HARTZIOTIS TRADING COMPANY LIMITED ν. SOCIEDAD ANONIMA DAMM, Αρ.Αγωγής: 3687/16, 11/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A548 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 3687/16 Μεταξύ: HARTZIOTIS TRADING COMPANY LIMITED Ενάγουσας/Αιτήτριας Kαι SOCIEDAD ANONIMA DAMM Εναγομένη/Καθ΄ης η Αίτηση Αίτηση ημερ. 26/7/2016 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου 2016. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Χριστίνα Μήτα για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία. Για Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση: Μενέλαος Κυπριανού και Α. Λύτρας για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση αποκλειστικής συμφωνίας εισαγωγής και διανομής προϊόντων μπύρας ως και Διατάγματα που να απαγορεύουν στην Εναγόμενη να πωλούν και/ή διανέμουν τα προϊόντα αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας ή να διορίσουν άλλο πρόσωπο εκτός μέσω της Ενάγουσας. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής κατεχωρήθη και η υπό κρίση Αίτηση με την οποία επιζητείται η έκδοση των ακόλουθων Ενδιάμεσων Διαταγμάτων:
(1)Ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή σε οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα που ενεργούν για αυτή και/ή οποιονδήποτε από αυτούς ξεχωριστά από το να τερματίσουν την αποκλειστική συμφωνία εισαγωγής και διανομής των προϊόντων με την επωνυμία Estrella Damm την 1/10/2016.
(2)Ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή τους διανομείς και/ή οποιονδήποτε από αυτούς ξεχωριστά, από το να πωλούν και να διανέμουν στην Κύπρο τα προϊόντα μπύρας με την επωνυμία Estrella Damm εκτός δια μέσω της Ενάγουσας μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής.
(3)Ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή τους διανομείς και/ή οποιονδήποτε από αυτούς ξεχωριστά από το να χορηγήσει και/ή να δώσει και/ή να διορίσει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στην Κύπρο εκτός από την Ενάγουσα ως αντιπρόσωπο και/ή εισαγωγέα και/ή διανομέα της Εναγόμενης σε σχέση με τα προϊόντα μπύρας με την επωνυμία Estrella Damm μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής.
(4)Ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή σε οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα που ενεργούν για και/ή συνεργάζονται με αυτή ή διαφορετικά με οποιονδήποτε τρόπο από το να προβαίνει στις ακόλουθες πράξεις και/ή σε οποιαδήποτε από αυτές μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής: (α) Λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα να ενημερώνει τρίτα πρόσωπα στην Κύπρο και/ή πελάτες της Ενάγουσας ότι η συμφωνία εισαγωγής και διανομής των προϊόντων μπύρας με την επωνυμία Estrella Damm μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης έχει τερματιστεί, (β) να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ρυθμίσεις και/ή διευθετήσεις στην Κύπρο σχετικά με την πώληση και διανομή των προϊόντων μπύρας της Εναγόμενης στην Κύπρο. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στη Δ.42Α, Δ.48, θθ.1-4, 7-9, 11 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 29
(1)(γ), 31 και 32 του Ν.14/60 όπως και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Χαρίτου Παντελή, Γενικού Διευθυντή της Ενάγουσας. Οι βασικοί ισχυρισμοί του μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: · Η Ενάγουσα είναι εταιρεία στην Κύπρο η οποία ασχολείται με την εμπορία τροφίμων, ποτών και αλκοολούχων ποτών και άλλων προϊόντων ενώ η Εναγομένη εταιρεία η οποία έχει ιδρυθεί στην Ισπανία ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία νερού, μπύρας, αλκοολούχων ποτών και άλλων ποτών. · Η Ενάγουσα είναι η πρώτη εταιρεία που εισήγαγε στην Κύπρο τα προϊόντα μπύρας με την επωνυμία Estrella Damm και είναι αποκλειστική εισαγωγέας και διανομέας αυτών των προϊόντων στην Κύπρο. · Η επίδικη συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διανομής μεταξύ των διαδίκων συνήφθει εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτά ενώ συνάγεται εν μέρει και από τη συμπεριφορά των μερών. · Τον Οκτώβριο του 2011 ο Χρ. Σοφοκλέους, Εμπορικός Διευθυντής της Ενάγουσας, αρχικά μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας και στη συνέχεια με ηλεκτρονικό μήνυμα εξέφρασε την επιθυμία συνεργασίας για εισαγωγή και διανομή των προϊόντων μπύρας με την επωνυμία Estrella στην αγορά της Κύπρου. Αφού μεσολάβησε ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων η Εναγόμενη συμφώνησε να συνεργαστεί με την Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχτηκε να αγοράσει από την Εναγομένη τα εν λόγω προϊόντα μπύρας και ως αποκλειστικός εισαγωγέας και διανομέας με σκοπό την μεταπώληση τους στην Κυπριακή αγορά ενώ συμφωνήθηκαν και οι τιμές πώλησης από την Ενάγουσα στην Εναγομένη των προϊόντων ως αναλυτικά εκτίθενται στην παρα. 12 της ένορκης δήλωσης με δυνατότητα αύξησης τους στο μέλλον. · Περαιτέρω συμφωνήθηκαν και τα εξής: i. Η Ενάγουσα θα μεταπωλούσε τα προϊόντα που αγόραζε από την Εναγόμενη μόνο εντός της γεωγραφικής περιοχής της Κύπρου. ii. Η Ενάγουσα θα προωθούσε τα προϊόντα της Εναγομένης στην Κυπριακή αγορά ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας κατά τη δική της διακριτική ευχέρεια. iii. Η Εναγομένη θα απέστελλε άμεσα στην Ενάγουσα την ποσότητα προϊόντων που η Ενάγουσα ήθελε και θα εξέδιδε τιμολόγια τα οποία η Ενάγουσα θα εξοφλούσε εντός 60 ημερών από την έκδοση τους. Το τίμημα πώλησης θα καταβάλλετο από την Ενάγουσα μέσω τραπεζικού εμβάσματος στην τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης. iv. Η Εναγομένη θα απέστελλε στην Ενάγουσα διάφορα υλικά για την εκτέλεση διαφημιστικών εκστρατειών/εκθέσεων παρουσιάσεων η αξία των οποίων υπολογιζόταν από την ποσότητα των προϊόντων που η Ενάγουσα αγόραζε. v. Η Ενάγουσα θα ενημέρωνε την Εναγομένη για τις πωλήσεις όποτε η Εναγομένη το ζητούσε όπως και για τα προγνωστικά των πωλήσεων και την στρατηγική προώθησης των προϊόντων. vi. Τα έξοδα μεταφοράς και αποστολής των προϊόντων από την Ισπανία στην Κύπρο θα τα επιβαρυνόταν η Ενάγουσα. vii. Η Ενάγουσα και Εναγομένη υποχρεούνταν να τηρούν εμπιστευτικά όσα περιέρχονταν στη γνώση τους στα πλαίσια της συνεργασίας τους. viii. Η Ενάγουσα θα έπρεπε να ενημερώνει την Εναγομένη για τυχόν προβλήματα που αντιμετώπιζε με την προώθηση των προϊόντων και θα συμφωνούσαν από κοινού σχέδια προώθησης. · Μετά το κλείσιμο της συμφωνίας και μέχρι τις 21/6/16 η Ενάγουσα παράγγελλε προϊόντα από την Εναγομένη και η τελευταία απέστελλε τα προϊόντα στην Ενάγουσα εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια τα οποία η Ενάγουσα εξοφλούσε. · Στη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας που η Ενάγουσα είχε με την Εναγομένη απέκτησε σημαντικό πελατολόγιο μεταπουλώντας τα προϊόντα επικερδώς σε μόνιμη βάση σε περίπου 331 σημεία/καταστήματα της Κύπρου. · Για να γίνουν τα προϊόντα γνωστά στους καταναλωτές της Κυπριακής αγοράς η Ενάγουσα κατέβαλλε τεράστια προσπάθεια και χρήμα και διεξήγαγε εντατική προσπάθεια προώθησης των προϊόντων. Γίνεται δε αναλυτική αναφορά στην παρα. 23 της ένορκης δήλωσης στους διάφορους τρόπους που η Ενάγουσα διαφήμιζε και προέβαλλε τα προϊόντα της Εναγομένης στην Κυπριακή αγορά ενώ για τα έτη 2013 μέχρι 2013 αναφέρεται ότι η Ενάγουσα δαπάνησε κατά μέσο όρο €80.915 για διαφήμιση και προώθηση. Εντός των ίδιων προσπαθειών προώθησης των προϊόντων ήταν και η αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού της Ενάγουσας μέσω της πρόσληψης υπαλλήλων και αγοράς νέων αυτοκινήτων. · Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης αυτής συνεργασίας οι πωλήσεις των προϊόντων αυξήθηκαν ραγδαία και τα προϊόντα απέκτησαν φήμη στην Κυπριακή αγορά. · Η Εναγομένη συμπεριφερόταν στην Ενάγουσα ως ο αποκλειστικός εισαγωγέας και διανομέας των προϊόντων και φρόντιζε ώστε να ελέγχει τις πωλήσεις των προϊόντων στην Κυπριακή αγορά. Έγινε δε αναφορά από τον ενόρκως δηλών σε διάφορα γεγονότα και ενέργειες της Εναγομένης οι οποίες καταμαρτυρούν ότι η Ενάγουσα είχε διοριστεί ως αποκλειστική εισαγωγέας και διανομέας των προϊόντων. · Στις 11/7/16 η Εναγομένη εταιρεία αδικαιολόγητα τερμάτισε τη συνεργασία που είχε με την Ενάγουσα και ενώ γνώριζε ότι η Ενάγουσα είχε επενδύσει χιλιάδες ευρώ για να γίνει γνωστό το προϊόν στην Κυπριακή αγορά. Η δε δικαιολογία που δόθηκε με την ειδοποίηση τερματισμού πως δεν έχουν επιτευχθεί οι αναμενόμενες πωλήσεις των προϊόντων στην Κυπριακή αγορά είναι αδικαιολόγητη γιατί μεταξύ άλλων: à Η Εναγόμενη ουδέποτε έθεσε αριθμητικούς στόχους πωλήσεων στην Ενάγουσα. à Η Ενάγουσα όχι μόνο γνώριζε αλλά αναγνώριζε και επικροτούσε το γεγονός ότι η Ενάγουσα έκανε τεράστια επένδυση στον τομέα της διαφήμισης και προώθησης των προϊόντων. à Τα κέρδη από τις πωλήσεις των προϊόντων δείχνουν μια συνεχή αυξητική τάση κάθε έτος ενώ με βάση μελέτη που διενέργησε η Ενάγουσα για την Εναγομένη αρχές του 2016 θα αυξάνονταν ραγδαία μέσα στα επόμενα χρόνια. à Ο υπεύθυνος πωλήσεων για την αγορά της Κύπρου λίγες μέρες πριν να δοθεί ειδοποίηση για τερματισμό εξέφρασε χαρά και ικανοποίηση που συνεργαζόταν μαζί με την Ενάγουσα. · Η Εναγομένη έχει παράνομα τερματίσει τη συμφωνία και κατά παράβαση της έχει διορίσει την ΚΕΟ Plc ως αποκλειστικό εισαγωγέα και/ή διανομέα και/ή αντιπρόσωπο των προϊόντων της στην Κύπρο. Εξαιτίας δε της πιο πάνω ενέργειας της Εναγομένης δημιουργείται ηθική και υλική ζημιά και επηρεάζεται η φήμη της Ενάγουσας. · Ενόψει της πρόσφατης ειδοποίησης για τερματισμό σε περίπτωση που η ΚΕΟ PLC αρχίζει να πωλεί τα προϊόντα της Εναγομένης στην Κυπριακή αγορά η Ενάγουσα θα χάσει τους πελάτες της και θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην εμπορική της φήμη που δημιούργησε με σημαντικές δαπάνες κατά την προώθηση των προϊόντων τα τελευταία 5 χρόνια. Το πελατολόγιο της Ενάγουσας και η εμπορική της φήμη θα περάσει την ΚΕΟ Plc οι οποίοι θα ξεκινήσουν να πωλούν τα προϊόντα στην Κυπριακή αγορά. Αναπόφευκτα θα είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί χρηματικά η αξία και η επίδραση μιας τέτοιας μεταφοράς των πελατών και εμπορικής φήμης που θα συνδέεται με την Ενάγουσα και την ΚΕΟ Plc. · Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και αργότερα φανεί ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας ήτο παράνομος θα είναι πολύ δύσκολο έως και αδύνατο να υπολογιστεί η ζημιά που θα προκληθεί στα κέρδη των πωλήσεων και στο πελατολόγιο της. Πέραν δε αυτών των ζημιών η Ενάγουσα θα είναι αναγκασμένη να τερματίσει υπηρεσίες και σχέδια που συνδέονται άμεσα με την επίδικη Συμφωνία και ως εκ τούτου θα υποστεί περαιτέρω ζημιές και έξοδα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με παρόμοια νομική βάση η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων τα Άρθρα 29
(1)(γ), 31 και 32 του Ν.14/60, στο Άρθρο 4 του Κεφ. 6, στην Δ.39, θθ1-7, 9 και 10, Δ.48, θθ 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις Αρχές Κοινοδικαίου και Επιείκειας καθώς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: ü Δεν συντρέχουν οι σωρευτικές προϋποθέσεις για έκδοση των επιδίκων διαταγμάτων όπως ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και ορατής πιθανότητας επιτυχίας και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. ü Υπάρχει ταυτοσημία μεταξύ της θεραπείας που επιδιώκεται με την αγωγή και αυτής που επιζητείται με τα αιτούμενα διατάγματα. ü Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και συνεπώς δε θα ήταν δίκαιη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. ü Η αίτηση κατεχωρήθη κακόπιστα και ή εκδικητικά και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. ü Δεν είναι δίκαιο και ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Παριάνας Δημητρίου δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από πληροφορίες που έλαβε από τον εσωτερικό νομικό σύμβουλο της Καθ΄ ης, από τους δικηγόρους του γραφείου της και από τη μελέτη του σχετικού φακέλου της υπόθεσης. Σε αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Η Καθ΄ ης η Αίτηση ουδέποτε συμφώνησε ότι η εισαγωγή και/ή η διανομή των προϊόντων της στην Κύπρο θα γινόταν αποκλειστικά και μόνο μέσω της Αιτήτριας. · Αποτελεί πρακτική της Καθ΄ ης όταν συνάπτει συμφωνίες αποκλειστικότητας να υπογράφει πρώτα με τον εκάστοτε πιθανό αντισυμβαλλόμενο υπό σχετική επιστολή ("Letter Of Intent") και μετά λεπτομερή συμφωνία στην οποία να καταγράφονται οι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας. · Στην προκειμένη περίπτωση η Καθ΄ ης απέστειλε την 1.1.13 στην Αιτήτρια την υποσχετική επιστολή την οποία όμως η Αιτήτρια δεν υπέγραψε και βεβαίως δεν ακολούθησε ούτε η σύναψη οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας μεταξύ των μερών. · Από το 2014 η Καθ΄ ης η Αίτηση προμήθευε τα προϊόντα της απευθείας και σε άλλους πελάτες στην Κύπρο. · Η Καθ΄ ης ουδέποτε συμφώνησε με την Αιτήτρια οτιδήποτε αναφορικά με την τήρηση εμπιστευτικότητας σε σχέση με πληροφορίες που αντάλλασσαν κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Περαιτέρω η Καθ΄ ης ουδέποτε απαίτησε από την Αιτήτρια να την ενημερώνει σχετικά με προβλήματα που τυχόν αντιμετώπιζε αναφορικά με την προώθηση των προϊόντων της, ούτε της υπαγόρευσε τους τρόπους και μεθόδους που αυτή θα ακολουθούσε για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων. Η όποια διαβούλευση γινόταν μεταξύ τους ήταν καθαρά συμβουλευτικού χαρακτήρα. Επίσης για κάθε χρόνο πλην του έτους 2016 συμφωνείτο μεταξύ των μερών η χορήγηση από την Καθ΄ ης ενός συγκεκριμένου ποσού για σκοπούς προώθησης και διαφήμισης των προϊόντων όπως εξειδικεύεται στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης. · Οποιεσδήποτε άλλες διαφημιστικές ενέργειες γίνονταν από την Αιτήτρια αυτές γίνονταν χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Καθ΄ ης ενώ το ρίσκο για τέτοιες ενέργειες το επωμιζόταν αποκλειστικά η Αιτήτρια. Η Καθ΄ ης ουδέποτε ερωτήθηκε και/ή ενέκρινε και/ή υπέβαλε την αγορά αυτοκινήτων ή άλλου εξοπλισμού ή την πρόσληψη ανθρώπινου δυναμικού από την Αιτήτρια ούτε και υπέδειξε στην Αιτήτρια καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ανάληψη οποιασδήποτε διαφημιστικής καμπάνιας. · Οι πωλήσεις της μπύρας με την επωνυμία Estrella Damm αυξήθηκαν κατά τα έτη 2013-2016 όχι μόνον στην Κύπρο αλλά και σε άλλες χώρες του εξωτερικού όπου η φήμη της εμπορικής επωνυμίας της Καθ΄ ης αυξάνεται ραγδαία. Είναι δε αυτό το γεγονός που βοήθησε και στην αύξηση των πωλήσεων στην Κύπρο. · Εφόσον η Καθ΄ ης δεν είχε συνάψει οποιανδήποτε συμφωνία αποκλειστικής διανομής με την Αιτήτρια η εμπορική φήμη και εύνοια από την επωνυμία των προϊόντων της ανήκει στην Καθ΄ ης και όχι στην Αιτήτρια η οποία απλώς τα αγόραζε και τα μεταπωλούσε στην Κυπριακή αγορά. · Η τυχόν ζημιά θα υποστεί η Αιτήτρια, σε περίπτωση απόδειξης οποιασδήποτε αδικοπραξίας από την Καθ΄ ης, μπορεί να αποζημιωθεί με χρηματική αποζημίωση. Η Καθ΄ ης είναι μια εύρωστη εταιρεία με ετήσιο κύκλο εργασιών πέραν των €950,000,000.00 και η οποία εργοδοτεί περισσότερους από 3 χιλιάδες υπαλλήλους. Αντιθέτως η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα προκαλέσει τεράστια ζημιά στην Καθ΄ ης ενόψει του ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής δεν θα μπορεί να εισάγει τα προϊόντα της στην Κύπρο. Περαιτέρω σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να διακόψει και την υφιστάμενη συνεργασία που έχει με την εταιρεία Lidl ενώ θα την αφήσει έκθετη σε αξίωση για αποζημιώσεις και από την εταιρεία ΚΕΟ Plc με την οποία τώρα συνεργάζεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. EΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/
- Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι, με βάση το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε στην παρούσα υπόθεση και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Συγκεκριμένα εγείρεται θέμα παράβασης συμφωνίας λόγω ισχυριζόμενου παράνομου τερματισμού συμφωνίας αποκλειστικής εισαγωγής και διανομής προϊόντων και διεκδικούνται στη βάση αυτή αποζημιώσεις καθώς και δηλωτική απόφαση ότι η εν λόγω συμφωνία είναι έγκυρη και εξακολουθεί να υφίσταται. Παράλληλα επιζητείται η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να πωλεί και/ή να διανέμει τα προϊόντα της στην Κύπρο εκτός μέσω της Ενάγουσας. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Η πλευρά της Ενάγουσας μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς. Αφού γίνεται εν πρώτοις αναφορά στον τρόπο καταρτισμού της επίδικης συμφωνίας όπου τονίζεται ότι αυτή είχε γίνει μερικώς προφορικά και μερικώς γραπτά ακολουθεί η παράθεση διαφόρων στοιχείων και γεγονότων αναφορικά με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν τα συμβαλλόμενα μέρη από την αρχή της συνεργασίας τους και κατά τη διάρκεια αυτής σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί η φύση της επίδικης συμφωνίας. Τέτοια γεγονότα και στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: ð Το γεγονός ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Εμπορικού Δ/τη της Ενάγουσας ημερ. 12/10/11 στο οποίο εκφράζετο η επιθυμία της Ενάγουσας να συνεργαστεί με την Εναγόμενη επισυνάπτετο έγγραφο ("Company Profile") με το οποίο η Εναγόμενη ενημερώνετο ότι η Ενάγουσα ασχολείτο μόνο με αποκλειστική εισαγωγή και διανομή προϊόντων (Τεκμήρια 3 & 4). ð Το γεγονός ότι η Εναγόμενη προτού αποφασίσει να συνεργαστεί με την Ενάγουσα ζήτησε να μάθει για την αγορά της Κύπρου από το οποίο συνάγεται ότι δεν είχε μέχρι τότε εξάξει τα προϊόντα της στην Κυπριακή αγορά μέσω οποιουδήποτε αντιπροσώπου ή διανομέα (Τεκμήριο 5). ð Το γεγονός ότι η Εναγόμενη συμφώνησε να συνεργαστεί με την Ενάγουσα στη βάση του "value chain", δηλ. να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνουν τα προϊόντα γνωστά και να αυξήσουν τα κέρδη τους το οποίο προϋπόθετε την έναρξη μιας μακροχρόνιας συνεργασίας. (Τεκμήριο 6). ð Το γεγονός ότι η Εναγόμενη διαβεβαίωνε την Ενάγουσα ότι η συνεργασία τους θα ήταν μακροχρόνια παρακινώντας την να συζητήσουν για τα σχέδια προώθησης των προϊόντων μέσω σχετικών αναφορών της.("We can speak about the marketing plan 2015 and the strategy for the next two years") (Τεκμήριο 25). ð Το γεγονός ότι η Εναγόμενη με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στην Ενάγουσα την ενημέρωνε ότι θα της έστελλε τα στοιχεία κάποιου πελάτη ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει τα προϊόντα στην Κύπρο. (Τεκμήριο 29). ð Το γεγονός ότι η Εναγόμενη είχε ενημερώσει την Ενάγουσα ότι το τμήμα της Εναγόμενης που ήταν υπεύθυνο για τον χειρισμό ηλεκτρονικής διαφήμισης των προϊόντων μέσω Facebook θα δημιουργούσε μέσω της δικής τους πλατφόρμας προφίλ μόνο για την Κύπρο από όπου θα μπορούσε η Ενάγουσα να χειρίζεται το λογαριασμό και να διαφημίζει τα προϊόντα. "Regarding all the on-line matters: I΄ve had a meeting with our Facebook Department and they explained me that they are able to set up some sort of a 'Cyprus only' profile on Facebook which we can fill with info generated by you. In order to discuss this matter I would like to set up a call with you, my colleague and myself in order to go over the details" (Τεκμήριο 30). ð Η Εναγόμενη προώθησε το Μάιο του 2013 ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο έλαβε από Κύπριο καταναλωτή ο οποίος της ζητούσε να ενημερωθεί για το πώς θα μπορούσε να αγοράσει μπύρα χωρίς γλουτένη. Συγκεκριμένα το μήνυμα έγραφε «έχω επικοινωνήσει με τους αντιπροσώπους σας στην Κύπρο αλλά δεν έχω λάβει απάντηση» ð Το γεγονός ότι η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα την επιβεβαίωση της ως προς την ορθότητα του ελληνικού κειμένου το οποίο εκτυπώνεται στα κουτιά της μπύρας και ότι δεν είχε επηρεαστεί από τις σχεδιαστικές αλλαγές που είχαν γίνει σε αυτά (Τεκμήριο 34). Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι ενώ κατά κανόνα εκεί όπου μία σύμβαση είναι γραπτή η μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών (subsequent conduct) δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς ερμηνείας της σύμβασης, όπου η σύμβαση έχει καταρτισθεί μερικώς προφορικά και μερικώς γραπτά η μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών μπορεί να εξεταστεί για σκοπούς διακρίβωσης των όρων και γενικώς του πλήρους περιεχομένου της συμφωνίας. Παραπέμπω συναφώς στο Σύγγραμμα The Interpretation of Contracts 6th Edn., chapter 3, section 19 όπου επισημαίνονται τα ακόλουθα: "The court may not generally look at the subsequent conduct of the parties to interpret a written agreement. However, where the agreement is partly written and partly oral, subsequent conduct may be examined for the purpose of determining what were the full terms of the contract.539" Στο πιο πάνω Σύγγραμμα αναφέρονται επίσης και τα εξής: "Evidence of post-contractual conduct is admissible in deciding what terms the parties agreed (as opposed to interpreting the meaning of the terms that they did agree), at all events where the contract is not contained wholly in writing.561" Στην υπόθεση Great North Eastern Rly Ltd v Avon Insurance Plc, [2001] 2 All E.R. (Comm) 526 ο Δικαστής Longmore L.J. ανέφερε: "If the question is whether a term was incorporated into a contract, the subsequent conduct of the parties may be very relevant to the inquiry whether such a term was or was not agreed. Mr Flaux's submissions to the contrary were, with respect, a misapplication of the principle that the subsequent conduct of the parties cannot be relied on as an aid to the construction of the contract (see James Miller & Partners Ltd v Whitworth Street Estates (Manchester) Ltd567). No such principle exists in relation to the question whether an alleged term of a contract was, in fact, agreed." Στην υπόθεση Kier Regional Ltd v City & General (Holborn) Ltd, [2009] B.L.R. 90; ο Δικαστής Coulson J. ανέφερε: "where a contract is partly oral and partly in writing, the court may have regard to subsequent conduct to ascertain what the oral agreement might have been." Στην υπόθεση BVM Management Ltd v Yeomans [2011] EWCA Civ 1254 ο Δικαστής Aikens L.J. επιβεβαίωσε ότι: ". in the case of a contract which is entirely oral or partly oral, evidence of things said and done after the contract was concluded are admissible to help decide what the parties had actually agreed." Στην υπόθεση Sea Containers Services Ltd, [2012] EWHC 2547 (Ch). ο Δικαστής Halyards J. διέκρινε την περίπτωση αποδοχής μαρτυρίας για μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών προς τον σκοπό της διακρίβωσης των όρων της συμφωνίας από την περίπτωση αποδοχής μαρτυρίας προς το σκοπό της ερμηνείας των επισημαίνοντας ότι μόνο η πρώτη περίπτωση είναι αποδεκτή. Από την άλλη η πλευρά της Εναγόμενης προβάλει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή σε σχέση με τη φύση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της Ενάγουσας αναφορικά με την ύπαρξη συμφωνίας αποκλειστικής εισαγωγής και διανομής προϊόντων. Βασίζει δε την δική της εκδοχή στην πρακτική που, όπως ισχυρίζεται, η Εναγόμενη εταιρεία ακολουθεί όταν συνάπτει συμφωνίες αποκλειστικότητας επισημαίνοντας ότι σε τέτοια περίπτωση προηγείται η υπογραφή με τον εκάστοτε πιθανό αντισυμβαλλόμενο Υποσχετικής Επιστολής ("Letter of Intent") για να ακολουθήσει στη συνέχεια σύναψη λεπτομερούς σύμβασης στην οποία καταγράφονται οι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Στην προκειμένη δε περίπτωση αν και την 1η/1/13 είχε αποσταλεί από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα η Υποσχετική Επιστολή (Tεκμήριο 1) η τελευταία δεν την υπέγραψε και, ως εκ τούτου, δεν ακολούθησε η σύναψη οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας μεταξύ των μερών. Ως ενισχυτικό της πιο πάνω εκδοχής η πλευρά της Εναγόμενης θεωρεί και τη ρητή αναφορά στο ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερ. 11/7/16 με το οποίο τερμάτισε τη μεταξύ των μερών συνεργασία στο ότι έχει αποφασίσει ότι ο διορισμός αποκλειστικού διανομέα για την Κύπρο είναι ο καλύτερος τρόπος για προώθηση των προϊόντων της. ("..we have decided that the appointment of an exclusive distributor for Cyprus is the best way forward for our 'ESTRELLA DAMM' there"). Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας.[6] Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος[7] Παράλληλα με την επάρκεια των αποζημιώσεων θα πρέπει να συνυπάρχει και φερεγγυότητα από πλευράς Εναγομένου. Εν πρώτοις να υπογραμμίσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση η ισχυριζόμενη δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης δεν είχε ως βάση θέματα αφερεγγυότητας της Εναγόμενης όπως διευκρίνισε και κατά το στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι είναι «μια οικονομικά εύρωστη εταιρεία με ετήσιο κύκλο εργασιών πέραν των €950,000000.00 και η οποία εργοδοτεί περισσότερους από 3000 υπαλλήλους» δεν έτυχε αμφισβήτησης από την πλευρά της Ενάγουσας. Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και αργότερα φανεί ότι ο τερματισμός είναι παράνομος η ζημιά που θα προκληθεί στα κέρδη των πωλήσεων και στο πελατολόγιο της Ενάγουσας εταιρείας θα είναι πολύ δύσκολο έως και αδύνατο να υπολογιστεί (δέστε παρ. 55 της ένορκης δήλωσης Χ. Παντελή). Επισημαίνεται ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Χ. Παντελή αναγνωρίζεται ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομο τερματισμό συμφωνίας αποκλειστικής εισαγωγής και διανομής που ισχυρίζεται ότι είναι η επίδικη συμφωνία είναι η απώλεια κέρδους (loss of profit/expectation loss) από τις πωλήσεις των επίδικων προϊόντων οι οποίες, εφόσον αποδειχτούν, θα υπολογιστούν στη βάση της περιόδου που το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι αποτελεί εύλογη προειδοποίηση (δέστε παρα. 52V). Περαιτέρω, στην παράγραφο 43Ζ της ένορκης δήλωσης του Χ. Παντελή γίνεται αναφορά στα αναμενόμενα κέρδη της Ενάγουσας εταιρείας από τις πωλήσεις των επίδικων προϊόντων στη βάση σχετικής μελέτης που διενεργήθηκε για την Ενάγουσα στις αρχές του
- Συγκεκριμένα με βάση την εν λόγω μελέτη τα κέρδη από τις πωλήσεις για το 2017 θα ανέρχονταν στις €56.000, για το 2018 €64.000, για το 2019 στις €82.800 και για το 2020 στις €116.
- Μάλιστα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 41 το σχετικό πλάνο για τα αναμενόμενα κέρδη της Ενάγουσας εταιρείας. Επισημαίνεται εδώ ότι σε συμβάσεις αντιπροσώπευσης εφαρμόζονται τα Άρθρα 165 και 166 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Το Άρθρο 165, προβλέπει ότι όπου υπάρχει ρητός ή σιωπηρός όρος για ορισμένη χρονική διάρκεια της αντιπροσωπείας, ο αντιπροσωπευόμενος ή ο αντιπρόσωπος οφείλει να αποζημιώσει τον άλλο για την άκαιρη ή χωρίς λόγο ανάκληση της αντιπροσώπευσης. Το Άρθρο 166 προσδιορίζει ότι σε περίπτωση ανάκλησης ή καταγγελίας πρέπει να δίνεται εύλογη προειδοποίηση. Όταν μια συμφωνία αντιπροσώπευσης δεν προνοεί όρο για τερματισμό δύναται να διακοπεί κατόπιν εύλογης προειδοποίησης. Στην Κ. Χρ. Καρατζής Λτδ ν. Doritis Mark. Fact. Ltd
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 251, 255 - 9, με αναφορά σε αγγλική νομολογία δίνονται κατευθύνσεις ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της εύλογης προειδοποίησης για τον τερματισμό σύμβασης αντιπροσωπείας όταν η σύμβαση δεν προνοεί για τον τερματισμό. Αναφέρεται ότι: «Το ζήτημα της περιόδου της προειδοποίησης πρέπει να αποφασίζεται λαμβανομένου υπόψη των γεγονότων όπως αυτά υφίσταντο κατά το χρόνο που δίδεται η προειδοποίηση και όχι κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας αντιπροσώπευσης (Βλ. Martin Baker Ltd v. Canadian Flight Ltd [1955] 2 All E.R. 722, 735). Το Άρθρο 166 διαλαμβάνει επίσης ότι σε περίπτωση ανάκλησης της πληρεξουσιότητας χωρίς εύλογη προειδοποίηση το πρόσωπο που ανακαλεί υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημιάς που προξενήθηκε στον άλλο συνεπεία τούτου. Όσον δε αφορά τη βάση υπολογισμού των αποζημιώσεων με βάση τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη συμφωνίας το αναίτιο μέρος δικαιούται σε αποζημιώσεις με βάση το υπολογιζόμενο κέρδος το οποίο θα αποκόμιζε για τον υπόλοιπο χρόνο που θα ίσχυε η συμφωνία. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ 199 στις σελ. 207-208: «Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη συμφωνίας περιέχονται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Οι αρχές αυτές έχουν αυθεντικά ερμηνευθεί τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο. Η γενική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των ζημιών είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. (Βλέπε Johnson ν. Agnew [1979] 1 All E.R. 883). Ανάλογες είναι οι αρχές οι οποίες διατυπώνονται στην Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytos
(198)1 C.L.R. 499) όπου στις σελίδες 519 και 520 αναφέρεται ότι: "Reinstatement lies at the core of the rules regulating the assessment of compensation for breach of contract. Damages aim to restore the party to the position he would be but for the breach. This is normally accomplished by awarding damages reasonably foreseeable at the time of execution of the agreement, as likely to arise upon breach."» Σε περίπτωση δε που η συμφωνία είναι αόριστης ή ακαθόριστης χρονικής διάρκειας τότε οι αποζημιώσεις αφορούν το διαφυγόν κέρδος για την περίοδο της νόμιμης ή εύλογης προειδοποίησης για τερματισμό της σύμβασης. Ενώ λοιπόν στην παρ. 52 της ένορκης δήλωσης του Χ. Παντελή υιοθετείται η πιο πάνω νομική προσέγγιση αναφορικά αφενός με τον τρόπο διακοπής/τερματισμού μιας σύμβασης αντιπροσώπευσης και αφετέρου με τις επιπτώσεις από την μη παροχή εύλογης ειδοποίησης όπου και δίδεται το μέτρο αποζημίωσης, στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση προχωρεί να επικαλεστεί δυσκολία στον υπολογισμό της αποζημίωσης που ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δικαιούται. Και τούτο παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε αναφορά στον υπολογισμό των κερδών που η Ενάγουσα θα είχε από τις πωλήσεις των προϊόντων της Εναγόμενης με την παράθεση και εξειδίκευση συγκεκριμένων ποσών. Όσον αφορά και τα υπόλοιπα είδη περαιτέρω ζημιών και εξόδων που η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην παρα. 58 της ένορκης δήλωσης του Χ. Παντελή ότι θα υποστεί, επισημαίνεται ότι αποτελούν συγκεκριμένα είδη ειδικής ζημιάς που δύνανται να υπολογιστούν και να αποτιμηθούν σε χρηματικά ποσά έτσι ώστε να μην τίθεται θέμα οποιασδήποτε αδυναμίας ή έστω μεγάλης δυσχέρειας στην εκτίμηση τους. Να πω και κάτι άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνω ότι η ίδια η Ενάγουσα έχει προβεί σε χρηματική αποτίμηση των ισχυριζόμενων ζημιών της στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα τις οποίες αξιώνει στα αιτητικά (Α), (Β) και (Γ) της Αξίωσης της. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι η Ενάγουσα συνδέει την δυσκολία υπολογισμού της ζημιάς της και με την ισχυριζόμενη «ανεπανόρθωτη», όπως αναφέρει, «ζημιά στην εμπορική της φήμη» την οποία δημιούργησε «με σημαντικές δαπάνες κατά την προώθηση των προϊόντων τα τελευταία 5 χρόνια[8]». Ως προς την διεκδίκηση αποζημιώσεων για απώλεια εμπορικής εύνοιας (goodwill) παρατηρώ τα εξής: Όπως είναι σαφές από τη νομολογία, ένας διάδικος δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε σχέση με την απώλεια στοιχείου που δεν του ανήκε. Επί του οποίου δηλαδή δεν είχε αποκτήσει νομικό δικαίωμα[9]. Στην υπόθεση Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Α. Κωνσταντίνου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1580, ο λόγος για τον οποίο επιδικάστηκε ποσό για απώλεια εμπορικής εύνοιας ήταν διότι στην επίδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων υπήρχε ήδη πρόνοια σύμφωνα με την οποία ο αντιπρόσωπος είχε δικαίωμα εμπορικής εύνοιας και μπορούσε μάλιστα να το μεταβιβάσει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο θα ενέκρινε ο αντιπροσωπευόμενος. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς της Ενάγουσας ότι στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε σχετικό με το ζήτημα αυτό. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων διαφαίνεται ότι σε περίπτωση που η Ενάγουσα επιτύχει στην παρούσα αγωγή υπάρχει δυνατότητα υπολογισμού των αποζημιώσεων ενώ η Εναγόμενη θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει το όποιο πόσο ήθελε επιδικαστεί προς όφελος της Ενάγουσας. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για τη μη έκδοση του[10]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των δικηγόρων παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι συνεπώς η κατάληξη μου ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, κάτι το οποίο οδηγεί, αναπόφευκτα, στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Demades Overseas v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε T.A.Micrologic Computer Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του». [7] Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε)
- [8] Δέστε παρα. 53 της ένορκης δήλωσης του Χ.Παντελή. [9]Δέστε Wadlow, The Law of Passing Off , 2nd edition ". if the foreign business is represented by a legally distinct person of whatever capacity then the goodwill will in general belong to the foreign business rather than its local representative provided that the foreign business is recognised as the ultimate source of the goods" και Medgen Inc. v Passion for Life Products Ltd [2001] F.S.R.
- Δέστε επίσης Passing Off Law and Practice, John Drysdale & Michael Silverleaf, 2η έκδοση και το ακόλουθο απόσπασμα που αναφέρθηκε στην υπόθεση Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.799, "At common law as a general rule the owner of the reputation is the foreign manufacturer and not the importers even if the importer is the sole agent or distributor in this country of the goods in question. (παρ.3.13)". (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [10]Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. v. Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο