως, ο κ. Σταύρου ισχυρίζεται στην παρ. 3.4 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 22.9.2015 που συνοδεύει την ένσταση της αιτήτριας στην αίτηση εκκαθάρισης, ότι με την καταβολή του ποσού των €1.000 προς τη σύζυγο του κ. Ανδρονίκου, το οφειλόμενο από την αιτήτρια ποσό μειώθηκε στις €34.000.[8] Η βασιμότητα των πιο πάνω θέσεων της αιτήτριας σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί ή θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια της παρούσας αιτήσεως, αποκλειστικό αντικείμενο της οποίας είναι το κατά πόσο θα δοθεί άδεια για αντεξέταση του κ. Ανδρονίκου. Για να το θέσω αλλιώς, θέση της αιτήτριας είναι ότι στη βάση των όσων αναφέρονται στο ρηθέν έγγραφο ημερ. 20.12.2013, αλλά και με την καταβολή του ποσού των €1.000 προς τη σύζυγο του κ. Ανδρονίκου, η αιτήτρια δεν οφείλει στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €116.000 το οποίο αναφέρεται στην παρ. 4 της Ε/Δ Ανδρονίκου, αλλά το ποσό των €34.000, κρίνω, συνεπώς, ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού η αιτήτρια συνδέει τόσο το έγγραφο όσο και την καταβολή του ποσού των €1.000 με το ισχυριζόμενο στην αίτηση εκκαθάρισης χρέος της αιτήτριας προς την καθ' ης η αίτηση, με το κατά πόσο η θέση της αιτήτριας μπορεί να ευσταθήσει ή όχι να παραμένει ανοικτό προς επίλυση στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης. Περαιτέρω, θέση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, ως αυτή αναπτύσσεται στη γραπτή του αγόρευση, είναι ότι, δεδομένης της παραδοχής, από μέρους της αιτήτριας, ότι αυτή οφείλει €34.000, η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης είναι αχρείαστη και άσκοπη, αφού υπάρχει μέρος του χρέους το οποίο έχει αναγνωριστεί από την αιτήτρια. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση. Η αιτήτρια, με την ένσταση της στην αίτηση εκκαθάρισης, δεν προβαίνει σε απλή παραδοχή χρέους προς την καθ' ης η αίτηση ύψους €34.
  4. Θέση της αιτήτριας, ως αυτή προκύπτει από την παρ. 3.3 της ένορκης δήλωσης του κ. Σταύρου που συνοδεύει την ένσταση της στην αίτηση εκκαθάρισης, είναι ότι με βάση το έγγραφο ημερ. 20.12.2013 η καθ' ης η αίτηση αποδέχθηκε και συμφώνησε ότι το ποσό των €35.000 θα πληρωθεί από την αιτήτρια μόλις αυτή θα είναι έτοιμη να ανταποκριθεί, χωρίς να τίθενται χρονικά όρια. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Η Εκκαθάριση Εταιρειών» του Δρος Α. Π. Ποιητή, 2η έκδοση, 2015, σελ. 20, με τη λέξη «χρέη» στο άρθρο 211(ε) του περί Εταιρειών Νόμου, εννοούνται τα χρέη τα οποία είναι ήδη ληξιπρόθεσμα και οφειλόμενα, και στο σύγγραμμα «Palmer's Company Precedents», Μέρος 2, Winding Up, 17η έκδοση, σελ. 39 αναφέρεται ότι «A creditor of the company for a sum of money presently and unconditionally due and payable is unquestionably a creditor who can present a petition for winding up». Η ορθή ερμηνεία του εγγράφου ημερ. 20.12.2013 και οι νομικές συνέπειες αυτού, δεν είναι βέβαια της παρούσης και το κατά πόσο η αιτήτρια εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της είναι θέμα το οποίο θα αποφασισθεί στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης. Κρίνω, συνεπώς, ότι η αντεξέταση του κ. Γ. Ανδρονίκου δεν είναι αχρείαστη για το λόγο που ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση αναφέρει. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έγκριση της παρούσας αιτήσεως, αφού οι δηλώσεις που περιέχονται στις παρ. 4 και 5 της Ε/Δ Ανδρονίκου αμφισβητούνται από την αιτήτρια για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και, επιπλέον, οι θέσεις του κ. Ανδρονίκου στις εν λόγω παραγράφους αφορούν σε ζητήματα σημαντικά για την έκβαση της αίτησης εκκαθάρισης. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η παρουσία του Γιάννου Ανδρονίκου εκ Λευκωσίας, ενόρκως δηλούντα στην αίτηση της εταιρείας Suphire (Venture Capital) Ltd ημερ. 8.4.2015 για να αντεξετασθεί σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 5 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 8.4.2015, στις 30.11.2016, ώρα 11:00 π.μ., ημερομηνία και ώρα κατά την οποία η αίτηση εκκαθάρισης ορίζεται για Ακρόαση ή σε κάθε άλλη ημερομηνία στην οποία η αίτηση εκκαθάρισης θα οριστεί για Ακρόαση. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, κρίνω ορθό όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης εκκαθάρισης. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η σύγχυση που προέκυψε από τη μετάφραση της λέξης «petition» σε «αίτηση» σχολιάζεται στο σύγγραμμα «Η Εκκαθάριση Εταιρειών» του Δρος Α. Π. Ποιητή, 2η έκδοση, 2015, στις σελ. 42 -
  5. [2] «Οι προσφερόμενες διαδικασίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με εκείνες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριες. Θα μπορούσε, στην προκείμενη περίπτωση, να είχε χρησιμοποιηθεί μια από εκείνες. Σημειώνουμε ότι υπάρχει και η αίτηση η γνωστή στο σύστημα ως "petition". Τίποτε όμως δεν επέβαλλε τη μια ή την άλλη λύση.» [3] «
  6. Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» [4] «Upon any motion, petition, or summons evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the application of either party, order the attendance for cross-examination of the person making any such affidavit, and where, after such an order has been made, the person in question does not attend, his affidavit shall not be used as evidence unless by the special leave of the Court or a Judge.» [5] «Cross-examination.—There is no obligation on the Court to make an order for cross-examination under this Rule upon an affidavit filed on a motion (La Trinidad v. Browne, 36 W.R. 138).» [6] «
(3). on any application made by summons or motion, evidence may be given by affidavit . but the Court may, on the application of any party, order the attendance for cross examination of the person making any such affidavit .» [7] «Με το εν λόγω έγγραφο μάλιστα η αιτήτρια εταιρεία μέσω του διευθυντή αυτής κ. Ανδρονίκου Γιάννου αποδέχθηκε και συμφώνησε .» [8] «Στις 2.10.2014 η καθ' ης η αίτηση εταιρεία κατέβαλε στη σύζυγο του κ. Ανδρονίκου ποσό €1.000 και το υπόλοιπο ποσό σήμερα που οφείλει η καθ' ης η αίτηση είναι €34.000.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.