Minerva Finance & Investments Ltd ν. Άντρη Ιμπραχήμ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2310/95, 19/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A559 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2310/95 Μεταξύ: Minerva Finance & Investments Ltd Ενάγουσας Και
- Άντρη Ιμπραχήμ
- Φάνης Χατζηράφτης
- Νίτσα Χατζηαλεξάνδρου Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές : κα Κωμοδρόμου για Λ.Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση 1: κα Χατζημιχαήλ για Γιώργο Παπαθεοδώρου και Ανδρέα Στεφάνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 8.6.2015, οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο άδεια για εκτέλεση της απόφασης, ημερομηνίας 24.2.1999, για περαιτέρω 10 χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Ζητείται επίσης άδεια για εκτέλεση της ίδιας απόφασης από την Minerva Financial Services Public Ltd. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής δικονομίας Θεσμούς, Δ.40, Θ.8, Δ.48 Θ.1, 2
(2), 8
(1)(κκ) και Δ.57 Θ.2, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Άρθρο 19
(4). Στηρίζεται δε, σε γεγονότα που φαίνονται σε ένορκη δήλωση της Άντριας Μαυρή και στο φάκελο της δικογραφίας. Η Άντρια Μαυρή είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Αναφέρει ότι, η Αιτήτρια στις 18.8.2000 μετονομάστηκε από Minerva Finance & Investments Limited σε Minerva Financial Services Limited και ακολούθως στις 23.3.2009 σε Minerva Financial Services Public Ltd (Τεκμήριο Α). Στις 24.2.1999 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όπως πληρώσουν, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα, στην Ενάγουσα το ποσό των €7.122,15 (Λ.Κ. 4.165,00) με τόκο προς 9% το χρόνο από 24.7.1992 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €17,35 (Λ.Κ. 10,15) έξοδα της απόφασης πλέον τα έξοδα (Τεκμήριο Β). Στις 14.9.1999 καταχωρήθηκε ένταλμα (writ) εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον των δύο εξ αποφάσεως χρεωστών, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. (Τεκμήρια Γ και Δ). Σύμφωνα με το Τεκμήριο Δ, το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω του ότι, η Εναγομένη 1 εγκατέλειψε την δοθείσα διεύθυνση, ενώ η Εναγομένη 2 στερείτο κινητής περιουσίας που υπόκειται σε κατάσχεση. Στις 3.10.2002 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εκ συμφώνου διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 1, όπως αυτή πληρώνει το ποσό των €145,35 (Λ.Κ. 85,00) μηνιαίως μέχρι εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους της (Τεκμήριο Ε) αλλά η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις της σύμφωνα με το διάταγμα. Στις 8.5.2003 εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα για είσπραξη του ποσού των €726,75 (Λ.Κ. 425,00) ως χρηματική ποινή, αλλά και πάλιν η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε κανένα ποσό. Στις 13.6.2007, δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή με ισχύ για 2 χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (Τεκμήριο ΣΤ). Έκτοτε, οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικοινώνησαν επανειλημμένα τόσο με την Ενάγουσα όσο και με τον δικηγόρο που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και προέβηκαν σε υποσχέσεις ότι θα εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος, κάτι το οποίο δεν έπραξαν. Η ομνύουσα αναφέρει ότι, ένεκα λάθους και/ή παραδρομής του αρχείου του γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δεν είχε περαστεί στο μηχανογραφημένο σύστημα του γραφείου, και ως εκ τούτου η ημερομηνία λήξης δεν υπέπεσε στην αντίληψη τους. Το λάθος οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι το 2009, η Ενάγουσα μετονομάστηκε για δεύτερη φορά και η όποια καταχώρηση στο μηχανογραφημένο σύστημα έπρεπε να τροποποιηθεί. Το εν λόγω λάθος διαφάνηκε όταν τελικά η Ενάγουσα, μετά την παράλειψη και/ή αδυναμία των Εναγομένων 1 και 2 να τηρήσουν τις κατά καιρούς υποσχέσεις τους, έδωσε οδηγίες στους εν λόγω δικηγόρους να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούν να οφείλουν το εξ αποφάσεως αναφερόμενο ποσό. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της Αίτησης, η οποία είχε καταχωρηθεί ως μονομερής συμφώνως της Δ.48 Θ.8
(1)(κκ), έκρινε ορθό όπως ασκήσει την εξουσία που παρέχει η Δ.48 Θ.8
(3), και διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ώστε να ακούσει την θέση τους, ενόψει και της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της απόφασης. Οι Αιτητές επέδωσαν την Αίτηση στην Εναγομένη
- Στις 25.5.2016 οι Ενάγοντες - Αιτητές απέσυραν την Αίτηση εναντίον του Εναγομένου 2, καθότι ο τελευταίος έχει αποβιώσει. Επεφύλαξαν, το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν νέα Αίτηση στο μέλλον. Μετά από αυτή την εξέλιξη, η Αίτηση προχώρησε μόνο εναντίον της Εναγομένης 1, η οποία εμφανίστηκε στην διαδικασία και ζήτησε χρόνο για καταχώρηση Ένστασης. Η ειδοποίηση για πρόθεση υποβολής Ένστασης στην Αίτηση, από την Εναγομένη 1 καταχωρήθηκε στις 8.4.
- Αυτή βασίζεται επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1-4, 8-9, Δ.40 Θ.8, Δ.48 Θ.8
(1)(κκ) επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 Άρθρα 29-31, 41-43 και 47 ως και επί της διακριτικής και συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι Ένστασης:
- Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αστήρικτη.
- Οι Ενάγοντες χρησιμοποιούν τις Δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά.
- Η αιτούμενης θεραπεία είναι καταχρηστική, κακόπιστη και υποβάλλεται με πολύ μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία καθιστά την απόδοση της, άδικη και ζημιογόνα για την Εναγομένη 1 -Καθ' ης η Αίτηση
- Συνεπεία της καθυστέρησης οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, και η Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση παραμένει άδικα η μοναδική διάδικος στην υπόθεση.
- Δεν εκτίθεται στην Αίτηση οποιοσδήποτε νομικός ή/και πραγματικός έγκυρος λόγος που να αιτιολογεί την απόδοση της Αιτούμενης θεραπείας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της Άντρης Ιμπραχήμ, Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση, η οποία αρνείται ότι η Άντρια Μαυρή έχει οποιαδήποτε κατάλληλη εξουσιοδότηση, είτε ότι είναι γνώστης των γεγονότων τα οποία έχουν εκτεθεί στην Ένορκη της Δήλωση ημερ.8.06.
- Απορρίπτει συνεπώς, όλα όσα αναφέρονται στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση, εκτός του ισχυρισμού ότι στις 24.2.1999 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Μεταξύ άλλων, η Ενάγουσα απορρίπτει και τον ισχυρισμό ότι στις 3.10.2002, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα εναντίον της, με το οποίο διατάχθηκε να πληρώνει το ποσό των €145,35 (Λ.Κ. 85,00) μηνιαίως μέχρι εξόφλησης. Εντούτοις, το τεκμήριο Ε της Ένορκης Δήλωσης Μαυρή, την διαψεύδει, καθώς σε αυτό αναγράφεται ρητώς και ευκρινώς ότι η Ενάγουσα εμφανίστηκε στην διαδικασία και το διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου. Εν πάση περιπτώσει, η Εναγομένη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1, αρνείται οποιαδήποτε επικοινωνία είτε με τους δικηγόρους των Εναγόντων είτε με οποιονδήποτε άλλο, και ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν υποσχέθηκε σε οποιονδήποτε, ότι θα εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος της. Πέραν των πιο πάνω, η Εναγομένη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 2 είναι πατέρας της και απεβίωσε την 10.1.
- Ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε. Κατά τα λοιπά, η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την έγκριση ανάλογου αιτήματος και έκδοσης του διατάγματος, η νομολογία είναι πλούσια. Στην υπόθεση Panaou v. Hadjichristofi
(1963)2 CLR 19, λέχθηκε ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο και την επιτήρηση του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης ή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, πέρα από την κανονική ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Στην Σ.Π.Ε. Κοντέας v. Μιχαήλ κ.ά,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604, αναφέρθηκε ότι η παροχή άδειας εκτέλεσης μιας απόφασης ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης, έχοντας το σχετικό βάρος απόδειξης. Στην ίδια απόφαση γίνεται παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύτηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020, θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: α. την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, β. ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και γ. να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Γίνεται επίσης παραπομπή σε αγγλικές αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider,
(1948)2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Matalexportimport SA,
(2003)Q.B. 471, Duer v. Frazer,
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh,
(2002)EWCA 1668), όπου φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 10 ετών εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Με βάση τα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης (ΣΠΕ Κοντεας ανωτέρω), στις 16.5.2011 οι Εφεσείοντες καταχώρησαν με βάση τη Δ.40, Θ.8, αίτηση με κλήση με την οποία ζήτησαν άδεια εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε στις 28.2.
- Στο μεσοδιάστημα εναντίον του εφεσίβλητου εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα μηνιαίων δόσεων Λ.Κ. 20 το
- Το 2005 εκδόθηκε ένταλμα είσπραξης του ποσού των Λ.Κ. 200 πλέον Λ.Κ. 42 ως χρηματική ποινή. Αναφέρεται επίσης ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι ζητούσαν χρόνο να τακτοποιήσουν το εξ αποφάσεως χρέος, αίτημα που έγινε δεκτό από τους Εφεσείοντες αλλά και σε μέτρα που έλαβαν για εκποίηση ενυπόθηκων κτημάτων, διαδικασία που ήταν χρονοβόρα. Όλα τα πιο πάνω το Εφετείο τα θεώρησε επαρκή αιτιολογία για την μη εκτέλεση της απόφασης και ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί το αίτημα για άδεια εκτέλεσης εναντίον συγκεκριμένου Εναγομένου. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218 που δόθηκε 40 ημέρες πριν την απόφαση ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε, θεωρώντας ότι οι τότε αιτητές εφεσείοντες θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί σε «ειδικές περιστάσεις» οι οποίες τους έδιναν δικαίωμα εκτέλεσης, μετά την παρέλευση 6 ετών (πλέον 10 ετών). Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβάλλει, ούτε δικαιολογεί η Δ.40 θ.8 στην οποία αναγράφεται απλά ότι, ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση. Στην Γιαννάκη Κτωρίδη v. Alpha Bank Πολιτική Έφεση 290/2010 ημερ. 19/6/2014 επικροτήθηκε η θέση που είχε εκφραστεί στην Κρίνος Μαρκίδης (ανωτέρω) ότι δεν απαιτείται να καταδειχθούν ειδικές περιστάσεις. Επισημάνθηκε ότι η λύδια λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67). Στην Κτωρίδης (ανωτέρω) η απόφαση για την οποία ζητήθηκε άδεια εκτέλεσης είχε δοθεί το
- Στις 11.8.1995, δηλαδή εννέα μήνες μετά την έκδοσή της απόφασης, οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο όμως επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Έλαβαν και άλλα μέτρα, όπως διαδικασίες πτώχευσης, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν διατάγματα παραλαβής εναντίον της περιουσίας των εναγομένων 3 και
- Καταχώρησαν επίσης αίτηση επαλήθευσης χρέους στον Έφορο Εταιρειών. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι κατά καιρούς ζητούσαν και οι εφεσίβλητοι συγκατατίθεντο, στην παραχώρηση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Όλα τούτα θεωρήθηκαν ικανοποιητικά στοιχεία ώστε να δοθεί άδεια για εκτέλεση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω με αναφορά και στη σχετική νομολογία, πράγματι η λυδία λίθος είναι ο δυσμενής επηρεασμός του χρεώστη. Στην ΣΠΕ Κοντέας (ανωτέρω) έγινε παραπομπή στην υπόθεση Pater v. Singh
(2002)EWCA 1668) όπου λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Στην Κτωρίδης ανωτέρω υποδείχθηκε ότι στην Patel v. Singh όπως και σε άλλες αγγλικές αποφάσεις στις οποίες το Δικαστήριο αρνήθηκε να παράσχει αρωγή στον εξ αποφάσεως πιστωτή, επρόκειτο για περιπτώσεις όπου είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης και που δεν είχε καταβληθεί οποιαδήποτε προσπάθεια για την εκτέλεση της απόφασης για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο. Στρέφομαι τώρα στα περιστατικά της παρούσας περίπτωσης. Οι Ενάγοντες Αιτητές εξασφάλισαν μια δικαστική απόφαση το έτος
- Έκτοτε, έκαναν χρήση μόνο δύο εκ των δυνατοτήτων που τους παρέχει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6, προς εκτέλεση της απόφασης. Το πρώτο μέτρο, λήφθηκε σε σύντομο χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης, ήτοι τον Νοέμβριο του 1999 οπότε και εκδόθηκε ένταλμα εκποίησης ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο δεν απέδωσε καρπούς. Ακολούθησε η έκδοση, τον Οκτώβριο του 2002, διατάγματος εναντίον της Εναγομένης 1 για καταβολή τους εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις και λίγους μήνες αργότερα, διάταγμα για είσπραξη κάποιων ποσών ως χρηματική ποινή (προφανώς δυνάμει του παλαιού άρθρου 91 του Κεφ.6). Τούτη ήταν και η τελευταία ενέργεια προς εκτέλεση της απόφασης, την οποίαν έλαβαν οι Ενάγοντες - Αιτητές. Έκτοτε έχουν παρέλθει 13 χρόνια. Οι Ενάγοντες - Αιτητές εξασφάλισαν το 2007 άδεια για εκτέλεση της απόφασης για άλλα δύο έτη, ήτοι μέχρι τον Ιούνιο του
- Το μόνο που αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι έγινε έκτοτε, είναι κάποιες επικοινωνίες που έγιναν κατά καιρούς μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 αφενός και των Εναγόντων - Αιτητών αφετέρου. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες - Αιτητές, ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προέβαιναν σε υποσχέσεις ότι θα εξοφλήσουν το χρέος τους. Εάν τούτο, ήταν όντως αληθές, τότε οι Ενάγοντες - Αιτητές θα γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 2 απεβίωσε τον Ιανουάριο του
- Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν θεωρήσω, αληθή τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8 της Ένορκης Δήλωσης Μαυρή, τούτα είναι εντελώς γενικά και αόριστα. Δεν αναφέρεται πότε γίνονταν οι εν λόγω επικοινωνίες, ούτε εάν γίνονταν κατά διαστήματα πληρωμές ή αν διδόταν παράταση χρόνου και για ποιο λόγο. Θα ανέμενε κάποιος ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές θα έδιδαν περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με το πότε έγιναν αυτές οι επικοινωνίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σταθμίσει προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα της διακριτικής του ευχέρειας. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλα ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αναφέρεται ποιο είναι σήμερα το οφειλόμενο ποσό. Επαναλαμβάνω ότι το βάρος πίπτει στους ώμους των Αιτητών να αιτιολογήσουν την καθυστέρηση. Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αν η τελευταία επικοινωνία που είχαν οι Ενάγοντες με την Εναγομένη 1 έγινε, για παράδειγμα το 2009, και διαφορετικά εάν γίνονταν συνεχείς επικοινωνίες μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης. Διαφορετική επίσης θα ήταν επίσης η περίπτωση, που ετίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν κατά καιρούς κάποια ποσά και για αυτό τους διδόταν παράταση χρόνου. Εντούτοις δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία. Απεναντίας, το έτος 2009 η ισχύς της άδειας για εκτέλεση που είχε δοθεί το 2007 έληξε. Έκτοτε, οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν υποβάλει αίτημα για εξασφάλιση άδειας για εκτέλεση της απόφασης. Η αιτιολογία που δίδεται προς τούτο είναι ότι ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δεν είχε περαστεί στο μηχανογραφημένο σύστημα του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, λόγω παραδρομής, αλλά και λόγω των διαφόρων μετονομασιών των Εναγόντων. Το λάθος διαφάνηκε, όταν τελικά η Ενάγουσα μετά την παράλειψη και/ή αδυναμία των Εναγομένων 1 και 2 να τηρήσουν τις κατά καιρούς υποσχέσεις τους, έδωσε οδηγίες στους εν λόγω δικηγόρους να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης. Δηλαδή, αυτό που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες είναι ότι, από το 2009 μέχρι το 2015 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες λάμβαναν υποσχέσεις των Εναγομενων 1 και 2 (αν και υπενθυμίζω ότι ο Εναγόμενος 2 απεβίωσε το 2007) και εντούτοις θεώρησαν ορθό να μην προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης μέσα σε αυτά τα έξι έτη. Διερωτάται κανείς, προς τι εξέδωσαν δικαστική απόφαση πριν 17 χρόνια, εφόσον οι υποσχέσεις των Εναγομένων ήταν πάντοτε αρκετές για αυτούς. Σε κάθε περίπτωση άφησαν το Δικαστήριο στο σκοτάδι σε σχέση με το χρονικό σημείο που οι εν λόγω υποσχέσεις γίνονταν. Ο νόμος παρέχει στους εξ αποφάσεως πιστωτές διάφορες επιλογές καθ' όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης που μπορούν να λάβουν προς είσπραξη του λαβείν τους. Το Δικαστήριο είναι πάντα πρόθυμο, να σταθεί αρωγός στο πλάι ενός εξ αποφάσεως πιστωτή ο οποίος καταδεικνύει ότι έλαβε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα, αλλά δεν κατάφερε να εκτελέσει την απόφαση που έλαβε. Τούτο επιτάσσει η ανάγκη για την κατίσχυση της δικαστικής διαδικασίας και των αποτελεσμάτων της. Το Δικαστήριο δεν θα πράξει το ίδιο όμως, σε σχέση με έναν εξ αποφάσεως πιστωτή, ο οποίος παρέμεινε άπραγος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν μπορεί κάποιος να επιζητά την αρωγή του Δικαστηρίου και αφού εκδώσει Δικαστική απόφαση, στην συνέχεια να μην προωθεί τα δικαιώματά του. Η διακριτική ευχέρεια πρέπει να ασκείται ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 10 ετών εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι με την έγκριση της Αίτησης δεν εξυπηρετείται η δικαιοσύνη. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν αιτιολογήσει επαρκώς την αδράνεια που επέδειξαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο μέτρο που η οποιαδήποτε αδράνεια, αποδίδεται σε λάθος των δικηγόρων της Ενάγουσας ή έστω του μηχανογραφικού συστήματος του εν λόγω δικηγορικού γραφείου, τούτο δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία για την καθυστέρηση. Έχει νομολογηθεί ότι διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Ειδικότερα στην υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, τονίστηκε ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Επίσης στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Χατζηαράπη
(1999)1 Α.Α.Δ. 221, επισημάνθηκε ότι το σύστημα λειτουργίας ενός δικηγορικού γραφείου δεν αφορά το δικαστήριο. Η μη συμμόρφωση με τις δικονομικές διατάξεις θα πρέπει να οφείλεται σε λόγο, η επέλευση του οποίου δεν οφείλεται στη συνήθη ανθρώπινη λειτουργία. Δεν παραγνωρίζω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση δεν δίδονται λεπτομέρειες σε σχέση με τον δυσμενή επηρεασμό της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση. Πλην όμως όπως ήδη επισημάνθηκε πιο πάνω, με παραπομπή σε νομολογία, εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια ενάντια στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αίτηση απορρίπτεται. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση, είναι κατάλληλη για να αποστώ από τον κανόνα ότι, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εν όψει των περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ορθότερο να μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Διαφορετικά, η Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 θα καθίστατο εν μία νυκτί, από εξ αποφάσεως οφειλέτης σε εξ αποφάσεως πιστωτής. Τούτο θεωρώ ότι δεν συνάδει με τον σκοπό της υπό κρίση Αίτησης. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο