Αναφορικά με την Αίτηση του Λεωνίδα Κίμωνος, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας A.G. EXCELLENCE IN CONSTRUCTION LTD ν. Αναφορικά με την Εταιρεία A.G. EXCELLENCE IN CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 15/2016, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A585 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 15/2016 Αναφορικά με την Εταιρεία A.G. EXCELLENCE IN CONSTRUCTION LTD, από τη ΛΕΥΚΩΣΙΑ -και- Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με την Αίτηση του Λεωνίδα Κίμωνος, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας A.G. EXCELLENCE IN CONSTRUCTION LTD -και- Αναφορικά με την Μαρία Γιάννακα, από Αγίου Γενναδίου 73, Στρόβολος, Λευκωσία, Διευθυντή της Εταιρείας A.G. EXCELLENCE IN CONSTRUCTION LTD -και- Αναφορικά με τον Φώτη Γιάννακα, από Αγίου Γενναδίου 73, Στρόβολος, Λευκωσία, Διευθυντή της Εταιρείας A.G EXCELLENCE IN CONSTRUCTION LTD -και- Αναφορικά με τον Ανδρέα Γιάννακα, από Αγίου Γενναδίου 73, Στρόβολος, Λευκωσία, Διευθυντή της Εταιρείας A.G EXCELLENCE IN CONSTRUCTION LTD Αίτηση για παραμερισμό της κυρίως αιτήσεως 31 Οκτωβρίου 2016 Για τους αιτητές στην ενδιάμεση αίτηση: κος Παπαπολυβίου Για την καθ'ης η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση: κα Κούσιου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση είναι ενδιάμεση. Παρεμβάλλει τούτη στο πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως που προωθείται [η κυρίως αίτηση] από τον παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας A.G. Excellence in Construction Ltd (στη συνέχεια η εταιρεία). Αντικείμενο της κυρίως αιτήσεως είναι η έκδοση οδηγιών βάσει του άρθρου 337 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και συγκεκριμένα· να διαταχθούν οι αξιωματούχοι της εταιρείας να παραδώσουν στον παραλήπτη/διαχειριστή διάφορα έγγραφα και/ή στοιχεία που κατονομάζονται στην αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση προωθείται από τους αξιωματούχους της εταιρείας και με αυτή επιδιώκεται η απόρριψη και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμός της κυρίως αιτήσεως, επί τω ότι είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική. Ο λόγος γι' αυτό, δηλαδή την παρατυπία και καταχρηστικότητα, έγκειται, σύμφωνα με τους αξιωματούχους της εταιρείας, στο ότι δεν συνοδεύεται [η κυρίως αίτηση] από γραπτό διορισμό δικηγόρου (retainer) και/ή διότι δεν αναφέρεται το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας και/ή διότι ο τύπος της αίτησης [της κυρίως] είναι λανθασμένος, καθ' ότι χρησιμοποιήθηκε ο τύπος ενδιάμεσης αίτησης και όχι εναρκτήριας (originating). Η υπό κρίση αίτηση, που στη συνέχεια θα καλείται ως η αίτηση, ενώ για σκοπούς διάκρισης τούτης από την άλλη, δηλαδή την κυρίως, η τελευταία θα καλείται ως η κυρίως, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.1 κ.2, Δ.2 κ.14, Δ.16 κ.9, Δ.27 κ.3, Δ.48 κ.κ. 1-4 και Δ.64 κ.κ. 1,2· στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 336-344· στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, κανονισμοί 2,3 6(w)· και στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60άρθρο 2· καθώς στις αρχές της νομολογίας, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Εν τούτοις εφόσον οι αιτητές εγείρουν διαδικαστικό ζήτημα που καθάπτεται της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, επιβάλλεται να εξεταστεί πρώτο και πριν οτιδήποτε άλλο. Οι αιτητές υποδεικνύουν ότι η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στην επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει δικηγόρος και όχι ο καθ' ου η αίτηση. Υπερτονίζουν δε το γεγονός πως ουδείς λόγος και/ή επεξήγηση παρέχεται για αυτή την απόκλιση από τις επιταγές της νομολογίας και ως εκ τούτου διατείνονται πως η σχετική ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Προς υποστήριξη της θέσης τους επικαλούνται τη γνωστή υπόθεση Rybolοvlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82. Στον αντίποδα η πλευρά του παραλήπτη/διαχειριστή δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Και τι να αναφέρει άλλωστε τη στιγμή που η νομολογία ξεκάθαρα δηλώνει ότι ορθό και πρέπων είναι να αποφεύγουν οι δικηγόροι να ορκίζονται ένορκες δηλώσεις και μάλιστα δίχως ιδιαίτερο λόγο, φερ' ειπείν απουσία του διαδίκου που εκπροσωπούν. Αν όμως ήθελε παραστεί τέτοια ανάγκη, τότε ο δικηγόρος οφείλει, αν μη τι άλλο, να αποστασιοποιηθεί από το χειρισμό της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση ομνύων δεν είναι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση. Εν τούτοις τίποτα αναφέρει που να δικαιολογεί το γεγονός ότι ορκίστηκε τη δήλωση ο ίδιος, δηλαδή ο δικηγόρος. Επιπλέον, το περιεχόμενο της δήλωσης αποτελεί απτή απόδειξη ότι δεν προσθέτει οτιδήποτε στη γκάμα των πραγματικών γεγονότων, παρά μόνο συνιστά επιχειρηματολογία κατά του αιτήματος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η επί του προκειμένου θέση των αιτητών είναι ορθή. Συνακόλουθα η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν θα ληφθεί υπόψη. Τώρα, η τύχη της επίδικης αίτησης δεν εξαρτάται από εξωγενή γεγονότα. Όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει το δικαστήριο, ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει το αίτημα, αποτελούν μέρος του φακέλου. Περιττό βεβαίως να επαναληφθεί ότι το δικαστήριο κέκτηται εξουσία να εξετάσει τούτο το περιεχόμενο και να καταλήξει σε συμπεράσματα (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808.814). Ποια είναι τα γεγονότα που στην προκείμενη περίπτωση διαδραματίζουν κάποιο ρόλο, θα αναφερθεί στην πορεία συν τω χρόνω εξέτασης των διαφόρων θεμάτων. Σε μια προσπάθεια ιεράρχησης των λόγων που οι αιτητές επικαλούνται δια απόρριψη της κυρίως αιτήσεως, διαπιστώνεται ότι πρώτος και κυριότερος δεσπόζει ο λόγος που άπτεται του χαρακτήρα της κυρίως αιτήσεως. Τίθεται συναφώς το ερώτημα· ποιος είναι ο χαρακτήρας τούτης; Επί του προκειμένου οι θέσεις των δυο πλευρών συμπίπτουν. Και οι δυο δηλώνουν ότι αίτηση αυτού του είδους, δηλαδή αίτηση που επιζητεί έκδοση οδηγιών βάσει του άρθρου 337 του Κεφ.113, είναι πρωτογενής και εναρκτήρια, αγγλιστί originating summons. Ομολογώ ότι η θέση αμφότερων των συνηγόρων με βρίσκει σύμφωνο. Δικαιολογημένα η καθ'ης η αίτηση παραπέμπει στο Annual Practice, εφόσον οι συγγραφείς τούτου πραγματεύονται το ζήτημα εν εκτάσει. (βλ. Annual Practice 1958, σελίδες 1362 και 1397). Δεν μου διαφεύγει όμως ότι και το ημεδαπό δίκαιο πραγματεύεται το ζήτημα ευθέως και συνεπώς δεν αντιλαμβάνομαι τι εξυπηρετεί καταφυγή σε αγγλικά συγγράματα, έστω ύψιστης σημασίας όπως είναι η Ετήσια Πρακτική. Και εξηγώ· Τα δικά μας Companies Rules διαγράφουν το δικονομικό πλαίσιο που διέπει ζητήματα εταιρικού δικαίου και μεριμνούν συναφώς για αίτηση ως αυτή που εδώ απασχολεί. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι ο κανονισμός 6(w) αναφέρει τα εξ ης· «6. The following applications shall be made by summons: (w) Applications for directions by a receiver or manager under section 336
(1)of the Law.» Πέραν όμως του κανονισμού 6(
- w)τη δική του σημασία έχει σε σχέση με τα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσης και ο επόμενος κανονισμός, εν προκειμένω ο κ.7. Αναφέρεται εκεί ότι· «7. A respondent to an originating summons issued pursuant to rule 6 of these rules shall not be required to enter an appearance except where such summons is issued pursuant to paragraph (
- n)or paragraph (
- p)of that Rule». Από τα αναφερόμενα στον κ.7 των ημεδαπών Companies Rules ευθέως προκύπτει ότι αίτηση βάσει του άρθρου 337 του Κεφ. 113 είναι εναρκτήρια (originating) και όχι ενδιάμεση ή οτιδήποτε άλλο. Ας λεχθεί εν παρόδω ότι αυτή ακριβώς η άποψη είναι που υποστηρίζεται και στο Annual Practice, πιο πάνω, στη σελίδα 1362. Σε αυτό τούτο το χαρακτήρα της αίτησης είναι που στηρίζονται οι αιτητές όταν υποστηρίζουν ότι η κυρίως αίτηση είναι παράτυπη, εφόσον δεν ακολουθήθηκε ο ενδεδειγμένος τύπος, που είναι αυτός που προνοείται στο σχετικό αγγλικό κανονισμό. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι η κυρίως αίτηση διέπεται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και δη τη Δ.2 κ.14 που προνοεί ότι κάθε κλητήριο ένταλμα (writ) που παρουσιάζεται για σφράγιση, συνοδεύεται από διοριστήριο δικηγόρου (retainer), εκτός αν το δικαστήριο έδωσε άδεια να μην συνοδευτεί από τέτοιο, δηλαδή διοριστήριο (retainer). Εφόσον στη δοσμένη περίπτωση η κυρίως αίτηση δεν συνοδεύεται από διοριστήριο, τότε, υποστηρίζουν οι αιτητές, είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Προτού αποφανθώ επί του αιτήματος κρίνω ότι επιβάλλεται να σχολιάσω μια ουσιώδη αντίφαση που παρατηρείται στην προσέγγιση των αιτητών και η οποία [αντίφαση] δεν συνάδει με την καθαρότητα που επιβάλλεται να διέπει το δικανικό λόγο. Και εξηγώ· ενώ οι αιτητές υποστηρίζουν ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί συμπληρώνουν τα Companies Rules όπου δει (βλ. σελίδα 3 αγόρευσης), προς τούτο μάλιστα επικαλούνται αριθμό αποφάσεων, ακολούθως επικαλούνται τον κ.12 των Companies Rules για να υποστηρίξουν ότι 'ενόψει απουσίας συγκεκριμένου Τύπου στο Παράρτημα των περί Εταιρειών Κανονισμών ο τύπος της Αίτησης ημερομηνίας 11.01.16 έπρεπε να ακολουθήσει τα Αγγλικά Companies Rules' (βλ. σελίδα 14 αγόρευσης). Με όλο το σεβασμό αλλά οι δύο πιο πάνω θέσεις είναι συγκρουόμενες και ως τέτοιες ανίκανες να συνυπάρξουν. Μάλιστα η συνύπαρξή τους προσκρούει στο γνωστό αξίωμα 'Quod Approbo Non Reprobo' και αναδεικνύει αντινομία, ως ενωρίτερα αναφέρθηκε. Εν πάση περιπτώσει, σε μια προσπάθεια αποκρυστάλλωσης των δικανικών αρχών που διέπουν το ζήτημα υποδεικνύω ότι στην υπόθεση K.M.C. Motors Limited v. Jorephanco Trading And Contacting Company
(1984)1 C.L.R. 390, 397, υποδείχθηκε ότι τα όποια δικονομικά κενά στα Companies Rules, πληρούνται με καταφυγή στους περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Αυτή όμως η αρχή τυγχάνει καθολικής και απόλυτης εφαρμογής και δεν αφήνει δικαίωμα επίκλησης, κατά το δοκούν και αστάθμητα, άλλοτε των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και άλλοτε των αγγλικών Companies Rules. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό είναι λογικό συμπέρασμα, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση άγνωστο θα ήταν ποια δικονομία επιθυμεί έκαστος να επικαλεστεί. Εν πάση όμως περιπτώσει το ζήτημα έχει επιλυθεί νομολογιακά, εδώ και κάποιες δεκαετίες. Στην υπόθεση Karaoglanian & Sons Ltd v. Karaoglanian and Another
(1976)12 J.J.C.
- 1879, λέχθηκε ότι· «Further we incline to the view that even if we were to hold that r.3 of the Cyprus Companies Rules is the relevant enactment that governs matters pertaining to the service of a winding up petition, this rule does not have the effect of making applicable in Cyprus the English Companies (Winding Up) Rules,
- What r.3 of the Cyprus Companies Rules seeks to achieve is to make applicable the Civil Procedure Rules as they apply to civil actions in the absence of a specific provision being made in the Companies Rules regulating any procedural matter. Thus both under the 1933 Rules as well as under the Companies Rules we are driven to the same conclusion, that is, that no room is left for the application of the English Companies (Winding Up) Rules, 1949.» Δεν παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω αφορούν τον κ.3 των Companies Rules, ενώ οι αιτητές είναι τον κ.12 που επικαλούνται όταν υποστηρίζουν ότι επιβάλλεται να καταφύγει κανείς στους αγγλικούς κανονισμούς. Παρ' όλα αυτά, η ομοιότητα του λεκτικού των δυο κανονισμών, κανονισμοί 3 και 12, είναι πρόδηλη. Αυτή η θεώρηση του πράγματος αποκαλύπτει ότι ανάλογα ισχύουν και για τον κ.12, δηλαδή ότι όπου αυτός ομιλεί δια αγγλικούς τύπους ερμηνεύεται ότι εννοεί τους τύπους που προνοούνται στους περι Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικούς Κανονισμούς. Πέραν όμως των πιο πάνω επεξηγηματική είναι και η σχετική νομολογία. Δικαίως η πλευρά της καθ' ης η αίτηση επικαλέιται τα αναφερόμενα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon
(1998)1Δ Α.Α.Δ.
- Εκεί η αίτηση που καταχωρίστηκε επιζητούσε απομάκρυνση του διαιτητή, ο οποίος κλήθηκε να παραστεί στη διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η αίτηση δεν ήταν καλυμμένη από συγκεκριμένο δικονομικό πλαίσιο, εν τούτοις επισήμανε ότι σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή όπου το θέμα δεν ρυθμίζεται δικονομικά, η προσοχή στρέφεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι επικουρούν και εξυπηρετούν κάθε δικονομικό κενό. Επισημάνθηκε εκεί ότι η Δ.48 επιλύει το ζήτημα και τυγχάνει εφαρμογής, mutatis mutandis βεβαίως εναρκτήριας αιτήσης. Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι (σελίδα 1982)· «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις προνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
- Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.» Περιπλέον σχετική είναι και η υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westcare Investment Inc.
(1999)1 A.A.Δ.
- Μάλιστα προσφάτως εκδόθηκε και η απόφαση Ανδρέας Νεοκλέους & Σια v. Cyllenius Holding Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A500, Πολ. Εφ. 142/11, ημερομηνίας 26.10.
- Η τελευταία υπόθεση αφορούσε αίτηση για εγγραφή απόφασης της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, στην οποία απασχόλησε ο τύπος της αίτησης που συνιστά το μέσω δια εγγραφή της απόφασης. Αποφασίστηκε συναφώς ότι· «Είναι πρόδηλο από την πιο πάνω πρόνοια ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δίδουν το δικαίωμα εγγραφής και εκτέλεσής τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Για να μπορεί, όμως, να εκτελεστεί μια τέτοια απόφαση θα πρέπει αυτή να καταχωριστεί στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου για να προχωρήσει η εκτέλεσή της. Στο άρθρο 16(Α)
(1)δεν προβλέπεται ο τύπος της αίτησης που θα πρέπει να υποβληθεί. Στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westcare Investment Inc.
(1999)1 ΑΑΔ 124 υπεδείχθη ότι, στην απουσία ειδικών κανονισμών, υπάρχει δυνατότητα αναζήτησης δικονομικού μηχανισμού, ούτως ώστε να μην καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα που παρέχονται από συγκεκριμένο νόμο. Στις περιπτώσεις αυτές, η πρόσβαση στο Δικαστήριο καθίσταται δυνατή με τη χρησιμοποίηση γνωστών στο δίκαιο διαδικασιών, υπό την προϋπόθεση ότι κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Άλλωστε υπάρχει σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ως αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για την αποτελεσματική άσκηση της δικαιοδοσίας του, όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Εφόσον, λοιπόν, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν ειδικοί δικονομικοί κανονισμοί για να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 16(Α)
(1)(πιο πάνω), θεωρούμε ότι θα μπορούσε να καταχωριστεί γενική αίτηση, στην οποία να γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου στις οποίες αφορά, καθώς και στις νομικές πρόνοιες επί των οποίων στηρίζονται οι εφεσείοντες αιτητές, καθώς και το πραγματικό υπόβαθρο αυτής. Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος θα ακύρωνε το σκοπό του νομοθέτη και θα είχε ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο των αιτητών με την προσκόλληση σε τυπολατρεία, σε μία περίπτωση όπου δεν υπάρχουν ρητοί διαδικαστικοί κανονισμοί που να διέπουν το θέμα. Αυτό που θα πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Στην παρούσα περίπτωση θεωρούμε ότι με τη διαδικασία που ακολούθησαν οι εφεσείοντες, όπου η αίτηση επιδόθηκε στους εφεσίβλητους, δίδοντάς τους το δικαίωμα να προβάλουν στο Δικαστήριο ο,τιδήποτε επιθυμούν σε συνάρτηση βέβαια με το επίδικο θέμα της προώθησης της εκτέλεσης της απόφασης της Επιτροπής, δεν επηρεάζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα νόμιμα και θεμιτά δικαιώματα των εφεσιβλήτων, ούτε έχει προβληθεί οποιοσδήποτε τέτοιος βάσιμος ισχυρισμός». Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω στα εξ ης συμπεράσματα. Δοθέντος ότι η προβλεπόμενη αίτηση στον κανονισμό 6(w) των Companies Rules είναι εναρκτήρια (originating summons) και περαιτέρω, ότι ο τύπος τούτης δεν έχει ρυθμιστεί, εφόσον δεν εντοπίζεται τέτοιος στα Companies Rules, το πράγμα και δη τα δικαιώματα του διαδίκου, εδώ του παραλήπτη/διαχειριστή δια την εταιρεία, δεν μπορεί να ακυρωθούν ή να περιπέσουν σε αχρησία λόγω του ότι δεν υφίσταται τύπος. Επιτρέπεται στο διάδικο να αναζητήσει άλλες λύσεις στρέφοντας την προσοχή του στον πλησιέστερο κατά το δυνατό τύπο, είτε τούτος είναι ο κλασσικός τύπος εναρκτήριας αίτησης (βλ. Form 51 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας), είτε είναι η Δ.48, με τις αναγκαίες βεβαίως τροποποιήσεις. Στο δικό μου μυαλό πλησιέστερος είναι ο τύπος 51, πιο πάνω, εφόσον ανταποκρίνεται πλήρως σε σχέση με εναρκτήρια αίτηση. Με αυτό δεν εννοώ ότι ισχύει η Δ.
- Τουναντίον, ρητά δηλώνω ότι δεν ισχύει τούτη. Επιχειρώντας όμως να εξεύρω λύση στο πρόβλημα καταλήγω ότι προτιμότερη θα ήταν η επίκληση του τύπου 51 και όχι του τύπου 46 που αντιστοιχεί στις πρόνοιες της Δ.48 των Θεσμών. Εν τούτοις τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν την επιλογή της καθ'ής η αίτηση να χρησιμοποιήσει τον τύπο
- Άλλωστε, όπως έχει ήδη υποδειχθεί στην υπόθεση Dynacon πιο πάνω, ανάλογη επιλογή, δηλαδή του τύπου 46, κρίθηκε ορθή. Έχοντας γνώμονα όλα τα ανωτέρω διεξήλθα με προσοχή το περιεχόμενο της κυρίως αιτήσεως και με αυτό εννοώ τον τίτλο και το σώμα της αίτησης και όχι την ένορκη δήλωση. Είμαι της γνώμης ότι δεν υπολείπεται οιασδήποτε λεπτομέρειας. Ας λεχθεί εδώ ότι και ο αγγλικός τύπος εναρκτήριας αίτησης έχει ανάλογο περιεχόμενο και τίτλο. Εξαντλείται εν προκειμένω στην κλήση και βεβαίως στις οδηγίες που ζητούνται. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω σε όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Annual Practice του 1958 στις σελίδες 2365 εως 2367 και ιδιαίτερα τον τύπο 1Β που αφορά την Ο.54 r.4B. Ως εκ των ανωτέρω είμαι της γνώμης ότι ουδέν μεμπτό διαπιστώνεται στον τρόπο δόμησης της κυρίως αιτήσεως, και ως εκ τούτου δεν είναι παράτυπη. Παρ' ότι τα πιο πάνω απαντούν και το άλλο θέμα που τέθηκε, δηλαδή ότι λανθασμένα δεν αναφέρεται το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, για σκοπούς ολοκληρωμένης και μόνο εικόνας σημειώνω ότι τούτο δεν χρειάζεται να τεθεί στο σώμα της αίτησης δίκην δικογραφημένου ισχυρισμού. Είναι αρκετό ότι αναφέρεται στον τίτλο, όπως εδώ, ώστε να αποκαλυφθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Ό,τι απομένει πλέον να εξεταστεί είναι η εισήγηση των αιτητών ότι εφαρμογής τυγχάνει η Δ.2 κ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι τούτη η διαταγή που προνοεί ότι το κλητήριο ένταλμα (writ) δεν σφραγίζεται εκτός αν συνοδεύεται από διοριστήριο. Το πρώτο που χρειάζεται να ειπωθεί είναι πως στη δοσμένη περίπτωση το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει ότι η κυρίως αίτηση δεν συνοδεύεται από τέτοιο διοριστήριο. Αυτό λοιπόν συνιστά γεγονός, Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που οι αιτητές επικαλούνται τα λεγόμενα στην υπόθεση Charalambous v. Anastopoulos, Πολ. Εφ. 7103, ημερομηνίας 15.04.1988, (δεν έχει δημοσιευτεί), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση δια παραμερισμό της επίδοσης επειδή δεν καταχωρίστηκε διοριστήριο έγγραφο (retainer). Eπικαλούνται περαιτέρω τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και συγκεκριμένα τον ορισμό που δίδεται στον όρο αγωγή, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται κάθε πολιτική διαδικασία αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά άλλου τρόπου. Προσθέτω εδώ ότι ανάλογη είναι η απόδοση της φράσης action στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Έχοντας όμως αναφέρει τούτα οφείλω να υποδείξω ότι ο κ.14 της Δ.2 δεν αναφέρεται σε αγωγή (action), αλλά σε κλητήριο ένταλμα (writ). Ως εκ τούτου κρίνω πως βεβιασμένη είναι η δίχως άλλο συνάρτηση του κλητηρίου εντάλματος με τον όρο αγωγή. Σχολαστική εξέταση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας φανερώνει ότι δεν αποδίδεται εκεί ο όρος κλητήριο ένταλμα, αλλά ένα είδος τούτου, εν προκειμένω το ειδικώς οπισθογραφημένο (specially indorsed). Από την άλλη οι Θεσμοί ρητά πραγματεύονται την έννοια εναρκτήρια αίτηση (originating summons), δια την οποία αναφέρεται ότι είναι· «..any summons other than a summons in a pending cause or matter». Είμαι της γνώμης ότι η πλέον επεξηγηματική προσέγγιση δια το τι έστι εναρκτήρια αίτηση, αποδίδεται στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 1992, στο πλαίσιο της Ο.71 r.1A. Eίναι αξιομνημόνευτο ότι ο ορισμός που αποδίδεται εκεί [Ο.71 r.1A] είναι ο ίδιος με εκείνο της Δ.
- Αναφέρεται εν προκειμένω ότι· «1Α. Originating summons means every summons other than a summons in a pending cause or matter». Πιο κάτω στα επεξηγηματικά σχόλια υποδεικνύεται ότι· «Prior to its amendment by R.S.C. August 1894, r.1 of this Order defined 'originating summons' as meaning a summons by which proceedings are commenced without writ..» It was also decided that the effect of this definition coupled with the definition of action..It seems that proceedings commenced by originating summons are still an action where the use of an originating summons is prescribed by R.S.C. (see O.54A, O55, rr.3, 5A)». Από τα πιο πάνω είναι πλέον σαφές ότι η εναρκτήρια αίτηση συνιστά αγωγή. Εν τούτοις είναι αγωγή που δεν έχει δικόγραφα, εν προκειμένω κλητήριο ένταλμα, εφόσον η χρησιμότητά της αναφύεται εκεί που το πραγματικό πλαίσιο είναι αναμφισβήτητο (βλ.Odgers On Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελίδα 314 - Where the main point at issue is one of construction of a document or statute, or is one of pure law, then this is the appropriate procedure. It is not, however, appropriate where there is likely to be any substantial dispute of fact. It is also inappropriate if the plaintiff thinks that the action is one which summary judgment can be obtained). Λόγω μάλιστα αυτής της ιδιαιτερότητας σε σχέση με τα δικόγραφα, εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν (βλ. Odgers, πιο πάνω, σελίδα 317 - Ηearing of Summons). Είναι με περισσή προσοχή και ενδιαφέρον που διερεύνησα το ζήτημα που εμμέσως θίγουν οι αιτητές, δηλαδή κατά πόσο η εναρκτήρια αίτηση συνιστά κλητήριο ένταλμα. Εν τούτοις κανένα σύγγραμμα και καμία αυθεντία φαίνεται να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ακόμη και στην Αγγλία, όπου αριθμός διατάξεων ρυθμίζει σχολαστικά τη διαδικασία που ακολουθείται σε εναρκτήρια αίτηση, πουθενά αναφέρεται ότι ταυτίζονται τα δυο, ώστε να καθίστανται ένα και το αυτό. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει, πρόκειται για δυο ξεχωριστές και ιδιώνυμες διαδικασίες, των οποίων κοινό στοιχείο είναι το γεγονός ότι εμπερικλείονται στον ορισμό του όρου αγωγή. Με δεδομένη τη διάκριση μεταξύ κλητηρίου εντάλματος και εναρκτήριας κλήσης, δεν αντιλαμβάνομαι πως εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.14 της Δ.
- Εκεί ο κανονισμός ρητά παραπέμπει σε κλητήριο ένταλμα και μάλιστα κλητήριο που υπερβαίνει συγκεκριμένη αξία. Είναι καλά γνωστό ότι η εναρκτήρια κλήση ενίοτε δεν συναρτάται με αξία, εφόσον αντικείμενο τούτης δυνατό να είναι η ερμηνεία εγγράφου. Είμαι πεπεισμένος ότι αν ο συντάκτης του κανονισμού [Δ.2 κ.14] επιθυμούσε εφαρμογή τούτου και στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, θα το ανέφερε ρητά, ιδιαίτερα εφόσον ο όρος [εναρκτήρια κλήση] αποτελεί αντικείμενο σχολιασμού στους ίδιους θεσμούς (βλ. Δ.2 απόδοση όρων). Δεν είναι τούτη η περίπτωση της υπόθεσης K.M.C. Motors, πιο πάνω, όπου διαπιστώνεται δικονομικό κενό και αναζητούνται τρόποι πλήρωσης του. Εδώ ο κ.14 της Δ.2 επιβάλλει κύρωση και γι' αυτό ακριβώς περιορίστηκε σε κλητήριο ένταλμα. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι καίτοι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε εναρκτήριες κλήσεις, καθ΄ ότι δεν έχουν θεσπιστεί σχετικοί κανονισμοί, εφαρμάζονται στο πλαίσιο του ιδιώνυμου χαρακτήρα εναρκτήριας κλήσης και όχι κατά τρόπο που να ακυρώνεται αυτή τούτη η φύση του συγκεκριμένου διαδικαστικού μέσου [εναρκτήρια κλήση]. Είμαι της γνώμης πως τα πιο πάνω ολοκληρώνουν τη διερεύνηση εφόσον η εναρκτήρια κλήση δεν είναι κλητήριο ένταλμα per se, ενώ ο κ.14 της Δ.2 εφαρμόζεται μόνο σε κλητήριο ένταλμα (writ). Εν πάση όμως περιπτώσει, πέραν των πιο πάνω υποδεικνύεται ότι στο σύγγραμμα Odgers, ανωτέρω, σελίδα 14, αναφέρεται ότι συνήθως δεν χρειάζεται εμφάνιση σε εναρκτήρια κλήση. Μάλιστα εδώ αυτό ισχύει, εφόσον ρητά αναφέρεται στον κ.7 των Companies Rules. Υπό το φως αυτών των δεδομένων η θέση των αιτητών φανερώνει αντινομία και παραλογισμό, εφόσον άδικο θα ήταν αν σε μια διαδικασία εναρκτήριας αίτησης, ως η επίδικη, ο καθ΄ ου η αίτηση δεν χρειάζεται να καταχωρίσει εμφάνιση, αλλά την ίδια στιγμή δικαιούται να αιτηθεί απόρριψη της αίτησης επι τω ότι αυτή, δηλαδή η αίτηση, δεν συνοδεύεται από διοριστήριο, τρόπον τινά εμφάνιση. Είμαι της γνώμης ότι αφ' ης στιγμής δεν χρειάζεται εμφάνιση για τον καθ' ου η αίτηση, αναπόφευκτο είναι ότι το ίδιο ισχύει και για τον αιτητή. Αυτό επιτάσσει η λογική αλλά και το δίκαιο του πράγματος. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε αυτός ο λόγος ισχύει και συνεπώς απορρίπτεται. Αναπόδραστο επακόλουθο όλων των ανωτέρω είναι ότι η επίδικη αίτηση είναι ανυπόστατη και αδικαιολόγητη. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, νοείται στην ενδιάμεση διαδικασία, καταβλητέα με την αποπεράτωση της κυρίως αιτήσεως. (υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο