← Κύπρος

ΑΛΕΞΙΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ ν. CYPRUS TRADING CORPORATION PUBLIC LTD, Αρ. Αγωγής: 83/09, 25/10/2016

ΑΛΕΞΙΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ ν. CYPRUS TRADING CORPORATION PUBLIC LTD, Αρ. Αγωγής: 83/09, 25/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A568 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 83/09 Μεταξύ: ΑΛΕΞΙΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ Ενάγοντος και CYPRUS TRADING CORPORATION PUBLIC LTD Εναγομένης 25 Οκτωβρίου 2016 Για τον ενάγοντα: κα Σουρουλλά Για τον εναγόμενη: κος Κορφιώτης ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα της υπόθεσης αποκαλύπτουν μια κάποια ιδιαιτερότητα. Μπορεί μεν να αφορούν σύμβαση, εν προκειμένω αγορά οχήματος, εν τούτοις η εξέλιξη που είχε η σχέση των μερών είναι εκείνο που τη διακρίνει από πλείστες τόσες άλλες συναλλαγές. Ο λόγος οφείλεται στο ότι μετά την παραλαβή του οχήματος, πότε και πως αναφέρεται πιο κάτω, ο ενάγων απέρριψε τούτο και απαίτησε επιστροφή του ποσού που κατέβαλε δια την αγορά του. Ως λόγος απόρριψης του οχήματος προβλήθηκε μηχανικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε και επιπλέον, ισχυριζόμενη αδυναμία της εναγομένης να απαλλάξει το όχημα από το εν λόγω πρόβλημα, ως επίσης να χορηγήσει στον ενάγοντα γραπτή διαβεβαίωση ότι δεν θα παρουσιαζόταν εκ νέου το πρόβλημα. Εν ολίγοις, ο ενάγων υποστηρίζει ότι το όχημα είναι ακατάλληλο (unmerchantable) και γι' αυτό ισχύουν οι πρόνοιες του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου. Προς υποστήριξη της αξίωσης κλήθηκαν δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας κλήθηκε ο ενάγων, ενώ ακολούθησε ο Άγγελος Αγαθαγγέλου, μηχανολόγος μηχανικός και εκτιμητής. Στην αντίπερα όχθη επίσης κλήθηκαν δυο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Γεώργιος Γεωργίου, ο οποίος τόσο κατά τον επίδικο χρόνο όσο και σήμερα είναι διευθυντής του γκαράζ (workshop manager) της εναγομένης. Δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Κωνσταντίνος Τελεβάντος, εκτιμητής οχημάτων. Παρέχεται ευχέρεια να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή συνοψίζοντας όσα γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο, εφόσον δικόγραφα και μαρτυρία φανερώνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων της υπόθεσης, αν όχι όλο, είναι παραδεχτό και αναμφισβήτητο. Ως εκ τούτου σπεύδω να διαπιστώσω το κοινό πραγματικό πλαίσιο. Όπως φαίνεται και στον τίτλο της αγωγής εναγομένη είναι η εταιρεία Cyprus Trading Corporation plc (στη συνέχεια η εναγομένη), η οποία ασχολείται με εισαγωγή και πώληση οχημάτων Volvo. Λόγω αυτής ακριβώς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, την 14.06.2006 οι διάδικοι, ενάγων και εναγομένη, προέβησαν σε συμφωνία. Συγκεκριμένα τα μέρη συνήψαν συμφωνία όπως η εναγομένη πωλήσει στον ενάγοντα ένα αυτοκίνητο VOLVO S60, έναντι του ποσού των £22.250 (€38.016,38). Η συμφωνία πώλησης είναι το τεκμήριο

  1. Με την υπογραφή της συμφωνίας ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη προκαταβολή ύψους £2.000 (€3.417,20). Το δε υπόλοιπο ποσό ο ενάγων το κατέβαλε με την παράδοση του οχήματος. Τούτη η παράδοση έλαβε χώραν την 30.08.2006 και προς τούτο σχετικό είναι το τεκμήριο 18, δηλαδή τιμολόγιο που εξέδωσε η εναγομένη. Σε τούτο το τιμολόγιο αναγράφεται το εναπομείναν υπόλοιπο και περιγράφεται το όχημα. Με την παράδοση το όχημα έλαβε τον αριθμό εγγραφής KNT
  2. Επαναλαμβάνω ότι αυτό το όχημα είναι το αντικείμενο της αγωγής. Όπως θα φανεί και πιο κάτω· δεκαεννέα μήνες μετά την παράδοση του οχήματος παρουσιάστηκε πρόβλημα, με αποτέλεσμα δυο χρόνια μετά την παράδοση, εν προκειμένω την 17.10.2008, ο ενάγων να απορρίψει το όχημα και να καταγγείλει τη συμφωνία των μερών. Το ακριβές πρόβλημα που παρουσιάστηκε στο όχημα και οι ενέργειες που έγιναν δια επίλυση τούτου, είναι γεγονότα που δεν τελούν εν αμφιβόλω. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι περί τα τέλη Μαρτίου 2008 το όχημα παρουσίασε την ένδειξη reduce engine performance, με συνεπακόλουθο οι στροφές της μηχανής να μειωθούν δραστικά και η ταχύτητα και ανάπτυξη του οχήματος να περιοριστεί. Ο ενάγων ευθύς μετέφερε το όχημα στις εγκαταστάσεις της εναγομένης όπου αφού ελέγχθηκε επιστράφηκε χωρίς τη σήμανση στο ταμπλό. Μέχρι τότε το όχημα είχε διανύσει 32238 χιλίομετρα. Σε δεύτερο χρόνο, συγκεκριμένα την 06.04.2008, το όχημα παρουσίασε το ίδιο πρόβλημα και έτσι οδηγήθηκε εκ νέου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης. Κατ' εκείνο χρόνο στο ταμπλό αναγράφετο η ένδειξη 33228 χιλιόμετρα. Αφότου ελέγχθηκε επιστράφηκε στον ενάγοντα. Εν τούτοις, μετά από λίγες μέρες το πρόβλημα επανήλθε. Συγκεκριμένα το όχημα ήταν σταθμευμένο και όταν ο ενάγων επιχείρησε να το ξεκινήσει εμφανίστηκε η ίδια ένδειξη (reduce engine performance). Τότε ο ενάγων έσβησε το όχημα και όταν ξαναξεκίνησε τούτο η ένδειξη είχε εξαφανιστεί. Παρ' όλα αυτά αργότερα την ίδια ημέρα, ενόσω οδηγούσε το όχημα από Λάρνακα προς Λευκωσία και καθ' όν χρόνο βρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο εν κινήσει, το πρόβλημα επανήλθε με αποτέλεσμα οι στροφές του οχήματος να μειωθούν. Ο ενάγων μετέφερε εκ νέου το όχημα στα γραφεία της εναγομένης όπου και αντιμετωπίστηκε. Η εναγομένη προέβη εν προκειμένω σε αντικατάσταση του throttle housing. Ενδεικτικό τούτης της αντιμετώπισης είναι το τεκμήριο 1, δηλαδή επιστολή που η εναγομένη έστειλε στον ενάγοντα την 15.04.
  3. Το ίδιο πρόβλημα επανεμφανίστηκε την 12.06.2008 και ενώ το όχημα δείκνυε 36720 χιλιόμετρα. Μάλιστα και σε αυτή την περίπτωση το όχημα ήταν εν κινήσει. Ο ενάγων μετέφερε εκ νέου το όχημα στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου αυτή τη φορά προέβησαν σε αντικατάσταση του ecu control unit. Περί αυτής της αντικατάστασης ομιλεί το τεκμήριο 2, δηλαδή επιστολή ημερομηνίας 20.06.2008 που η εναγομένη έστειλε στον ενάγοντα. Παρεμβάλλεται εδώ ότι μετά από αυτό το πρόβλημα ο ενάγων αποτάθηκε στην κατασκευάστρια εταιρεία. Προς τούτο σχετικό είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε (βλ. τεκμήριο 3 - ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 20.06.2008). Η επιστολή του ενάγοντα απαντήθηκε την 01.07.2008 από κάποια Anne Nyth, αντιπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρείας. Τούτη η απάντηση είναι το τεκμήριο
  4. Στην επιστολή του ενάγοντα (τεκμήριο 3) αναφέρονται διάφορα προβλήματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε αντιμετωπίσει, καθώς επίσης η δυσφορία τούτου ένεκα των σχετικών προβλημάτων. Από την άλλη, η Anne Nyth δεικνύει κατανόηση σε σχέση με τα προβλήματα, επεξηγεί όμως ότι το όχημα είναι καλυμμένο με εγγύηση και ως εκ τούτου υπεύθυνη δια επιδιόρθωση και αντιμετώπιση του όποιου προβλήματος είναι η εναγομένη εταιρεία. Αναφέρει μάλιστα ότι κατόπιν συνεννόησης με τους ιθύνοντες της εναγομένης εταιρείας, γνωρίζει πως οι τελευταίοι είναι πρόθυμοι να αντικαταστήσουν το όχημα υποβάλλοντας δίκαια πρόταση (prepare to make a fair offer). Είναι αντιληπτό ότι μετά από αυτή την επιστολή οι διάδικοι ενεπλάκησαν σε διαπραγμάτευση για αγορά του υπό κρίση οχήματος από την εναγομένη και περαιτέρω, αγορά καινούργιου οχήματος από τον ενάγοντα. Η δε πρόταση που υπέβαλε η εναγομένη καταγράφεται στο τεκμήριο 5, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε στον ενάγοντα. Όπως εκεί αναφέρεται η εναγομένη συμφωνούσε να αγοράσει το όχημα του ενάγοντα στην τιμή των €20.400, ενώ ο τελευταίος καλείτο να καταβάλει επιπλέον ποσό €17.000 δια αγορά καινούργιου οχήματος ανάλογου τύπου με το προηγούμενο, ήτοι Volvo S
  5. Για την ώρα δεν έχουν σημασία τα γεγονότα που περιβάλουν τη διαπραγμάτευση των μερών, γεγονός όμως είναι ότι τα εκεί αναφερόμενα ουδέποτε μετουσιώθηκαν σε πράξη. Εν τω μεταξύ ο ενάγων παρέλαβε το όχημα και χρησιμοποιούσε τούτο μέχρι και την 08.10.2008, ημερομηνία που και πάλι παρουσίασε το ίδιο πρόβλημα. Μέχρι τότε το όχημα είχε διανύσει 45714 χιλιόμετρα. Και αυτή τη φορά το πρόβλημα παρουσιάστηκε ενόσω το όχημα ήταν εν κινήσει στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λάρνακος. Μετά από αυτό ο ενάγων μετέφερε το όχημα στην εναγομένη. Σχετικό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο 13, δηλαδή επιστολή της εναγομένης που επιβεβαιώνει ότι παρέλαβε το όχημα. Η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι η εναγομένη επιδιόρθωσε το όχημα εκ νέου και κάλεσε τον ενάγοντα να το παραλάβει. Εν τούτοις, ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει το όχημα και αυτό γιατί η εναγομένη αρνήθηκε να τον διαβεβαιώσει γραπτώς ότι το όχημα δεν θα παρουσίαζε το ίδιο πρόβλημα ξανά. Το τεκμήριο 6 είναι η επιστολή (ημερομηνίας 17.10.2008) που ο ενάγων έστειλε στην εναγομένη και εκφράζει τη δυσφορία του για την όλη κατάσταση, καθώς ότι αρνείται να παραλάβει το όχημα. Μετά από αυτό ακολούθησε επιστολή από τη συνήγορο του ενάγοντα η οποία καλούσε την εναγομένη· είτε να αντικαταστήσει το όχημα με καινούργιο δίχως οιανδήποτε χρηματική επιβάρυνση, είτε να επιστρέψει ολόκληρο το τίμημα πώλησης, δηλαδή £22.250 (€38.016,38) (βλ. τεκμήριο 7 - επιστολή ημερομηνίας 20.10.2008). Η επιστολή της συνηγόρου του ενάγοντα απορρίφθηκε από την υπεράσπιση μέσω επιστολής που έστειλαν οι συνήγοροι της εναγομένης (βλ. τεκμήριο 8 - επιστολή ημερομηνίας 22.10.2008). Σημειώνεται ότι μέχρι και την 17.10.2008, ημερομηνία που ο ενάγων απέρριψε το όχημα, τούτο καλύπτετο από εγγύηση, ενώ αδιαμφησβήτητο είναι πως η εναγομένη προτίθετο να ανανεώσει τούτη για άλλο ένα έτος. Όταν πλέον ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει το όχημα από την εναγομένη, αποτάθηκε εκ νέου στην κατασκευάστρια εταιρεία (βλ. τεκμήριο 9 - ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23.11.2008). Σε αυτή την επιστολή [τεκμήριο 9], όχι μόνο γνωστοποίησε την απογοήτευσή του για τις υπηρεσίες και συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγομένης, προειδοποίησε περαιτέρω ότι θα κινηθεί δικαστικώς. Στο ίδιο έντυπο [τεκμήριο 9] εντοπίζεται νέα απάντηση της Anne Nyth που σε αυτή την περίπτωση δηλώνει ότι κανένα όχημα είναι εγγυημένο εφ' όρου ζωής. Προσθέτει όμως ότι η ενημέρωση που έτυχε από την εναγομένη είναι πως ακολουθήθηκαν όλες οι διαδικασίες που θέτει η κατασκευάστρια εταιρεία. Ως εκ τούτου κάλεσε τον ενάγοντα να παραλάβει το όχημα καθ' ότι λειτουργεί συμφώνως των προδιαγραφών (functioning according to specification). Μετά απ' αυτό ο ενάγων αποτάθηκε στο Υπουργείο Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού (βλ. τεκμήριο 10 - επιστολή ημερομηνίας 11.12.2008). Ούτε εκεί όμως βρήκε υποστήριξη καθ' ότι η υπόθεση θεωρήθηκε ιδιωτική διαφορά (βλ. τεκμήριο 11 - απαντητική επιστολή Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού). Αυτό λοιπόν το πλαίσιο γεγονότων είναι ό,τι πυροδότησε την καταχώριση της επίδικης αγωγής. Προτού όμως προχωρήσω περαιτέρω παρατηρώ ότι ο ενάγων δεν έτυχε αμφισβήτησης σε σχέση με διάφορα έξοδα που υπέστη. Λέγοντας τούτο ας μην θεωρηθεί ότι εκλαμβάνω πως η υπεράσπιση δοκεί συναινείν στην αξίωση. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Εν τούτοις η υπεράσπιση φαίνεται να δέχεται ότι τα ποσά που επικαλείται ο ενάγων είναι αληθή, δηλαδή καταβλήθηκαν, εξ ου και ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε σχετικά. Το κατά πόσο όμως τούτα τα ποσά προκύπτουν από την αξίωση και έτι περισσότερο αν η αξίωση είναι βάσιμη, είναι ζητήματα που η υπεράσπιση αμφισβητεί με σθένος, γι' αυτό και η εκδίκαση της αγωγής. Με αυτές λοιπόν τις διευκρινίσεις παρατηρώ ότι γεγονός είναι πως μετά την απόρριψη του οχήματος ο ενάγων προχώρησε σε αγορά άλλου οχήματος, αυτή τη φορά μεταχειρισμένου. Το όχημα που αγόρασε στοίχισε €12.500 και περι τούτου σχετικό είναι το τιμολόγιο τεκμήριο
  6. Περαιτέρω, ασφάλισε το εν λόγω όχημα και δια αυτό το λόγο κατέβαλε το ποσό των €361,50 (βλ. τεκμήριο 14). Αναμφισβήτητη παρέμεινε και η άλλη θέση του ενάγοντα, δηλαδή ότι μέχρι να αγοράσει άλλο όχημα προέβη σε ενοικίαση οχήματος και γι' αυτό το λόγο κατέβαλε το ποσό των €1.683,
  7. Το εν λόγω ποσό προκύπτει και από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 16, κατάσταση λογαριασμού του ενάγοντα με εταιρεία ενοικιάσεως οχημάτων. Όλα τα πιο πάνω είναι στοιχεία που η μαρτυρία και τα δικόγραφα καθιστούν αναμφισβήτητα ή παραδεχτά. Ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα τούτου. Τώρα, έχω αναφέρει ήδη ποιοι είναι οι μάρτυρες που κλήθηκαν στο δικαστήριο. Ομολογώ όμως ότι δεν είναι πολλά εκείνα που απομένει να ειπωθούν σε σχέση με την προσκομισθείσα μαρτυρία, καθ' ότι πλείστοι τόσοι ισχυρισμοί δεν αμφισβητήθηκαν και έτσι ενσωματώθηκαν στις διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Ας δούμε λοιπόν τι είναι αυτό που ειπώθηκε. Ο ενάγων, για παράδειγμα, πέραν των περιπτώσεων που παρουσιάστηκε το πρόβλημα, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί, αναφορά έκανε και στα ιδιαίτερα γεγονότα που βίωσε αλλά και πως ένιωσε. Αρχίζοντας από το τελευταίο υπέδειξε ότι την τρίτη φορά που εμφανίστηκε το πρόβλημα, δηλαδή λίγες ημέρες μετά την 06.04.2008, τούτο έγινε παρουσία άλλων συναδέλφων του και ένιωσε αμηχανία και ντροπή. Για δε τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν το πρόβλημα στάθηκε στη δραστική μείωση της ταχύτητας, στοιχείο που συνάρτησε με απώλεια ελέγχου του οχήματος και γι' αυτό το χαρακτήρισε επικίνδυνο. Ο ΜΕ2 είναι παραδεχτό ότι είναι εμπειρογνώμονας για όλα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο
  8. Η μαρτυρία του είχε δυο σκέλη. Το πρώτο ήταν να επεξηγήσει τους όρους reduce engine performance και limb mode, καθώς και τις αιτίες που οδηγούν σε τούτη την κατάσταση αλλά και τη σχέση των εξαρτημάτων throttle και ecu με αυτά. Περαιτέρω, κλήθηκε να σχολιάσει την πρόταση που υπέβαλε στον ενάγοντα η εναγομένη (βλ. τεκμήριο 5). Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι η εναγομένη δεν κατόρθωσε να διορθώσει το όχημα. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι το όχημα μπορούσε να επιδιορθωθεί και πως άμα ένα όχημα τεθεί σε κατάσταση «reduce engine performance» είναι επικίνδυνο, εφόσον οι στροφές της μηχανής μειώνονται δραστικά. Για δε την πρόταση της εναγομένης να αγοράσει το όχημα για €20000 (βλ.τεκμήριο 5), ήταν η θέση του πως τούτη η πρόταση δεν αντιπροσωπεύει την αξία ενός μεταχειρισμένου οχήματος δυο ετών, αλλά ενός μεταχειρισμένου που αντιμετωπίζει κάποιο μηχανικό πρόβλημα. Σε μεγάλο βαθμό και η μαρτυρία του ΜΥ1 έχει ενσωματωθεί στα αναμφισβήτητα γεγονότα. Ο μάρτυρας, ο οποίος τόσο τότε όσο και σήμερα εκτελεί χρέη διευθυντή γκαράζ στην εναγομένη, ανέφερε κάθε τι που έκαναν στο όχημα σε κάθε μια από τις περιπτώσεις που παρέλαβαν τούτο από τον ενάγοντα. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι ο έλεγχος που ακολούθησε την παράδοση ημερομηνίας 08.10.2008 επιδιόρθωσε πλήρως το όχημα, εν τούτοις επειδή ο ενάγων απέρριψε τούτο δεν επιβεβαιώνεται η εκτίμησή του. Ο ΜΥ1 δεν γνώριζε γιατί η εναγομένη δεν παρέσχε τη διαβεβαίωση που ζήτησε ο ενάγων, δηλαδή ότι το όχημα δεν θα παρουσίαζε την ίδια συμπεριφορά στο μέλλον. Ο ΜΥ2 υποστήριξε ότι το όχημα επιδιορθώθηκε και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι σήμερα το όχημα λειτουργεί κανονικά. Πρόσθεσε δε ότι αν και αντιλαμβάνεται την ανασφάλεια που δυνατό να αισθάνεται ο ιδιοκτήτης, τόσο έναντι του οχήματος και της κατασκευάστριας εταιρείας, όσο και έναντι της εναγομένης που σε αρκετές περιπτώσεις κλήθηκε να το επιδιορθώσει, εν τούτοις η τελευταία ακολούθησε την προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή διαδικασία και γι' αυτό στο τέλος της ημέρας το όχημα διορθώθηκε. Τέλος, όπως ο ΜΕ2 έτσι και ο ΜΥ2, κλήθηκε να περιγράψει την κατάσταση στην οποία περιέρχεται το όχημα άμα παρουσιάσει το υπό κρίση πρόβλημα. Καίτοι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν προβληματίζει και αυτό γιατί επι της ουσίας όλοι οι μάρτυρες συμφωνούν, εξ ού και το πραγματικό πλαίσιο είναι παραδεχτό, εν τούτοις νιώθω υποχρεωμένος να μην αφήσω ασχολίαστη και αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Ως εκ τούτου αναφέρω ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δοθέντος ότι ο ΜΕ2 και οι ΜΥ1 και ΜΥ2 έχουν την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, υποδεικνύω ότι η εκτίμηση επιστημονικής μαρτυρίας δεν διαφέρει από εκείνη των υπολοίπων μαρτύρων. Απλώς ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, εφόσον κυρίαρχο μέλημα είναι η εκτίμηση της γνώμης και δη η ορθότητα τούτης και όχι η εν γένει συμπεριφορά του μάρτυρα (βλ. Star Fiberglass Ltd v. Elnedo Trading Ltd
(1992)1B Α.Α.Δ 875, 880). Προτού όμως παραθέσω τη σχετική αξιολογική κρίση διευκρινίζω ότι αν είναι κάποιο ζήτημα που αναδεικνύεται σε επίδικο και απομένει να αποφασιστεί, είναι ο βαθμός ελέγχου και η εν γένει συμπτωματολογία που παρουσίαζε το όχημα άμα τη εμφανίσει του προβλήματος που προαναφέρθηκε. Σε ό,τι αφορά τα λοιπά ζητήματα που αναπτύχθηκαν ευθέως δηλώνω ότι η πρόταση που έκανε η εναγομένη στον ενάγοντα, δηλαδή δια αγορά του οχήματος, περιορισμένη έχει, αν έχει, σημασία. Ανάλογα ισχύουν και για το αν η εναγομένη ορθά αντιμετώπιζε το όχημα σε κάθε περίπτωση που ο ενάγων της το παρέδιδε για επιδιόρθωση. Ο λόγος που οι δύο αυτές πτυχές της μαρτυρίας δεν διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο, οφείλεται στο δικανικό βάθρο που ο ενάγων επέλεξε να δομήσει την αξίωσή του. Το σύνολο των δικογράφων αλλά και της μαρτυρίας αποκαλύπτει ότι η αξίωση εδράζεται αποκλειστικά στον περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο, Ν.10(Ι)/94και όχι στην εγγύηση που κάλυπτε το όχημα. Αποκαλυπτικό τούτου είναι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν δικογράφησε τους όρους της εγγύησης και ούτε επιχείρησε να την παρουσιάσει στο δικαστήριο. Μέρος τούτης παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση αφότου αναγνωρίστηκε από τον ενάγοντα. Επιπλέον ο ενάγων δεν υποστήριξε ότι παραβιάστηκε αυτή τούτη η πτυχή της σύμβασης, αλλά πως το αντικείμενο που του παραδόθηκε είναι ακατάλληλης ποιότητας (unmerchantable) κατά πως προνοείται στον περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο, εξ ου και επέστρεψε τούτο. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι βάση της αγωγής είναι οι αρχές πώλησης αγαθών και όχι η εγγύηση ή οτιδήποτε άλλο. Ως εκ των πιο πάνω περιορισμένη έχει σημασία το κατά πόσο το όχημα ορθά αντιμετωπίζετο σε κάθε περίπτωση, ή ακόμη κατά πόσο η εναγομένη το θεώρησε ελαττωματικό και γι' αυτό υπέβαλε ανάλογη πρόταση. Αυτή όμως η πτυχή της υπόθεσης θα απασχολήσει και πιο κάτω. Με αυτά κατά νου στρέφομαι στην αξιολογική κρίση. Το σύνολο των μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου άφησε θετικές εντυπώσεις. Μάρτυρες γεγονότων είναι μόνο ο ενάγων και ο ΜΥ1. Εν τούτοις η μαρτυρία αυτών είναι κοινώς αποδεχτή και έτσι η φιλαλήθειά τους δεν προβληματίζει. Από την άλλη ο ΜΕ2 και οι ΜΥ1 και ΜΥ2 υπέχουν και ρόλο εμπειρογνώμονα. Παρεμβάλλω δε ότι η εμπειρογνωμοσύνη ενός εκάστου δεν έτυχε αμφισβήτησης και έτσι θεωρείται δεδομένη. Εξέταση της μαρτυρίας φανερώνει πως οι θέσεις των τριών αυτών μαρτύρων συμπίπτουν σε σχέση με τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε το όχημα. Και οι τρεις ανέφεραν ότι σε τέτοια περίπτωση μειώνεται δραστικά η ταχύτητα του οχήματος. Εν τούτοις και οι τρεις υποστήριξαν ότι ο οδηγός εξακολουθεί να έχει τον έλεγχο. Το γεγονός πως ο ΜΕ2 χαρακτήρισε τούτη τη συμπεριφορά του οχήματος επικίνδυνη, ενώ οι άλλοι δυο εμπειρογνώμονες όχι, δεν διαφοροποιεί την κρίση μου. Ο χαρακτηρισμός της περίπτωσης εναπόκειται στο δικαστήριο και όχι στους μάρτυρες. Οι τελευταίοι απλώς αποδίδουν το γεγονός, εν προκειμένω τη συμπεριφορά του οχήματος, και σε αυτή την έκφανση δεν διαπιστώνεται διάσταση στη μαρτυρία. Υποδεικνύεται εδώ ότι ανάλογη ήταν η θέση και του ενάγοντα, σε πραγματικό όμως επίπεδο. Ο ενάγων ανέφερε ότι το όχημα δεν ανταποκρινόταν κατάλληλα, για να εξηγήσει όμως ότι ο κινητήρας είναι που δεν ανταποκρινόταν και όχι οτιδήποτε άλλο. Εν όψει όλων των ανωτέρω δέχομαι ότι άμα τη εμφανίσει του προβλήματος η ταχύτητα του οχήματος μειωνόταν δραστικά. Κατά τα λοιπά ο οδηγός είχε τον έλεγχο, δηλαδή ήλεγχε το σύστημα διεύθυνσης και τα φρένα. Σε τέτοια περίπτωση το όχημα περιήρχετο σε κατάσταση limb mode, δηλαδή είχε περιορισμένη λειτουργία κινητήρα και αυτό για να είναι ικανό να μεταβεί σε συνεργείο. Με διαγεγραμμένο πλέον το πλαίσιο των διαπιστώσεων του δικαστηρίου ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι η δικανική πτυχή της υπόθεσης. Αναπόφευκτα η διερεύνηση επανέρχεται στη νομική βάση της αξίωσης. Δεν επαναλαμβάνω όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Αναφέρω όμως ότι δικαίως η υπεράσπιση επικαλείται την παράγραφο 20 του κλητηρίου εντάλματος, όπου ο ενάγων δήλωσε ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματά του για τυχόν ζημιές που προκλήθηκαν. Διαπιστώνεται συναφώς ότι έκδηλο είναι από τα δικόγραφα και την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι η αξίωση εδράζεται στις αρχές πώλησης αγαθών και όχι στις κλασσικές αρχές παράβασης σύμβασης, αμέλεια ή οτιδήποτε άλλο. Άλλωστε και η γραπτή αγόρευση του ενάγοντα σε αυτές τις αρχές πώλησης αγαθών είναι που εξαντλείται, έστω και αν επικαλείται και άλλους νόμους με σκοπό και μόνο να ισχυροποιήσει το πρωταρχικό επιχείρημά της, δηλαδή πως το όχημα ήταν ελαττωματικό και ακατάλληλο και ως εκ τούτου εύλογη ήταν η απόρριψή του. Τώρα, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι όπου εφαρμογής τυγχάνουν οι αρχές του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, Ν.10(Ι)/94, ο αγοραστής έχει την ευχέρεια, ακόμη και μετά την παράδοση αλλά πάντοτε εντός ευλόγου χρόνου, να απορρίψει τα αγαθά που του παραδόθηκαν (βλ. άρθρο 42
(6)σχετικού νόμου και υπόθεση Super Sound Trading Ltd v. Παυλίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1337, 1340). Βεβαίως στη δοσμένη περίπτωση δεν είναι το νόμιμο του δικαιώματος απόρριψης που απασχολεί. Εκεί όπου τα πράγματα δυσκολεύουν είναι στα γεγονότα που δικαιολογούν τούτη την απόρριψη. Μια απόφαση δεν προσφέρεται βεβαίως για εις βάθος ανάλυση του θέματος. Περιορίζεται εν προκειμένω στα γεγονότα που δικαιολογούν διερεύνηση του θέματος. Στην προκείμενη περίπτωση αναφέρθηκε ήδη ότι το όχημα απορρίφθηκε λόγω μηχανικού προβλήματος που το κατέστησε, σύμφωνα με τον ενάγοντα, ακατάλληλο και/ή επικίνδυνο. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης αναδεικνύει το εξής ερώτημα· παρέχει ο νόμος την ευχέρεια απόρριψης αγαθού λόγω αυτού του λόγου, ήτοι ακαταλληλότητας (unmerchentable). Η απάντηση είναι βεβαίως καταφατική. Δια τεκμηρίωση τούτης της θέσης αρκεί να παραπέμψω στις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου. Το δεύτερο εδάφιο τούτου προνοεί ότι τα αγαθά πρέπει να είναι αποδεκτής ποιότητας. Συνεπώς όπου αγαθό δεν είναι αποδεκτής ποιότητας ο αγοραστής δύναται να το απορρίψει (βλ. περαιτέρω και το άρθρο 42 του νόμου). Είναι όμως αυτό αρκετό για να αποφασιστεί η υπόθεση; Είμαι της γνώμης πως όχι. Χρειάζεται να διαπιστωθεί τι είναι εκείνο που ο νόμος θεωρεί αποδεκτή ποιότητα, αφενός και αν στην προκείμενη περίπτωση ικανοποιείται τούτη, αφετέρου. Το πρώτο εκ των δυο ερωτημάτων απαντάται με παραπομπή και μόνο στο άρθρο 16. Τα εδάφια
(3)και
(4)φανερώνουν ό,τι σχετικό. Λόγω της σημασίας τους παρατίθενται αυτούσια.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσο είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνει την κατάστασή τους, τα ακόλουθα δε (μεταξύ άλλων) αποτελούν σε κατάλληλες περιπτώσεις παράγοντες συναφείς με την ποιότητα των αγαθών, δηλαδή— (α) Η καταλληλότητα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριμένου είδους συνήθως προμηθεύονται, (β) η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία, (γ) η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων, (δ) η ασφάλεια, (ε) η ανθεκτικότητα. 2 του 101(Ι) του 1999. (στ) η ικανότητα, προκειμένου περί ηλεκτρονικών υπολογιστών, λογισμικών ή συσκευών που εργάζονται με τη βοήθεια μικροεπεξεργαστών, να ανταποκριθούν στην αλλαγή της χρονολογίας μετά την έλευση του ημερολογιακού έτους 2000, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση ή άλλη επέμβαση επί του πωλούμενου αγαθού. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού «ανθεκτικότητα» σημαίνει εύλογη αντοχή στο χρόνο και τη χρήση και περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και ειδικευμένων τεχνικών για τη διασφάλισή της. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η εξακρίβωση της ποιότητος ενός αγαθού και δη το κατά πόσο ικανοποιεί τις διατάξεις του νόμου, είναι ζήτημα πολυδιάστατο και αποκαλύπτεται κατόπιν στάθμισης αριθμού παραγόντων. Επί του προκειμένου η πλευρά του ενάγοντα επικαλείται την υπόθεση Rogers a.o.v. Parish (Scarborough) Ltd a.o.
(1978)Q. B. 933. Ευλόγως βεβαίως εφόσον εκεί το όχημα κρίθηκε ακατάλληλο και η απόφαση του αγοραστή να το επιστρέψει επικυρώθηκε. Εν τούτοις το ζήτημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από προηγούμενες αποφάσεις, εφόσον είναι θέμα πραγματικό και βαθμού ανά περίπτωση, ενώ δύσκολα εντοπίζονται υποθέσεις που έχουν τα ίδια γεγονότα. Βεβαίως όπου διαπιστώνονται πανομοιότυπες υποθέσεις είναι κατανοητό ότι ο λόγος τους αποτελεί δεσμευτικό ή καθοδηγητικό στην περίπτωση αγγλικών αποφάσεων, προηγούμενο. Στην υπό κρίση υπόθεση είμαι της γνώμης ότι σε κάθε περίπτωση που το όχημα εμφάνιζε την προειδοποίηση reduce engine performance και συνακόλουθα τη σχετική συμπτωματολογία, καθίστατο άκρως επικίνδυνο. Η επικινδυνότητα τούτου δεν προκύπτει μόνο από ανά περίπτωση εξέταση, αλλά και για μόνο λόγο ότι υπήρχε η δυνατότητα επίδειξης τέτοιας συμπεριφοράς που εξ αντικειμένου ήταν επικίνδυνη. Και εξηγώ· εφόσον υπήρχε η δυνατότητα εμφάνισης του εν λόγω προβλήματος ενόσω το όχημα ήταν εν κινήσει σε υψηλή ταχύτητα, και τω όντι έτυχε σε τρείς τουλάχιστον περιπτώσεις, αυτό και μόνο καθιστά το όχημα επικίνδυνο και συνεπακόλουθα ακατάλληλης ποιότητας. Η επικινδυνότητα έγκειται στο ότι αδιανόητο είναι για το μέσο και συνετό οδηγό να αναμένει ότι ενώ ταξιδεύει σε ταχύτητα που είθισται να ταξιδεύει στον αυτοκινητόδρομο, υποδεικνύεται ότι στον αυτοκινητόδρομο το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 100 km και το κατώτατο 60 km, αίφνης η ταχύτητα του οχήματος μειώνεται στο ελάχιστο όριο ταχύτητας και πιο κάτω. Η δε μείωση επιτυγχάνεται δραστικά. Παράλληλα το όχημα δυσλειτουργεί και με αυτό εννοώ ότι οι στροφές της μηχανής διαφέρουν από το ρυθμό που συνήθως έχουν, ενώ το όχημα περιέρχεται σε κατάσταση limb mode. O χαρακτηρισμός και μόνο limb mode, υποδηλώνει δυσλειτουργία του οχήματος, την οποία ο οδηγός δεν οφείλει απλώς να ανεχτεί μέχρις ότου φτάσει στο συνεργείο, αλλά και να υιοθετήσει στην οδήγησή του, δηλαδή κάτω από άκρως επικίνδυνες συνθήκες, που τέτοιες είναι η οδήγηση σε υψηλή ταχύτητα στον αυτοκινητόδρομο και η αιφνίδια δραστική μείωση τούτης. Σαφώς και τούτη η κατάσταση δύνατο να πανικοβάλει το μέσο, συνετό αλλά και ανυποψίαστο οδηγό. Αυτό είναι που καθιστά το όχημα επικίνδυνο. Επιπλέον, περιττό όσο και αν είναι υποδεικνύεται πως ο μέσος συνετός οδηγός δεν είναι εξοικειωμένος σε τέτοιες καταστάσεις. Δεν αναμένεται ότι κατέχει ιδιαίτερες ικανότητες ώστε να αποσωβήσει κίνδυνο από τέτοια κατάσταση. Περιπλέον στη σύγχρονη εποχή η οδήγηση είναι και απόλαυση και όχι απλώς τρόπος μετακίνησης. Για να επιτευχθεί τούτο επιβάλλεται το όχημα να παρέχει ασφάλεια και με αυτό νοείται να αποτρέπει καταστάσεις ως η επίδικη και όχι να τις προκαλεί και βεβαίως να ενισχύσει την απόλαυση. Όσο και αν η υπό κρίση κατάσταση είναι απότοκο της εξέλιξης της τεχνολογίας, μου είναι αδιανόητο να δεχτώ ότι είναι συμβατή ασφαλούς οδήγησης ή ότι προάγει την απόλαυση, τη χαρά και περηφάνια που ένα όχημα υποχρεούται να προσφέρει. Με δεδομένη την επικινδυνότητα του οχήματος· ως επίσης το γεγονός ότι ο ενάγων οδήγησε τούτο στο γκαράζ της εναγομένης σε πέντε τουλάχιστον περιπτώσεις και μέχρι την 08.10.2008 δεν είχε επιδιορθωθεί· δίχως μάλιστα να παραγνωρίζεται το δικαιολογημένο αίσθημα ντροπής και η μείωση που ένιωσε όταν παρουσία τρίτων βίωσε τούτη την κατάσταση, σημειώνω εν παρόδω ότι στη σύγχρονη εποχή το όχημα είναι και είδος πολυτελείας και δικαιολογημένα ο ιδιοκτήτης που κατέβαλε υψηλό ποσό δια αγορά του οχήματος νιώθει εξευτελισμό και μείωση σε κάθε περίπτωση προβλήματος· καθώς ότι δια αγορά του επίδικου οχήματος ο ενάγων κατέβαλε το ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό των €38016,38· και τέλος, ότι πλείστες τόσες περιπτώσεις αναγκάστηκε να οδηγήσει το όχημα του υπό αυτές τις συνθήκες και ακολούθως να το αποχωριστεί μέχρις ότου επιδιορθωθεί, καταλήγω ότι το εν λόγω όχημα ήταν ακατάλληλο (unmerchantable) και επικίνδυνο εν τη έννοια του νόμου. (βλ. άρθρο 16
(3)
(4), πιο πάνω). Παρ' ότι σπάνια εντοπίζονται δυο υποθέσεις με παρόμοια γεγονότα υποδεικνύω ότι εδώ το ζήτημα δεν είναι ελεύθερο νομολογίας. Επιχειρώντας έτσι να θέσω το δάκτυλο επι τον τύπο των ήλων, υποδεικνύω ότι η υπόθεση Douglas v. Glenvarigill Co Ltd
(2010)S.L.T. 634, επιβεβαιώνει όσα πιο πάνω αναφέρονται. Υποδεικνύω ότι και εκεί ανάλογο ήταν το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε τον ιδιοκτήτη του οχήματος και το δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα· «The pursuer's journeys were not terminated when the engine dropped to its safety mode; all that happened was that the car continued at approximately 30 mph. In my opinion it cannot be said that the defect that the car exhibited was in any way trivial. No doubt it could be easily remedied, but that does not mean that it was not serious. It seems to me that the defect with the communications hub was extremely serious, for three reasons. First, the rapid loss of power that occurred on three occasions involved a clear and obvious risk of danger to the occupants of the car, and indeed other road users. If a car on a motorway suddenly drops its speed from 70 mph to 30 mph, the danger is very clear indeed, and Mr Doughty described the faults in the vehicle as "fraught with danger" (para 16 above). Secondly, if the car shuts down into safety mode, it cannot travel faster than 30 mph or so. On o long journey that would add a great deal of time to the length of the journey. Quite apart from the inconvenience involved, the inability to go faster would create an obvious hazard as the car would be travelling at well under the normal speed of traffic. Thirdly, the defect affected the vehicle's management systems, with the consequences for the engine described at para 10 above; these appear in themselves to be serious. Finally, I should note that both Mr Bathgate and Mr Doughty were quite clear that the defects exhibited by the car were serious. I have no doubt that is correct. I accordingly conclude that the pursuers have demonstrated a breach of the implied term in s 14 of the Sale of Goods Act». Από τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερο ότι δικαιολογείται συμπέρασμα πως το υπό κρίση όχημα ήτο επικίνδυνο και κατ' επέκταση ακατάλληλης ποιότητας. Περιπλέον, εκ πρώτης όψεως δικαιολογείται διαπίστωση ότι λόγω τούτου η εναγομένη παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 16 του σχετικού νόμου. Επισημαίνω εν τούτοις ότι εκ πρώτης όψεως είναι που διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 16 του νόμου, εφόσον η διερεύνηση του πράγματος φαίνεται να μην σταματά εδώ. Και εξηγώ· Πλείστα τόσα συγγράμματα που ασχολούνται με το δίκαιο της πώλησης αγαθών, καθώς και η σχετική νομολογία, υποδεικνύουν ότι η προϋπόθεση δια καταλληλόλητα του αγαθού συναρτάται με το χρόνο πώλησης. Στον Benjaimin's Sale of Goods, 1974, στην παράγραφο 802 αναφέρεται ότι· «Effect of subsequently acquired knowledge. The time at which goods must be merchantable is the time of sale». Περαιτέρω στο ίδιο σύγγραμα, αυτή τη φορά στην παράγραφο 808, αναφέρεται ότι· «Τime element. The basic rule is that the goods must be merchantable at the time of sale, thought the fact that they deteriorate subsequently may be evidence that they were not merchantable at that time.» Υποδεικνύω ότι και η ημεδαπή νομοθεσία, εν προκειμένω το άρθρο 16 αλλά και το άρθρο 42, δεν χωρούν διαφορετική ερμηνεία. Αυτό γιατί στο άρθρο 16 ρητά αναφέρεται η φράση ' Όταν ο πωλητής πωλεί.', η οποία αναδεικνύει πως ο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος της πώλησης, ενώ το άρθρο 42 σκοπεί σε επεξήγηση του πότε ο αγοραστής θεωρείται ότι αποδέχτηκε τα αγαθά, αναφέροντας μεταξύ άλλων την περίπτωση που ενεργεί κατά τρόπο που θίγει την κυριότητα του πωλητή. Τα πιο πάνω θα ήταν περιττά αν ο κρίσιμος χρόνος ήταν άλλος από την πώληση, ή εύλογος χρόνος μετά από αυτή. Αυτός φαίνεται να είναι και ο λόγος που στην υπόθεση Super Sound Trading Ltd, πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι η αποδοχή των αγαθών από τον αγοραστή θεωρείται δεδομένη μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου. Τώρα, στην υπό κρίση περίπτωση το κλειδί της όλης υπόθεσης φαίνεται να είναι σε αυτό το χρόνο. Επαναλαμβάνω ότι το όχημα παραδόθηκε στον ενάγοντα την 30.08.2006. Μάλιστα ο ενάγων χρησιμοποιούσε το όχημα για δεκαεννέα και πλέον μήνες, μέχρις ότου παρουσιάσει το πρόβλημα για πρώτη φορά. Τούτο το πρόβλημα εμφανίστηκε τέλος Μαρτίου 2008. Η δε απόρριψη του οχήματος διενεργήθηκε την 17.10.2008, δηλαδή επτά, σχεδόν, μήνες μετά την παρουσίαση του προβλήματος και αφότου ο ενάγων συνεργάστηκε με την εναγομένη, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, για επιδιόρθωση του οχήματος. Τα πιο πάνω συνιστούν το αδιαμφισβήτητο πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης. Εν τούτοις αναδεικνύουν και το κρίσιμο ερώτημα· είναι ο χρόνος των δεκαεννέα μηνών εύλογος; Νιώθω ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη διερεύνηση. Η υπόθεση Douglas, πιο πάνω πραγματεύεται αυτό τούτο το ζήτημα και το απαντά ευθέως. Εξ αρχής αναφέρω ότι ο Σκωτσέζος δικαστής δεν παραγνωρίζει το γεγονός πως ενίοτε η ελαττωματικότητα του αγαθού είναι άδηλη (latent). Μάλιστα εκεί το όχημα χρησιμοποιείτο για δεκατρείς μήνες και τούτος ο χρόνος που διέρρευσε συνυπολογίστηκε στη δικανική πτυχή του πράγματος. Ο Λόρδος Drummond προσεγγίζει με επιμέλεια και περισσή περίσκεψη το όλο ζήτημα και πραγματεύεται το σύνολο, σχεδόν, της σχετικής νομολογίας. Η δε θέση του συμπυκνώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα· «A more difficult question is when the time for rejection begins to run in the case of latent defects. For this purpose, a latent defect is one that cannot be discovered by reasonable inspection or use of the goods at or immediately following delivery. One possible view is that time does not begin to run until the defect manifests itself. The alternative is that time begins to run immediately, but some delay in rejection may be reasonable if the defect is not immediately apparent. On the latter basis, assessing what is a reasonable time for rejection is dependent on two factors, when the defect appears and the time that elapses before rejection is intimated, but the precise relationship between those two factors depends upon the particular circumstances of the case. On a consideration of the authorities cited to me, I am of the opinion that the second of these approaches is correct.» Οι λόγοι δια αυτή την κατάληξη παρατίθενται πιο κάτω, ενώ αναφέρεται και ο λόγος που καθόρισε την έκβαση της υπόθεσης Douglas. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 644. « On the basis of the wording of s 35 and the foregoing cases, I am of the opinion that, in the case of a latent defect, time begins to run for the purposes of s 35
(4)as soon as the goods are delivered, but that some level of delay in rejection may be reasonable if the defect is not immediately apparent. In Mechants Ltd v Highland Marine Charters Ltd, supra, Lord Justice Clerk Grant started that "in the case of goods which are not expressly accepted and which may be subject to latent defects the Courts will be generous in fixing the "reasonable time" which must elapse before acceptance is deemed or implied" (p63 (p35)). In the case of a complex piece of machinery such as a car, it is to be expected that it may take a significant period of weeks or even months before rejection becomes impossible, because it may take a significant period of use before the defect becomes apparent. To that extent the fact that a defect is latent is relevant. Ultimately, however, the remedy of rejection becomes unavailable through "the lapse of a reasonable time", if the buyer retains the goods without intimating rejection. In my opinion that "reasonable" period cannot begin only when the defect manifests itself, for three reasons. First, the wording of s 35
(4), "after the lapse of a reasonable time", seems clearly to relate to a period running from the date of delivery. That is the obvious meaning in the context in which the subsection occurs; had it been intended that the period should run from the appearance of a defect that would, I think, have called for express wording. Secondly, rejection is a relatively drastic remedy in that it involves return of the goods and the whole of the price. At a certain stage commercial closure is required to permit the seller in particular, but also the buyer to some extent, to arrange his affairs one the basis that the goods have been effectively sold. Thirdly, damages remains as an alternative remedy (as may the remedies in ss48A and 48C); thus the buyer is not left without any recourse against the seller. In view of the foregoing analysis of s 34
(4), I have reached the conclusion that by May 2006, when the vehicle was taken in to Edinburgh Audi for repair, a reasonable time within the meaning of that subsection had elapsed without intimation of rejection; consequently by that time the pursuer was deemed to have accepted the car. I reach this conclusion primarily because the period in question starts to run on delivery, and after 15 months I am of opinion that it was too late to reject the goods. While the court should clearly be generous in fixing a reasonable time, as Lord Justice Clerk Grant indicated, I consider that 15 months is simply too long a period for rejection. it is significant that, with one exception, in none of the reported cases has rejection.» Είμαι της γνώμης ότι οι τρεις λόγοι που δόθηκαν από το Λόρδο Drummond, είναι αδιαφιλονίκητοι και χαίρουν υψηλού βαθμού πειστικότητας. Υποδεικνύω ότι το αγγλικό άρθρο 35
(4)αντιστοιχεί στο ημεδαπό άρθρο 42
(6). Μάλιστα και στον κυπριακό νόμο εντοπίζεται η φράση 'από την παρέλευση εύλογου χρόνου'. Περαιτέρω, όπως είχε ήδη υποδειχθεί, νομολογία και συγγράμματα θέλουν την πώληση να συντελείται με την παράδοση των αγαθών. Συνεπώς οι όποιες επάλληλες υποχρεώσεις, όπως είναι η καταλληλότητα του αγαθού, σε εκείνο το χρόνο είναι που τοποθετούνται και από εκείνο το χρονικό σημείο είναι που άρχεται ο υπολογισμός του εύλογου διαστήματος. Περιπλέον, γεγονός είναι ότι η απόρριψη του αγαθού με όλα τα συνεπακόλουθα, ήτοι επιστροφή τούτου και απαίτηση του τιμήματος πώλησης, είναι μέτρο δραστικότατο. Ο λόγος περί αυτού είναι προφανής και οφείλεται στις επιπτώσεις που επιφέρει στις εμπορικές συναλλαγές, όπως είναι η αβεβαιότητα του χρόνου ολοκλήρωσης της εμπορικής πράξης, στοιχείο αλληλένδετο του κόστους. Δηλαδή αν τα πράγματα ήταν αλλιώς ουδείς θα ήτο σε θέση να γνωρίζει πότε ολοκληρώθηκε η πώληση. Συνακόλουθα οι εμπορευόμενοι θα μετακυλούσαν το κόστος στον καταναλωτή, αυξάνοντας τις τιμές των αγαθών. Τέτοια όμως προσέγγιση αντίκειται των εμπορικών ηθών αλλά και της λογικής. Τέλος, το καθ' όλα λογικό ερώτημα που αναφύεται· τι μέλλει γενέσθαι με τον αγοραστή του ακατάλληλου αγαθού και τίνι τρόπω αποκαθίσταται η σε βάρος του αδικία, απαντάται από το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Ο αγοραστής δεν αφήνεται άνευ θεραπείας, ή καλύτερα έρμαιο των άνομων ενεργειών του πωλητή. Το δίκαιο δεν κλείνει τα μάτια στην αδικία, εξ ου και ο αγοραστής δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Δηλαδή, καίτοι χάνει το δικαίωμα απόρριψης του αγαθού, σε καμία περίπτωση δεν στερείται το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν τους λόγους που δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η καταλληλότητα του αγαθού συναρτάται με το χρόνο παράδοσης τούτου. Ακόμη και εκεί που η ελαττωματικότητα δεν είναι εμφανής αλλά κεκαλυμμένη (latent), σταθερό σημείο αναφοράς είναι και πάλι η ημερομηνία παράδοσης. Βεβαίως το εύλογο του πράγματος, δηλαδή του χρόνου που παρήλθε, είναι ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται ανά περίπτωση. Εν τούτοις επιβεβαιώνεται ο Λόρδος Drummond στην υπόθεση Douglas, πιο πάνω, ότι ουδεμία από τις δημοσιευμένες υποθέσεις δέχεται απόρριψη του αγαθού μετά δεκαπέντε μηνών από την ημερομηνία πώλησης (βλ. σελίδα 644-645 in none of the reported cases has rejection been permitted where a defect has not appeared for a period even approaching 15 months). Εδώ ο ενάγων κατείχε, χρησιμοποιούσε και απολάμβανε το όχημα για περίοδο 19 μηνών, μεταξύ 30.08.2006 που παρέλαβε τούτο μέχρι και τέλη Μαρτίου 2008 που εμφανίστηκε το πρόβλημα. Είμαι της γνώμης πως με όποιο τρόπο και αν εξετάσει κανείς τούτη την περίοδο δεν δικαιολογείται συμπέρασμα ότι ο χρόνος αυτός είναι εύλογος. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Ο χρόνος των 19 μηνών καταδεικνύει, εξ αντικειμένου, ότι δεν δικαιολογείτο απόρριψη του αγαθού που ο ενάγων καρπούντο για τόσο καιρό. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι αδικαιολόγητα ο ενάγων προχώρησε σε απόρριψη του οχήματος. Έχοντας διαπιστώσει τούτο η συζήτηση επανέρχεται στη βάση της αγωγής. Υποδείχθηκε ήδη ότι ενάγων περιόρισε την υπόθεση του σε αυτό το δικαίωμα απόρριψης του οχήματος που παρέχεται από τις αρχές του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου. Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι λόγω τούτου δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία που να δικαιολογεί οιεσδήποτε αποζημιώσεις. Εν πάση όμως περιπτώσει, προσθέτω ότι διερεύνηση των όποιων ειδικών ζημιών υπέστη ο ενάγων, ως έχουν διαπιστωθεί ήδη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν συναρτώνται με την ελαττωματικότητα του οχήματος αλλά με την επιλογή του ενάγοντα να απορρίψει τούτο. Εν ολίγοις ο ενάγων μπορούσε και όφειλε να επιδιορθώσει το όχημα και όχι να το αντικαταστήσει με άλλο. Η δε ενοικίαση άλλου οχήματος δεν συναρτήθηκε με απώλεια χρήσης του επίδικου οχήματος, ιδιαίτερα εφόσον η σχετική κατάσταση λογαριασμού αφορά το έτος 2010, δηλαδή δυο, σχεδόν έτη, μετά την απόρριψη του οχήματος και όχι το χρόνο που ενώ ήταν κάτοχος τούτου δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει λόγω μηχανικών προβλημάτων. Ως εκ των πιο πάνω ούτε η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι εν προκειμένω ευχερής. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα. (υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.