← Κύπρος

G.D.L. TRADING LIMITED ν. Agromarkets Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1373/15, 5/10/2016

G.D.L. TRADING LIMITED ν. Agromarkets Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1373/15, 5/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A536 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1373/15 Μεταξύ: G.D.L. TRADING LIMITED Ενάγουσας/Αιτήτριας Kαι

  1. Agromarkets Limited
  2. Πέτρου Σιακόλα
  3. Γιάννη Νεοφύτου
  4. Μαρίνας Νεοφύτου
  5. Μάριου Τιμινή Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση Αίτηση δια κλήσεως ημ. 7/8/2015 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου
  6. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Χ. Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλο, Λυκούργο & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. και κα Βανέζου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: Θ. Κορφιώτης για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα Αγωγή εγείρεται από την Ενάγουσα υπό την ιδιότητα της ως μετόχου της Εναγομένης 1 και είναι παράγωγη και αντιπροσωπευτική των συμφερόντων της Εναγομένης 1 εταιρείας (Derivative Action). Με την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση επιζητούνται τα ακόλουθα δύο Διατάγματα: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 2 και 4 και/ή στην Παναγιώτα Σιακόλα και/ή στους αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή υπηρέτες και/ή πληρεξούσιους αυτών από του να μεταβιβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και /ή δεσμεύσουν και/ή προσφέρουν ή παρά­σχουν ως εξασφάλιση (security) και/ή διαθέσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή εκχωρή­σουν και/ή άλλως πως αποξενώσουν, άμεσα ή έμμεσα, τις μετοχές και/ή τα δικαιώ­ματα και/ή οφέλη, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιωνδήποτε μερισμά­των και /ή ενδιάμεσων μερισμάτων σε ή σε σχέση με οποιεσδήποτε μετοχές της και/ή τα στοιχεία ενεργητικού τα οποία κατέχουν στην εταιρεία ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ (Η.Ε. 19428) μέχρι τελείας αποπερατώσεως της αγωγής και /ή μέχρι νεωτέρας διατα­γής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Διοικητικούς Συμ­βούλους και/ή τον γραμματέα της ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ (Η.Ε. 19428) και/ή στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη από του να αποδέχονται και/ή να προβαί­νουν σε οποιαδήποτε καταγραφή και/ή αλλαγή και/ή εγγραφή και/ή δημοσιοποίηση και/ή δημοσίευση και/ή τροποποίηση ή οποία να αφορά το μετοχικό και/ή ιδιοκτη­σιακό καθεστώς της ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ (Η.Ε. 19428) στα μητρώα της εταιρείας και/ή στα δημόσια έγγραφα και /ή μητρώα τα οποία ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης τηρεί μέχρι τελείας αποπερατώσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.48, θθ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Α.32 του Ν.14/60, στο Άρθρο 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992, στα Άρθρα 22, 23, 28, 58, 82-90, 91Α - 91Δ και 92 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα Άρθρα 2-5 του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ. 62, στα Άρθρα 2-4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο 60(Ι)/08 στις αρχές των υποθέσεων Mareva Compania Naviera SA v. International Bulkcarriers και TSB Private Bank International v. Chabra καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Γιώργου Λόρδου, ενός εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Οι βασικοί ισχυρισμού του μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: · Η Εναγομένη 1 είναι εταιρεία με κύρια δραστηριότητα το χονδρικό και λιανικό εμπόριο φθαρτών και μητρική διαφόρων εταιρειών οι οποίες δραστηριοποιούνται στην αγορά αυτή και στις οποίες ανήκουν οι λαχαναγορές «Πρίνος». · Η Ενάγουσα είναι μέτοχος στην Εναγομένη 1 στην οποία μέτοχοι είναι επίσης ο Εναγόμενος 2 και ο Εναγόμενος
  7. · Διοικητικοί Σύμβουλοι Α΄ της Εναγομένης 1 είναι ο Κωνσταντίνος Λόρδος (ΚΛ), ο Δημήτρης Γεωργίου (ΔΓ) και ο ενόρκως δηλών (ΓΛ) ενώ Διοικητικοί Σύμβουλοι Β΄ οι Εναγόμενοι 2, 3 και
  8. · Στις 19/12/02 η εταιρεία του Ομίλου Λόρδος η Ενάγουσα και η Lordos Venture Capital Ltd (LVC) αγόρασαν το 50% των μετοχών της Εναγομένης 1 που έφεραν δικαίωμα ψήφου από το Σωτήρη Λεωνίδου με ταυτόχρονη υπογραφή Συμφωνίας Μετόχων (Τεκμήριο Β). Το Νοέμβριο του 2008 η LVC διέθεσε όλες τις μετοχές της στην Ενάγουσα η οποία έκτοτε κατέχει όλες τις μετοχές τάξης Α΄. · Η Συμφωνία Μετόχων προέβλεπε ότι οι δυο Μέτοχοι Β, Εναγόμενοι 2 και 3, θα συνέχιζαν να εργοδοτούνται από την Εναγομένη 1 κάτω από τις οδηγίες του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 το οποίο θα απαρτιζόταν από 3 Σύμβουλους Α και 3 Σύμβουλους Β διορισμένους από τις αντίστοιχες τάξεις μετόχων οι οποίοι θα απολάμβαναν τα ίδια δικαιώματα ψήφου. · Η ανάπτυξη της Εναγομένης 1 από το 2002-2011/12 ήταν αποτέλεσμα της θετικής συνεργασίας της πείρας φθαρτεμπορίου που κατέχουν οι Εναγόμενοι 2-4 και της μακράς επιχειρηματικής και οργανωτικής πείρας και πρόσβασης σε πιστώσεις και κεφάλαια που έφερε ο Όμιλος Λόρδος. · Στο διάστημα από το 2002-2012 ο Εναγόμενος 2 ήτο συνεργάσιμος με τους Συμβούλους Α ενώ οι Εναγομένοι 3 και 4 δεν συμπεριφέρονταν φιλικά. · Η απαρχή των προβλημάτων παρουσιάστηκε όταν αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση του Ομίλου της Ενάγουσας και εκπονήθηκε η «Μελέτη Αναδιοργάνωσης και Ανάθεσης Ευθυνών και Καθηκόντων σε άλλα στελέχη της Agromarkets» από τον Ελεγκτικό Οίκο Δ. Μαρίνου & Σία σε συνεργασία με τον Οικονομικό Διευθυντή της Εναγομένης 1, Εναγόμενο 5, η οποία παρουσιάστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο στις 6/5/11 και το σχετικό Οργανόγραμμα εγκρίθηκε ομόφωνα (Τεκμήριο Γ).Αργότερα όμως οι Εναγομένοι 3 και 4 αντέδρασαν και παρασύροντας τον Εναγόμενο 2 εμπόδισαν την υλοποίηση του νέου Οργανογράμματος. · Σε κάποιο στάδιο από το 2009 άρχισαν να καθυστερούν οι διανομές μερισμάτων από τα κέρδη και ενώ μετά τις 30/9/13 διεφάνη η έλλειψη πρόθεσης των Εναγομένων 2-4 για σταθερή διανομή μερισμάτων. Αυτό οδήγησε στην έναρξη διερεύνησης των οικονομικών της Εναγομένης 1 από τους Διοικητικούς Συμβούλους Α΄ από τις οποίες διαπιστώθηκαν διάφορα προβλήματα και παραβάσεις από τους Συμβούλους Β τα οποία καταγράφησαν σε επιστολή που οι Σύμβουλοι Α απεύθυναν προς αυτούς ημερ. 6.8.14 (Τεκμήριο Δ). · Κατόπιν πληροφόρησης ότι ο Εναγόμενος 2 είχε συνάψει συμφωνία με τις υπεραγορές Carrefour για προμήθεια προϊόντων της Εναγόμενης 1 αξίας €200.000-€700.000 το μήνα με πίστωση 105 ημερών την οποία οι Σύμβουλοι Α θεώρησαν επιχειρηματικά λανθασμένη και σε βάρος των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 η οποία εν τέλει δεν προχώρησε μετά από την αντίδραση του Συμβούλου ΚΛ, ο ΚΛ παρουσίασε Πρόταση Εταιρικής Διακυβέρνησης της εταιρείας με στόχο την πλήρη διαφάνεια των δραστηριοτήτων της (Τεκμήριο ΣΤ) και την παροχή άμεσης πρόσβασης όλων των Διευθυντών σε όλες τις πληροφορίες όπως μισθοί, πιστωτές, χρεώστες, πληρωμές, εισπράξεις. Σε αυτό αντίδρασαν οι Εναγομένοι 2 και 3 ισχυριζόμενοι ότι βάση της Συμφωνίας Μετόχων είχαν απόλυτο δικαίωμα να διευθύνουν την Εναγόμενη Εταιρεία χωρίς να υπόκεινται στον έλεγχο των υπολοίπων Συμβούλων και Μετόχων. · Ακολούθησαν ενέργειες από μέρους των Εναγομένων 5 οι οποίες οδήγησαν στη ρήξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των Συμβούλων και Μετόχων των δυο πλευρών ως εξής: i. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3 ότι αυτός ήταν ο Γραμματέας της εταιρείας και όχι η Longacre Services Ltd η οποία είχε διοριστεί δυνάμει απόφασης σε πρακτικό στο οποίο αρχικά αμφισβήτησε την υπογραφή του και αργότερα απέσυρε. ii. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων 2 και 3 ότι η Συμφωνία Μετόχων δεν προβλέπει να πληρώνονται τα μερίσματα σε μετρητά αλλά μόνο να διανέμονται λογιστικά στις μερίδες των μετόχων μετά από 12 χρόνια εντελώς διαφορετικής ερμηνείας και πρακτικής iii. Εισαγωγή τον Απρίλιο του 2014 από τον Εναγόμενο 2 εν αγνοία των Συμβούλων Α στους τελικούς Λογαριασμούς του 2013 της εταιρείας απαίτησης για ποσό €780.000 δυνάμει φερόμενης συμφωνίας ημερ. 6.4.01 συγκεκαλυμμένη σε μια Σημείωση αυτών για να μην εντοπιστεί έγκαιρα από τους Συμβούλους Α και να υπογράψουν τις καταστάσεις. Το πρωτότυπο ή αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας δεν παρουσιάστηκε ποτέ παρά τη σχετική δέσμευση του Εναγομένου
  9. iv. Η σύσταση στις 14/2/14 της ετ. C.O. Fresh Fruit Co Ltd με μοναδικό μέτοχο, Δ/τή και Γραμματέα τον Χαρ. Ορθοδόξου που, όπως διεφάνη, είχε συσταθεί από κοινού από τους Εναγόμενους 2-4 και τον Ορθοδόξου με σκοπό την άγρα πελατών από την Εναγόμενη 1 ετ. χρησιμοποιώντας τους πόρους της. · Μετά από την τελευταία εξέλιξη και την άρνηση των Εναγομένων 2-5 να παράσχουν πληροφόρηση στους Συμβούλους Α καταχωρήθηκε στις 15.10.14 η αγωγή 5796/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν διατάγματα πρόσβασης στα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας τύπου Anton Piller. · Ως αποτέλεσμα της πρόσβασης που επιτεύχθη με τα πιο πάνω διατάγματα διαπιστώθηκαν πλήθος ατασθαλιών στην εταιρεία όπως: (α) Παραδοχή Ορθοδόξου ότι ενεργούσε σε συνεργασία με τους Συμβούλους Β όταν ίδρυσε την CO. (β) Παραδοχή Εναγομένου 2 ότι ήταν κρυφός μέτοχος της CO (γ) Ύπαρξη λογιστικών κενών και τρύπες στα οικονομικά όλων των εταιρειών. · Κατόπιν εντολής των Συμβούλων Α στην KPMG Κύπρου η τελευταία διενήργησε δικανική ελεγκτική έρευνα της εταιρείας (Τεκμήριο 1Γ) και τόσο από αυτή όσο και από άλλες έρευνες των Συμβούλων Α προέκυψαν αριθμός παρατυπιών και ατασθαλιών στην εταιρεία με τη συνδρομή και/ή με τις ενέργειες των Εναγομένων 2-
  10. · Για τις ατασθαλίες έγινε παράπονο στην Αστυνομία (Τεκμήριο 1Ε). · Λόγω των ατασθαλιών που διαπιστώθηκαν δυναμιτίστηκε το ήδη τεταμένο κλίμα μεταξύ Μετόχων/Συμβούλων Α και Μετόχων/Συμβούλων Β. · Πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής οι Εναγομένοι 2 και 4 αποξένωσαν το κύριο περιουσιακό στοιχείο που κατείχαν δηλαδή τις μετοχές τους στην εταιρεία ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ. Η εν λόγω αποξένωση έγινε στις 5.3.15 όταν αυτοί μεταβίβασαν τις εν λόγω μετοχές στην μητέρα τους Παναγιώτα Σιακόλα. Εκφράζεται δε η θέση ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4 προβλέποντας τη λήψη νομικών μέτρων από την πλευρά των Συμβούλων Α αποξένωσαν το μόνο τους περιουσιακό στοιχείο στη μητέρα τους χωρίς οποιοδήποτε αντίτιμο ή με κάποια πλαστή συμφωνία προκειμένου να αποφύγουν την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης εναντίον τους. · H ζημιά που έχουν προκαλέσει μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση του ταμείου της εταιρείας, της συμφιλίωσης των μερίδων των πιστωτών και των πληρωμών των πιστωτών εκτιμάται σε ένα ποσό της τάξης των €5.000.
  11. · Από ανεπίσημες αλλά έγκυρες πληροφορίες εκφράζεται η πεποίθηση ότι οι Εναγόμενοι 2 & 4 δεν κατέχουν οποιαδήποτε περιουσία η οποία να μην είναι ήδη επιβαρυμένη προς εξασφαλισμένους ή άλλους πιστωτές η αξία της οποίας να μπορεί να καλύψει την απαίτηση της Εταιρείας εναντίον τους. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από τους Καθ΄ών η Αίτηση 2 & 4 η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.48, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 29 & 32 του Ν.14/60, στα Άρθρα 4 & 9 του Κεφ.6, στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ. 62, στον περί Καταδολίευσης των Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο 60(Ι)/08, στη νομολογία και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται βασικά οι εξής: § Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των Άρθρων 4 & 9 του Κεφ. 6 και του Άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και τη σχετική νομολογίας. § Υπήρξε σοβαρή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. § Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι άνευ αντικειμένου καθόσον αφορά τους Εναγόμενους 2 & 4 διότι δεν είναι κάτοχοι των επίδικων μετοχών. § Η Παναγιώτα Σιακόλα δεν είναι μέρος στην αγωγή και δεν είναι εμπιστευματοδόχος των Εναγομένων 2 &
  12. § Με τα αιτούμενα Διατάγματα επιδιώκεται η καταστρατήγηση των προνοιών του Κεφ.62 και του Νόμου 60(Ι)/
  13. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση Εναγόμενου 2 στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω, όπως μπορώ να συνοψίσω. Εν πρώτοις γίνεται αναφορά στο ιστορικό της εταιρείας και στη Συμφωνία Μετόχων ημερ. 19/12/2002 η οποία υπεγράφη μεταξύ των παλαιών και νέων μετόχων (Τεκμήριο 2). Η κύρια δραστηριότητα της Εταιρείας είναι το εμπόριο φρέσκων φρούτων και λαχανικών και προσυσκευασμένων τροφίμων. Ασχολείται συγκεκριμένα με τις αγορές και εισαγωγές φρούτων και λαχανικών, τροφίμων, γλυκών, τυροκομικών και αλλαντικών προϊόντων καθώς και με τις χονδρικές και λιανικές τους πωλήσεις. Ιδρυτές της εταιρείας και διαχειριστές των καθημερινών της εργασιών είναι οι Εναγόμενοι 2, 3 &
  14. Η Εναγόμενη 1 είναι η μητρική εταιρεία η οποία στον ουσιώδη χρόνο πραγματοποιούσε χονδρικές πωλήσεις στις θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου η οποία είναι και η βασικότερη της δραστηριότητα. Οι θυγατρικές εταιρείες τροφοδοτούνταν από τη μητρική η οποία διενεργούσε αυτόνομες ποσοτικές εισαγωγές με containers απευθείας από τους παραγωγούς. Όλες οι εισαγωγές γίνονταν από τη μητρική εταιρεία στις κεντρικές της εγκαταστάσεις και ακολούθως αυτή πωλούσε στις θυγατρικές της με ένα μικρό ποσοστό κέρδους ώστε να μπορεί να καλύπτει τα λειτουργικά της έξοδα και κάποιες απώλειες και φθορές. Ο Όμιλος των εταιρειών Agromarkets είχε από της συστάσεως του μια ξεκάθαρη οργανωτική δομή βάση της οποίας την ευθύνη διαχείρισης και καθημερινής λειτουργίας της Θα συνέχιζαν να είχαν από κοινού οι ιδρυτές της και παλαιοί Μέτοχοι (τώρα Μέτοχοι Β) Εναγόμενοι 2 & 3 ενώ οι Μέτοχοι Α ήσαν εκείνοι οι οποίοι είχαν προσέλθει στην εταιρεία ως επενδυτές. Παρά τις πιο πάνω γραπτές συμφωνίες και δηλώσεις των Μετόχων Α ότι προσήλθαν στην εταιρεία ως επενδυτές και ότι θα βασίζονταν στη πρόθεση των Μετόχων Β να συνεχίσουν να εργοδοτούνται και να χειρίζονται τις υποθέσεις της εταιρείας η Ενάγουσα και οι Διοικητικοί Σύμβουλοι Α περί το 2008 άρχισαν να ακολουθούν μια επιθετική τακτική στη βάση, όπως διεφάνη αργότερα, ενός οργανωμένου σχεδίου αρχικά με τη διάσπαση και εν συνεχεία φθορά και υπόθαλψη των Μετόχων Β με την ταυτόχρονη προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων και τεχνητών εντάσεων στην εταιρεία ώστε αυτή να οδηγηθεί σε αδιέξοδα με τελικό στόχο τον εκτοπισμό των Μετόχων και Συμβούλων Β από τη διαχείριση της εταιρείας και την ανάληψη της από τους ίδιους προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του δικού τους Ομίλου Εταιρειών Λόρδος. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών παρατίθενται στην ένορκη δήλωση σειρά γεγονότων αναφορικά με ενέργειες της Ενάγουσας και των Διοικητικών Συμβούλων Α όπως: i. Η χρήση και οικειοποίηση από τους εαυτούς τους παράτυπων και παράνομων τίτλων όπως αυτών του «Προέδρου» ή «Εκτελεστικού Προέδρου» της εταιρείας. ii. Παράτυπη και μονόπλευρη εκ μέρους της Ενάγουσας και των Διοικητικών Συμβούλων Α αντικατάστασης του Γραμματέως της εταιρείας. iii. Παραποίηση και κυκλοφορία καταστατικού της εταιρείας έτσι ώστε οι Μέτοχοι Β να μην μπορούν να μεταβιβάσουν ελεύθερα τις μετοχές που κατέχουν στην εταιρεία. iv. Εκτοπισμό και ή παράκαμψη των Μετόχων και Εκτελεστικών Συμβούλων Β από του να έχουν επαφές με τράπεζες για τραπεζικά θέματα αφορώντα τον όμιλο εταιρειών Agromarkets και μονομερή διορισμό Συμβούλου στη θέση αυτή με αποκλειστική αρμοδιότητα για τα θέματα αυτά v. Επίμονη επιθυμία του Μετόχου Α να πληρωθούν άμεσα μερίσματα στους Μετόχους με σκοπό τον περιορισμό της ρευστότητας της έτσι ώστε να αναγκαστεί να ζητήσει βοήθεια από τους μετόχους. vi. Επιμονή Ενάγουσας και των Διοικητικών Συμβούλων Α για εφαρμογή του μονομερώς καταρτισθέντος «Σχεδίου Αναδιοργάνωσης» με στόχο τη μεταφορά των εργασιών της Agromarkets στη δική τους εταιρεία την Ενάγουσα. vii. Επιμονή Ενάγουσας και των Διοικητικών Συμβούλων Α για από κοινού διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας. viii. Αυθαίρετες παρεμβάσεις Ενάγουσας και των Διοικητικών Συμβούλων Α στη διοικητική δομή της ετ. ix. Επιβολή από Ενάγουσα και των Διοικητικών Συμβούλων Α πολιτικής συρρίκνωσης των δραστηριοτήτων της εταιρείας ώστε να δημιουργηθεί ικανοποιητική ρευστότητα για σκοπούς διανομής μερισμάτων στους μετόχους. Οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των Μετόχων και Διοικητικών Συμβούλων των δύο τάξεων μετόχων οδηγήθηκαν στα άκρα με αποκορύφωση την ενέργεια της οικογένειας Λόρδου με διάφορες ψευδείς παραστάσεις και «παραποιημένα» δικαιολογητικά να καταφέρει να αποσπάσει από το δικαστήριο διάταγμα τύπου Anton Piller στην αγωγή με αρ. 5796/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, προκειμένου να διερευνηθούν κάποιες υπόνοιες που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποτέλεσμα αυτής τους της ενέργειας ήταν η γραπτή παραίτηση του Οικονομικού Διευθυντή του Ομίλου εταιρειών Agromarkets, Εναγόμενου 5, στις 24/10/2014, στην οποία γίνονταν διάφορες αποκαλύψεις προς τους Μετόχους Β και Διοικητικούς Συμβούλους Β ότι «κατά τα τελευταία 5-6 έτη παραποιούσε τους λογαριασμούς των Εταιρειών Agromarkets με την γνώση, καθοδήγηση και συνδρομή του κ. Κωνσταντίνου Λόρδου». (Τεκμήριο 8). Ακολούθως στις 27/10/2014 η Ενάγουσα και Διοικητικοί Σύμβουλοι A απέστειλαν επιστολή σε όλες τις συνεργαζόμενες εμπορικές Τράπεζες του Ομίλου όπως «παγοποιήσουν» όλους τους Τραπεζικούς λογαριασμούς όλων των εταιρειών του Ομίλου. Ταυτόχρονα ζήτησαν από τους Διοικητικούς Συμβούλους Β όπως προκειμένου να δώσουν νέες οδηγίες για επαναλειτουργία των λογαριασμών να συνηγορήσουν σε δύο τουλάχιστον απαιτήσεις τους:- i. Να δώσουν την συγκατάθεση τους έτσι ώστε όλοι οι Τραπεζικοί λογαριασμοί να λειτουργούν με δύο υπογραφές μία από κάθε πλευρά και ii. Να δώσουν την συγκατάθεση τους όπως το Συμβούλιο της Εταιρείας διευρυνθεί με την πρόσθεση τριών νέων από έξι στους εννέα Συμβούλους. Στις 30/10/14 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε στο Ε.Δ. Λευκωσίας Αίτηση διάλυσης. Στις 10/11/14 σε κατεπείγουσα συνεδρίαση του Δ.Σ. με απειλές και εκβιασμούς έπεισαν τον Εναγόμενο 2 να συνηγορήσει με την υπογραφή του στις πιο πάνω απαιτήσεις του Μετόχου Α και Διοικητικών Συμβούλων Α γεγονός που τον οδήγησε σε διάσπαση με τους υπόλοιπους δύο Διοικητικούς Συμβούλους Β. Βλέποντας εκ των υστέρων την πορεία και το πραγματικό «αντίκτυπο» των ενεργειών του και αντιλαμβανόμενος τους πραγματικούς σκοπούς και στόχους της Ενάγουσας και Διοικητικών Συμβούλων Α, οι οποίοι με την πρόφαση της ανάγκης συνέχισης της λειτουργίας της Εταιρείας ή άλλως «να μην κλείσει η Εταιρεία», τον παρέσυραν σε μια πορεία που εξυπηρετούσε πρωταρχικά τις διαχρονικές τους μεθοδεύσεις για χειραγώγηση της Εταιρείας και όχι τα «καλώς νοούμενα συμφέροντα» της Εταιρείας, αποφάσισε να ζητήσει με Αγωγή του στις 12/2/2015 την απόσυρση των υπογραφών του στις σχετικές αποφάσεις των Συμβουλίων 10/11/2014, 4/12/2014 και 9/12/2014, με τις οποίες τους παραχωρούσε τις διευρύνσεις στα Διοικητικά Συμβούλια των Θυγατρικών επιτρέποντας, στην ουσία, την διάλυση της λειτουργίας του Ομίλου σαν ενιαίας οντότητας. Ο κος Λόρδος εκμεταλλευόμενος τον έλεγχο που έχει στις θυγατρικές εταιρείες εφαρμόζει μια αυτόνομη πολιτική η οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την μέχρι σήμερα πολιτική που ακολουθούσε ο Όμιλος. Παρά το γεγονός ότι οι θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου οφείλουν στην μητρική εταιρεία τεράστια ποσά που υπερβαίνουν τα 2 εκατομμύρια ευρώ - με οδηγίες του κ. Λόρδου - αυτές αρνούνται να πληρώσουν τα οφειλόμενα. έχουν δοθεί σαφείς οδηγίες από τον κ. Λόρδο να μην αγοράζει καμία θυγατρική εμπορεύματα από την μητρική και όλες οι εισαγωγές εμπορευμάτων έχουν πλέον τροχοδρομηθεί και γίνονται με την μεσολάβηση και απ' ευθείας επικοινωνία του κ. Λόρδου με τους διάφορους προμηθευτές της Εταιρείας, με σαφείς οδηγίες όλες οι εισαγωγές να γίνονται πλέον από την θυγατρική Agromarkets (Larnaca) Ltd που έχει απόλυτη πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Ο κος Λόρδος προβαίνει σε ενέργειες ούτως ώστε η Ενάγουσα (που ασχολείται με το χονδρικό εμπόριο κατεψυγμένων προϊόντων, τυριών και αλλαντικών, κλπ σε εστιατόρια και ξενοδοχειακές μονάδες), να αναλάβει την εισαγωγή όλων των μη γεωργικών προϊόντων που εισήγαγε παραδοσιακά η μητρική Agromarkets Ltd. Πρόκειται δηλαδή για ευθεία προσπάθεια ανάληψης, χωρίς οποιαδήποτε αντιπαροχή, των εργασιών της Εταιρείας. Έχουν πρόσφατα δοθεί εντολές στην Τράπεζα όπως αλλαχθούν και πάλι οι υπογράφοντες τις επιταγές ορίζοντας τον κ. Δ. Μαρίνου και κάποιον νέο προσληφθέντα υπάλληλο στην Εταιρεία δικής τους επιλογής για να συνυπογράφουν από κοινού και μόνοι τους τις επιταγές έτσι ώστε να μην χρειάζονται την συγκατάθεση των Μετόχων Β ή Διοικητικών Συμβούλων Β στην υπογραφή των επιταγών ή άλλων εγγράφων στην εταιρεία. Με τον τρόπο αυτό τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και ο Εναγόμενος 5, που είχαν την ευθύνη της καθημερινής διαχείρισης για την ομαλή διεκπεραίωση και συντονισμό όλων των εργασιών του Ομίλου, του προσωπικού, του Marketing, κλπ όπως και η Εναγόμενη 4 που είχε την ευθύνη των αγορών και ανάπτυξης όλων των μη-γεωργικών προϊόντων του Ομίλου, έχουν πλέον περιθωριοποιηθεί και «παροπλιστεί». Οι ενέργειες του Κωνσταντίνου Λόρδου και τον συνεργατών του, ιδιαίτερα από την στιγμή που απέκτησε τον έλεγχο των Διοικητικών Συμβουλίων των θυγατρικών εταιρειών οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια την καταστροφή της Εταιρείας και ολόκληρου του Ομίλου. Την ίδια στιγμή το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας αδυνατεί να πάρει αποφάσεις ενόψει του ότι ο κος Λόρδος πέτυχε αυτό που ήθελε, δηλαδή να ελέγχει τις θυγατρικές και πλέον υπάρχει απόλυτο αδιέξοδο στην λήψη αποφάσεων στο επίπεδο της Εταιρείας. Η όλη φιλοσοφία της λειτουργίας του Ομίλου έχει αλλάξει. Η ποιότητα και ποικιλία των προσφερόμενων προϊόντων έχει επηρεαστεί δραματικά και την ίδια στιγμή το κόστος έχει αυξηθεί. Η Εταιρεία δεν έχει ρευστότητα παρόλες τις οφειλές που έχουν οι θυγατρικές προς αυτήν με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και να δημιουργείται ουσιαστικό πρόβλημα με τους προμηθευτές της, με τους οποίου είχε δημιουργήσει εμπορικούς δεσμούς μετά από πολύχρονες ενέργειες. Οι πωλήσεις στις θυγατρικές Πρίνοι έχουν επηρεαστεί δραματικά εξαιτίας των ενεργειών του κου. Κωνσταντίνου Λόρδου και της εγκατάλειψης του τρόπου λειτουργίας του Ομίλου. Επίσης, ο κος Κωνσταντίνος Λόρδος προσπαθεί πλέον εντελώς απροκάλυπτα να υφαρπάξει τις αντιπροσωπείες της Εταιρείας και να τις στείλει στην δική του Εταιρεία, χωρίς το Διοικητικό Συμβούλιο της να μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών ήταν η πρόκληση ζημιάς στη μητρική εταιρεία τόσο οικονομική όσο και σε σχέση με την εμπορική της εύνοια όπως ζημιά και στις θυγατρικές εταιρείες. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στην καταχώρηση εναντίον της Ενάγουσας και των Διοικητικών Συμβούλων Α της αγωγής 2490/15 στο Επ. Δικαστήριο Λάρνακας όπου κατόπιν σχετικής Αίτησης εκδόθηκαν προσωρινά Διατάγματα (Τεκμήρια 13 & 14). Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 γίνεται επίσης αναφορά: ð στο θέμα των μερισμάτων και δίδεται κατάσταση μερισμάτων που πληρώθηκαν από το 2005 μέχρι το 2013 ð στο θέμα της ισχυριζόμενης συνομωσίας ίδρυσης της ετ. C.O.Fresh Fruit Co Ltd και προβάλλεται η θέση ότι η εν λόγω εταιρεία αγοράστηκε από τη θυγατρική Agromarkets (Larnaca) Ltd ενώ τονίζεται ότι η συνεργασία τους με την πιο πάνω εταιρεία ήταν φανερή αφού είχε υπογραφεί συμβόλαιο συνεργασίας το οποίο ήταν σε γνώση των Δ.Σ.Α. ð στο θέμα της συμφωνίας εργοδότησης του Εναγόμενου 2 ημερ. 6/4/01 και ότι αυτή ήτο καλά γνωστή σε όλους τους Μετόχους ή και Διοικητικά μέλη ð στο θέμα της συνεργασίας με το Carrefour και επισημαίνεται ότι μετά την εξαγορά της C.O. Fresh Fruit Co Ltd από την Agromarkets (Larnaca) Ltd, η οποία ελέγχεται από την οικογένεια Λόρδου, η τελευταία συνεχίζει μέχρι σήμερα να διαχειρίζεται κατ΄αποκλειστικότητα το συμβόλαιο τροφοδοσίας των καταστημάτων Carrefour. ð Στο θέμα της δικανικής έρευνας της KPMG αναφέρεται ότι αυτή βρίθει ανακριβειών και ότι ξεκάθαρα έγινε κατ΄ εντολή των Διοικητικών Συμβούλων Α. Όσον αφορά το θέμα της μεταβίβασης των μετοχών που οι Εναγόμενοι 2 & 4 κατείχαν στην ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ στη μητέρα τους, η οποία έλαβε χώρα πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ο Εναγόμενος 2 τονίζει ότι έγινε για ενδοοικογενειακούς λόγους και ότι ουδεμία σχέση έχει με τις διαφορές τους με τους Διοικητικούς Συμβούλους Α και την εταιρεία. Προστίθεται δε ότι η μητέρα τους δεν ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος αλλά διαχειρίζεται τις μετοχές για δικό της όφελος. Αναφέρεται επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Εναγόμενη 4 διαθέτουν επ΄ονόματι τους άλλη περιουσία την οποία και ενδεικτικά εξειδικεύει. Επισημαίνεται ότι κατεχωρήθη κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Λόρδου ημερομηνίας 19/5/
  15. Ακολούθησε απαντητική ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 ημερομηνίας 26/9/
  16. Οι πιο πάνω ένορκες δηλώσεις αναφέρονται βασικά σε αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. EΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/
  1. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι, με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης που καταχωρήθηκε στην παρούσα υπόθεση (και σε μεταγενέστερο στάδιο της Έκθεσης Απαίτησης) και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Συγκεκριμένα εγείρονται ζητήματα παράβασης των ειδικών καθηκόντων πλήρους εμπιστοσύνης και/ή θέσμιων καθηκόντων των Εναγομένων 2-5 ως Διοικητικοί Σύμβουλοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας τα οποία απορρέουν τόσο από τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 όσο και από το Κοινοδίκαιο και/ή το δίκαιο της Επιείκειας. Εγείρονται επίσης τα αγώγιμα δικαιώματα της απάτης, καταδολίευσης και/ή παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης, ιδιοποίησης, παράνομης επέμβασης σε κινητή και ακίνητη περιουσία και/ή συνομωσία προς υπεξαίρεση χρημάτων και/ή περιουσιακών στοιχείων και/ή εμπορικής εύνοιας της Εναγόμενης
  2. Στη βάση δε των πιο πάνω επιζητούνται γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις όπως και διάταγμα επιστροφής και/ή αποπληρωμής οποιουδήποτε ποσού και/ή περιουσίας αποφασιστεί ότι κρατείται σε εξ υπαγωγής καταπίστευμα (constructive trust) υπέρ της Εναγόμενης
  3. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Η πλευρά της Ενάγουσας μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς που αφορούν σε οικονομικές ατασθαλίες στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, παραποιήσεις των λογαριασμών και λογιστικών βιβλίων - αρκετές εκ των οποίων διαπιστώνονται και καταγράφονται σε Δικανική Έρευνα των Ελεγκτών KPMG (Τεκμήριο ΙΓ) - όπως και απάτη από μέρους των Εναγομένων 2-
  4. Μεταξύ άλλων αναφέρονται σε: à Αναλήψεις από τα ταμεία της εταιρείας από μέρους των Εναγομένων 2 & 3 και χρέωση του λογαριασμού τους για ποσά €147.012 και €94.712 αντίστοιχα και τροποποιήσεις στους λογαριασμούς των υπολοίπων των δύο πιο πάνω Μετόχων/Συμβούλων μεταξύ των ημερομηνιών 19/10/14-25/10/14, δηλ. στην περίοδο της εκτέλεσης του Διατάγματος τύπου Anton Piller στην αγωγή με αρ. 5796/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. à Προσπάθεια υφαρπαγής ποσού €780.000 από τον Εναγόμενο 2 μέσω διεκδίκησης του στη βάση ισχυριζόμενης συμφωνίας εργοδότησης ημερ. 6/4/01 χωρίς να παρουσιάσει πρωτότυπο συμβόλαιο εργοδότησης. à Ίδρυση της C.O. Fresh Fruit Co Ltd κρυφίως από τους Εναγόμενους 2-4 και εκτροπή σε αυτή των εργασιών της Εναγόμενης 1 και της θυγατρικής της Agromarkets (Larnaca) Ltd. à Παραδοχή από τον Εναγόμενο 5 παραποίησης λογαριασμών της Εναγόμενης
  5. Αποδίδεται δε συνέργεια του Εναγόμενου 5 με τους Συμβούλους Β. à Αυθαίρετη και παράτυπη αύξηση του μισθού της Εναγόμενης 4 à Παραποίηση λογιστικών βιβλίων της εταιρείας με απεικόνιση ενός βελτιωμένου κέρδους και αυξημένων ενεργητικών στοιχείων (χρεώστες). à Παραχώρηση δανείου στον Εναγόμενο 5 χωρίς εξουσιοδότηση. Από την άλλη η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση/Εναγομένων 2 & 4 προβάλλουν μέσω της ένορκης δήλωσης τους μια εντελώς διαφορετική εκδοχή των γεγονότων. Μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι Α παραβίασαν τις γραπτές συμφωνίες ακολουθώντας, στα πλαίσια ενός οργανωμένου σχεδίου, μια επιθετική τακτική και προκαλώντας αρχικά τη διάσπαση και στη συνέχεια την υπόθαλψη των Μετόχων Β με την ταυτόχρονη προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων και τεχνιτών εντάσεων στην Εναγόμενη εταιρεία ώστε αυτή να οδηγηθεί σε αδιέξοδα. Τελικώς δε στόχος τους ήταν η χειραγώγηση της εταιρείας και ο εκτοπισμός των Μετόχων και Συμβούλων Β από τη διαχείριση της και την ανάληψη της από τους ίδιους προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του δικού τους Ομίλου εταιρειών Λόρδος. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια υπήρξαν εκ μέρους της Ενάγουσας και των Διοικητικών Συμβούλων Α αυθαίρετες παρεμβάσεις στη διοικητική δομή της Εναγόμενης εταιρείας και δημιουργία σωρεία προβλημάτων στην εύρυθμη λειτουργία της. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αφού η Ενάγουσα και οι Διοικητικοί Σύμβουλοι Α δεν πέτυχαν στα δόλια σχέδια τους για υφαρπαγή του ελέγχου της μητρικής αλλά το κατάφεραν μόνο καθόσον αφορά τις θυγατρικές, προχώρησαν στο επόμενο στάδιο του σχεδίου τους που ήταν η καταστροφή της μητρικής εταιρείας. Ένας δε από τους τρόπους που επιχειρούν να το πετύχουν είναι, μεταξύ άλλων, μέσω του αποκλεισμού της μητρικής από τις θυγατρικές, η αποστέρηση ρευστού με διάφορους δόλιους τρόπους, όπως η ανυπόστατη άρνηση τους να επιτρέψουν την καταβολή οφειλομένων πέριξ στο ποσό των €2.000.000.00 στη μητρική από τις θυγατρικές, και λοιπές δόλιες ενέργειες. Πέραν δε του παραγκωνισμού και αποκλεισμού της μητρικής οι Διοικητικοί Σύμβουλοι Α επιχείρησαν την πλήρη υποκατάσταση της και υφαρπαγή των δικών της εργασιών. Και αυτό μέσω της αυτονόμησης των θυγατρικών ώστε να παρακάμπτουν τη μητρική εταιρεία και να εισάγουν από μόνες τους εμπλέκοντας ταυτόχρονα οι Διοικητικοί Σύμβουλοι Α την Ενάγουσα στην όλη υπόθεση και επιχειρώντας τη μεταφορά των αντιπροσωπειών και προμηθευτών της μητρικής εταιρείας σε αυτήν. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια εφάρμοσαν πρακτικές κωλυσιεργίας στην καταβολή των οφειλόμενων από τις θυγατρικές εταιρείες του ομίλου προς τη μητρική ως και αθέμιτες επικοινωνίες με προμηθευτές της μητρικής και δελεασμό τους με όρους ταχύτερης πληρωμής. Ακόμη οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι Α προκλητικά αρνούνται να υπογράψουν οποιαδήποτε επιταγή ήθελε αποφέρει όφελος στην Εναγόμενη εταιρεία. Οι δε πιο πάνω ενέργειες τους είχαν ως συνέπεια την πρόκληση ζημιάς στη μητρική εταιρεία τόσο οικονομική όσο και σε σχέση με την εμπορική της έννοια αλλά και ζημιά στις θυγατρικές εταιρείες. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας.[6] Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Παράλληλα με την επάρκεια των αποζημιώσεων θα πρέπει να συνυπάρχει και φερεγγυότητα από πλευράς Εναγομένου. Διευκρινίζω ότι η τρίτη προϋπόθεση περιλαμβάνει και το στάδιο μετά την έκδοση της απόφασης και αφορά την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων από πλευράς του Εναγόμενου προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα. Η σχετική νομολογία αναγνωρίζει ότι η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης.[7] Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοϊζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το ΄Αρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Όπως έχει, ωστόσο, νομολογηθεί δεν χρειάζεται να προσκομίζεται μαρτυρία για πρόθεση του Εναγομένου πραγματικά να αποξενώσει ή επιβαρύνει περιουσία που βρίσκεται επ΄ ονόματι του. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία[8]. Στην εξέταση δε του κριτηρίου περί της πιθανότητας να παραμείνει ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση πρώτα αποκαλύπτεται η οικονομική κατάσταση του εναγομένου και τυχόν περιουσία επ΄ ονόματι του και μετά εξετάζεται το στοιχείο της πρόθεσης του ή του κινδύνου αποξένωσης ή επιβάρυνσης τέτοιας περιουσίας. Ο κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης δεν μπορεί να μετρηθεί με οποιοδήποτε αντικειμενικό τρόπο χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία περί της περιουσίας ενός εναγομένου.[9] Ποια είναι όμως τα γεγονότα εκείνα επί των οποίων η Ενάγουσα/Αιτήτρια βασίζει τη θέση της ότι δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει τυχόν εκδοθείσα υπέρ της απόφαση σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η υπό κρίση Αίτηση. Αυτά καταγράφονται βασικά στην παράγραφο 82 της ενόρκου δηλώσεως όπου, όπως ισχυρίζεται ο Ενόρκως Δηλών Γιώργος Λόρδος, «γνήσια πιστεύει» ότι «οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν κατέχουν οποιαδήποτε περιουσία, η οποία να μην είναι ήδη επιβαρυμένη προς εξασφαλισμένους ή άλλους πιστωτές, και η αξία της οποίας θα μπορεί να καλύψει την απαίτηση της Εταιρείας εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 για τις παραβάσεις των καθηκόντων εμπιστευτικότητας αυτών ή των πιστωτών της εταιρείας εναντίον της. Η πεποίθηση μου εδράζεται σε ανεπίσημες αλλά καθόλα έγκυρες πληροφορίες που έχω εξασφαλίσει για τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 2 και 4 και προκαλώ τους Εναγόμενους 2 και 4 να με διαψεύσουν με σχετικά στοιχεία.» Προηγείται δε στις παρ. 69 & 70 της ενόρκου δηλώσεως ο ισχυρισμός ότι το κύριο περιουσιακό στοιχείο το οποίο κατείχαν ήταν μετοχές στην εταιρεία ΑΝΔΡΕΑ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ τις οποίες μεταβίβασαν στη μητέρα τους Παναγιώτα Σιακόλα. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι θα είναι αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μετέπειτα στάδιο και ότι η πλευρά της θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν το διάταγμα δεν εκδοθεί είναι στη βάση οικονομικών και μόνο κριτηρίων. Δεδομένης της φύσης του αιτούμενου διατάγματος που αφορά σε μετοχές επισημαίνω στο σημείο αυτό το Άρθρο 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμος του 1992 Ν. 31(I)/1992, όπου στο εδάφιο
(2)ρητά αναφέρει ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα «..... μόνο αφού ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων ...... με τη μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων ..... δυνατόν να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου». Οι Εναγόμενοι 2 & 4/Καθ΄ων η αίτηση αμφισβητούν, ωστόσο, τα πιο πάνω και ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται στην παρα. 110 της ένορκης δήλωσης του τα εξής: «
  1. Τόσο εγώ όσο και η Εναγόμενη 4 διαθέτουμε επ' ονόματι μας άλλη περιουσία. Ενδεικτικά αναφέρω ότι μόνο η οικία μου στην Αγλαντζιά της οποίας είμαι ιδιοκτήτης κατά 1/2 μερίδιο είναι αξίας πέραν του €1.500.000 και η οικία της Εναγομένης 4 (1/2 μερίδιο) στην Παλλουριώτισσα επίσης αξίας περίπου €1.500.
  2. Διαθέτουμε περαιτέρω, μεταξύ άλλων και κοινή ακίνητη ιδιοκτησία στην Αγία Νάπα.». Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί ανυπαρξίας από πλευράς Εναγομένων 2 & 4 οποιασδήποτε περιουσίας - κινητής ή ακίνητης - και μάλιστα η οποία να μην είναι ήδη επιβαρυμένη προς εξασφαλισμένους ή άλλους πιστωτές, πέραν του ότι αμφισβητείται από την άλλη πλευρά, είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός. Μάλιστα ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται ως «γνήσια πεποίθηση» η οποία δηλώνεται ότι εδράζεται σε «ανεπίσημες» πληροφορίες οι οποίες, ωστόσο, δεν εξειδικεύονται, ούτε αποκαλύπτεται η πηγή τους και οι οποίες, κατά τα άλλα, με βάση πάντοτε την πεποίθηση του ενόρκως δηλούντα, είναι «έγκυρες». Με άλλα λόγια δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ή οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία όπως, για παράδειγμα, πιστοποιητικό έρευνας από το Κτηματολόγιο. Η Ενάγουσα όφειλε, κατά την κρίση μου, να δώσει λεπτομέρειες ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να καταδεικνύεται αδυναμία από μέρους των Εναγόμενων να ανταποκριθούν και να ικανοποιήσουν μια οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Είναι φανερό, κατά την αντίληψη μου, με βάση όλα τα πιο πάνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι μια μελλοντική απόφαση προς όφελος της πλευράς της Ενάγουσας θα είναι αδύνατον να εκτελεστεί και/ή θα παραμείνει ανικανοποίητη. Πέραν δε από αυτή την επισήμανση, η οποία είναι καταλυτική σε σχέση με την έκβαση της υπό κρίση Αίτησης και ανεξάρτητα από αυτή, η Αίτηση θα ήταν εν πάση περιπτώσει καταδικασμένη σε αποτυχία και για ακόμη ένα λόγο όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια. Επιδιώκεται η δέσμευση περιουσίας μέσω διατάγματος παγοποίησης (freezing injunction)[10] η οποία δεν ανήκει στους Καθ΄ων η Αίτηση στη βάση του κινδύνου αποξένωσης της και με αυτό τον τρόπο καθιστώντας αδύνατη την εκτέλεση τυχόν απόφασης υπέρ της Ενάγουσας[11]. Συγκεκριμένα η περιουσία αυτή αφορά μετοχές της μητέρας των Εναγομένων 2 & 4 στην εταιρεία ΑΝΔΡΕΑ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ. Προβάλλεται δε από πλευράς της Ενάγουσας η θέση ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και προβλέποντας οι Εναγόμενοι 2 & 4 τη λήψη από την Ενάγουσα περαιτέρω νομικών μέτρων αποξένωσαν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το οποίο κατείχαν, ήτοι τις πιο πάνω μετοχές, μεταβιβάζοντας τες στη μητέρα τους Παναγιώτα Σιακόλα. Για την έκδοση οποιουδήποτε παρεμπίπτοντος διατάγματος αποτελεί προαπαιτούμενο η ύπαρξη αναγνωρισμένου αγώγιμου δικαιώματος. Αυτό συνεπάγεται ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα όχι μόνο είναι διάδικος, αλλά εναντίον του υπάρχει και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση[12]. Η δυνατότητα, ωστόσο, έκδοσης ενδιάμεσου Διατάγματος εναντίον τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικο μέρος στην αγωγή έχει αναγνωριστεί σε Αγγλική νομολογία αλλά και σε Κυπριακή[13]. Πρόκειται για το διάταγμα παγοποίησης τύπου Chabra από την ομώνυμη απόφαση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another
(1992)1 W.L.R. 231. Στην υπόθεση αυτή η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%. Όπως σημειώθηκε στη σχετική απόφαση, "In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra." H πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε αργότερα στην Yukong Line Ltd v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113, στην οποία τονίστηκε ότι, "Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant." Η επέκταση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων για να καλύψουν τις σύγχρονες εμπορικές αναγκαιότητες εξετάστηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Motorola Credit Corpn v. Uzan and Others [2004]1 W.L.R. 113, στην οποία τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "The jurisdiction of national courts is primarily territorial, being ordinarily dependent on the presence of persons or assets within their jurisdiction. Commercial necessity resulting from the increasing globalisation of trade has encouraged the adoption of measures to enable national courts to provide assistance to one another, thereby overcoming difficulties occasioned by the territorial limits of their respective jurisdictions." Επιπρόσθετα στην υπόθεση Cetelem S.A. v. Roust Holdings Ltd [2005] 2 Lloyd's Rep. 494, τονίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι, "... Equally, there may be instances where a party seeks an order that will have an effect on a third party, which only the court could grant." και ότι, "... I can see no reason why "assets" should be limited to the defendant's assets." Η πιο πάνω νομολογία αναφέρθηκε και έτυχε εφαρμογής στην απόφαση Helington Commodities Ltd κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926. Η δικαιοδοσία τύπου Chabra μπορεί να ασκηθεί νοουμένου ότι αποδεικνύεται μέσα από τη μαρτυρία που προσφέρεται στο Δικαστήριο ότι περιουσία που βρίσκεται στα χέρια τρίτου προσώπου κατέχεται από αυτό το πρόσωπο ως καταπιστευματοδόχος (bare trustee/nominee) για τον Εναγόμενο ενώ πραγματικός ιδιοκτήτης είναι ο Εναγόμενος (beneficial owner) ή ακόμη ότι ο τελευταίος είναι εκείνος ο οποίος διατηρεί τον ουσιώδη έλεγχο (substantive control) επί αυτής. Παραπέμπω στην ακόλουθη περικοπή από το Αγγλικό Σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice 3rd Ed. από την παρα 10.231: "The jurisdiction may be exercised where there is good reason to suppose that the assets of the third party are, in truth, the assets of the injuncted defendant (e.g. where the assets are held by the third party on a bare trust (or as nominee) for the defendant), but it is not limited to such a case and may extend to a situation where the principal defendant, whilst having no legal or equitable right to the assets in question, has some right in respect of, or control over, or other rights of access to them."[14] (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο White Book 2016, τόμος 2, παρ.15-63 η δικαιοδοσία τύπου Chabra συνοψίζεται με αναφορά και σε μεταγενέστερη νομολογία ως ακολούθως: "In Linsen International Ltd v Humpuss Sea Transport Pte Ltd [2011] EWHC 2339 (Comm), September 14, 2011, unrep., Flaux J. examined the authorities on the Chabra jurisdiction and stated that it arises when:
(1)a third party against whom there was no cause of action is in possession of assets beneficially owned by the defendant (against whom there is a cause of action);
(2)the latter can be shown to control or have a power of disposition over the former's assets; and
(3)it can be seen that there is, or may be, a process ultimately available to cause the beneficial owner to disgorge the assets held by the third party ([147] to [150]). The relevant authorities were also examined and explained in Parbulk II SA v PT Humpuss Intermoda Transportasi TBK [2011] EWHC 3143 (Comm), November 30, 2011, unrep. (Gloster J.) and summarised by Popplewell J. in PJSC Vseukrainskyi Aktsionernyi Bank v Maksimov [2013] EWHC 422 (Comm) at para.[7]. Where the court exercises the Chabra jurisdiction and restrains a third party, in effect the court is granting ancillary relief in aid of, and as part of, the freezing relief granted against the defendant". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση το υπόβαθρο προς υποστήριξη της θέσης της Ενάγουσας/Αιτήτριας για δέσμευση μέσω του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος των μετοχών της μητέρας των Εναγομένων 2 & 4 είναι τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 69, 70 & 71 της ένορκης δήλωσης του Γ. Λόρδου οι οποίες έχουν ως εξής :
  1. Οι Εναγόμενοι 2 και 4, πριν την καταχώρηση της παρούσας, αποξένωσαν το κύ­ριο περιουσιακό στοιχείο το οποίο κατείχαν, ήτοι τις μετοχές τους στην εταιρεία ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ Η.Ε. 19428 (εφεξής «ΑΣΛ»). Η εν λόγω αποξένωση έλα­βε χώρα στις 5.3.2015 όταν οι Εναγόμενοι 2 και 4 μεταβίβασαν τις μετοχές τους στην ΑΣΛ στην μητέρα τους Παναγιώτα Σιακόλα.......
  2. Ειλικρινά θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4, προβλέποντας την λήψη περαιτέρω νομικών μέτρων από πλευράς μας και γνωρίζοντας ότι η ΑΣΛ είναι το μόνο ουσια­στικό τους περιουσιακό στοιχείο αποξένωσαν τις μετοχές της ΑΣΛ στην μητέρα τους χωρίς οποιοδήποτε αντίτιμο ή με κάποια πλαστή «συμφωνία» προκειμένου: α. Να αποφύγουν και/ή καθυστερήσουν την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης στην παρούσα εναντίον τους. β. Να έχουν την δυνατότητα να απειλούν την Ενάγουσα και τους μετόχους της με διάλυση της Εναγόμενης
  3. Ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι έχουν φέρει την Εναγόμενη 1 σε τραγική οικονομική κατάσταση, υπάρχει πολύ μεγάλος κίνδυ­νος εάν αυτή διαλυθεί η Ενάγουσα και οι ΓΚΛ και Lordos Venture Capital Ltd να επωμιστούν ως προσωπικοί εγγυητές της Εναγόμενης 1 όλες τις υποχρεώ­σεις αυτής αφού οι Εναγόμενοι δεν κέκτηνται πλέον, μετά την αποξένωση, οποιαδήποτε σημαντική περιουσία ανάλογη με τις υποχρεώσεις της Εναγόμε­νης 1 εναντίον της οποίας να μπορούν να εξασφαλίσουν το λαβείν τους οι πι­στωτές της Εναγόμενης
  4. Είναι ξεκάθαρο ότι οι μετοχές αυτές μεταβιβάστηκαν δόλια ή χωρίς αντίτιμο ή αντιπαροχή, στην Καθ' ης η Αίτηση μητέρα των Εναγομένων 2 και 4 Παναγιώτα Σιακόλα ως εμπιστευματοδόχο των Εναγομένων 2 και 4, για τους λόγους που εξη­γήθηκαν ανωτέρω. Βρίσκω αξιοσημείωτο ότι οι μετοχές που κατείχαν και αποξέ­νωσαν οι Εναγομένοι 2 και 4 στην ΑΣΛ είχαν μεταβιβασθεί στην κατοχή τους μόνο λίγα χρόνια προηγουμένως από τους Ανδρέα και Παναγιώτα Σιακόλα, γονείς των Εναγομένων 2 και 4, πεθερικά του Εναγόμενου 3 οι οποίοι ήταν οι ιδρυτές της Εταιρείας ΑΣΛ.»` Στους πιο πάνω ισχυρισμούς η πλευρά των Εναγομένων 2 & 4 αντιτείνει στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 ότι αφενός η μεταβίβαση στη μητέρα τους των μετοχών στην ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ΛΤΔ ουδεμία σχέση έχει με τις διαφορές τους με τους Διοικητικούς Συμβούλους Α και την Εταιρεία αλλά έγινε για καθαρά ενδοοικογενειακούς λόγους και αφετέρου ότι η μητέρα τους Παναγιώτα Σιακόλα δεν ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος τους ενώ διαχειρίζεται τις πιο πάνω μετοχές της για δικό της όφελος και με δική της ευθύνη και ενέργειες[15]. Επισημαίνουμε ότι αναφορικά με την πραγματική ιδιοκτησία του επίδικου περιουσιακού στοιχείου η εκδοχή της Ενάγουσας θα πρέπει να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που έχουν ειδικότερα καθιερωθεί για τέτοιου είδους διατάγματα[16]. Αν και η σχετική δικαιοδοσία είναι ευέλικτη και δεν απαιτεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ενδελεχή έρευνα των δικαιωμάτων των μερών[17] το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδέχεται τέτοιο αίτημα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος (good reason) να υποτεθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία στην πραγματικότητα ανήκουν στους Εναγόμενους. Σε ό, τι αφορά το ζήτημα της πραγματικής ιδιοκτησίας των επίδικων μετοχών εκείνο βασικά που συμπερασματικά ισχυρίζεται η πλευρά της Ενάγουσας είναι ότι το γεγονός της μεταβίβασης τους από τους Εναγόμενους 2 & 4 στη μητέρα τους και το χρονικό στάδιο που αυτό έγινε οδηγεί, άνευ ετέρου, στο ότι η ιδιοκτησία σε αυτές παρέμεινε στους ίδιους και ότι η μητέρα είναι απλή εμπιστευματοδόχος. Τονίζεται συναφώς ότι «ενόψει της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης, οι Εναγόμενοι ήταν βέβαιοι ότι» οι Διοικητικοί Σύμβουλοι Α θα διαφύλατταν «πλήρως τα συμφέροντα της Εταιρείας ακόμη και εάν απαιτείτο καταχώρηση παράγωγης αγωγής»[18] και ότι οι Εναγόμενοι «προβλέποντας τη λήψη περαιτέρω μέτρων»[19] από πλευράς των Διοικητικών Συμβούλων Α αποξένωσαν το μόνο τους περιουσιακό στοιχείο. Η θεώρηση αυτή παραγνωρίζει, ωστόσο, το γεγονός ότι η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο διάδικων πλευρών είχε ήδη συντελεστεί - και αυτό δεν αμφισβητείται - από προηγουμένως εντός του 2014 και δη από τον Ιούλιο του εν λόγω έτους. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ων ή Αίτηση επισημαίνω ότι πέραν του γεγονότος ότι ιδιοκτήτης των επίδικων μετοχών είναι η Παναγιώτα Σιακόλα, η μητέρα των Εναγομένων 2 & 4, στην οποία αυτές μεταβιβάστηκαν σε χρονικό στάδιο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής καμία άλλη μαρτυρία δεν προσφέρθηκε η οποία να καταδεικνύει ή έστω να κατατείνει ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι των μετοχών ή εκείνοι οι οποίοι ελέγχουν με οποιοδήποτε τρόπο τις μετοχές ή τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές είναι οι Εναγόμενοι 2 &
  5. Ενόψει των πιο πάνω, η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των δικηγόρων παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια, για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι 2 & 4/Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε T.A.Micrologic Computer Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του». [7] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2111 και Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [8] Δέστε C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροπιια «Λεωνικ» Λιμιτεδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785: «.. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρία για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένων θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί η επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελίδα 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου Πολιτική Έφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Δέστε επίσης Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd Π.Ε. 11471/11.6.2004 στις σελίδες 5 και 6: «.. αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του ...». [9] Δέστε Joseph Lasala κ.ά. ν. Λυκούργου Κυπριανού Αρ. Αγ. 5581/05, ημερ. 13.4.06, που δόθηκε από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (όπως ήταν τότε) Στ. Ναθαναήλ. [10] Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice 3rd Ed. στην παρα 10.218: "The key condition to obtaining a freezing injunction is the existence of a risk of asset dissipation..... It has been stated that the purpose of the jurisdiction is to safeguard a claimant "from a situation in which the assets of the opposing party are run down, either with the intention of making that party judgment-proof or at least having that effect without reasonable excuse"." Επίσης στο Σύγγραμμα Injunctions 12th Ed. David Bean; Isabel Parry; Andrew Burns τονίζονται σε σχέση με αυτού του είδους τα προσωρινά διατάγματα μεταξύ άλλων και τα εξής: " The jurisdiction to make a freezing order should be exercised in a flexible and adaptable manner so as to be able to deal with new situations and new ways used by sophisticated and wily operators to make themselves immune to the courts' orders or deliberately to thwart the effective enforcement of those orders (JSC BTA Bank v Ablyazov [2014] 1 W.L.R. 1414). In Derby & Co Ltd v Weldon (Nos 3 and 4) [1990] Ch. 65 Lord Donaldson MR stated that the court should not permit the defendant artificially to create a situation where 'come the day of judgment', it is not possible for the claimant to obtain satisfaction of that judgment fully or at all." [11] Δέστε παρα. 83 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Λόρδου. [12] Δέστε το Σύγγραμμα Διατάγματα (Injunctions) των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη
(2016), σελ.216. [13] Δέστε Helington Commodities Ltd κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. [14] Δέστε την Αγγλική υπόθεση Dadourian Group International Inc v Azuri Ltd [2005] EWHC 1768 (Ch) στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: "29 In C v L [2001] 2 All ER (Comm) 446 Aikens J said (at paragraph 75) that, generally, it must be arguable that the assets, even if in the third party's name, are in fact beneficially owned by the relevant defendant before a Chabra -type injunction can be granted. 30 For my part, I do not believe it is necessary to establish beneficial ownership in a strict trust law sense. Clearly, if assets are held on a bare trust then the Chabra jurisdiction can be exercised. But, in my judgment, even if the relevant defendant to the substantive claim has no legal or equitable right to the assets in question (in the strict trust law sense) the Chabra jurisdiction can still be exercised if the defendant has some right in respect of, or control over, or other rights of access to, the assets. The important issue, to my mind, is substantive control. The view expressed in Gee on Commercial Injunctions 5th Edition 2004 at 13.007 is that if a network of trusts and companies has been set up by a defendant to hold assets over which that defendant has control and that this has, apparently, been done to make himself judgment-proof, then such would be an appropriate case for the granting of freezing relief against a relevant non-party. I agree. What needs to be considered is the substantive reality of control, not a strict trust law analysis as to whether the third party is a bare trustee." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [15] Δέστε παρα. 109 & 111 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου
  2. [16] Δέστε SCF Finance Co Ltd v. Masri
(1985)2 All ER 747. [17] Δέστε Caboche v. Southern Equities Corporation
(2001)S.A.S.C. 55. [18] Δέστε παρα. 68 της ένορκης δήλωσης του Γεώργιου Λόρδου. [19] Δέστε παρα. 70 της ένορκης δήλωσης του Γεώργιου Λόρδου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.