Α/ΦΟΙ Μ & Κ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2100/08, 27/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A578 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2100/08 Μεταξύ: Α/ΦΟΙ Μ & Κ ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντες και
- ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση για ακύρωση ΜΕΜΟ και αναστολή εκτέλεσης απόφασης 27 Οκτωβρίου 2016 Για τους καθ' ως η αίτηση/ενάγοντες: κος Ντορζής Για τους αιτητές/εναγομένους: κος Γ. Χριστοφίδης και κα Νεοφύτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οξύμωρο όσο και αν είναι αποκαλύπτεται σήμερα ότι το ενδιαφέρον των διαδίκων και των εκπροσώπων τους για την αγωγή, παραδόξως αναζωπυρώθηκε μετά την έκδοση τελικής απόφασης, αντί να καταλαγιάσει, ως φυσιολογικό επακόλουθο της κάθαρσης που επέρχεται με την έκδοση απόφασης. Και εξηγώ· μετά την έκδοση τελικής απόφασης, πράγμα που επιτεύχθηκε επτά έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και αφότου προηγήθηκε μακρόσυρτη ακροαματική διαδικασία, οι εναγόμενοι αντιλήφθηκαν, διατείνονται, ότι οι ενάγοντες δεν είναι εγγεγραμμένος συνεταιρισμός και συνεπώς δεν δικαιολογείτο έγερση αγωγής στο όνομά τους. Αφήνω κατά μέρος το βάσιμο του ισχυρισμού, καθώς επίσης τις όποιες επιπτώσεις τούτου, ζητήματα που απασχόλησαν προηγούμενη απόφαση. Αρκούμαι μόνο να επαναλάβω ότι αδιανόητο είναι τούτο το θέμα να απασχολεί επτά έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και δη μετά την έκδοση τελικής απόφασης και επιπλέον, νοουμένου ότι ο ισχυρισμός ευσταθεί, αδιανόητο είναι υπόθεση να οδηγείται σε ακρόαση με ανύπαρκτο διάδικο. Όπως και αν εξετάσει κανείς το ζήτημα η ευθύνη βαραίνει τους διαδίκους και τους εκπροσώπους τους που δεν ξεκαθάρισαν τα πράγματα πριν την ακρόαση, ως όφειλαν. Εν πάση όμως περιπτώσει, επανέρχομαι σε αυτό που απασχολεί την υπόθεση για να υποδείξω ότι μετά την έκδοση τελικής απόφασης ζητήθηκε ο παραμερισμός τούτης επί τω ότι οι ενάγοντες είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Η αίτηση απορρίφθηκε ως ανυπόστατη και καταχρηστική, για να ακολουθήσει όμως η υπό κρίση αίτηση με την οποία οι εναγόμενοι επανέρχονται και ζητούν·
- Διάταγμα που να διατάσσει την ακύρωση του μέμο με αριθμό εγγραφής 1/ΕΒ/1860/2016 ημερομηνίας 16.03.2016 επί των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/14908, 6/571, 1/101 και 1/103 της Επαρχίας Λευκωσίας μέχρι εκδικάσεως και/ή πλήρης αποπεράτωσης των Εφέσεων κατά των αποφάσεων ημερομηνίας 22/05/2015 και 22/01/2016 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή.
- Διάταγμα που να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.05.2015 που εξεδόθη στη υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή μέχρι εκδικάσεως και/ή πλήρης αποπεράτωσης των Εφέσεων κατά των αποφάσεων ημερομηνίας 22.05.2015 και 22.01.2016 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.35 κ.κ. 18 και 19, Δ.40 κ.κ. 7, 10 και 11, Δ.48 κ.κ. 1 εως 4, 8
(1)(ee) και 9 και Δ.64· στους περι Ομόρρυθμων και Ετερόρρυθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116, άρθρα 50 και 51· στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 53 και 54· και στη συμφυή εξουσία, γενική πρακτική και νομολογία του δικαστηρίου. Ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ο εναγόμενος
- Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τούτου καταπιάνεται με τη διαδικασία που προηγήθηκε, δηλαδή πως την 22.05.2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2, η οποία εφεσιβλήθηκε την 02.07.
- Η έφεση που υποβλήθηκε είναι το τεκμήριο Α στην αίτηση. Προσθέτει δε ότι μετά την έκδοση της απόφασης καταχώρισαν αίτηση για παραμερισμό τούτης επί τω ότι οι ενάγοντες ουδέποτε υπήρξαν εγγεγραμμένος συνεταιρισμός. Εν τούτοις και αυτή η αίτηση απορρίφθηκε και αυτός ήταν και ο λόγος που την 03.02.2016 καταχώρισαν νέα έφεση. Τούτη η έφεση είναι το τεκμήριο Δ στην επίδικη αίτηση. Πέραν των πιο πάνω ο ομνύων παρουσίασε στο δικαστήριο και την ένσταση που καταχωρίστηκε από τους ενάγοντες στην προηγούμενη αίτηση, δηλαδή την αίτηση που ζητούσε τον παραμερισμό της απόφασης. Τούτη η ένσταση είναι το τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα. Τα πιο πάνω είναι γεγονότα που δεν τελούν εν αμφιβόλω και επιπλέον, επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου. Ως εκ τούτου τα πιο πάνω αποτελούν μέρος του πραγματικού πλαισίου που περιβάλλει την επίδικη αίτηση. Ας δούμε τώρα τι είναι εκείνο που οι εναγόμενοι διατείνονται προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης. Αναφέρουν εν προκειμένω ότι μετά την έκδοση της απόφασης 22.05.2015, δηλαδή της τελικής απόφασης, προέβησαν σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και τότε διαπίστωσαν ότι δεν υφίσταται συνεταιρισμός ή ομόρρυθμη εταιρεία με το όνομα των εναγόντων. Προς υποστήριξη τούτου παρουσιάζουν το τεκμήριο Β, δηλαδή το αποτέλεσμα της σχετικής έρευνας, στο οποίο δεν φαίνεται να αναγράφεται το όνομα των εναγόντων. Εν τούτοις, προσθέτουν οι εναγόμενοι, την 01.09.2015 οι ενάγοντες ενεγράφησαν στον Έφορο Εταιρειών και την 16.03.2016 προέβησαν στην καταχώριση ΜΕΜΟ επί της παρουσίας των εναγομένων. Προς υποστήριξη της εγγραφής στον Έφορο Εταιρειών παρουσιάζουν το τεκμήριο Στ στην αίτηση (αποτέλεσμα έρευνας), όπου αναφέρεται πως η εγγραφή είναι ημερομηνίας 01.09.
- Από την άλλη, το τεκμήριο Ε (αποτέλεσμα έρευνας στο κτηματολόγιο), δεικνύει την ακίνητη περιουσία των εναγομένων, καθώς ότι την 16.03.2016 επιβαρύνθηκε με ΜΕΜΟ που ενέγραψαν οι Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ. Οι εναγόμενοι χαρακτηρίζουν δόλια τη νεοσύστατη αυτή εγγραφή των εναγόντων ως νομικό πρόσωπο, εφόσον μόνο τοιουτοτρόπως θα ήταν σε θέση να εκτελέσουν την απόφαση. Είναι γι' αυτό το λόγο που διατείνονται ότι η εγγραφή ΜΕΜΟ αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 53 και 54 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Για δε το δεύτερο εκ των διαταγμάτων που αιτούνται υποστηρίζουν ότι δικαιολογείται από την πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, καθώς ότι αν το αίτημα δεν ήθελε εγκριθεί θα προκληθεί σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά, καθ' ότι θα επιτραπεί σε ανύπαρκτο πρόσωπο και άσχετο με την αγωγή να προβεί σε εκτέλεση. Επί του προκειμένου προσθέτουν περαιτέρω ότι το τεκμήριο Ε αποκαλύπτει πως οι εναγόμενοι είναι κάτοχοι ακίνητης περιουσίας. Ο δε ομνύων δηλώνει ότι είναι κυβερνήτης αεροσκάφους με υψηλές απολαβές, ενώ η εναγομένη 2 είναι δημόσια υπάλληλος με ικανοποιητικές απολαβές. Εν τούτοις, αναφέρει εν είδει παραλληλισμού και αντιστάθμισης της οικονομικής τους ευχέρειας με εκείνη των εναγόντων, ουδέν γνωρίζουν για τυχόν περιουσιακά στοιχεία των τελευταίων και συνεπώς άγνωστο είναι κατά πόσο θα είναι ευχερής η ανάκτηση του ποσού της απόφασης, αν τούτη εκτελεστεί σήμερα και η έφεση επιτύχει στο μέλλον. Στον αντίποδα οι ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς του ομνύοντα την αίτηση. Διατείνονται εν προκειμένω ότι λειτουργούν ως ομόρρυθμος συνεταιρισμός από το έτος
- Αρνούνται δε τις αιτιάσεις των εναγομένων ότι στην προηγούμενη διαδικασία παραδέχτηκαν ότι δεν είναι νομικό πρόσωπο και παραπέμπουν σε σχετικές παραγράφους τόσο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής όσο και της ένστασης που καταχώρισαν στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας. Μάλιστα σε σχέση με το τεκμήριο Στ στην αίτηση, δηλαδή το έντυπο του Εφόρου Εταιρειών που το περιεχόμενό του αφήνει να νοηθεί ότι οι ενάγοντες ενεγράφησαν ως συνεταιρισμός την 01.09.2015, σχολιάζουν [οι ενάγοντες] ότι τότε ήταν που συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση παράδοσης γραπτής δήλωσης και αυτό παρ' ότι λειτουργούσαν ως συνεταιρισμός από το
- Τέλος, οι ενάγοντες αρνούνται τις αιτιάσεις των εναγομένων περί αφερεγγυότητας των και επιστρέφουν τον ισχυρισμό λέγοντας ότι από το 2006 αναμένουν να πληρωθούν για την εργασία που τέλεσαν και η οποία έτυχε δικαστικής αναγνώρισης. Είμαι της γνώμης ότι το πρώτο που πρέπει να απασχολήσει είναι το αίτημα ακύρωσης της επιβάρυνσης (ΜΕΜΟ). Άρχεται η διερεύνηση από αυτή την πτυχή του αιτήματος εφόσον δύναται να αποφασιστεί χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης. Και εξηγώ· Αυτό το σκέλος της αίτησης επιζητεί ακύρωση του ΜΕΜΟ. Αντιληπτό είναι ότι το ΜΕΜΟ συνιστά μέτρο εκτέλεσης. Άλλωστε το άρθρο 14
(1)(β) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δεν αφήνει αμφιβολία περί τούτου. Εν όψει αυτού του δεδομένου, δηλαδή ότι η αίτηση έχει ως αντικείμενο μέτρο εκτέλεσης, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο ο τύπος που επιλέχθηκε δια προώθηση του αιτήματος, εν προκειμένω ενδιάμεση αίτηση, είναι ορθός. Οι εναγόμενοι διατείνονται πως η υπόθεση Ιωακείμ v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 198, καθορίζει το ζήτημα. Είναι η θέση τους ότι τα εκεί αναφερόμενα σε ομφάλιο λώρο που έχει αποκοπεί [νοείται από την αγωγή], είναι το κριτήριο που διέπει το ζήτημα. Επίσης επικαλούνται και δυο πρωτόδικες αποφάσεις οι οποίες υποστηρίζουν, σύμφωνα με τους εναγόμενους, ότι αίτημα ως το υπό κρίση υποβάλλεται στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης. Με όλο το σεβασμό αλλά είμαι της γνώμης πως οι εναγόμενοι παρερμηνεύουν τα λεχθέντα των πιο πάνω υποθέσεων. Το επίδικο ζήτημα καθορίζεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Κιταλίδης v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1759. Το κρίσιμο απόσπασμα, το οποίο απαντά το εδώ εγειρόμενο ερώτημα, εντοπίζεται στις σελίδες 1762 εώς 1764 όπου λέχθηκε ότι· «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια. Στην πρώτη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να έχει, βάσει του άρθρου 22
(4)(β), δικαιοδοσία «παρά το ότι το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία που ανατίθεται σε αυτόν». Στη δεύτερη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι αυτοτελής, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να μη έχει δικαιοδοσία, εφόσον το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του βάσει του άρθρου 22
(3)(α). Η απάντηση, ότι η επίδικη αίτηση, όπως και κάθε αίτηση για εκτέλεση αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να μην διέπεται από το άρθρο 22
(4)(β), αλλά από το άρθρο 22
(3)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ήδη δοθεί από τη νομολογία του Εφετείου στις υποθέσεις Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Co. Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97 και Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435. Από την πρώτη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, στη σελίδα 115: «The proceedings for the setting aside of the registration of the foreign judgment are closely connected with the questions which arise in the course of execution of a District Court judgment, e.g. applications for writs of attachment, interpleader applications, etc. In those cases, if the property attached under the execution of the District Court judgment, or seized in execution of the judgment and claimed by a third party, exceeds in value the sum of £500, (the then jurisdiction of a District Judge), then the Full Court - and not a Judge sitting alone - has jurisdiction to hear and determine the matter". Από τη δεύτερη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 443: «Questions arising in the course of execution of a District Court judgment, as the point raised in the sub judice decision, are not orders "not disposing of the action on its merits" and, therefore, if the amount in dispute or the value of the property exceeds the limits of the jurisdiction of a judicial officer, he lacks jurisdiction and the trial is a nullity.» Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Επαρχιακός Δικαστής επιλήφθηκε της επίδικης αίτησης χωρίς δικαιοδοσία αφού, μ' αυτή, επιδιωκόταν, όπως προαναφέραμε, η εξασφάλιση διατάγματος για κατάσχεση εις χείρας της εφεσίβλητης 1 ποσού πέραν των είκοσι πέντε χιλιάδων λιρών, που είναι το ανώτατο όριο της δικαιοδοσίας της βάσει του άρθρου 22
(3)(α).» Πέραν των πιο πάνω στην πρώτη εκ των δυο πρωτοδίκων υποθέσεων που επικαλούνται, ήτοι αγωγή 3154/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Ellinas Finance Public Company Ltd v. Καλλής, ημερομηνία απόφασης 21.01.2016, o Γιαπανάς Α.Ε.Δ. ανέφερε τα ακόλουθα· «Σημειώνεται περαιτέρω, ότι στην υπόθεση Ιωακείμ κ.α. v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 198, υπεδείχθη ότι διαδικασία κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ.62 είναι αυτόνομη διαδικασία της οποίας ο ομφάλιος λώρος έχει αποκοπεί από την αγωγή, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών. Ομοίως, στην υπόθεση Κιταλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1759 υπεδείχθη ότι κάθε αίτηση με βάση τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δεν είναι ενδιάμεση αίτηση. Και τούτο γιατί κριτήριο είναι αν το επιζητούμενο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής ή όχι. Να σημειωθεί ότι το εγερθέν θέμα στις πάνω υποθέσεις αφορούσε, τον χρόνο υποβολής Έφεσης στην πρώτη και στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κάτω από τις πρόνοιες του Α.23(α) του Ν.14/60 την δεύτερη και όχι ποιο είναι το ορθό δικονομικό μέτρο έναρξης της διαδικασίας, χαρακτηριζόμενη η διαδικασία στην Ιωακείμ ανωτέρω, ως πρωτογενούς χαρακτήρα. Στην βάση του γεγονότος ότι και η εγγραφή δικαστικής απόφασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακινήτου περιουσίας, όπως και η υποθήκη, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι τα νομολογηθέντα καθόσον αφορά τις υποθήκες, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και επί εγγραφής δικαστικής αποφάσεως επί της ακινήτου περιουσίας του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη. Επισημαίνεται ότι το επιζητούμενο διάταγμα όχι μόνο δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής, αλλά η θεραπεία που επιδιώκεται αλλού στοχεύει και άλλη είναι η ουσία του. Κατά συνέπεια εκεί όπου ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης αμφισβητεί την εγκυρότητα της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, ως εξ υπαρχής παράνομης, αυτό μόνο στα πλαίσια αγωγής μπορεί να εξεταστεί. Στην περίπτωση που επιδιώκει την ακύρωση εγγραφής, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, λόγω εξόφλησης, τότε η διαδικασία που υποβάλλεται είναι εκείνη της (Γενικής) Πρωτογενούς αιτήσεως και όχι με αίτηση δια κλήσεως, ως είναι η παρούσα διαδικασία.» Μάλιστα η προσέγγιση του Γιαπανά Α.Ε.Δ υιοθετήθηκε και στην άλλη πρωτόδικη υπόθεση που επικαλούνται οι εναγόμενοι, δηλαδή την αγωγή 1033/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Περιφερειακή Εταιρεία Αγροτικών Λεωφορειών (Π.Ε.Α.Λ.). Τα Κρασοχώρια Λτδ v. Ευριπίδου, ημερομηνίας 10.06.2016. Ομολογώ ότι η άποψή μου ταυτίζεται πλήρως με όσα πιο πάνω αναφέρονται και δεν έχω οτιδήποτε άλλο να προσθέσω. Αίτηση δια ακύρωση μέτρου εκτέλεσης δεν δύναται να επιζητείται με ενδιάμεση αίτηση, παρά μόνο με πρωτογενή (originating). Εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν ακολουθήθηκε η εν λόγω διαδικασία, αυτό το σκέλος της αίτησης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Η πιο πάνω κατάληξη δεν ολοκληρώνει βεβαίως τη διερεύνηση της αίτησης. Απομένει να εξεταστεί το δεύτερο αιτητικό, δηλαδή η αναστολή εκτέλεσης της αποφάσης. Οι δικανικές αρχές που διέπουν αυτή την έκφανση του αιτήματος είναι εδραιωμένες και αδιαφιλονίκητες. Μάλιστα προσφάτως επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Ανδρονίκου v. Κυριάκου, Έφ. 14/2013, ημερομηνίας 20.02.2014, όπου λέχθηκε πως· «Η νομολογία μας αναφορικά με τη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι πλούσια και κατατοπιστική. Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, που έχει εφεσιβληθεί, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και ασκείται με βάση δύο αρχές: (α) Ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) Ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Δείτε ABP Hodlings Ltd κ.α. v. Κιταλίδης κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Ε.Υ.R.I.K and Others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147)». Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως και η υπόδειξη που έγινε στην υπόθεση Ιωσηφάκη v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, 289 ότι οι εν λόγω παράγοντες «εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Σχετική είναι και η υπόθεση Δημητρούδης v. Λουγκρίδη
(2011)1Α Α.Α.Δ.
- Στη δοσμένη περίπτωση εκείνο που προβληματίζει είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων πως το πρόσωπο που προβαίνει σε μέτρα εκτέλεσης συστάθηκε μετά την έκδοση της απόφασης. Προτού όμως παραθέσω τους λόγους που καθιστούν δύσκολη την οποία απόφαση, κρίνω πως επιβάλλεται να αναφερθεί, ρητά και χωρίς περιστροφές, ότι αν δεν ήταν ο σχετικός ισχυρισμός το αίτημα θα απορρίπτετο αυθωρεί. Αυτό γιατί η απόφαση που εφεσιβλήθηκε αφορά χρηματικό ποσό. Κατ' επέκταση αν στο τέλος της ημέρας η έφεση ήθελε επιτύχει, δεν θα καταστεί μάταια (nugatory σύμφωνα με το Annual Practice του 1958, σελίδα 1697), λόγο του ότι θα εκτελεστεί. Κατά τον ίδιο τρόπο που οι εναγόμενοι καλούνται σήμερα να πληρώσουν το ποσό της απόφασης, έτσι και αύριο σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, θα κληθούν οι ενάγοντες να επιστρέψουν το ποσό. Και όλα αυτά με δεδομένο το χρυσό κανόνα, όπως εσχάτως λέχθηκε στην υπόθεση Iωάννου v. Yiangos I. Socratous & Sons Ltd, Πολ. Εφ. 149/15, ημερομηνίας 26.09.2016· «ότι θα πρέπει ο διάδικος, που έχει επιτύχει μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία στο πρωτόδικο Δικαστήριο, να είναι σε θέση να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του και της επιτυχίας του». Στην προκείμενη όμως περίπτωση τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Με την αίτηση θίγεται η ύπαρξη του προσώπου που επιδιώκει να προβεί σε εκτέλεση. Διευκρινίζω ότι δεν είναι η οντότητα των εναγόντων αφ' εαυτών που διερευνάται, αλλά του προσώπου που επιδιώκει να εκτελέσει την απόφαση. Αυτό γιατί όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ανδρονίκου v. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενούς τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολ. Εφ. 168/10 ημερομηνίας 24.02.2016· «Ως προς την εισήγηση ότι η απόρριψη της αίτησης λόγω καθυστέρησης θα ισοδυναμούσε με συνέχιση της αγωγής με ανύπαρκτο ενάγοντα, σημειώνεται ότι, με βάση τη νομολογία[1], όπως στην περίπτωση που αμφισβητείται η εξουσιοδότηση του δικηγόρου του ενάγοντα έτσι εν προκειμένω, εναπόκειται στον εναγόμενο να εγείρει το ζήτημα εγκαίρως και δεόντως. Αν δεν λάβει μέτρα ή αν ενεργήσει με αδικαιολόγητη καθυστέρηση με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτησή του, τέτοια απόρριψη δεν ισοδυναμεί με συνέχιση της αγωγής από ανύπαρκτο διάδικο, ως η εισήγηση των εφεσειόντων, αλλά απλώς έχει ως συνέπεια τη συνέχιση της αγωγής χωρίς να είναι πλέον δυνατό για τον εναγόμενο να ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας είναι ανύπαρκτο πρόσωπο». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι για σκοπούς της δίκης η οντότητα του διαδίκου παύει να είναι επίδικο αν δεν αμφισβητήθει σε σύντομο χρόνο από το κλείσιμο των δικογράφων. Η ακροαματική διαδικασία δεν προσφέρεται για τέτοια αμφισβήτηση. Αυτή εν προκειμένω ήταν η κατάληξη της προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης και ένας από τους λόγους απόρριψης εκείνου του αιτήματος. Βεβαίως πρέπει να θεωρηθεί ότι το απόσπασμα της πιο πάνω υπόθεσης [Ανδρονίκου] περιορίζεται στην ακρόαση, εφόσον μετά την έκδοση απόφασης οι διάδικοι δύνατο να διαφοροποιηθούν, φερ' ειπείν λόγω θανάτου, πτώχευσης ή εκκαθάρισης, ή ακόμη λόγω μετεξέλιξης, όπως είναι η περίπτωση εταιρειών (βλ. πρόσφατα παραδείγματα Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής και διαφόρων Συνεργατικών Ιδρυμάτων). Αυτή μάλιστα η αλλαγή ή μετεξέλιξη διαδίκου, ρυθμίζεται δικονομικά και σχετική είναι η Δ.40 κ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν ό,τι ενωρίτερα αναφέρθηκε, δηλαδή καίτοι στην ακρόαση της αγωγής δεν μπορεί να εξεταστεί η οντότητα του διαδίκου, ακολούθως, εν προκειμένω στην εκτέλεση της απόφασης, το ζήτημα επανέρχεται δια έλεγχο, εφόσον επιτρέπεται στο διάδικο, εδώ τους εναγομένους, να υποστηρίξει ότι το πρόσωπο που προβαίνει σε εκτέλεση δεν δικαιούται να πράξει τούτο. Σε αυτό ακριβώς είναι που εστιάζω την προσοχή μου σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση. Ομολογώ ότι τα τεκμήρια που παρουσίασαν οι εναγόμενοι δεν αφήνουν πολλές επιλογές. Με δεδομένο ότι η έρευνα των εναγομένων, εν προκειμένω το τεκμήριο Β, έδειξε ότι δεν υφίστατο συνεταιρισμός με την ονομασία των εναγόντων ενώ σε δεύτερο χρόνο, δηλαδή την 01.09.2015, διαπιστώνεται ότι συστάθηκε τέτοιος (βλ. τεκμήριο Στ) φαίνεται να δικαιολογείται η θέση πως διαφορετικό και δη νεοσύστατο, είναι το πρόσωπο που επιχειρεί να εκτελέσει την επίδικη απόφαση. Οι δε σχετικές απαντήσεις του ομνύοντα την ένσταση, που ας σημειωθεί ότι είναι ένας από τους φερόμενους συνεταίρους και μάρτυρας στην ακρόαση που προηγήθηκε, κρίνονται αόριστες και επιπόλαιες. Αν η θέση του ήταν αληθής, δηλαδή ότι ο συνεταιρισμός λειτουργεί από το 1996, είμαι βέβαιος ότι θα παρουσίαζε κάποιο έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να αντικρούσει τους φαινομενικά βάσιμους ισχυρισμούς των εναγομένων που υποστηρίζονται από επίσημα έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών. Το γεγονός όμως ότι ουδέν παρουσίασε αφήνει να νοηθεί ότι δεν κατέχει τέτοιο έγγραφο. Ως εκ τούτου για σκοπούς της επίδικης αίτησης δέχομαι ότι τα στοιχεία του Εφόρου Εταιρειών θέλουν το πρόσωπο που επιχειρεί να εκτελέσει την επίδικη απόφαση να έχει συσταθεί μετά την έκδοση τούτης. Ποια όμως η επίδραση τούτης της διαπίστωσης στην υπό κρίση αίτηση. Είμαι της γνώμης ότι για μόνο λόγο την πιο πάνω διαπίστωση εξουδετερώνεται η βασική αρχή ότι ο διάδικος δικαιούται να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του. Εδώ δεν πρόκειται για διάδικο αλλά για πρόσωπο ξένο στη διαδικασία που δεν υπέβαλε αίτηση και δεν έλαβε την άδεια του δικαστηρίου για να εκτελέσει την απόφαση, κατά πως προβλέπεται στον κ.8 της Δ.
- Αυτό λοιπόν του αφαιρεί το δικαίωμα επίκλησης της ανωτέρω δικανικής αρχής. Έστω όμως ότι λανθάνομαι για την επίπτωση που έχει στην όλη διαδικασία η διαπίστωση πως νεοσύστατο είναι το πρόσωπο που επιχειρεί να εκτελέσει. Και σε αυτή την περίπτωση εγείρεται νέο ερώτημα· αν η έφεση ήθελε επιτύχει ποιο πρόσωπο και τίνι τρόπω θα επιστρέψει το ποσό που αναλογεί στην εκτέλεση; Το μεν νέο πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πως ουδέποτε ήταν διάδικος και συνεπώς ουδεμία σχέση έχει, το δε προηγούμενο πρόσωπο, δηλαδή ο διάδικος, ότι δεν ήταν συστημένο ως νομικό πρόσωπο και συνεπώς ως τέτοιο δεν μπορεί να ευθύνεται. Περαιτέρω, η επιστροφή του ποσού, πάντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, δυνατό να εξαρτάται από έγερση νέας αγωγής και διεκδίκηση τούτου ως ποσό που δόθηκε χωρίς χαριστική πρόθεση και όχι από απλή προώθηση μέτρων εκτέλεσης βάσει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος φαίνεται να δικαιολογείται συμπέρασμα ότι· δεν διαπιστώνεται εύλογη πιθανότητα πως αν η έφεση ήθελε επιτύχει οι εναγόμενοι θα είναι σε θέση να επανακτήσουν το ποσό της απόφασης. Το νεοσύστατο της εγγραφής του προσώπου που εκτελεί την απόφαση και το γεγονός ότι δεν εξασφαλίστηκε άδεια που να επιτρέπει την εκτέλεση από τούτο το πρόσωπο, δεν αφήνουν άλλη επιλογή από αναστολή της εκτέλεσης. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι σύμφωνα στο Annual Practice του 1958, σελίδα 1697· «and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require. 'As a general rule the only ground for a stay of execution is an affidavit showing that if the damages and costs were paid there is no reasonable probability of getting them back if the appeal succeeds' (Atkins v. G. W. Ry.
(1886), 2 T. L. R. 400, following Barker v. Lavery
(1885), 14 Q. B. D. 769, C. A.)». Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης καλούν δια θετική άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου και γι' αυτό το αίτημα δια αναστολή εγκρίνεται. Εν τούτοις διαφορετική είναι η κατάληξη σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα, τα οποία, ως εξηγείται στην υπόθεση Δημητρούδης v. Λουγκρίδη
(2011)1Α Α.Α.Δ. 687, είθισται να μην αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής τούτων. Τα εκεί αναφερόμενα είναι καθ' όλα κατατοπιστικά τόσο για το εύρος της εξουσίας του δικαστηρίου, όσο και για τον τρόπο που ασκείται. Αποφεύγω όμως να τα επαναλάβω και απλώς ενσωματώνω τις σχετικές αρχές στο διάταγμα που ακολουθεί. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση εγκρίνεται σε σχέση με το αιτητικό
(2). Η εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε την 22.05.2015 αναστέλλεται, πλην των δικηγορικών εξόδων που υπόκεινται στον ακόλουθο όρο· τα δικηγορικά έξοδα είναι καταβλητέα αμέσως με την ανάληψη υποχρέωσης από το δικηγόρο των εναγόντων ότι θα επιστρέψει το εν λόγω ποσό σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η ανάληψη της σχετικής υποχρέωσης να λάβει τη μορφή επιστολής που θα κατατεθεί στο φάκελο του δικαστηρίου και θα κοινοποιηθεί στο δικηγόρο των εναγομένων. Σε ό,τι αφορά την επίδικη αίτηση η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδά της. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο