← Κύπρος

ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΑΠΕΡΤΑΣ ν. CYPRUS MAIL CO LTD, Αριθμός Αγωγής: 384/10, 7/10/2016

ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΑΠΕΡΤΑΣ ν. CYPRUS MAIL CO LTD, Αριθμός Αγωγής: 384/10, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A541 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 384/10 Μεταξύ ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΑΠΕΡΤΑΣ Ενάγοντα και CYPRUS MAIL CO LTD Εναγομένων 7 Οκτωβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Ταμάσιος για Α. Ταμάσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Κ. Μαυραντώνης για Μάρκος Π. Σπανός & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Το παράπονο του Ενάγοντα κατά των Εναγομένων είναι για γραπτή δυσφήμιση, λίβελλο και/ή επιζήμιο ψευδολογία η οποία περιέχεται, ως οι ισχυρισμοί του, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα «Cyprus Mail», ιδιοκτησίας των Eναγόμενων με ημερομηνία έκδοσης και κυκλοφορίας 4.4.02 υπό τον τίτλο "Man jailed for stock market crime" και το οποίο έκτοτε παρουσιάζεται στην επίσημη ιστοσελίδα της εφημερίδας, καθώς και αναδημοσιεύεται αυτούσιο με τον ίδιο τίτλο σε διάφορες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, οι οποίες παρουσιάζουν την εφημερίδα «Cyprus Mail» ως την πηγή του δημοσιεύματος. Ο Ενάγοντας αξιώνει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, αλλά και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις έναντι των Eναγόμενων. Η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα καταχωρήθηκε αρκετό καιρό μετά την καταχώρηση της αγωγής η οποία ήταν στις 19.1.10, συγκεκριμένα στις 24.3.
  2. Σε αυτήν, ο Ενάγοντας αναπαράγει και παραθέτει αυτούσιο το επίδικο δημοσίευμα και ισχυρίζεται ότι ολόκληρο το περιεχόμενο του είναι παραπλανητικό, ψευδές, κακόπιστο και συκοφαντικό για τον ίδιο, και ότι πλήττει το πρόσωπο, την ιδιότητα, την κοινωνική υπόσταση, την αξιοπρέπεια, την ηθική και το επάγγελμα του. Αναφέρει ότι οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν στο άρθρο και ο τρόπος με τον οποίο αυτό έχει γραφτεί, αποδίδουν την έννοια και εννοούν ότι ο Ενάγοντας είναι ανήθικος, ότι επαγγελματικά ενήργησε με ανήθικο τρόπο, ότι καταδικάστηκε για αδίκημα αναφορικά με ανηθικότητα και απάτη και ότι εξαπάτησε πρόσωπα για να τους αποσπάσει τα χρήματα τους και καταδικάστηκε για αδίκημα που έχει ως συστατικό στοιχείο την εξαπάτηση, την απάτη και/ή τις ψευδείς παραστάσεις. Συγκεκριμένα το επίδικο δημοσίευμα όπως δημοσιεύθηκε και στην έντυπη μορφή της εφημερίδας «Cyprus Mail» αλλά και στη διαδικτυακή της έκδοση έχει ως εξής: «Main jailed for stock market crime A 40-YEARS- old man was jailed for 10 months for stock market related crimes yesterday. Panicos Lapertas from Vassiliko, owner of "Lapertas Fisheries", was found guilty on two counts, for failing to act ethically and appropriately when listing his company on the Cyprus Stock Exchange. This is the first time a Larnaca court has sentenced someone over the CSE. The charges against Lapertas were brought against him by two family members, police said. Despo Lapertas and Giorgos Iordanous said they had bought shares in the accused company when he promised them it would be listed on the CSE, but is never was. Despo Lapertas and Giorgos Iordanous said they had bought shares in the accused company when he promised them it would be listed on the CSE, but is never was. Despo Lapertas gave the accused ΛΚ35,000 and Iordanous gave him LK4,000 for 87,500 and 10,000 share respectively. When the accused did not list his company on the CSE, the plaintiffs demanded their money back and reported him to the police. The court also fined the company ΛΚ7,000 and ΛΚ4,000 for each charge. The court told Lapertas to return both parties' money, at a six per cent interest starting from the day the paid him." Είναι η θέση του Ενάγοντα ειδικότερα, ότι οι Εναγόμενοι στο υπό αναφορά άρθρο τους έπληξαν τον ίδιο στην προσπάθεια τους να δημοσιεύσουν απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο τον καταδίκασε πρωτόδικα, αλλά οι Εναγόμενοι δεν ανέφεραν καθόλου, ούτε δημοσίευσαν νέο άρθρο στην εφημερίδα τους και/ή την ιστοσελίδα τους σε σχέση με το γεγονός ότι ο Ενάγοντας αθωώθηκε κατ' έφεση με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στις 9.7.02, στα πλαίσια εκδίκασης των Ποινικών εφέσεων 7279 και
  3. Είναι επομένως η θέση του ότι οι Εναγόμενοι εξακολούθησαν ψευδώς να δημοσιεύουν άρθρο το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε για πρώτη φορά, από τρίτα πρόσωπα, περί τον Δεκέμβριο του 2009 για την ύπαρξη του αναφερόμενου δημοσιεύματος στην ιστοσελίδα των Εναγόμενων. Αμέσως έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του οι οποίοι και απέστειλαν επιστολή στους Εναγόμενους ημερομηνίας 23.12.09, με την οποία τους καλούσε να αποσύρουν το αναφερόμενο άρθρο και δημοσίευμα από την ιστοσελίδα τους προς αποφυγή δημιουργίας περαιτέρω ζημιάς και δυσφήμισης σε αυτόν. Οι Εναγόμενοι όντως συμμορφώθηκαν και διέγραψαν από την ιστοσελίδα τους το επίδικο δημοσίευμα, όμως αυτούσιο το δημοσίευμα αυτό εξακολουθεί να παρουσιάζεται σε διάφορες άλλες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, οι οποίες μάλιστα παρουσιάζουν τους Εναγόμενους και την εφημερίδα τους ως την πηγή αναδημοσίευσης του. Οι Εναγόμενοι πάρα το ότι ενημερώθηκαν από τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του για το γεγονός αυτό, ουδέν έπραξαν με αποτέλεσμα ακόμα μέχρι και σήμερα να παρουσιάζεται σε διάφορες ιστοσελίδες το δημοσίευμα αυτό. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι λόγω αυτών των πράξεων και παραλείψεων των Εναγόμενων, έχει υποστεί και ηθική και πραγματική βλάβη και ζημιά στον επαγγελματικό του τομέα. Έχει εκτεθεί σε συνεργάτες του, έχει χάσει την ευκαιρία να διευρύνει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και δεν έχει καταφέρει να συνάψει μεγάλες εμπορικές συμφωνίες τις οποίες διαπραγματευόταν με διάφορα νομικά πρόσωπα του εξωτερικού και επίσης έχει πληγεί το όνομα του, η φήμη του και γενικότερα η θέση του στην κοινωνία. Όπως αναφέρει, είναι πρόσωπο το οποίο είχε δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά έντονα ανά το στο παγκόσμιο. Ήταν γενικός διευθυντής, υπάλληλος και συνεργάτης πολλών εταιρειών και η φήμη του είχε εδραιωθεί όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό γενικότερα, και δη πολύ έντονα στην Αμερική. Σε σχέση με την Κύπρο ο ενάγοντας ήταν ο διευθυντής των εταιρειών LAPERTAS & ASSOCIATES LTD και LAPERTAS FISHERIES LTD. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους αρνούνται όλα όσα ο Ενάγοντας τους καταλογίζει. Παραδέχονται ότι στην εφημερίδα τους «Cyprus Mail», έχουν δημοσιεύσει το άρθρο που αναφέρει ο Ενάγοντας κατά ή περί τις 4.4.02, όπως και το γεγονός ότι το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε την ίδια μέρα και στην ιστοσελίδα της εφημερίδας. Αναφέρουν όμως ότι στην ιστοσελίδα τους δεν περιλαμβάνονται όλα τα άρθρα της εφημερίδας που δημοσιεύονται σε έντυπη μορφή. Σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο άρθρο, είναι η θέση τους ότι αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση ούτε δυσφημιστικό, ούτε ψευδές, ούτε παραπλανητικό, ούτε και κακόπιστο. Προβάλλουν στην Υπεράσπιση τους ότι το επίδικο δημοσίευμα αποτελεί απόλυτα προνομιούχο δημοσίευμα, καθώς είναι ακριβοδίκαιο και ακριβές και αποτελεί καταγραφή των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στο Δικαστήριο σε σχέση με υπόθεση όπου ο Ενάγοντας και η εταιρεία LAPERTAS FISHERIES LTD ήταν κατηγορούμενοι αναφορικά με αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, το δημοσίευμα αποτελεί δικαστικό ρεπορτάζ και δεν περιέχει τίποτε που να ξεφεύγει από τα όσα ενώπιον του Δικαστηρίου είχαν γίνει. Θεωρούν ότι το δημοσίευμα, είναι αληθές και καλόπιστο και αφορά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και επίσης αποτελεί έντιμο σχόλιο επί της απόφασης του Δικαστηρίου και απόλυτα προνομιούχο δημοσίευμα που παρουσιάζει ακριβοδίκαια ότι είχε λεχθεί στη δικαστική διαδικασία. Αναφέρουν επίσης, ότι με άρθρο τους στις 11.7.02 στην εφημερίδα τους «Cyprus Mail», έχουν αναφέρει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αθωώσει κατ' έφεση τον Ενάγοντα και ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε εκ μέρους του Ενάγοντα και/ή της εταιρείας του οποιαδήποτε παράβαση του Νόμου για το Χρηματιστήριο. Παραδέχονται επίσης, ότι στις 23.12.09, 8 σχεδόν χρόνια μετά τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου, έλαβαν επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα και ότι απέσυραν από το διαδίκτυο το επίδικο άρθρο προς ένδειξη καλής θέλησης και προς αποφυγή περαιτέρω διαδικασιών και χωρίς όμως να παραδέχονται οτιδήποτε από όσα ο Ενάγοντας τους καταλογίζει. Είναι επίσης η θέση τους ότι, δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τυχόν αναδημοσιεύσεις του δημοσιεύματος από οποιοδήποτε άλλο μέσο μετάδοσης πληροφοριών και/ή δημοσίευσης. Αναφέρουν επίσης ότι είχαν γίνει προσπάθειες για εξώδικο συμβιβασμό της υπόθεσης αλλά ο δικηγόρος του Ενάγοντα ζήτησε τη δημοσίευση απολογίας και την καταβολή ποσού €50.000 ως αποζημιώσεις, κάτι το οποίο απέρριψαν αμέσως, όπως επίσης απέρριψαν και την πρόταση του Ενάγοντα να δημοσιεύσουν την απολογία αλλά ο ίδιος να επιφυλάξει το δικαίωμα του να καταχωρήσει αγωγή στο Δικαστήριο για αποζημιώσεις. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ο Ενάγοντας έδωσε προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο και κάλεσε επίσης ως μάρτυρα του την Αμερικανίδα συνεργάτη του Cathleen Mohseni. Από πλευράς Εναγόμενων δόθηκε μαρτυρία μόνο από τον Διευθυντή τους, Κυριάκο Ιακωβίδη. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κατατέθηκαν επίσης διάφορα Τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω όπου χρειάζεται για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της απόφασης. Ο Ενάγοντας κατέθεσε στο Δικαστήριο το βιογραφικό του σημείωμα, αναφέροντας ότι έχει αναπτύξει πλήρη και επιτυχημένη εμπορική δραστηριότητα τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό. Θέση του ήταν ότι οι Αμερικανοί συνεργάτες του, αλλά γενικά οι Αμερικανοί επιχειρηματίες είναι πρόσωπα τα οποία δίδουν τεράστια σημασία στην ηθική και είναι πολύ διστακτικοί, εάν όχι αρνητικοί, στο να συνεργαστούν με πρόσωπο το οποίο δεν είναι ακέραιου χαρακτήρα και ηθικής. Ήταν επίσης η θέση του, ότι τη δεδομένη και επίδικη χρονική περίοδο ο ίδιος δραστηριοποιείτο ανά το παγκόσμιο στο διεθνές εμπόριο και τις διεθνείς επενδύσεις. Το άρθρο που δημοσίευσαν οι Εναγόμενοι στις 4.4.02 στη σελίδα της εφημερίδας «Cyprus Mail», αλλά και το οποίο καταχωρήθηκε την ίδια μέρα στην ιστοσελίδα των Εναγόμενων και έκτοτε παρέμεινε στο ηλεκτρονικό της αρχείο και ουσιαστικά δημοσιευόταν καθημερινά από τις 4.4.02 και εντεύθεν, είναι άκρως δυσφημιστικό και συκοφαντικό για τον ίδιο και ότι εξαιτίας του έπαθε μεγάλη ζημιά. Πλήγηκε το πρόσωπο του, η κοινωνική του υπόσταση, η αξιοπρέπεια, η ηθική και το επάγγελμα του. Ήταν συγκεκριμένα η θέση του ότι στο εν λόγω άρθρο υπάρχουν λέξεις και υπόνοιες που καταδεικνύουν ότι ο ίδιος καταδικάστηκε για αδίκημα που ενέχει το στοιχείο της απάτης, της εξαπάτησης και των ψευδών παραστάσεων και ότι ενήργησε επαγγελματικά με ανήθικο τρόπο, χωρίς όμως αυτές οι αναφορές να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ουδέποτε το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο όντως τον καταδίκασε προσωπικά σε φυλάκιση και την εταιρεία του σε πρόστιμο, χρησιμοποίησε αυτές τις λέξεις και κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 11 την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην υπόθεση 6407/01, ημερομηνίας 26.3.
  1. Το επίδικο δημοσίευμα όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα και στην ιστοσελίδα των Εναγομένων, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι αθωώθηκε μετά από σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στις Ποινικές Εφέσεις 7279 και 7280 ημερομηνίας 9.7.02, αντίγραφο της απόφασης έχει καταθέσει ως Τεκμήριο 3, και ότι οι Εναγόμενοι κακόβουλα δεν ανέφεραν οτιδήποτε, είτε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδα τους, είτε στη διαδικτυακή της έκδοση σε σχέση με αυτή την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, κάτι που καταδεικνύει κατά την άποψη του και την κακοβουλία τους. Ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο του 2009 πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα με τα οποία είχε επαγγελματική συνάντηση για την ύπαρξη του δημοσιεύματος στην ιστοσελίδα των Εναγόμενων και ότι λόγω αυτού του δημοσιεύματος η συνεργασία τους τερματίστηκε άδοξα. Αμέσως έστειλε επιστολή με τους δικηγόρους του ημερομηνίας 23.12.09 και ζήτησε από τους Εναγόμενους να αποσύρουν το δημοσίευμα αμέσως από την ιστοσελίδα της εφημερίδας τους προς αποφυγή περαιτέρω ζημιάς και δυσφήμισης του. Οι Εναγόμενοι όντως συμμορφώθηκαν και διέγραψαν από την ιστοσελίδα τους το δημοσίευμα, όμως ουδέν άλλο έπραξαν προς αποκατάσταση της αλήθειας. Ούτε δημοσίευσαν άλλο άρθρο που να αναφέρουν ότι αυτός είχε αθωωθεί και δεν υφίστανται πλέον τα όσα είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε διέγραψαν από το αρχείο της ιστοσελίδας τους το συγκεκριμένο άρθρο που είχαν γράψει, με αποτέλεσμα το άρθρο αυτό να εμφανίζεται σε όλες τις μηχανές αναζήτησης. Μάλιστα κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική έρευνα του στο διαδίκτυο, στην οποία ο ίδιος είχε προβεί στις 23.12.09, Τεκμήριο 5, στην οποία φαίνεται να υπάρχει αναφορά στο εν λόγω άρθρο και στην καταδίκη του. Κατέθεσε επίσης αντίγραφα της αλληλογραφίας των δικηγόρων του με τους Εναγόμενους, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την αφαίρεση από το διαδίκτυο όπως έχει αναφερθεί του άρθρου, όχι όμως και διαγραφή του από το αρχείο της εφημερίδας. Θέση του είναι ότι οι ενέργειες αυτές των Εναγόμενων ήταν κακόπιστες, και σίγουρα δεν έγιναν κατόπιν δέουσας έρευνας. Στόχο είχαν να τον πλήξουν ηθικά και επαγγελματικά, το όνομα του ταυτίστηκε με το λεγόμενο «σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου» και την άποψη ότι κάποια πρόσωπα εξαπάτησαν το κοινό εισπράττοντας χρήματα από αυτό με ψευδείς παραστάσεις και κατόπιν απάτης. Έχει παράπονο από τους Εναγόμενους επειδή δεν δημοσίευσαν νέο άρθρο που να επεξηγούν επ' ακριβώς τι ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην αθωωτική του απόφαση, έχει παράπονο επειδή μόλις τον Δεκέμβριο του 2009 οι Εναγόμενοι αφαίρεσαν το άρθρο το οποίο βρισκόταν εις την ιστοσελίδα τους για όλα αυτά τα χρόνια και επίσης έχει παράπονο από αυτούς επειδή δεν προέβηκαν σε καμία άλλη ενέργεια για να εμποδίσουν στην αναδημοσίευση του άρθρου διαγράφοντας το από το αρχείο της ιστοσελίδας τους. Αυτές οι λανθασμένες, κακόβουλες και παράνομες ενέργειες των Εναγομένων, είναι η θέση του ότι πέραν από το πλήγμα που έφεραν στο άτομο του, το όνομα του, το χαρακτήρα του, την υπόσταση του, τον έπληξαν και επαγγελματικά, επειδή όπως είχε ήδη αναφέρει και προηγουμένως, για τους συνεργάτες του ανά το παγκόσμιο το θέμα της ηθικής είναι ένα πολύ βασικό θέμα, κανένας δεν επιθυμεί να συνεργάζεται με άτομο που έχει καταδικαστεί για αδίκημα που ενέχει ανηθικότητα και ήταν συγκεκριμένα η θέση του ότι πολλές συμφωνίες τις οποίες είχε διαπραγματευτεί και θα κατέληγαν θετικά, ναυάγησαν εξαιτίας του ότι οι συνεργάτες του διάβασαν στις διάφορες ιστοσελίδες την αναδημοσίευση του άρθρου που είχαν δημοσιεύσει οι Εναγόμενοι στο διαδίκτυο και το οποίο αναφέρει ψευδώς ότι είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης για αδικήματα που ενέχουν ανηθικότητα, ψευδείς παραστάσεις και απάτη. Κατέθεσε μάλιστα δυο επιστολές, Τεκμήρια 9 και 10, από συνεργάτες του στις οποίες του αναφέρουν ότι δεν μπορούν να συνεργαστούν μαζί του λόγω των θεμάτων ανηθικότητας που προέκυψαν σχετικά με το όνομα του όπως εντοπίστηκε σε άρθρο της εφημερίδας «Cyprus Mail». Αναφέρθηκε επίσης εκτενώς και στις προσπάθειες που έγιναν μεταξύ των δικηγόρων του και των δικηγόρων των Εναγόμενων για να δημοσιευτεί απολογία των Εναγόμενων προς τον ίδιο, το κείμενο της οποίας μάλιστα τους είχε προταθεί και είναι το Τεκμήριο 8, αναφέροντας ότι δεν κατέληξαν θετικά γι' αυτό και αναγκάστηκε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Θέση του είναι ότι η «Cyprus Mail» είναι εφημερίδα την οποία διαβάζει ο κόσμος ευρέως τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, πωλείται και εκτός Κύπρου και λόγω του ότι είναι στα αγγλικά και υπάρχει και η διαδικτυακή της έκδοση, επίσης στα αγγλικά, διαβάζεται ανά το παγκόσμιο, και συνεπώς ότι η δυσφήμιση και κατ' επέκταση και η ζημιά που του έχει γίνει ήταν εκτενής. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι ουδέποτε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τον καταδίκασε για αδίκημα που ενέχει ανηθικότητα ή για απάτη. Συμφώνησε ότι όντως είχε καταδικαστεί σε ποινή για φυλάκισης 10 και 6 μηνών για αδικήματα σε σχέση με το Χρηματιστήριο, αλλά όχι σε σχέση με αδίκημα που να έχει σχέση με ανηθικότητα. Το Ανώτατο Δικαστήριο τον έχει δικαιώσει κατ' έφεση, και οι Εναγόμενοι δεν ασχολήθηκαν να γράψουν άρθρο και να αναφέρουν το θέμα αυτό και ήταν η θέση του ότι η αναφορά τους σε κάποιο άρθρο πολύ αργότερα από την ημερομηνία της αθώωσης του στην ανατροπή της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν ήταν ικανοποιητική. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ήταν ικανοποιητική η αναφορά που έγινε από τους Εναγόμενους σε έκδοση της εφημερίδας τους για το θέμα της αθώωσης του από το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως και το ότι οποιοδήποτε τυχόν θέμα έληξε με την απόσυρση που επίδικου άρθρου από το διαδίκτυο μετά από την επιστολή των δικηγόρων του. Επέμενε ότι οι Εναγόμενοι αδιαφόρησαν και δεν νοιάστηκαν να αποκαταστήσουν την αλήθεια των πραγμάτων με άρθρο τους στην εφημερίδα τους, αλλά καίρια και καθοριστικά παρέλειψαν να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να σταματήσουν την αναδημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος από την ιστοσελίδα τους. Μόνο η διαγραφή του μετά από σχεδόν 8 χρόνια δεν ήταν ικανοποιητικό μέτρο, όπως αποδείκτηκε. Οι Εναγόμενοι, ήταν η θέση του, γνωρίζουν πώς κυκλοφορούν τα θέματα στο διαδίκτυο και, αν και συμφώνησε ότι δεν ελέγχουν το διαδίκτυο, από έρευνα που έχει κάμει, έχει πληροφορηθεί ότι υπάρχει τρόπος να διαγραφεί το άρθρο αυτό από το κεντρικό αρχείο στο οποίο έχει αποθηκευτεί και έτσι δεν θα μπορεί κανένας να το αναδημοσιεύει. Δέκτηκε επίσης ότι είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας για την παράνομη όπως αποδείχθηκε στο τέλος φυλάκιση του και ότι η υπόθεση εκείνη συμβιβάστηκε με την καταβολή του ποσού των €50.000.- αλλά αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η αποζημίωση που πήρε είναι ικανοποιητική αποζημίωση για να καλύψει όλες τις ζημιές που τυχόν προέκυψαν ως αποτέλεσμα της καταδίκης του πρωτόδικα και δεν δικαιούται να λάβει οποιοδήποτε άλλο ποσό από τους Εναγόμενους. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι είναι ο ίδιος που ευθύνεται για το ότι δεν υπήρξε συμβιβασμός μεταξύ του και των Εναγόμενων, λόγω των υπέρογκων ποσών που ζητούσε ως αποζημιώσεις. Αρνήθηκε ότι όλες του οι απαιτήσεις είναι εξωπραγματικές και διογκωμένες, επαναλαμβάνοντας ότι έχει υποστεί μεγάλη ζημιά εδώ και χρόνια, ακόμα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το όνομα του και βρίσκεται στο παρασκήνιο λόγω του άρθρου αυτού. ΄Όπως είπε, έχει αποστείλει πολλές αιτήσεις για εργοδότηση σε διάφορους οργανισμούς, οι οποίοι κατά τον έλεγχο του ονόματος του βρίσκουν την αναφορά στην καταδίκη του με τον λανθασμένο και κακόβουλο τρόπο που έχουν γράψει το άρθρο τους οι Εναγόμενοι, με αποτέλεσμα να μην έχει ευκαιρία για τίποτε. Όπως ανέφερε, όταν διαβάζει κάθε αναφορά που γίνεται στο άρθρο αυτό στο διαδίκτυο, είναι σαν να διαβάζει για πρώτη φορά το άρθρο και ξανανιώθει με την ίδια ένταση τα θέματα της ανηθικότητας. Η ΜΕ 2, Cathleen Mohseni, είναι Αμερικανίδα επιχειρηματίας, υπήκοος, γνωρίζει πολύ καλά τον Ενάγοντα από τα πρώτα χρόνια που δούλευε στην Αμερική και τον χαρακτήρισε ως εξαιρετικό μυαλό, πολύ πρόθυμο για εργασία, με όραμα και στόχους τους οποίους είχε θέσει από πολύ νεαρή ηλικία. Η ίδια δραστηριοποιείται ανά το παγκόσμιο, συνεργάζεται με τεράστιας εμβέλειας εταιρείες, διεθνώς γνωστές και λόγω της εκτίμησης και του θαυμασμού της προς το πρόσωπο του Ενάγοντα άρχισαν να συνεργάζονται, τον είχε συστήσει σε πολλούς συνεργάτες της, είχαν ξεκινήσει μαζί κάποιες εργασίες και είχαν στα σκαριά πολλές άλλες δουλειές έτοιμες να ξεκινήσουν. Γνωρίζει ότι ο Ενάγοντας είχε επενδύσει πολλά χρήματα σε εταιρεία που ασχολείται με ψάρια στην Κύπρο την εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd και ότι για τον σκοπό αυτό είχε έρθει στην Κύπρο για κάποιο χρονικό διάστημα. Μάλιστα και η ίδια είχε επενδύσει ένα αρκετά μεγάλο κεφάλαιο στην εταιρεία του έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στις ικανότητες και στην κρίση του. Ήταν παρούσα και δίπλα του όταν καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε σχέση με αδικήματα που αφορούν το Χρηματιστήριο και είναι επίσης ενήμερη για την ύπαρξη του επίδικου άρθρου που είχε δημοσιευτεί, τόσο στην έντυπη, αλλά και τη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας «Cyprus Mail». Ήταν η θέση της ότι γνωρίζει προσωπικά ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του ενάγοντα πλήγηκαν πολύ κατόπιν της δημοσίευσης αυτού του άρθρου. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας είχε επενδύσει τεράστια ποσά στις εταιρείες του που συνέστησε στην Κύπρο για να εισαχθούν στο Χρηματιστήριο για τις οποίες μάλιστα είχε λάβει και επαγγελματική συμβουλή από εμπειρογνώμονες από την Αμερική, οι οποίοι είχαν εισάξει προηγουμένως πολλές εταιρείες σε χρηματιστήρια διεθνώς. Όλοι οι συνεργάτες της στους οποίους συνέστησε τον Ενάγοντα μετά από το άρθρο, αρνήθηκαν να αρχίσουν στην οποιανδήποτε συνεργασία μαζί του και ούτε του ανάθεσαν οποιανδήποτε εργασία. Ο λόγος είναι ότι στο άρθρο που δημοσίευσαν οι Εναγόμενοι υπήρχε αναφορά για ανηθικότητα και αδικήματα που αφορούσαν απάτη. Κανένας επιχειρηματίας ανά το παγκόσμιο και δη Αμερικανός, δεν επιθυμεί να συνεργαστεί με πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για θέματα απάτης και που συνεπώς το όνομα του συνδέεται με ανηθικότητα. Η ίδια προσπάθησε να πείσει τους ανθρώπους αυτούς περί του αντιθέτου, ανεπιτυχώς όμως, και ήταν η θέση της ότι δεν βοήθησε καθόλου το γεγονός ότι η «Cyprus Mail» που είχε δημοσιεύσει το επίδικο ζημιογόνο για τον Ενάγοντα άρθρο, δεν δημοσίευσε άλλο άρθρο με το οποίο να το αποσύρει ή να αναφέρει κάτι το οποίο να αποκαθιστά την αλήθεια, ούτε και υπήρξε ξεκάθαρο άρθρο τους που να λέει ότι ο ενάγοντας αθωώθηκε. Μάλιστα η ίδια αναγκάστηκε όπως είπε να αφαιρέσει το όνομα του και από το Διοικητικό Συμβούλιο και τα επιστολόχαρτα των δικών της εταιρειών, γιατί διατηρώντας το όνομα του, έπληττε και τις δικές της επιχειρήσεις. Θέση της ήταν επίσης ότι από τη δημοσίευση του άρθρου και μετέπειτα, όταν σύστηνε σαν Ενάγοντα σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο - συνεργάτη της δεν ανέφερε το επίθετο του, αλλά μόνο το μικρό του το όνομα. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι η έκταση του άρθρου αυτού σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ ήταν μεγάλη και οι επιπτώσεις του και στον Ενάγοντα και κατ' επέκταση στην ίδια ήταν τεράστιες, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι είχαν «ακρωτηριαστεί» και ότι αυτές οι αναφορές για σκοπούς Αμερικής ισοδυναμούν με θάνατο. Αντεξεταζόμενη επέμενε σε όλα όσα έχει αναφέρει, δέχτηκε ότι η σχέση της μαζί με τον Ενάγοντα είναι πολύ στενή, αρχικά ήταν καθαρά επαγγελματική αλλά μετά έγινε «ως άντρας και γυναίκα», και μάλιστα είχε γραφτεί για σκοπούς Αμερικάνικης πρεσβείας ότι είναι σύζυγος του για να μπορεί να τον επισκεφθεί στη φυλακή. Είπε επίσης ότι έκανε έρευνες στην Αμερική για να διαπιστώσει ποιος ήταν υπεύθυνος για αυτό το άρθρο που φαίνεται να αναδημοσιεύεται στο διαδίκτυο και της είχαν αναφέρει ότι τους το είχε δώσει η «Cyprus Mail» και πίστευαν ότι ήταν σωστό. Της υπεβλήθη ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι είχαν δώσει την συγκατάθεση τους για οποιαδήποτε αναδημοσίευση του άρθρου, είτε για επανάρτηση του σε άλλες ιστοσελίδες και ότι δεν ευθύνονται για τυχόν αναδημοσιεύσεις ή αναρτήσεις σε άλλες ιστοσελίδες τις οποίες δεν έχουν εξουσιοδοτήσει για να απαντήσει ότι τους θεωρεί υπεύθυνους επειδή έγραψαν κάτι που δεν ήταν ακριβές και έπρεπε να σιγουρευτούν ότι οι δημοσιογράφοι τους έγραφαν σωστά αυτά που έγραφαν. Είναι επίσης ενήμερη όπως είπε για την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και του Εφετείου, και της υποβλήθηκε ότι θα μπορούσε να την παρουσιάζει στους διάφορους συνεργάτες της όταν αμφισβητούσαν τον Ενάγοντα και να τους αποδεικνύει ότι δεν είναι ανήθικος. Θέση της ήταν ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει, δεν μπορούσε να κάνει η ίδια μια μετάφραση και να την διαμοιράζει δεξιά και αριστερά θεωρώντας ότι ο κόσμος θα την πίστευε. Το γεγονός ότι το άρθρο της «Cyprus Mail» ήταν γραμμένο στα αγγλικά και αναδημοσιευόταν συνεχώς, ήταν αυτό που έκανε τη ζημιά και θα έπρεπε να το διορθώσουν οι Εναγόμενοι άμεσα. Είπε επίσης ότι οι περισσότεροι επιχειρηματίες δεν κάθονται να διαβάζουν τις αποφάσεις των Δικαστηρίων που είναι νομικά κείμενα, αντίθετα όταν έχουν μπροστά τους ένα άρθρο στο διαδίκτυο είναι εκείνο που μετρά γι' αυτούς, επιμένοντας έτσι ότι είναι το επίδικο άρθρο που έκανε τη ζημιά. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο μοναδικός μάρτυρας για τους Εναγόμενους ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος τους Κυριάκος Ιακωβίδης. Είναι η θέση του ότι η εφημερίδα «Cyprus Mail» καλύπτει θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος στα πλαίσια του οποίου έγινε και η συγγραφή του επίδικου δημοσιεύματος, το οποίο χαρακτήρισε ως ένα δικαστικό ρεπορτάζ που δεν περιέχει οτιδήποτε που να ξεφεύγει από τα όσα είχαν γίνει κατά την ακροαματική διαδικασία. Πιστεύει ότι το δημοσίευμα είναι απόλυτα προνομιούχο καθώς είναι ακριβοδίκαιο και ακριβές και αποτελεί πιστή καταγραφή των γεγονότων τα οποία διαδραματίστηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σχετικά με την ποινική υπόθεση εναντίον του Ενάγοντα και της εταιρείας του Lapertas Fisheries Ltd που αφορούσε το αδίκημα της παράλειψης εκδότη να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για υποβολή στοιχειοθετημένης και τεκμηριωμένης αίτησης για εισαγωγή των τίτλων εταιρείας στο Χρηματιστήριο. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί το δημοσίευμα ως απλή καταγραφή των όσων είχαν γίνει στο Δικαστήριο και επίσης ανέφερε ότι αποτελεί έντιμο σχόλιο, είναι αληθές, καλόπιστο και προ πάντων αφορά ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος. Όπως είπε, τη δεδομένη χρονική περίοδο τα θέματα του Χρηματιστηρίου ήταν επίκαιρα, είχαν μεγάλο δημόσιο ενδιαφέρον και η απόφαση που είχαν δημοσιεύσει ήταν πρωτοποριακή. Πολλοί συμπολίτες μας ήταν εγκλωβιστεί σε εταιρείες που ενώ κατέθεσαν τα χρήματα τους, αυτές δεν κατάφεραν να εισαχθούν στο Δικαστήριο, πολλοί έπαθαν ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά και παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα θέματα αυτά. Είναι η θέση του ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν αποδίδει, ούτε προσάπτει, ούτε και υπονοεί για το πρόσωπο του Ενάγοντα κατηγορίες για διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος εκτός από εκείνο για το οποίο έχει καταδικαστεί, δεν είναι δυσφημιστικό ούτε και συκοφαντικό. Όπως επίσης ανέφερε, και σε αντίθεση με όλα όσα έχει αναφέρει ο Eνάγοντας, οι Εναγόμενοι με νέο δημοσίευμα τους και σε συνέχεια του επίδικου δικαστικού τους ρεπορτάζ, έχουν προβεί σε δημοσίευση νέου άρθρου στην έκδοση της εφημερίδας τους ημερομηνίας 11.7.02, Τεκμήριο 14, στο οποίο ανέφεραν ότι ο Ενάγοντας έχει αθωωθεί κατ' έφεση. Συμφώνησε ότι στις 13.12.09 ο Ενάγοντας μέσω των δικηγόρων του ζήτησε γραπτώς την απόσυρση του επίδικου δημοσιεύματος από το διαδίκτυο και την δημοσίευση απολογίας. Θέση του είναι ότι οι Εναγόμενοι σε ένδειξη καλής θέλησης απέσυραν αμέσως από το διαδίκτυο το επίδικο δημοσίευμα, αλλά τόνισε κατηγορηματικά και απόλυτα ότι οι Εναγόμενοι πέραν της δικής τους ιστοσελίδας δεν ελέγχουν, ούτε μπορούν να ελέγξουν τυχόν αναδημοσιεύσεις ή αναρτήσεις σε άλλες ιστοσελίδες του διαδικτύου ανά το παγκόσμιο. Αυτοί είπε είναι οι κίνδυνοι τους οποίους εμπεριέχει η σημερινή τεχνολογία αναφορικά με το διαδίκτυο. Ήταν επίσης η κατηγορηματική του θέση ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε εξουσιοδότησαν ή έδωσαν το επίδικο δημοσίευμα σε τρίτους για να το αναδημοσιεύσουν, είτε να το αναρτήσουν σε άλλες ιστοσελίδες και σχολίασε αρνητικά και επικριτικά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν έκαμε καμία προσπάθεια να επικοινωνήσει ο ίδιος με τους τρίτους υπεύθυνους των διάφορων ιστοσελίδων οι οποίοι χωρίς την άδεια των Εναγόμενων αναδημοσίευσαν το δημοσίευμα, αλλά αντίθετα περιορίστηκε να λάβει μέτρα εναντίον των Εναγόμενων μόνο. Ο ΜΥ1 εξήγησε επίσης τις προσπάθειες που έγιναν μεταξύ των δικηγόρων του Ενάγοντα και των δικηγόρων των Εναγόμενων για συμβιβασμό της υπόθεσης, αναφέροντας ότι οι Εναγόμενοι απέρριψαν εξαρχής και κατηγορηματικά την πρόταση του Ενάγοντα για καταβολή σε αυτόν του ποσού των €50.000.- ως αποζημίωση ή και οποιουδήποτε άλλου ποσού, αλλά επαναλάμβαναν τη θέση τους να δημοσιεύσουν διευκρινιστική απολογία εις ένδειξης καλής θέλησης και χωρίς αποδοχή ευθύνης. Ο Ενάγοντας όμως και οι δικηγόροι του απέρριψαν την πρόταση αυτή επιμένοντας σε καταβολή αποζημίωσης και ως αποτέλεσμα τούτου καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν έχει υποστεί καμία ζημιά από το επίδικο ρεπορτάζ, εάν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αυτή οφείλεται στην ποινή φυλάκισης που του έχει επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο και όχι από το άρθρο των Εναγομένων και είναι η θέση του ότι εν πάση περιπτώσει ο Ενάγοντας έχει λάβει από την Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των €50.000.- για πλήρη ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων του συνεπεία της καταδίκης του και επομένως δεν δικαιούται να ζητά αποζημίωση από τους Εναγόμενους. Όπως επίσης ανέφερε, οι Εναγόμενοι δεν έχουν καμία διαφορά με τον Ενάγοντα για να προσπαθούν να τον πλήξουν προσωπικά ή επαγγελματικά. Αντίθετα ανέφερε ότι σε παλαιότερο τους δημοσίευμα στην εφημερίδα τους ημερομηνίας 9.9.1999, Τεκμήριο 12, οι Εναγόμενοι δημοσίευσαν κολακευτική ανταπόκριση σχετικά με την επιχείρηση του Ενάγοντα LAPERTAS FISHERIES LTD, καθώς και δηλώσεις της συνεργάτιδας του και ΜΕ 2 Cathleen Mohseni, στην οποία μάλιστα η ίδια χαρακτήριζε και την Κυπριακή Δημοκρατία ως " Banana Republic ". Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1, εξήγησε ότι στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας «Cyprus Mail», δεν αναγράφονται όλα όσα συμπεριλαμβάνονται στην έντυπη έκδοση της. Όπως είπε, η Εφημερίδα φιλοξενεί και ξένες ανταποκρίσεις οι οποίες συνήθως δεν αναρτώνται, συνήθως αναρτώνται στο διαδίκτυο τα άρθρα των δημοσιογράφων της εφημερίδας. Όπως επίσης είπε, τα άρθρα της εφημερίδας δεν μπορούν να αναδημοσιευτούν από κανέναν χωρίς να λάβει προηγουμένως την άδεια των Εναγομένων. Για τη συγγραφή του επίδικου άρθρου όπως ανέφερε, χωρίς να θυμάται επ' ακριβώς λόγω του χρονικού διαστήματος που έχει εν τω μεταξύ διαρρεύσει, πιθανότατα δεν έχει μεταβεί δημοσιογράφος της εφημερίδας τους στη Λάρνακα να παρακολουθήσει τη δίκη, συνεργάζονταν με το Larnaca Press για την Επαρχία Λάρνακας το οποίο κάλυπτε για την Επαρχία Λάρνακας τα σχετικά ρεπορτάζ για όλες τις εφημερίδες και τους έστελνε κάθε μέρα νέο ρεπορτάζ με τα γεγονότα της μέρας. Αυτή ήταν η πρακτική και μάλλον αυτό θα έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Επέμενε ότι όσα αναφέρονται στο άρθρο αυτό είναι μια ακριβοδίκαιη καταγραφή των όσων είχαν διαδραματιστεί στο Δικαστήριο, είπε και ότι δεν έλαβαν νομική συμβουλή πριν να δημοσιεύσουν το επίδικο άρθρο, αυτό δεν είναι κάτι που συνηθίζουν να κάνουν. Του υπεβλήθη ότι πουθενά στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, Τεκμήριο 11, δεν αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας βρέθηκε ένοχος για αδικήματα που αφορούν απάτη και ειδικά για αδικήματα που να αφορούν ηθική, αναφέροντας ότι δεν έχει διαβάσει την απόφαση ο ίδιος και δεν μπορεί να απαντήσει τα θέματα αυτά. Επέμενε ότι όσα καταγράφονται στο άρθρο είναι ακριβής παράθεση των όσων είχαν γίνει στο Δικαστήριο, δεν γνωρίζει ποιος δημοσιογράφος του Larnaca Press έγραψε το άρθρο, ούτε μπορεί να σχολιάσει την κρίση του, αυτά είναι θέματα για τα οποία θα πρέπει να ρωτηθεί αυτός που έγραψε το άρθρο. Παραδέχτηκε ότι οι Εναγόμενοι δεν προέβηκαν σε κανένα μέτρο για να διαπιστώσουν εάν το ρεπορτάζ ήταν ακριβές, και επέμενε μέχρι τέλους ότι το άρθρο έχει σαν αντικείμενο την δικαστική απόφαση, και ότι περιορίστηκε ουσιαστικά στην καταδίκη του εναγόμενου. Συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 14 όπου αναφέρεται και στην αθωωτική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, δεν αποτελεί αυτούσιο άρθρο για την απόφαση του Εφετείου, αλλά ένα γενικότερου ενδιαφέροντος άρθρο στο οποίο υπάρχει αναφορά για την αθώωση του και συμφώνησε ότι δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο ότι αθωώθηκε ο ενάγοντας. Ανέφερε όμως ότι λέει ξεκάθαρα ότι ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την LAPERTAS FISHERIES LTD και αρνήθηκε ότι δεν ήταν ικανοποιητικό το άρθρο όπως και την υποβολή ότι αν ο σκοπός ήταν η ορθή ενημέρωση του κοινού, τότε θα έπρεπε οι Εναγόμενοι να γράψουν ολόκληρο ρεπορτάζ και για την αθωωτική απόφαση. Συμφώνησε επίσης ότι το επίδικο άρθρο είχε παραμείνει στην ιστοσελίδα των Εναγόμενων μέχρι και που τους στάληκε η επιστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντα τον Δεκέμβριο του
  3. Του υπεβλήθη ότι από τη μέρα της αθωωτικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου και τουλάχιστον από τις 11.7.02 που οι ίδιοι δημοσίευσαν το άρθρο Τεκμήριο 14, γνώριζαν ότι τα όσα είχαν αναφερθεί στο επίδικο άρθρο δεν ίσχυαν πλέον και λανθασμένα και κακόβουλα το άφησαν να υπάρχει. Θέση του είναι ότι η πρακτική της εφημερίδας όταν αυτή τυπωθεί είναι να φυλάττεται σε αρχείο ή σε τόμο πιστοποιημένο στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Όπως δεν πηγαίνει πίσω σε κάθε τόμο και να σχίζει άρθρα μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος εάν έχει κάτι αλλάξει, δεν μπορεί να διαθέτει υπαλλήλους για να αλλάζουν τις ιστορίες και τα άρθρα που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο. Διαφώνησε ότι όλα αυτά είναι υπεκφυγές και ότι οι Εναγόμενοι απλά αδιαφόρησαν να επανορθώσουν και να δημοσιεύσουν την αλήθεια. Δεν δέχτηκε την υποβολή ότι οι Εναγόμενοι δημοσίευσαν ένα λιβελλογράφημα και ότι τουλάχιστον από τη μέρα της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου και μετέπειτα εν γνώσει τους δημοσίευαν ένα άρθρο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είπε ότι οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να ελέγχουν τις δημοσιεύσεις που γίνονται στο διαδίκτυο ανά το παγκόσμιο και συμφώνησε ότι μετά που ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του Ενάγοντα για τις αναδημοσιεύσεις, ο ίδιος έκαμε έρευνα στο διαδίκτυο και είδε ότι όντως το άρθρο αυτό δημοσιευόταν σε άλλες ιστοσελίδες μεταξύ των οποίων και το Hellenic News, το οποίο χωρίς άδεια αναδημοσιεύει άρθρα των Εναγομένων και μάλιστα συνήθιζε τότε επισταμένα να προβαίνει χωρίς την άδεια των Εναγομένων σε αναδημοσιεύσεις. Δεν θυμάται κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν προβεί σε οποιεσδήποτε παραστάσεις σχετικά προς το Hellenic News, είπε ότι πιθανώς οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν κανένα μέτρο για να εμποδίσουν την υποκλοπή των άρθρων τους και ήταν η θέση του ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε ευθύνη αναφορικά με ενέργειες τρίτων προσώπων να δημοσιεύουν χωρίς άδεια δημοσιεύματα των Εναγόμενων. Του υπεβλήθη ότι οι δικηγόροι του Ενάγοντα είχαν ενημερώσει πλήρως τους Εναγόμενους τουλάχιστον στις 29.6.10 ότι είχαν οι ίδιοι προβεί σε παραστάσεις προς διάφορους οργανισμούς που αναδημοσίευαν το άρθρο και θα μπορούσαν και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι να έστελναν επιστολή και να διαμαρτυρηθούν, αναφέροντας ότι κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται, ούτε είναι η πρακτική των εφημερίδων. Επέμενε ότι οι προσπάθειες συμβιβασμού μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενων για τη δημοσίευση απολογίας, ναυάγησαν λόγω της επιμονής του Ενάγοντα για διεκδίκηση αποζημιώσεων, και διαφώνησε ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η αγωγή ήταν η αδιαφορία των Εναγόμενων να απαντήσουν γρήγορα και/ή καθόλου στις επανειλημμένες επιστολές των δικηγόρων του Ενάγοντα για το θέμα της απολογίας. Επέμενε ότι υπήρχε πάντοτε διάθεση για απολογία για να αποφευχθεί η δικαστική διαδικασία, αλλά δεν υπήρχε ποτέ από πλευράς Εναγόμενων θέμα για πληρωμή χρημάτων ως αποζημίωση. Του υπεβλήθη επίσης ότι το ποσό των €50.000.- που έλαβε ο Ενάγοντας από την Δημοκρατία μετά από αγωγή που είχε καταχωρήσει μετά την αθώωση του από το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν αποτελεί την πλήρη ικανοποίηση του για όλες τις απαιτήσεις που τυχόν έχει, αλλά ότι αυτή έγινε κατόπιν συγκεκριμένου Νόμου και περιορίστηκε στο ποσό αυτό λόγω νομικών θεμάτων, χωρίς ο μάρτυρας να μπορεί να συμφωνήσει μαζί του αναφέροντας ότι όλα αυτά αποτελούν νομικά θέματα. Η καταληκτική του θέση ήταν ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για οτιδήποτε, καθότι δεν έχουν προκαλέσει σε αυτόν καμία ζημιά με τη δημοσίευση του άρθρου τους. Αναφέρω επίσης ότι, στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του ως Τεκμήριο 13, επιστολή της εταιρείας Hellenic Distribution Agency Cyprus Ltd, σύμφωνα με την οποία το τεύχος της εφημερίδας «Cyprus Mail» των Εναγόμενων με ημερομηνία έκδοσης 4.4.02, είχε κυκλοφορήσει σε 5.450 φύλλα, εκ των οποίων πωλήθηκαν τα 3.398, ενώ 2.152 φύλλα είχαν επιστραφεί. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
  4. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.2006. Όπως υποδείχθηκε στην Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν πρέπει να κρίνεται μόνο με την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Σάντης ν. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμα και στην περίπτωση που ο μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής εντύπωσης. Όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους. Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1 Β Α.Α.Δ 1295. Σε ό,τι αφορά τα θέματα αξιολόγησης μαρτύρων αναφέρω επίσης πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου και συγκεκριμένα την υπόθεση Χρίστος Χριστοφή ν. Δημήτρη Γρηγορίου Πολ. Εφ. 36/2010 ημερομηνίας 13/10/15 σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο πρέπει να καταγράφει με σαφήνεια τα ευρήματα του για την αξιοπιστία των μαρτύρων, δεν αποκλείεται να απορριφθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα αλλά θα πρέπει να προηγηθεί η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, και ότι μόνο μετά που κρίνεται η αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα επιτρέπεται στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας να συγκριθεί με άλλη μαρτυρία για σκοπούς βαρύτητας. Σημειώνω επίσης ότι υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ"Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Liu v. Τριφταρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Με βάση τις αρχές που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, θα προχωρήσω τώρα στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα που έδωσε προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Αρχίζοντας από τον Ενάγοντα, εκείνο το οποίο ήταν διάχυτο στην όλη μαρτυρία, είναι ότι όντως νιώθει πολύ έντονα ότι έχει εκτεθεί και προσβληθεί από αυτό το άρθρο των Εναγομένων. Σίγουρα ήταν υπερβολικός στα όσα έχει αναφέρει. Ουσιαστικά παρουσίασε τον εαυτό του ως ένα άτομο με πολλές προοπτικές, δυνατότητες και εν δυνάμει μεγάλη παρουσία στο διεθνές εμπορικό στερέωμα, ο οποίος λόγω του άρθρου των Εναγομένων ουσιαστικά αντιμετωπίζει πλέον κλειστές πόρτες παντού, έχει καταστραφεί το όνομα και η υπόληψη του, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και το εξωτερικό. Εκείνο το οποίο διέλαθε προφανώς της προσοχής του και δεν έχει καθόλου αναφερθεί σε αυτό, ήταν ότι, έστω και εάν αργότερα αθωώθηκε κατ' έφεση, είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε ποινή φυλάκισης και είχε οδηγηθεί στις Κεντρικές Φυλακές και είχε εκτίσει κάποιο μέρος της ποινής του, μέχρι που τελικά αθωώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εναντίον της καταδίκης του, η οποία ακυρώθηκε κατ' έφεση λόγω του ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα άρθρα του Νόμου επί των οποίων βασίστηκε η καταδίκη του ήταν αντισυνταγματικά όπως έχει γίνει αντιληπτό, έχει ήδη αποζημιωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία σε ξεχωριστή διαδικασία αγωγής και έχει λάβει το ποσό των €50.000 ευρώ. Το βιογραφικό του σημείωμα αναφέρει μεγάλο αριθμό εργασιών τις οποίες είχε αναλάβει, καθώς και συνεργασίες με διάφορες εταιρείες, κυρίως στο εξωτερικό. Επί αυτών δεν έχει αντεξεταστεί, άρα δέχομαι ότι ήταν ένα πρόσωπο που δραστηριοποιείτο σε αρκετά καλό βαθμό τόσο στην Κύπρο όσο και το εξωτερικό. Εκείνο το οποίο μου δημιουργεί ένα μεγάλο ερωτηματικό, σε σχέση πάντα με τα όσα έχει αναφέρει για την ανεπανόρθωτη ζημιά που έχει επέλθει στον ίδιο επαγγελματικά από τη δημοσίευση του άρθρου των Εναγομένων, είναι ότι το επίδικο άρθρο δημοσιεύτηκε, όπως είναι γνωστό και παραδεκτό από όλες τις πλευρές, στην έκδοση της εφημερίδας «Cyprus Mail» στις 4.4.
  2. Την ίδια μέρα, όπως επίσης είναι ουσιαστικά αναντίλεκτο γεγονός, είχε δημοσιευθεί το ίδιο άρθρο και στην ιστοσελίδα των Εναγομένων. Ο ίδιος είχε αθωωθεί με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 9.7.2002 και μόλις τον Δεκέμβριο του 2009, όταν είχε συναντηθεί για επαγγελματικούς σκοπούς με τρίτα πρόσωπα, του αναφέρθηκε η ύπαρξη του άρθρου και αντιλήφθηκε τη δυσπιστία με την οποία τον περιέβαλλαν πλέον τα τρίτα πρόσωπα, με τους οποίους είχε σκοπό να συνεργαστεί. Η εύλογη ερώτηση είναι, τι συνέβαινε όλα αυτά τα χρόνια μέχρι την ημερομηνία που έμαθε για το άρθρο; Συνέχιζε κανονικά την επαγγελματική του δραστηριότητα και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα και όταν το 2009 πληροφορήθηκε για το άρθρο, τότε θεώρησε ότι για οτιδήποτε αρνητικό συνέβαινε, επαγγελματικά στον ίδιο, ευθύνεται το άρθρο των Εναγομένων; Επίσης τα δύο Τεκμήρια, τα οποία κατέθεσε για να δείξει τη δυσκολία που είχε να εξεύρει συνεργάτες και/ή εργασία, συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 9 και 10, πέραν του ότι δεν κλήθηκε το πρόσωπο το οποίο τα συνέταξε να μαρτυρήσει σε σχέση με αυτά, χωρίς να δοθεί ικανοποιητικός λόγος για τούτο και με δεδομένο ότι το πρόσωπο που φέρεται να συνέταξε το Τεκμήριο 10 είναι πρόσωπο που βρίσκεται και κατοικεί στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό, και επομένως η βαρύτητα τους είναι ελάχιστη εάν όχι μηδενική, έχουν ημερομηνίες το μεν Τεκμήριο 9, 12.1.2010 και το δε Τεκμήριο 10, 28.1.10 σχεδόν αμέσως μετά την ημερομηνία που πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του άρθρου στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα μετά το τέλος Δεκεμβρίου του
  3. Στη μαρτυρία του δεν ανέφερε τίποτα για τις επαγγελματικές του προσπάθειες για τα προηγούμενα έτη όταν ακόμα ήταν ανηρτημένο το άρθρο αυτό, με τη δεδομένη θέση ότι αφαιρέθηκε από τους Εναγομένους από την ιστοσελίδα τους μετά το παράπονο που έγινε από τους δικηγόρους του Ενάγοντα στις 23.12.09, συνεπώς και αδιαλείπτως ανηρτημένο στην ιστοσελίδα τους. Θεωρώ ότι δεν είναι παράλογο να υποθέσει κάποιος ότι και η σύνταξη των τεκμηρίων 9 και 10 έγινε συγκεκριμένα επί σκοπού, μετά από παραγγελία του Ενάγοντα, για να τεκμηριώσει τη θέση του. Ένα πρόσωπο το οποίο δυσφημίζεται, ως η εισήγηση του Ενάγοντα, από ένα άρθρο ανηρτημένο στο διαδίκτυο τουλάχιστον από το 2002 μέχρι και το τέλος του 2009, δεν αναφέρει ότι έχει υποστεί πλήγμα στην εργασία του και δεν μπορεί να εξεύρει συνεργάτες από το 2009 και εντεύθεν. Άρα, αυτή η παρατήρηση θέτει και υπό σκιάν την όλη γνησιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντα ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις ισχυριζόμενες ζημιές.. Επίσης, φαίνεται ότι ο στόχος του Ενάγοντα ήταν εξ' αρχής η διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους Εναγόμενους. Τούτο καθίσταται σαφές και από την αλληλογραφία που βρίσκεται κατατεθειμένη στο Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και η οποία ξεκινά με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου του 2009, Τεκμήριο 4, νέα επιστολή 4 Ιανουαρίου του 2010, Τεκμήριο 6 και ακολούθως και ενώ στο ενδιάμεσο είχε αφαιρεθεί από την ιστοσελίδα των Εναγομένων το επίδικο δημοσίευμα ακολουθούν οι επιστολές 9.1.2010, Τεκμήριο 7 και 2 Φεβρουαρίου του 2010, Τεκμήριο 8, που καταδείκνυαν σαφώς ότι αυτό που ενδιέφερε τον Ενάγοντα ήταν η διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους Εναγομένους και όχι η αποκατάσταση του ονόματος του και η απολογία. Περαιτέρω, κατά την άποψη μου, ο Ενάγοντας μέσα από τη μαρτυρία του, δεν πείθει ότι επέφερε στον ίδιο οποιανδήποτε οικονομική ζημιά και αυτή η θέση φαίνεται να ενισχύεται ακόμα παραπάνω και από τις μηδαμινές προσπάθειες που έκανε ο ίδιος να εντοπίσει τα πρόσωπα τα οποία αναδημοσίευαν αυτό το άρθρο των Εναγομένων, σε διάφορες άλλες ιστοσελίδες. Όπως φαίνεται και πάλι από την αλληλογραφία που έχει κατατεθεί κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, από τον δικηγόρο του Ενάγοντα, στις 29.6.10 ο δικηγόρος του Ενάγοντα απέστειλε e‑mail σε κάποιον κύριο Bletsas στον οργανισμό HRI και αναφερόταν στο θέμα της δημοσίευσης ενός άρθρου, που αναφέρεται στον Ενάγοντα και του ζητούσαν να διαγράψει και να αφαιρέσει το άρθρο και να δημοσιεύσει απολογία. Κανένα άλλο βήμα και για καμιά άλλη ιστοσελίδα και ούτε καν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εάν έγινε οτιδήποτε μετά από αυτήν την επιστολή, Τεκμήριο
  4. Δηλαδή αφαιρέθηκε το άρθρο από τη δημοσίευση της HRI; Δόθηκε απολογία; Άρα κατά την άποψη μου, αυτό ενισχύει ακόμη μια φορά το ότι ο Ενάγοντας δεν υπέστη ζημιά της εμβέλειας που έχει περιγράψει, αντίθετα, θεώρησε ότι ήταν εύκολο να εντοπίσει τους Εναγομένους στην Κύπρο και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Κάτι άλλο που προκαλεί επίσης ερωτηματικά, είναι ότι ο Ενάγοντας, όπως φαίνεται, προέβηκε σε σχετική έρευνα στο διαδίκτυο για να εντοπίσει την αναδημοσίευση του άρθρου των Εναγομένων σε διάφορες ιστοσελίδες, μόλις στις 23.12.2009, όπως αυτό φαίνεται από το Τεκμήριο 5, κάτι που ενισχύει, σύμφωνα πάντα με τη δική μου γνώμη, τη θέση μου ότι όντως το άρθρο αυτό δεν ευθύνεται για την όχι ικανοποιητική επαγγελματική του καριέρα ή βρήκε αφορμή το άρθρο αυτό για να διεκδικήσει από τους Εναγομένους ζημιές για τα όσα συνέβηκαν στον ίδιο από το 2009 και μετέπειτα. Αναφέρω επίσης, ότι από το ίδιο το Τεκμήριο 5 εκείνο που προκύπτει είναι ότι η έρευνα του Ενάγοντα εκείνην την ημέρα που έγινε στο Google μόνο σε μια ιστοσελίδα και αυτή ήταν των Εναγομένων, υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για την καταδίκη του Ενάγοντα σε ποινή φυλάκισης και μάλιστα όπως έχω ήδη αναφέρει, υπάρχει το αναντίλεκτο γεγονός ότι μεταξύ 23 Δεκεμβρίου του 2009, που ήταν η έρευνα του Ενάγοντα και εντοπίστηκε το άρθρο, που αποστάληκε η πρώτη επιστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντα προς τους Εναγομένους, Τεκμήριο 4, μέχρι τις 4 Ιανουαρίου του 2010 που αποστάληκε η δεύτερη επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα προς τους Εναγομένους, Τεκμήριο 6, το άρθρο από την ιστοσελίδα της «Cyprus Mail» έχει αφαιρεθεί. Πέραν του ότι, όπως είπα, θεωρώ τη μαρτυρία του εντελώς εξωπραγματική σε σχέση με τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί, την οποία άλλωστε δεν συγκεκριμενοποίησε, έχω ήδη αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν μείνει ατεκμηρίωτοι, καθότι πλην της κλήτευσης της Μ.Ε. 2 ως μάρτυρα, θα αναφερθώ πιο κάτω με λεπτομέρεια για τη δική της μαρτυρία, ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε ο Ενάγοντας για να καταδείξει την ισχυριζόμενη ζημιά. Επαναλαμβάνω εδώ όσα είχα πει πιο πάνω σε σχέση με τα Τεκμήρια 9 και
  5. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του Ενάγοντα ήταν γεμάτη συναισθηματισμό και φόρτιση. Ένιωθε έντονα ότι δεν καταδικάστηκε για αδίκημα αναφορικά με "failure to act ethically and appropriately..." όπως αναφέρεται στο άρθρο των Εναγομένων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, στα πλαίσια της διαδικασίας έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπόθεσης 6407/01, ημερομηνίας 23.3.2002, Τεκμήριο 11, και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις Ποινικές Εφέσεις 7279 και 7280, ημερομηνίας 9.7.2002, Τεκμήριο
  6. Δεν έχει όμως κατατεθεί ως Τεκμήριο το κατηγορητήριο που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος στην υπόθεση 6407/01 και το οποίο, όπως φαίνεται από το κείμενο της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, Τεκμήριο 11, περιελάμβανε τέσσερις κατηγορίες, ο Ενάγοντας και η εταιρεία του καταδικάστηκαν σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1 και 2, αλλά απαλλάχθηκαν και αθωώθηκαν σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και
  7. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 11, οι δύο κατηγορίες για τις οποίες ο Ενάγοντας και η εταιρεία του βρέθηκαν ένοχοι, αφορούσαν τις κατηγορίες με βάση το άρθρο 3
(2)του Νόμου περί Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και αφορούσαν παράλειψη εκδότη που ενώ είχε εισπράξει ποσό με σκοπό παραχώρηση μετοχών, με την προοπτική ή/και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων των εταιρειών στο Χρηματιστήριο, ο οποίος δεν προέβηκε σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για υποβολή δεόντως στοιχειοθετημένης και τεκμηριωμένης αίτησης για εισαγωγή των στοιχείων/τίτλων στο Χρηματιστήριο. Όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει, το κατηγορητήριο δεν έχει τεθεί ενώπιον μου και θα διαφανεί πιο κάτω κατά πόσο μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω σε εύρημα ότι πουθενά στην εν λόγω διαδικασία δεν υπήρξε αναφορά σε αυτούς ή παρόμοιους όρους. Η θέση του Ενάγοντα ότι από το κείμενο του άρθρου των Εναγομένων εξάγεται ότι είναι ένοχος του ποινικού αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και της απάτης και ότι είναι άτομο ανήθικο, θα εξεταστούν στα πλαίσια της εξέτασης του κατά πόσο το εν λόγω δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, αφού ως είναι δεδομένο, το Δικαστήριο θα είναι ο κριτής του θέματος αυτού και όχι ο Ενάγοντας. Εντελώς υπερβολική, εκτός πραγματικότητας, με κίνητρο σίγουρα να βοηθήσει τον Ενάγοντα να τεκμηριώσει την υπόθεση του, ίσως και για ιδίον όφελος, μια που είναι και στενοί συνεργάτες επαγγελματικά αλλά και, σαν άνδρας και γυναίκα και εγγεγραμμένη για σκοπούς της Αμερικανικής Πρεσβείας ως σύζυγος του Ενάγοντα, κρίνεται η μαρτυρία της Μ.Ε.2, η οποία ήρθε στο Δικαστήριο και παρουσίασε τόσο τον εαυτό της, όσο και τον Ενάγοντα, ως πρόσωπα τα οποία έχουν εξέχουσα θέση σε διεθνείς εμπορικές δραστηριότητες, συνεργάζονται με εταιρείες κολοσσούς ανά το παγκόσμιο και ότι από τα χέρια τους έχουν περάσει πάρα πολλά χρήματα. Η προσωπική της εκτίμηση στο πρόσωπο του Ενάγοντα είναι δεδομένη και διάχυτη σε ολόκληρη τη μαρτυρία της. Είπε ότι τον θαυμάζει, τον γνωρίζει από τον καιρό που δούλευε σε ένα ελληνικό εστιατόριο μόλις τέλειωσε τις σπουδές του και τον παρουσίασε ως ένα πρόσωπο το οποίο είχε ήδη ιδρύσει μια μεγάλη διεθνή εταιρεία, μιλούσε με ανθρώπους από το Πεντάγωνο και άλλους επιχειρηματίες και η ίδια, η οποία επίσης έχει στο ενεργητικό της διεθνείς συνεργασίες με εμπορικούς κολοσσούς και τεράστιες διασυνδέσεις, επειδή τον εκτίμησε, τον γνώρισε σε πάρα πολύ κόσμο μαζί με τους οποίους έκαναν (μαζί με τον Ενάγοντα και η ίδια) πολλές επιτυχημένες διεθνείς δραστηριότητες και για αυτόν τον λόγο θέλησε ο Ενάγοντας να έρθει στην Κύπρο να ιδρύσει την εταιρεία LAPERTAS FISHERIES LTD για να φέρει ουσιαστικά στην Κύπρο την αμερικανική κουλτούρα και εμπειρία σε θέματα εμπορίου. Με όλο τον σεβασμό προς τη Μ.Ε.2, θεωρώ ότι η μαρτυρία της είναι υπερβολική, κατασκευασμένη να καθοδηγήσει το Δικαστήριο, να θεωρήσει ότι έχει ενώπιον του έναν από τους κορυφαίους επαγγελματίες σε πλαίσια εμπορίου ανά το διεθνές στερέωμα και τεχνηέντως ανέφερε διάφορα ονόματα εταιρειών και των διευθυντών τους, που έχουν παγκόσμια εμβέλεια, για να πείσει για τους ισχυρισμούς της αυτούς, σε σχέση με τον Ενάγοντα και τις προοπτικές του. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το δικό της συμφέρον είναι επίσης διάχυτο στη διαδικασία, τόσο λόγω των προσωπικών της αισθημάτων στο πρόσωπο του Ενάγοντα, τα οποία δεν δίστασε βεβαίως να παραδεχθεί, αλλά και διότι και από τη μαρτυρία της αλλά και από το Τεκμήριο 12, που ήταν άρθρο των Εναγομένων στην έκδοση της εφημερίδας τους, Cyprus Mail,
  1. 9.1999, όταν είχαν γράψει για την εταιρεία LAPERTAS FISHERIES LTD, προκύπτει ότι είχε και η ίδια διευθυντικό ρόλο, είχε και η ίδια επενδύσει χρήματα και επομένως έχει κάθε συμφέρον να προωθήσει τις αξιώσεις του Ενάγοντα αφού, σε περίπτωση που πετύχει ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή και επιδικαστούν υπέρ του αποζημιώσεις, θα έχει και η ίδια όφελος. Προσπάθησε να δείξει την επίδραση που είχε σε όλους αυτούς τους διεθνείς εμπόρους και συνεργάτες της η δημοσίευση του άρθρου που αφορούσε τον Ενάγοντα, αναφέροντας ότι όλες οι πόρτες είχαν κλείσει, ότι το άρθρο των Εναγομένων τους είχε ακρωτηριάσει και ότι πολλοί συνεργάτες της, όταν άκουγαν το όνομα του Ενάγοντα δεν ήθελαν να συνεργαστούν μαζί τους και προσπάθησε η ίδια να μάθει τι έγινε και βρήκε το άρθρο στο διαδίκτυο. Δεν είπε σε καμιά περίπτωση ότι οποιοσδήποτε συνεργάτης της αναφέρθηκε στο άρθρο στο διαδίκτυο και στον Ενάγοντα και της είπε ξεκάθαρα ότι "δεν επιθυμώ να συνεργαστώ πλέον με αυτόν τον άνθρωπο", όλα αυτά ήταν η θέση της δικές της εκτιμήσεις. Άλλο σημείο που δείχνει το πόσο υπερβολική ήταν η μαρτυρία της, ήταν η θέση της ότι το άρθρο αυτό της «Cyprus Mail» κυκλοφόρησε "παντού" στις ΗΠΑ. Όπως είπε και πάλι, σε μια έντονα υπερβολική θέση, αναγκάστηκε να αφαιρέσει το όνομα του από το Διοικητικό Συμβούλιο των εταιρειών της, γιατί έπληττε η διατήρηση του ονόματος του και τις δικές της εμπορικές δραστηριότητες και υπήρχαν επίσης και προβλήματα σε συνεργασίες ακόμα και με τράπεζες, αλλά ακολούθως είπε ότι τον σύστηνε μόνο με το μικρό του όνομα, χωρίς δηλαδή να αναφέρει το επίθετο του, για να μην γίνει ταύτιση με το άρθρο. Άρα, με το να τον συστήνει με το μικρό του όνομα και μόνο, όλα λειτουργούσαν καλά και δεν αντιμετωπίζονταν επαγγελματικά προβλήματα; Εντελώς εξωπραγματική ήταν επίσης η αντίδραση της όταν ρωτήθηκε κατά πόσο προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Ενάγοντα στους συνεργάτες της, μετά την έκδοση της αθωωτικής απόφασης από το Εφετείο, που όντως θα ήταν το πιο φυσικό πράγμα, αφού είχε ήδη στα χέρια της την απόφαση του Εφετείου, να μπορεί να πείσει τους συνεργάτες της για την ποιότητα του χαρακτήρα του Ενάγοντα, στηριζόμενη σε αυτήν. Η απάντηση της σε αυτήν την ερώτηση και υποβολή, ήταν εντελώς ερμαφρόδιτη, αναφέροντας ότι είναι οι Εναγόμενοι που έπρεπε να διορθώσουν τη ζημιά που προκάλεσαν στον Ενάγοντα και ότι οι περισσότεροι επιχειρηματίες δεν θα διάβαζαν ένα νομικό κείμενο, αλλά θα διάβαζαν ένα δημοσίευμα στο διαδίκτυο. Τι ποιο τρανταχτό στοιχείο από την ίδια την αθωωτική απόφαση του Εφετείου για να επαναφερθεί ο Ενάγοντας στο παγκόσμιο εμπορικό στερέωμα; Ο μοναδικός μάρτυρας για τους Εναγομένους, όπως έχω ήδη αναφέρει, ήταν ο Κυριάκος Ιακωβίδης. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και τούτο με γνώμονα ότι έχει αναφέρει και κάποια σημεία, που μπορεί να δημιουργούν προβλήματα για τους Εναγομένους κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης. Σημείωσε ότι η μεγάλη χρονική περίοδος που σημειώθηκε από την ημερομηνία δημοσίευσης του άρθρου μέχρι την ημέρα που έδινε μαρτυρία, είχε τη δική της σημασία. Όπως είπε το επίδικο άρθρο συντάχθηκε από πληροφόρηση που είχε η εφημερίδα των Εναγομένων από συνεργάτη τους, που εργαζόταν στο Larnaca Press και δεν θυμάται κατά πόσο δημοσιογράφος της εφημερίδας των Εναγομένων πήγαινε και παρακολουθούσε ο ίδιος τη δίκη του Ενάγοντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Παραδέχθηκε επίσης, ότι μπορεί να μην είχε καν συνταχθεί από τους συνεργάτες της εφημερίδας «Cyprus Mail» και/ή τους δημοσιογράφους τους Εναγομένων και ότι μπορεί να μην έλεγξαν κάθε αναφορά του Larnaca Press. Θέση του ήταν ότι όσα αναφέρθηκαν στο άρθρο είναι η ακριβής καταγραφή των όσων είχαν διαδραματιστεί στο Δικαστήριο Λάρνακας, θέση όμως η οποία έμεινε λίγο μετέωρη μετά από τη θέση του, την οποία έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως, δηλαδή ότι οι Εναγομένοι έλαβαν τις πληροφορίες από το Larnaca Press και ακολούθως συντάχθηκε το άρθρο. Δέχομαι από τη μαρτυρία του ως αληθή τη θέση του ότι η εφημερίδα των Εναγομένων ουδέποτε εξουσιοδότησε την αναδημοσίευση του επίδικου άρθρου σε οποιαδήποτε άλλα πρακτορεία και ότι γνωρίζει ότι κάποια πρακτορεία και ιστοσελίδες το πράττουν, δηλαδή αναδημοσίευαν άρθρα στο διαδίκτυο παράνομα και χωρίς άδεια. Όπως είπε όμως, ήταν χρονοβόρες οι διαδικασίες και πολυέξοδες, για αυτό και οι Εναγόμενοι δεν ασχολήθηκαν να διώξουν ή να κυνηγήσουν δικαστικά αυτούς τους παραβάτες. Η θέση του ότι είχε γίνει δημοσίευση άρθρου για την αθωωτική απόφαση του Εφετείου στην έκδοση της εφημερίδας, ημερομηνίας 11.7.2002, πολύ πριν αντιδράσει ο Ενάγοντας μέσω των δικηγόρων του στις 23.12.2009, δεν είναι ακριβής, υπό την έννοια του ότι όντως σε εκείνην την έκδοση της εφημερίδας, η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 14 στα πλαίσια άρθρου με τίτλο "Investors believe Supreme Court precedent will be overturned", υπάρχει αναφορά ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι η εταιρεία LAPERTAS FISHERIES LTD δεν θα υποχρεωνόταν να επιστρέψει χρήματα στους επενδυτές της, επειδή η αποτυχία της εταιρείας να υποβάλει αίτηση για να εισαχθούν οι μετοχές της στο Χρηματιστήριο δεν ήταν ποινικό αδίκημα, αλλά στο άρθρο αυτό δεν υπάρχει καμιά αναφορά στο όνομα του Ενάγοντα, ούτε στο γεγονός ότι είχε αθωωθεί, απλά αναφέρθηκε ότι εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου που δεν υποχρέωνε πλέον την εταιρεία LAPERTAS FISHERIES να επιστρέψει τα χρήματα και ακολούθως πολλές αναφορές για το τι πιστεύουν οι διάφοροι επενδυτές και οι δικηγόροι τους, σε σχέση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Άρα, δεν θεωρώ ότι αυτό το άρθρο, στο οποίο αναφέρθηκε ο ΜΥ1, αποτελεί διορθωτικό βήμα των Εναγομένων σε σχέση με το επίδικο δημοσίευμα, εάν όντως κριθεί δυσφημιστικό. Αυτό που δέχομαι από τη μαρτυρία του κυρίου Ιακωβίδη, είναι ότι σίγουρα οι Εναγομένοι δεν είχαν κανένα λόγο να έχουν αρνητικά αισθήματα προς τον Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι, σε άρθρο τους το 2009, Τεκμήριο 12, είχαν αναφερθεί με αρκετά κολακευτικά λόγια για την επένδυση του Ενάγοντα και της Μ.Ε.2 στην LAPERTAS FISHERIES LTD και συγκεκριμένα πόσο προηγμένης τεχνολογίας και τεχνογνωσίας καλά εξοπλισμένη ήταν αυτή η εταιρεία. Δέχομαι επίσης τη θέση του ΜΥ1, η οποία τεκμηριώνεται και από το εκ συμφώνου κατατεθειμένο για την αλήθεια του περιεχομένου του Τεκμήριο 13, ότι η κυκλοφορία της εφημερίδας «Cyprus Mail», εκείνη ειδικά στις 4.4.02, που περιέχει το επίδικο δημοσίευμα, δεν ήταν πολύ μεγάλη. Από τα 5450 φύλλα που είχαν τυπωθεί, πωλήθηκαν τα 3298, ενώ τα υπόλοιπα 2152 είχαν επιστραφεί. Δέχομαι επίσης τη θέση του, ότι η εφημερίδα αυτή δεν κυκλοφορεί ευρέως στο εξωτερικό, μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου υπάρχει κυπριακή παροικία και εκεί δεν πωλούν μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Ο κύριος Ιακωβίδης δεν μπορούσε να δώσει αριθμούς επισκεπτών της ιστοσελίδας των Εναγομένων και ούτε και να υπολογίσει πόσοι αναγνώστες διαβάζουν τα άρθρα της, συμφώνησε όμως ότι το επίδικο άρθρο παρέμεινε ανηρτημένο στην ιστοσελίδα της εφημερίδας στο διαδίκτυο μέχρι το τέλος του 2009, οπόταν και αφαιρέθηκε μετά από τη διαμαρτυρία των δικηγόρων του Ενάγοντα. Η δικαιολογία που έδωσε ότι η εφημερίδα δεν παρακολουθεί τη συνέχεια όλων των άρθρων που δημοσιεύει, για να πηγαίνει να τα διορθώνει ή να συμπληρώνει επί αυτών εκ των υστέρων, κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι δεν είναι άκρως πειστική, ειδικά αφού το θέμα του Χρηματιστηρίου ήταν ένα ζήτημα που όντως, παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον μεταξύ του κοινού, τουλάχιστον για τα χρόνια από το 1999 μέχρι και το 2004‑
  2. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε επίσης ότι και ο ίδιος είχε προβεί σε κάποια έρευνα στο διαδίκτυο, μετά που ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του Ενάγοντα, για τις αναδημοσιεύσεις του άρθρου της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας και συμφώνησε ότι το εντόπισε να δημοσιεύεται σε άλλες ιστοσελίδες και παρόλο που δεν θυμόταν τα ονόματα των ιστοσελίδων, συμφώνησε ότι ένα από τα πρακτορεία και η ιστοσελίδα που συνήθως αναδημοσίευαν διάφορα άρθρα των Εναγομένων, χωρίς την άδεια τους, ήταν το Hellenic News HRI, που είναι στην Αμερική. Θέση του ήταν ότι δεν ήταν προς το συμφέρον της εφημερίδας, κρίθηκε, να προβούν σε οποιαδήποτε δικαστικά διαβήματα εναντίον του εν λόγω πρακτορείου, όχι μόνο για το επίδικο άρθρο αλλά γενικότερα, για όλες τις υποκλοπές και αναδημοσιεύσεις άρθρων των Εναγομένων χωρίς άδεια, λόγω του μεγάλου κόστους που αυτό απαιτούσε. Δέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του, τη θέση του ότι ο λόγος που δεν δημοσιεύτηκε απολογία προς τον Ενάγοντα, παρά τις προσπάθειες που είχαν γίνει μεταξύ των δικηγόρων των δύο μερών, ήταν ότι είχε τεθεί από πλευράς Ενάγοντα το θέμα αποζημιώσεων, κάτι το οποίο οι Εναγόμενοι δεν έβλεπαν καθόλου θετικά και υπογράμμισε ότι ήταν έτοιμοι να προβούν σε απολογία, εάν με την απολογία ικανοποιείτο οριστικά η απαίτηση του Ενάγοντα. Η θέση του ότι ο Ενάγοντας αποζημιώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με το ποσό των €50.000, αναφορικά για όλες τις εκκρεμούσες απαιτήσεις του για αποζημιώσεις, εκ των πραγμάτων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως έχει διαφανεί, η αγωγή του Ενάγοντα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε γίνει μετά την ανατροπή της καταδίκης του και της επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης από το Εφετείο, με βάση ειδικό νόμο που διέπει το θέμα των ατόμων που έχουν φυλακιστεί μετά από απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία ακολούθως ανατρέπεται από το Ανώτατο Δικαστήριο και σίγουρα δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Ενάγων με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή την καταβολή των €50.000 από την Κυπριακή Δημοκρατία, έχει αποποιηθεί και/ή ικανοποιηθεί για όλες τις τυχόν απαιτήσεις του. Ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπως ανωτέρω έχει παρατεθεί, τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: ‑ Ο Ενάγοντας, Πανίκος Λαπέρτας, είναι ο Διευθυντής της εταιρείας LAPERTAS FISHERIES LTD, είναι επιχειρηματίας και με δραστηριότητες τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. ‑ Ο Ενάγοντας και η εταιρεία του, LAPERTAS FISHERIES LTD, καταδικάστηκαν στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 6407/2001 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις 26.3.2002, σε σχέση με αδικήματα που αφορούσαν παράβαση άρθρων του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. ‑ Ο Ενάγοντας, πάντοτε στα πλαίσια της πρωτόδικης διαδικασίας, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών στην πρώτη κατηγορία και 6 μηνών στη δεύτερη κατηγορία, στην εταιρεία του επιβλήθηκε πρόστιμο Λ.Κ. 7000 στην πρώτη κατηγορία και Λ.Κ. 4000 στη δεύτερη κατηγορία και επίσης η εταιρεία υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά στους παραπονούμενους με τόκο 6% από την ημερομηνία που εισέπραξε τα ποσά, μέχρι την ημερομηνία επιστροφής τους. ‑ Εναντίον της απόφασης αυτής καταχωρήθηκαν από τον Ενάγοντα και την εταιρεία του οι Ποινικές Εφέσεις 7279 και 7280, οι οποίες εκδικάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και εκδόθηκε απόφαση στις 9 Ιουλίου του 2002, σύμφωνα με την οποία οι εφέσεις έγιναν αποδεκτές, η καταδίκη και οι ποινές των εφεσειόντων, όπως και το διάταγμα επιστροφής των εισπραχθέντων ποσών στους παραπονούμενους παραμερίστηκαν αφού το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τα άρθρα επί των οποίων βασίστηκε η καταδίκη των κατηγορουμένων, αντισυνταγματικά. ‑ Μετά την έκδοση της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι, που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά νόμο υπεύθυνοι έκδοσης της εφημερίδας Cyprus Mail, στην έκδοση της εφημερίδας τους, ημερομηνίας 4.4.2002, δημοσίευσαν άρθρο υπό τον τίτλο "man jailed for stock market crime" ‑ το επίδικο δημοσίευμα. ‑ Στο επίδικο δημοσίευμα υπάρχει σαφής αναφορά στον Ενάγοντα ότι βρέθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες "for failing to act ethically and appropriately when listing his company on the Cyprus Stock Exchange". ‑ Την ίδια μέρα, το ίδιο άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας στο διαδίκτυο. ‑ Μετά την έκδοση της αθωωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο και συγκεκριμένα σε άρθρο των Εναγομένων ημερομηνίας 11.7.2002, Τεκμήριο 14, υπήρξε αναφορά στο ότι με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η εταιρεία LAPERTAS FISHERIES LTD δεν είχε την υποχρέωση να επιστρέψει χρήματα στους επενδυτές της λόγω της αποτυχίας της εταιρείας να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο, καθώς αυτό δεν ήταν ποινικό αδίκημα. ‑ Το επίδικο άρθρο παρέμεινε δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα των Εναγομένων, μέχρι που αφαιρέθηκε από αυτούς, κατόπιν επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα, ημερομηνίας 23.12.
  3. ‑ Το άρθρο αυτό, χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγομένων, είχε αναδημοσιευθεί από διάφορες ιστοσελίδες στο εξωτερικό, μια εκ των οποίων είναι η ιστοσελίδα Hellenic News HRI, η οποία εδρεύει στην Αμερική. ‑ Ο Ενάγοντας, μετά την αφαίρεση του επίδικου άρθρου από την ιστοσελίδα των Εναγομένων, ζήτησε μέσω των δικηγόρων του από αυτούς όπως προβούν σε γραπτή απολογία προς το πρόσωπο του και συζήτησε επίσης μαζί τους την καταβολή αποζημιώσεων, συμβιβαστικά και εξωδικαστηριακά. ‑ Οι Εναγόμενοι ουδέποτε μέχρι σήμερα δημοσίευσαν γραπτή απολογία προς τον Ενάγοντα, επειδή ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού υπό μορφή αποζημιώσεων. Ο Ενάγοντας δεν δεχόταν μόνο τη δημοσίευση απολογίας, επέμενε, και με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, επιμένει στην καταβολή αποζημιώσεων. ‑ Οι Εναγόμενοι είχαν, προγενέστερα της δημοσίευσης του επίδικου άρθρου, δημοσιεύσει άρθρο κολακευτικό για τον Ενάγοντα και την εταιρεία του. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 12, στην έκδοση της εφημερίδας, ημερομηνίας 9.9.99, αναφορικά με την εταιρεία του Lapertas Fisheries Ltd και την επένδυση που είχε γίνει σε αυτή. Από τα όσα έχουν λεχτεί πιο πάνω, προκύπτει ότι η παρούσα υπόθεση είναι κάπως ιδιόμορφη σε σχέση με τις υποθέσεις που αφορούν λιβέλλους και που συνήθως καταχωρούνται στα Δικαστήρια, υπό την εξής άποψη. Κατά πρώτον, πρέπει οπωσδήποτε να αποφασιστεί κατά πόσο το δημοσίευμα των Εναγομένων όπως είχε δημοσιευτεί στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Cyprus Mail» στις 4.4.02 και την ίδια μέρα είχε δημοσιευτεί και στη διαδικτυακή της έκδοση, είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Εάν η απάντηση είναι θετική, τότε θα συνεχίσει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο θα επιδικάσει αποζημιώσεις στον Ενάγοντα, ως η συνήθης πρακτική σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως. Σε περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα αυτό όμως είναι αρνητική, δηλαδή το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό επειδή ίσχυαν οι υπερασπίσεις στις οποίες στηρίζονται οι Εναγόμενοι, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Διότι υπάρχει το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας επί της οποίας στηρίχτηκε το επίδικο άρθρο έχει ανατραπεί κατ' έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είχε αθωωθεί και ο νόμος με βάση τον οποίο είχε κριθεί ένοχος από το πρωτόδικο Δικαστήριο και επί των προνοιών του οποίου είχε στηριχτεί το κατηγορητήριο, είχε κηρυχθεί αντισυνταγματικός. Εφόσον το δημοσίευμα παρέμεινε να δημοσιεύεται στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας μέχρι και τον Δεκέμβρη του 2009, το γεγονός αυτό είναι αναντίλεκτο και παραδεκτό και αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, τίθεται το ερώτημα προς εξέταση κατά πόσο το δημοσίευμα αυτό που πλέον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εν τη εννοία του ότι έχουν αλλάξει τα δεδομένα της καταδίκης του Ενάγοντα, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Το γεγονός ότι το επίδικο άρθρο παρέμεινε στο διαδίκτυο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009 αφήνει προς εξέταση και την άλλη παράμετρο της θέσης του Ενάγοντα ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι όφειλαν, είτε να δημοσιεύσουν αντίστοιχο άρθρο όπου να μιλούν για την αθώωση του Ενάγοντα και να αποκαθιστούν τα πράγματα ως η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ή θα έπρεπε με κάποιο άλλο άρθρο τους να εξηγήσουν στο κοινό καθαρά τα θέματα αυτά. Η νομολογία έχει καθορίσει τις παραμέτρους για να αποδειχθεί ότι ο Ενάγων επιτυγχάνει σε αγωγή για δυσφήμιση. Συνοπτικά, ο Ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν σχετικές είναι οι αποφάσεις Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550, Knupffer v. Express Newspaper Ltd
(1994)1 All E.R. 495, Hayward v. Thompson
(1981)3 All E.R. 450 και ότι δημοσιεύτηκε. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα γεγονότα που παραμένουν αναντίλεκτα και/ή παραδεκτά είναι προφανές ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα. Στο Τεκμήριο 2 αναφέρονται συγκεκριμένα το όνομα του Ενάγοντα, ο τόπος καταγωγής του και η σχέση του με την εταιρεία LAPERTAS FISHERIES LTD. Ειδικότερα το επίδικο δημοσίευμα αναφέρει τα εξής: "... Panicos Lapertas from Vassiliko, owner of Lapertas Fisheries...". Η δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος δεν αμφισβητείται, τούτη έγινε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Cyprus Mail» την Πέμπτη 4.4.02 και την ίδια μέρα, δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας, σχετικό είναι το Τεκμήριο 2. Επομένως, εκείνο το οποίο θα πρέπει τώρα να αποφασιστεί είναι κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι το θέμα του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου το οποίο κρίνει το όλο θέμα ως θέμα πραγματικό αποδίδοντας στις λέξεις ή στο κείμενο τη συνήθη και φυσική τους σημασία ως θα την αντίκριζε ο μέσος, λογικός άνθρωπος. Σταθερό κριτήριο είναι κατά πόσο ο συνηθισμένος κοινός, λογικός, πολίτης θα μπορούσε να αντιληφθεί το δημοσίευμα ως δυσφημιστικό. Το Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα, λαμβάνει υπόψη του όχι μόνο την ετυμολογία των λέξεων αλλά και την έννοια και τη σημασία τους, όπως αυτή αναδύεται σε σχέση με τον χρόνο, τον τόπο και γενικά τα περιστατικά που τις περιβάλλουν αλλά και την επικρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co Ltd
(1963)3 AAΔ.90, Ραδιοδωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Δώρου Γεωργιάδη Πολ. Έφεση 278/2009 ημερ. 11.6.
  1. Το κριτήριο του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Το πώς το εκλαμβάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος δεν έχει σημασία. Με βάση τη νομολογία το Δικαστήριο, για να απαντήσει το ερώτημα κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι διαφημιστικό, πρέπει να βρεθεί το νόημα του κειμένου, στη φυσική και συνήθη ερμηνεία του. Κριτήριο είναι ο μέσος αναγνώστης ή ο μέσος λογικός άνθρωπος, προς τον οποίο απευθύνεται το δημοσίευμα. Σχετική είναι η απόφαση Ελευθέριος Γαλινιώτης ν.
  2. Εκδοτικός Οίκος Δίας,
  3. Πάπυρος Εταιρεία Κεντρικής Διανομής Τύπου Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 474, όπου το Αώτατο Δικαστήριο, ανάφερε τα εξής. «Είναι οφειλόμενη όμως η παρατήρηση σε αυτό το στάδιο, ότι σε αγωγές για δυσφήμιση το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια, χωρίς να ενέχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου είτε η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, είτε η τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. (Δέστε τις υποθέσεις Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o.
(1963)2 C.L.R. 290, Capital & County' s Bank v. Henty [1882] 7 A.C. 745 και Harvey v. French [1832] 1 Cr. & M11 (149 E.R. Exch 293). Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All E.R. 495 και Κουτσού v. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 1198). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, 16η έκδ., σελ. 142: «The statement is judged by the standard of an ordinary, right-thinking member of society. Hence the test is an objective one, and it is no defence to say that the statement was not intended to be defamatory or uttered by way of a joke.» Και στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ.
(2003), σελ. 487-488: «The judge decides whether a statement is capable of bearing a defamatory meaning, whether in its normal meaning or by innuendo. That being resolved in the affirmative, the jury then decides whether it did bear a defamatory meaning on the occasion complained of.» Στην Κύπρο βεβαίως ο Δικαστής προβαίνει σε μια νοητική εργασία που καλύπτει και τις δύο ανωτέρω λειτουργίες.» Το ερώτημα κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, όπως έχει ήδη λεχθεί θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο. «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: «The general approach. In ruling on meaning, the court is not determining the actual meaning of the words but delimiting the outside boundaries of the possible range of meaning and setting the "ground rules" for the trial. Thus in Shah v. Standard Chartered Bank the allegations were capable of bearing the meaning that the plaintiffs were guilty of money laundering; but the use of miscellaneous qualifying words such as "alleged" or "apparently" meant that in the alternative they were capable of imputing no more than reasonable suspicion. The nature of the exercise has been summarized as follows (citations omitted): "
(1)The governing principle is reasonableness.
(2)The hypothetical reasonable reader is not naïve but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-defamatory meanings are available.
(3)Over-elaborate analysis is best avoided.
(4)The intention of the publisher is irrelevant.
(5)The article must be read as a whole, and any "bane and antidote" taken together.
(6)Τhe hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question.
(7)In delimiting the range of permissible defamatory meanings, the court should rule out any meaning which, can only emerge as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation ...
(8)It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might to be understood in a defamatory sense". (Jeynes v. New Magazines Ltd [2008] EWCA Civ. 130.» Το παράπονο του Ενάγοντα σε ό,τι αφορά το κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στις 4.4.02, αφορά τις αναφορές ότι ο ίδιος είχε βρεθεί ένοχος σε δυο κατηγορίες για παράλειψη να ενεργεί ηθικά και κατά τον δέοντα τρόπο «failing to act ethically and appropriately» όταν αποπειράθηκε να θέσει τις μετοχές της εταιρείας του στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η θέση του Ενάγοντα ήταν ότι ουδέποτε το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε θέμα ανήθικης ενέργειας από πλευράς του κατά την εισαγωγή της εταιρείας του στο χρηματιστήριο. Η θέση του Ενάγοντα στηρίζεται στο κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 11, στο κείμενο της απόφασης του Εφετείου Τεκμήριο 3, και στα άρθρα του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου επί της οποίας βασίστηκε η καταδίκη του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Σημειώνω ξανά ότι δεν έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο ούτε και έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο κατηγορητήριο που είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με βάση το οποίο και κρίθηκε ένοχος ο Ενάγοντας. Η τεράστια ένσταση του Ενάγοντα είναι στις λέξεις "failing το act ethically and appropriatelly", θεωρώντας ότι πρόκειται για ανυπόστατη θέση, πολύ βαρύ χαρακτηρισμό ο οποίος είχε καταστρεπτικές συνέπειες για τον ίδιο και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι ο μέσος άνθρωπος ο οποίος διάβασε το άρθρο, κατάλαβε ότι ο ίδιος καταδικάστηκε για αδίκημα το οποίο ενέχει ανηθικότητα. Είναι συγκεκριμένα η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι ο μέσος λογικός άνθρωπος δεν είναι δικηγόρος και δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι πιθανόν με τη φράση αυτή το τι ο συντάκτης του κειμένου εννοεί είναι ότι ο Ενάγοντας καταδικάστηκε επειδή παραβίασε δεοντολογικούς κανόνες ή παρέλειψε να ενεργήσει δεοντολογικά. Σύμφωνα πάντα με τη θέση του κυρίου Ταμάσιου, ο μέσος λογικός άνθρωπος συνδέει άμεσα πλέον το όνομα του Ενάγοντα με ανηθικότητα, απάτη και ό,τι άλλο αυτή συνεπάγεται και επομένως πρόκειται για καθαρά δυσφημιστικό δημοσίευμα για τον Ενάγοντα, αφού όπως επαναλαμβάνει, ούτε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε το Εφετείο ανέφεραν κάτι τέτοιο στην απόφαση τους. Υποστηρίζει δε περαιτέρω, τη θέση του για το πώς εκλαμβάνει ο μέσος πολίτης το άρθρο αυτό όταν πιο κάτω στο ίδιο άρθρο αναφέρεται από τον συντάκτη του ότι οι δυο παραπονούμενοι που ήταν και μέλη της οικογένειας του είχαν καταγγείλει ότι αγόρασαν μετοχές στην εταιρεία του Ενάγοντα ο οποίος τους είχε υποσχεθεί ότι θα εισάγετο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, αλλά ουδέποτε αυτό έγινε. Μάλιστα αναφέρεται ότι οι παραπονούμενοι του είχαν ζητήσει να τους δώσει τα χρήματα τους πίσω και τον κατήγγειλαν στην Αστυνομία. Επομένως, είναι η θέση του κυρίου Ταμάσιου ότι ο συνδυασμός των λέξεων " failing το act ethically " μαζί με τις πληροφορίες που αναφέρονται πιο κάτω, δυναμώνουν τη θέση ότι ο μέσος πολίτης αντιλαμβάνεται ότι ο Ενάγοντας είχε καταδικαστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης για αδικήματα που αφορούν ανηθικότητα, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και παρόμοια θέματα. Επομένως, είναι η θέση του, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε εύρημα ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου που εγείρουν οι Εναγόμενοι σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)(ζ) του Κεφ. 148, σύμφωνα πάντα με τον κύριο Ταμάσιο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ισχύει και να επιτύχει. Είναι η θέση του ότι ο συντάκτης του επίδικου άρθρου και οι Εναγόμενοι που το δημοσίευσαν, σε καμία περίπτωση δεν έχουν προβεί σε μια ακριβοδίκαιη και ακριβή αναφορά μιας δικαστικής απόφασης. Το επίδικο δημοσίευμα, σύμφωνα πάντα με τον κύριο Ταμάσιο, είναι δεδομένο ότι δεν αποτελεί αυτούσια μεταφορά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά μια σύντομη περίληψη της. Δεν αποτελεί όμως ουσιώδη ακριβή καταγραφή των όσων έλαβαν χώρα και οι ανακρίβειες που παρουσιάζονται είναι μέγιστης σημασίας. Θέση του δε περαιτέρω, είναι ότι το γεγονός αυτό έγινε λόγω εξώφθαλμης αδιαφορίας των Εναγομένων για την ακρίβεια του δημοσιεύματος όπως εξάγεται, είναι η θέση του, και από τη μαρτυρία του Κυριάκου Ιακωβίδη. Η ανακρίβεια έγκειται στο ότι οι κατηγορίες που αναφέρει το επίδικο δημοσίευμα δεν έχουν καμία σχέση με τις κατηγορίες που αναφέρονται στην απόφαση. Δεν υπάρχει το ποινικό αδίκημα το οποίο ο συντάκτης του δημοσιεύματος ουσιαστικά αναφέρει ότι είναι σε σχέση με αυτό που καταδικάστηκε ο ενάγοντας, δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα και εισάγει το στοιχείο της ανηθικότητας μέσα στο κείμενο, τις κατηγορίες και την καταδίκη, ενώ κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Αυτά κατά τη γνώμη του σε συνδυασμό πάντα με την αδιαφορία των Εναγομένων να διαπιστώσουν την ορθότητα των όσων έχουν δημοσιευτεί, στερούν από τους Εναγόμενους το δικαίωμα να εγείρουν την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου, το οποίο είναι η θέση του, ότι δεν μπορεί να τους προσφέρει καμία απολύτως υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Έτσι είναι η θέση του ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, αφορά τον Ενάγοντα και έχει δημοσιευτεί, η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου δεν προσφέρει στους Εναγόμενους υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και είναι επίσης η θέση του ότι ούτε η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη σύμφωνα με το άρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 δεν μπορεί επίσης να προσφερθεί στην παρούσα περίπτωση στους Εναγόμενους επειδή, είναι η θέση του, ότι το δημοσίευμα ήταν αναληθές και αυτός που το δημοσίευσε δεν κατέβαλε εύλογη φροντίδα να εξακριβώσει το κατά πόσο ήταν αναληθές ή όχι και στηρίζεται για αυτήν του τη θέση στη μαρτυρία και πάλι του Κυριάκου Ιακωβίδη. Είναι η θέση του ότι με τα δεδομένα της υπόθεσης, η αδιαφορία που επέδειξαν οι Εναγόμενοι να διαπιστώσουν την αλήθεια προτού το δημοσιεύσουν και η επιπολαιότητα με την οποία το αντιμετώπισαν, δείχνει ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν οι Εναγόμενοι να τύχουν του ευεργετήματος ότι κατέβαλαν εύλογη φροντίδα για να εξακριβώσουν το αληθές ή αναληθές του δημοσιεύματος. Ο κύριος Ταμάσιος καταρρίπτει επίσης την υπεράσπιση του έντιμου ή δίκαιου σχολιασμού με βάση το άρθρο 19 (β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 Θέση του είναι πρώτα απ' όλα ότι δεν υπάρχει θέμα σχολίου εδώ, το τι προσπαθεί ο συντάκτης του άρθρου να κάμει είναι να καταγράψει γεγονότα τα οποία, πάντοτε σύμφωνα με την εισήγηση του, στην παρούσα υπόθεση δεν είναι ορθά. Περαιτέρω, είναι η θέση του κυρίου Ταμάσιου ότι η παραμονή του επίδικου άρθρου, δημοσιευμένο στο διαδίκτυο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2009, αποτελεί εν πάση περιπτώσει λίβελλο στον οποίο καμία υπεράσπιση δεν υπάρχει. Βάση για τη θέση του αυτήν είναι το γεγονός ότι από τη στιγμή που ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το δημοσίευμα πλέον αποτελεί ξεκάθαρα λίβελλο, αφού παρουσιάζει μια κατάσταση πραγμάτων η οποία δεν ανταποκρινόταν πλέον στην αλήθεια. Με αναφορά την απόφαση Godfrey v. Demon Internet Limited
(2001)QB 201, αναφέρει ότι κάθε φορά που τρίτο πρόσωπο έχει πρόσβαση στο επίδικο, δυσφημιστικό δημοσίευμα υπάρχει νέο, αστικό αδίκημα καθότι λαμβάνει χώρα νέα δημοσίευση. Αυτό ακριβώς είναι η θέση του τι συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση. Δηλαδή εφόσον το δημοσίευμα έμεινε αποθηκευμένο στη διαδικτυακή σελίδα των Εναγομένων και ήταν προσβάσιμο από τρίτα άτομα, υπάρχει ξανά δημοσίευση για την οποία πλέον καμία απολύτως από τις υπερασπίσεις που εγείρονται από τους Εναγόμενους δεν μπορεί να επιτύχει. Ούτε προνομιούχο μπορεί να χαρακτηριστεί το δημοσίευμα, εφόσον όχι μόνο δεν ήταν ακριβοδίκαιο και ούτε μετέφερε ακριβώς τα όσα έχουν λεχθεί σε μια δικαστική διαδικασία, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούσε πλέον σύγχρονη αναφορά με το δεδομένο ότι η καταδικαστική απόφαση είχε εκδοθεί στις 26.3.02, η απόφαση του Εφετείου στις 9.7.02 και το δημοσίευμα αυτό παρέμεινε στην ιστοσελίδα των εναγομένων μέχρι και το τέλος του 2009, δηλαδή 7 ολόκληρα χρόνια μετά από την καταδίκη και την ανατροπή της καταδίκης του Ενάγοντα. Όπως επίσης αναφέρει ο κύριος Ταμάσιος, ούτε και η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη δεν μπορεί να ισχύει στις περιπτώσεις της νέας δημοσίευσης, γιατί πέραν του ότι το θέμα του Χρηματιστηρίου δεν ήταν τόσο επίκαιρο κατά τα χρόνια που είχαν παρέλθει, η ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης περιήλθε σε γνώση των Εναγομένων σίγουρα τουλάχιστον στις 11.7.02 όπου σε σχετικό δημοσίευμα τους ημερομηνίας 11.7.02 Τεκμήριο 14, οι Εναγόμενοι κάνουν αναφορά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου η οποία αποφάσισε ότι η εταιρεία LAPERTAS FISHERIES LTD δεν υποχρεούτο να επιστρέψει χρήματα στους επενδυτές της επειδή απέτυχε να εισάξει τους τίτλους της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ,αφού το γεγονός αυτό δεν ήταν ποινικό αδίκημα. Επομένως, πάντα σύμφωνα με τον κύριο Ταμάσιο, δεν μπορεί καμία υπεράσπιση να πετύχει σε σχέση με την παράλειψη των Εναγομένων όχι μόνο να μην δημοσιεύσει κατ' αντίστοιχo τρόπο που δημοσίευσε την καταδίκη για την αθώωση του Ενάγοντα, αλλά και για την αμέλεια της να την αφαιρέσει από το διαδίκτυο. Είναι καταληκτικά η θέση του ότι οι Εναγόμενοι και η συμπεριφορά τους απέχουν πολύ από το νομοθετικό κριτήριο της καλής πίστης, αλλά και από το κριτήριο της υπεύθυνης δημοσιογραφίας που καθιερώθηκε στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd. Είναι η θέση του λοιπόν, ότι εφόσον έχει αποδειχτεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν δημοσιεύσει δυσφημιστικό άρθρο για τον Ενάγοντα και δεν μπορούν να στηριχτούν σε καμία υπεράσπιση, αυτός δικαιούται σε αποζημιώσεις. Αναφέροντας σχετική νομολογία, αναφέρει ότι πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι οι Εναγόμενοι δεν προέβηκαν τελικά σε απολογία, οι αποζημιώσεις που έλαβε ο Ενάγοντας από την Κυπριακή Δημοκρατία στα πλαίσια ξεχωριστής αγωγής που καταχώρησε μετά από την αθώωση του από το Εφετείο θέση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν δικογραφείται από τους Εναγόμενους, από τη μαρτυρία που έχει δοθεί είναι ξεκάθαρο ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι το ποσό των €50.000 αφορούσε και θέματα δυσφήμισης, αφού η αγωγή ήταν εναντίον της Δημοκρατίας η οποία ουδέποτε δυσφήμισε τον εναγόμενο, η αγωγή ήταν ειδικά καταχωρημένη με βάση ειδική νομοθεσία μετά την αθώωση του Ενάγοντα. Θέση του κυρίου Ταμάσιου είναι ότι το γεγονός ότι το άρθρο παρέμεινε στο διαδίκτυο για τόσα χρόνια που πλέον δεν είχε καμία σχέση με την αλήθεια και/ή την καθημερινότητα και ότι υπάρχει παραδοχή του ΜΥ1 ότι γνώριζε ότι είναι εύκολο να γίνουν αναδημοσιεύσεις από το διαδίκτυο και συγκεκριμένο πρακτορείο προέβαινε σε αυτού του είδους τις πράξεις, χωρίς να κάνουν οτιδήποτε δικαιολογεί την επιδίκαση πραγματικών αποζημιώσεων εναντίον των εναγομένων. Μπορούσε πολύ εύκολα να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, όμως ο κύριος Ταμάσιος σαφώς αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ότι δεν θα προωθήσει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων, αλλά θα λάβει υπόψη αυτήν τη συμπεριφορά των Εναγομένων, ουσιαστικά την αδιαφορία τους να διορθώσουν τα όσα λανθασμένα, επιπόλαια, αντιδεοντολογικά και χωρίς εύλογη επιμέλεια έχουν δημοσιεύσει, στην επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων. Σε ό,τι αφορά γενικότερα το θέμα των γενικών αποζημιώσεων είναι η θέση του κυρίου Ταμάσιου, η εφημερίδα των Εναγομένων είναι καθημερινής, παγκύπριας κυκλοφορίας, πωλείται στο εξωτερικό χωρίς να υπάρχει μαρτυρία για τις πωλήσεις στο εξωτερικό και επίσης το επίδικο άρθρο ήταν δημοσιευμένο στο διαδίκτυο, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο για τους αριθμούς των ατόμων που επισκέπτονται και διαβάζουν την εφημερίδα των Εναγομένων. Λαμβάνοντας υπόψη του και τα όσα ο Ενάγοντας έχει θέσει σε σχέση με τη ζημιά που έχει υποστεί, είναι η θέση του ότι ένα ποσό περί τις €15.000 θα αποτελούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση υπό τις περιστάσεις. Αντίθετη βεβαίως με τις θέσεις που έχουν αναπτυχθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα είναι οι ισχυρισμοί του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων. Πέραν του ότι θεωρεί ότι η όλη μαρτυρία του Ενάγοντα είναι υπερβολική, αντιφατική και ανειλικρινής, αναφέρει ότι πέραν του παραδεκτού γεγονότος της κυκλοφορίας της εφημερίδας των Εναγομένων για την ημερομηνία 4.4.02, Τεκμήριο 13, καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την κυκλοφορία της εφημερίδας στο εξωτερικό, για τα πόσα άτομα την διαβάζουν και πόσα άτομα την διαβάζουν από τη διαδικτυακή της έκδοση. Θέση του επίσης είναι ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε οι Εναγόμενοι επιτρέπουν την αναδημοσίευση των άρθρων τους που είναι αναρτημένα σε ιστοσελίδες από άλλες ιστοσελίδες. Αναφορικά με το καίριο σημείο του κατά πόσο το επίδικο άρθρο είναι δυσφημιστικό, η θέση του κυρίου Μαυραντώνη είναι ότι αυτό σαφέστατα και δεν είναι δυσφημιστικό και ότι ο Ενάγοντας με τη δική του μαρτυρία έχει ουσιαστικά παραδεχτεί ότι το περιεχόμενο του άρθρου είναι αληθές. Συγκεκριμένα έχει παραδεχτεί ότι είναι ο Πανίκος Λαπέρτας, ότι κατάγεται από το Βασιλικό, ότι ήταν ο ιδιοκτήτης της εταιρείας LAPERTAS FISHERIES LTD και ότι είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 10 και 6 μηνών για αδικήματα που αφορούν το Χρηματιστήριο. Έχει επίσης παραδεχτεί ότι αφετηρία για την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο ήταν η καταγγελία εναντίον του από δυο συγγενικά του πρόσωπα τα οποία είχαν αγοράσει μετοχές της εταιρείας του που θα εισάγετο στο ΧΑΚ, αλλά τελικά δεν εισήχθηκε. Επιβεβαίωσε επίσης ότι εκτός από την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον ίδιο, η εταιρεία του είχε καταδικαστεί σε πρόστιμο ΛΚ7.000 και ΛΚ4.000 στις δυο κατηγορίες και είχε διαταχθεί να επιστρέψει τα χρήματα στους παραπονούμενους. Το παράπονο του Ενάγοντα, επικεντρώνεται στη δημοσίευση των λέξεων " for failing το act ethically and appropriately", τις οποίες ο ίδιος ερμηνεύει ότι του αποδίδουν χαρακτηρισμό ανηθικότητας που είναι άσχετος με την καταδίκη του. Η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων είναι ότι στα πλαίσια του δημοσιεύματος η λέξη «ethically» μεταφράζεται ως «δεοντολογικά» και όχι «ηθικά» και επομένως δεν μπορεί να της αποδοθεί η ερμηνεία που της αποδίδει ο Ενάγοντας αποσπασματικά. Πουθενά είναι η θέση του από το άρθρο δεν προκύπτει θέμα ανηθικότητας και κανένας λογικός άνθρωπος διαβάζοντας το δημοσίευμα που αφορά εισαγωγή μετοχών στο Χρηματιστήριο θα απέδιδε στη λέξη αυτήν την ερμηνεία της ανηθικότητας. Είναι η θέση του ότι η καταδίκη του Ενάγοντα είχε σχέση με αντιδεοντολογικές παραλείψεις από μέρος του και συνεπώς οι λέξεις " failing το act ethically and appropriately" ήταν απόλυτα ορθές. Επομένως, δεν τίθεται θέμα δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Διερωτάται επίσης γιατί ο Eνάγοντας 8 χρόνια μετά από την αθωωτική απόφαση του Εφετείου ζητά την απόσυρση του επίδικου δημοσιεύματος από την ιστοσελίδα των Eναγομένων. Καμία απολύτως εισήγηση δεν δίνεται για αυτήν την ολιγωρία. Πέραν του ότι η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων είναι ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό, είναι η θέση του ότι εάν το Δικαστήριο ήθελε να αποφασίσει ότι είναι δυσφημιστικό, τότε ισχύει η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου ως ανταπόκριση δικαστικής απόφασης, αλλά και αυτή του δημόσιου ενδιαφέροντος και συμφέροντος. Ο κύριος Μαυραντώνης τονίζει τις ενέργειες των Εναγομένων να αποσύρουν αμέσως από τη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας τους το επίδικο δημοσίευμα μόλις αυτό ζητήθηκε, την πρόθεση τους να προβούν σε γραπτή απολογία προς τον Ενάγοντα η οποία όμως ουδέποτε πραγματοποιήθηκε εξαιτίας του Ενάγοντα και των παράλογων απαιτήσεων του για καταβολή αποζημίωσης €50.000. Και αναφέρει ότι πέραν από μη δυσφημιστικό, το επίδικο δημοσίευμα είναι απόλυτα προνομιούχο, καθότι είναι ακριβοδίκαιο και ακριβές σχετικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που καταδίκασε τον Ενάγοντα, αποτελούσε ένα έντιμο σχόλιο το οποίο είναι αληθές και καλόπιστο και αφορά ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και ενδιαφέροντος. Θέση του είναι επίσης ότι και η καλή θέληση και η μη ύπαρξη κακοπιστίας από πλευράς Εναγομένων, τεκμηριώνεται από την ίδια τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι στις 11.7.02, Τεκμήριο 14, οι Εναγόμενοι έχουν αναφερθεί στην αθωωτική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, σημειώνοντας ότι αυτό το δημοσίευμα έγινε δυο μέρες μετά από την έκδοση της απόφαση του Εφετείου χωρίς να τους το έχει ζητήσει ο Ενάγοντας, αλλά και πάλι ως θέμα δημόσιου συμφέροντος και ενδιαφέροντος, ότι οι Εναγόμενοι σε ανύποπτο χρόνο είχαν δημοσιεύσει άρθρο πολύ κολακευτικό για τον Ενάγοντα και την επιχείρηση του, Τεκμήριο 12 έκδοση «Cyprus Mail» ημερομηνίας 9.9.1999, η απόσυρση του δημοσιεύματος από το διαδίκτυο ευθύς αμέσως μόλις την ζήτησε ο ενάγοντας και θεωρεί επίσης ότι το γεγονός ότι οι Eναγόμενοι δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον ξένων πρακτορείων που αναδημοσιεύουν χωρίς άδεια άρθρα τους, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευτεί ως κακοπιστία ή αδιαφορία. Είναι καταληκτική η θέση του κυρίου Μαυραντώνη ότι κατά πρώτον το επίδικο δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Εάν το Δικαστήριο ήθελε να κρίνει αυτό ως δυσφημιστικό, τότε ισχύει η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου εφόσον, σύμφωνα πάντα με τη θέση του, το επίδικο δημοσίευμα είναι στην ολότητα του ακριβοδίκαιο, ακριβής και σύγχρονη αναφορά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Δεν υπάρχει καμία επέμβαση ή αλλοίωση στα όσα έχουν λεχθεί πράγματι ή επιδειχθεί στη συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία και όλες οι αναφορές που γίνονται είναι ορθές. Επομένως, με βάση τις θέσεις του αυτές αλλά και τις αρχές που αφορούν τα θέματα του απόλυτου προνομίου και αναφέρει ενδεικτικά τις αποφάσεις Ελευθέριος Γαληνιώτης v. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 116/2008 ημερ. 15.3.2011, Ελευθέριος Γαληνιώτης v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ,
(2009)1 Α A.A.Δ. 577 έχει τη θέση ότι ακόμα και ο τίτλος του επίδικου δημοσιεύματος είναι καθ' όλα περιγραφικός, καλύπτεται από το απόλυτο προνόμιο και επομένως το επίδικο δημοσίευμα τυγχάνει απόλυτης προστασίας ως απόλυτα προνομιούχο δημοσίευμα. Είναι επίσης η θέση του ότι το επίδικο δημοσίευμα τυγχάνει επίσης της προστασίας της υπεράσπισης, του έντιμου σχολίου (fair comment) σε σχέση με θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος συμφώνως του άρθρου 19 (β) του Κεφ. 148. Όπως αναφέρει, δεν υπάρχει τίποτε που να καταδεικνύει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστη εντός της έννοιας του άρθρου 21
(2)και συγκεκριμένα με αναφορά στην πρόσφατη υπόθεση Αντρέας Πετρίδης v. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά. Πολ. Έφ. Αρ.232/09 ημερομηνίας 18.7.2013 αλλά και σε παλαιότερη υπόθεση Δώρος Γεωργιάδης Πολ. Έφ. 118/08 ημερομηνίας 4.3.2011, είναι η θέση του ότι το αντικείμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι έκφραση γνώμης και κρίσης, αξιολόγησης των ενεργειών και της συμπεριφοράς του Ενάγοντα και όχι δηλώσεις γεγονότων. Με βάση τη θέση ότι το κριτήριο με βάση το οποίο αποφασίζεται κατά πόσο ένα σχόλιο είναι έντιμο και σίγουρα όχι κακόπιστο το οποίο είναι υποκειμενικό, είναι της άποψης ότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κακοπιστία από πλευράς Εναγομένων. Έτσι θεωρεί ότι η αγωγή του Ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί δηλώνοντας επίσης ότι οι αξιώσεις του για αποζημιώσεις, όπως αυτές έχουν τεθεί μέσα από τη μαρτυρία του ίδιου αλλά και της ΜΕ 2 την οποία χαρακτηρίζει ως έντονα θετικά κείμενη υπέρ του Ενάγοντα σε σημείο που να μην ήταν αντικειμενική, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Επομένως θα προχωρήσω σε πρώτο στάδιο να εξετάσω το κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό σε συνδυασμό πάντοτε και με τις υπερασπίσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι. Διαβάζοντας το επίδικο άρθρο στην ολότητα του με βάση τις αναφορές που γίνονται σε παράπονο που υποβλήθηκε στην αστυνομία από συγγενικά πρόσωπα του Ενάγοντα για επιστροφή των χρημάτων τους επί το ότι ότι η εταιρεία του Ενάγοντα δεν εισάχθηκε τελικά στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, έχω τη θέση ότι η φράση «for failing to act ethically and appropriately when listing his company on the Cyprus Stock Exchange» δεν έχει την έννοια που της αποδίδει ο Ενάγοντας δηλαδή αδίκημα που αφορά την ηθική και/ή που να παραπέμπει σε απάτη ή απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Αντίθετα στο πνεύμα που είναι δημοσιευμένο το άρθρο εκείνο που εξάγεται ως ερμηνεία/μετάφραση της φράσης «ethically and appropriately» είναι η δεοντολογία και αναφορά σε δεοντολογικούς κανόνες. Έχω προβεί σε μια αρκετά εκτενή αναφορά σε λεξικά σε ό,τι αφορά την ερμηνεία της λέξης «ethics» και «ethically» και αυτό που προκύπτει είναι ότι υπάρχει πάντοτε συνάρτηση με επαγγελματισμό και δεοντολογία. Ethical means "being in accordance with the rules or standards for right conduct or practice, especially the standards of a profession" και «in accordance with principles of conduct that are considered correct, especially those of a given profession or group» και «being, in accordance with the accepted principles of right and wrong that govern the conduct of a profession». Επομένως είναι η θέση μου ότι ιδωμένο στην ολότητα του το άρθρο δεν είναι δυσφημιστικό καθότι τα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι του αποδίδουν οι Εναγόμενοι δεν είναι η ορθή ερμηνεία του άρθρου, αντίθετα το τι του αποδίδεται είναι αντιδεοντολογική συμπεριφορά ενώ έλαβε χρήματα για παραχώρηση μετοχών της εταιρείας του που θα εντασσόταν στο Χρηματιστήριο, δεν έκανε τις απαραίτητες ενέργειες ούτως ώστε η εταιρεία του να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Περαιτέρω, όλες οι πληροφορίες που περιέχονται στο εν λόγω άρθρο είναι ακριβείς και αληθινές. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας είναι ο Πανίκος Λαπέρτας, κατάγεται από το Βασιλικό, την επίδικη περίοδο ήταν περίπου 40 χρονών αφού σύμφωνα με το βιογραφικό του σημείωμα Τεκμήριο 1 γεννήθηκε το 1960 άρα την ημερομηνία της καταδίκης του 26 Μαρτίου 2002 ήταν 42 χρονών, είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Lapertas Fisheries Ltd και όντως βρέθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν τον τρόπο ενέργειας του σε σχέση με την εισδοχή της εταιρείας του στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Όντως το έναυσμα για την ποινική διαδικασία εναντίον του ήταν οι καταγγελίες δύο συγγενικών του προσώπων συγκεκριμένα της Δέσπως Λαπέρτα και του Γιώργου Ιορδάνους οι οποίοι είχαν αγοράσει μετοχές στην εταιρεία Lapertas Fisheries Ltd με βάση την υπόσχεση του Πανίκου Λαπέρτα ότι θα εισερχόταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου αλλά ουδέποτε εισήχθηκε. Όταν η εταιρεία δεν εισήχθηκε στο Χρηματιστήριο οι παραπονούμενοι ζήτησαν από τον Ενάγοντα να τους δώσει πίσω τα χρήματα τους και αφού δεν το έπραξε τον κατάγγειλαν στην αστυνομία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον ίδιο σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών (όπως προκύπτει από την απόφαση είναι σε ποινές φυλάκισης 6 και 10 μηνών που καταδικάστηκε) και καταδίκασε επίσης την εταιρεία του σε πρόστιμο ΛΚ7.000 και ΛΚ4.000 σε κάθε κατηγορία και επίσης διέταξε την επιστροφή των χρημάτων στους παραπονούμενους με τόκο 6% από την ημέρα που του έδωσαν τα χρήματα. Όντως όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 11 και 3 αυτές ήταν οι ποινές στις οποίες καταδικάστηκε ο Ενάγοντας και η εταιρεία του. Σημειώνω επίσης ότι προς ενίσχυση της θέσης μου ότι το επίδικο δημοσίευμα ανταποκρίνεται πλήρως στην αλήθεια αναφέρω ότι στη σελίδα 2 του Τεκμηρίου 11 που είναι η πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το αδίκημα το οποίο αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας και η εταιρεία του ήταν ότι «....δεν προέβησαν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για υποβολή δεόντως στοιχειοθετημένης και τεκμηριωμένης αιτήσεως (δική μου υπογράμμιση) για εισαγωγή των στοιχείων τίτλων στο Χρηματιστήριο». Αυτή η φράση, «υποβολή δεόντως στοιχειοθετημένης και τεκμηριωμένης αίτησης», προβλέπεται στο άρθρο 3
(1)του Ν.42(Ι)/2000. Η ίδια αναφορά υπάρχει και στο Τεκμήριο 3 στη σελίδα 2 υπό τον τίτλο «Το κατηγορητήριο». Είναι η θέση μου καταληκτικά ότι είναι αυτή η φράση, η οποία που προνοείται στο Νόμο και προφανώς και στο κατηγορητήριο από τα όσα με ασφάλεια μπορούν να εξαχθούν από τα κείμενα των αποφάσεων του Δικαστηρίου, που ερμηνεύθηκε από τον συντάχτη του κειμένου το οποίο και δημοσιεύθηκε από τους Εναγόμενους ως «failing to act ethically and appropriately». Είναι η θέση μου περαιτέρω ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι απόλυτα προνομιούχο δημοσίευμα εφόσον είναι στην ολότητα του ακριβοδίκαιο, ακριβές και μεταφέρει την απόφαση την καταδικαστική του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δίνοντας έτσι απόλυτη προστασία στους Εναγομένους. Στις υποθέσεις Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ Πολ. Εφ. 115/2008 ημερ. 15/3/11 αλλά και στην προγενέστερη υπόθεση Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 577 έχει αναφερθεί ότι «είναι αρκετό αν στη βάση του το δημοσίευμα αποτελεί μια ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί. Παραλείψεις ή ανακρίβειες ήσσονος σημασίας θεωρούνται ότι δεν εξαλείφουν ή αναιρούν το προνόμιο». Επομένως είναι η θέση μου ότι η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου ισχύει στην παρούσα υπόθεση τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου από την ημέρα που αυτό δημοσιεύθηκε δηλαδή 4/4/2002 μέχρι και την ημερομηνία που οι Εναγόμενοι αποδεδειγμένα γνώριζαν για την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης από το Εφετείο συγκεκριμένα μέχρι και 11/7/2002, που είναι η ημέρα που οι ίδιοι δημοσιεύουν το Τεκμήριο 14. Περαιτέρω σημειώνω ότι μεταξύ των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην Υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου είναι, όπως αναφέρει και ο έγκριτος νομικός Πολύβιος Γ. Πολυβίου στο σύγγραμμα του «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης» Έκδοση 2013, και η υποπαράγραφος (ζ) του άρθρου 20
(1)του Νόμου που καλύπτει την περίπτωση το δημοσίευμα: «.. είναι στην πραγματικότητα ακριβοδίκαιο, ακριβής και σύγχρονη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί, πραχθεί ή επιδειχθεί σε δικαστική διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη δημοσίευση αυτή». Περαιτέρω θεωρώ ότι ορθά επίσης έχει εγερθεί από πλευράς των Εναγομένων και η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη η οποία ως αποτέλεσμα της υπόθεσης Raynolds v. Times Newspapers Ltd
(2001)2 AC 127 έχει διαφοροποιηθεί πλέον υπό την έννοια του ότι έχει επιχειρηθεί μια ενοποίηση υφιστάμενων κατηγοριών και ταξινομήσεων με την αναγνώριση ότι σε κάθε περίπτωση το ερώτημα είναι το ίδιο, υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας πολιτικής που να δικαιολογούν αυξημένη νομική προστασία της συγκεκριμένης δημοσίευσης; Βεβαίως πρέπει να αναφερθεί ότι στην Κύπρο παρόλο που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει υιοθετήσει αυτή την ευρύτερη προσέγγιση στην απόφαση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτης
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 1863, εν τούτοις υπάρχει κατηγοριοποίηση στην ίδια τη νομοθετική πρόνοια. Θεωρώ επίσης ότι εφαρμογή έχει και το άρθρο 19(β) του Κεφ. 148 δηλαδή η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου για θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος. Σε σχέση με αυτή την Υπεράσπιση αναφέρω την απόφαση Αντρέα Πετρίδη ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.ά. Π.Ε. Αρ. 232/2009 ημ. 18.07.
  1. Θεωρώ επίσης ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι καλόπιστο. Σε καμία περίπτωση δεν έχω διακρίνει την ύπαρξη κακοπιστίας από πλευράς Εναγομένων κατά τη δημοσίευση του και επίσης θεωρώ ότι τα θέματα στα οποία αναφέρεται είναι αληθή ακριβοδίκαια και προς το συμφέρον των πολιτών. Το θέμα της κακοπιστίας είναι βασικό γιατί σε περίπτωση ύπαρξης κακοπιστίας οι υπερασπίσεις του εντίμου σχολίου δεν μπορούν να ισχύουν. Το βασικό κριτήριο που εφαρμόζεται για να αποδειχθεί ή όχι η κακοπιστία είναι υποκειμενικό, αποτελεί επαρκή στοιχειοθέτηση και παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Peter Halford v. Chief Constable of Hampshire 2003 EWCA 102 και Θεοφάνης Καραβίας ν. Σταύρος Σταύρου Πολ. Εφ. 343/08 ημερομηνίας 20.3.
  2. Τα πιο πάνω όμως ισχύουν, όπως έχω ήδη αναφέρει, αναφορικά με την διατήρηση του δημοσιεύματος στο διαδίκτυο μέχρι και τις 11.7.
  3. Από την εν λόγω ημερομηνία όμως και μετέπειτα, υπενθυμίζω ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν πλέον για την ύπαρξη της αθωωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, και σε αντίθεση με τα όσα έπραξαν σε ό,τι αφορά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ούτε δημοσίευσαν σχετικό άρθρο αντίστοιχο της δημοσίευσης του επίδικου άρθρου, αλλά όπως εξάλλου και ο Μ.Υ.1 παραδέχθηκε, το άρθρο τους που δημοσίευσαν στις 11/7/2002, Τεκμήριο 14, δεν αποτελεί ούτε δημοσίευση της αθώωσης του Ενάγοντα ούτε και υπάρχει εκτενής αναφορά σε αυτόν και/ή την ακύρωση της καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης. Επομένως καμιά από τις υπερασπίσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι δεν μπορεί να επιτύχει αναφορικά με τη διατήρηση του άρθρου στο διαδίκτυο μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 2009 όπου οι Εναγόμενοι δεν αφαιρούν το εν λόγω δημοσίευμα από το διαδίκτυο, αφού ουσιαστικά αφήνουν δημοσιευμένο στο διαδίκτυο ένα άρθρο το οποίο γνωρίζουν πλέον ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η υπεράσπιση επομένως του απόλυτου προνομίου και/ή του προνομίου υπό επιφύλαξη και/ή του έντιμου σχολίου για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος που το εν λόγω άρθρο απολάμβανε, με βάση και τις αρχές της Νομολογίας στις οποίες έχει γίνει σαφής αναφορά πιο πάνω, δεν προσφέρεται πλέον στους Εναγομένους. Αναφέρω ότι επί του θέματος αυτού υπάρχει πολύ πρόσφατη αγγλική απόφαση στην οποία το High Court επεδίκασε πρωτόδικα εναντίον της εφημερίδας The Times αποζημιώσεις επειδή απέτυχαν να αφαιρέσουν δυσφημιστικό υλικό από το διαδίκτυο το οποίο ενώ όταν δημοσιεύθηκε ήταν αληθές και ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και επίσης αποτελούσε θέμα δημοσίου συμφέροντος, εντούτοις παρέμεινε αναρτημένο στο διαδίκτυο για δύο χρόνια μετά που η εφημερίδα είχε υπεύθυνα μάθει ότι τα όσα αφορούσαν το άρθρο τους δεν υφίσταντο πλέον. Η απόφαση αυτή είναι η Flood v. Times Newspaper Ltd, σημειώνω ότι η εφημερίδα The Times εφεσίβαλε την απόφαση του High Court αλλά το Court of Appeal απέρριψε την έφεση θεωρώντας ότι ήταν ορθή η επιδίκαση του ποσού των 60.000 στερλινών ως αποζημίωση. Σημειώνω εκεί υπήρχαν αντικειμενικά ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που διάβασαν το άρθρο, ο Ενάγοντας κατείχε ψηλή θέση στην Αστυνομία και θεωρήθηκε ως δημόσιο πρόσωπο. Επομένως τίθεται τώρα το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες τυχόν δικαιούται ο Ενάγοντας με βάση το εύρημα πλέον του Δικαστηρίου ότι το επίδικο άρθρο όπως αυτό παρέμεινε δημοσιευμένο στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα των Εναγομένων μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 2009 δεν ανταποκρινόταν πλέον στην αλήθεια. H νομολογία καταδεικνύει ότι «είναι πολλοί οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Οι παράγοντες αυτοί συναρτώνται με τη θέση του Ενάγοντος στην κοινωνία, τη φύση και έκταση του λιβελλογραφήματος, τη γενικότερη συμπεριφορά του Εναγομένου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης, την τυχόν απολογία, την πρόκληση ειδικής ζημιάς, την αποτυχία υπεράσπισης της αλήθειας και την επανάληψη της δυσφήμισης (βλ. I.C.P. (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and Another [1972] 4 J.S.C. 455 και Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ v. Φαλκονέττι
(1988)1 Α.Α.Δ. 958). Επιπλέον παράγοντες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση της αποζημίωσης παρατίθενται στα Άρθρα 17
(2)και 23 του Κεφ. 148 ενώ τέλος επιβαρυντικά μπορεί να επενεργήσει μαρτυρία που να καταδεικνύει μεγάλη κυκλοφορία της εφημερίδας (βλ. Gatley on Libel & Slander (7η έκδοση) παρ. 1235 υπό τον τίτλο "Mode and extent of publication")». Άρα η επιδίκαση αποζημιώσεων σκοπό έχει την αποκατάσταση του παραπονούμενου και όχι την επιβολή τιμωρίας επί των προσώπων που θεωρούνται υπεύθυνοι για το αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε εκτός βεβαίως στις εξαιρετικές περιπτώσεις που μπορούν να επιδικαστούν τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι αποζημιώσεις σκοπό έχουν πέραν του να αποκαταστήσουν την υπόληψη ενός προσώπου που έχει θιγεί να λειτουργήσουν ως αποτρεπτικός παράγοντας προς αποφυγή της επανάληψης της δυσφήμισης. Βλ. σύγγραμμα «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης» Πολύβιος Γ. Πολυβίου. Δεν έχει προσαχθεί καμιά μαρτυρία όπως έχω ήδη αναφέρει αναφορικά με τον αριθμό των ατόμων που επισκέπτονται την ιστοσελίδα των Εναγομένων είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό και βεβαίως είναι υποχρέωση του Ενάγοντα να αποδείξει αυτά τα θέματα και δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιεσδήποτε υποθέσεις σχετικά. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί όμως το γεγονός ότι το εν λόγω δημοσίευμα παρέμεινε δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα των Εναγομένων για χρονικό διάστημα 7 και πλέον χρόνων μετά που οι Εναγόμενοι γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ανταποκρίνεται πλέον στην αλήθεια. Έχω ενωρίτερα απορρίψει τη θέση του Ενάγοντα ότι εξαιτίας του δημοσιεύματος έχει υποστεί ζημιά στην επαγγελματική του καριέρα και σταδιοδρομία όπως επίσης και έχω απορρίψει τις σχετικές αναφορές στο θέμα αυτό από τη μαρτυρία της Μ.Ε.2. Θεωρώ ότι ο Ενάγοντας δεν έδωσε στο Δικαστήριο καμιά βάσιμη πληροφορία ούτε και ένδειξη για τη ζημιά του, τα Τεκμήρια 9 και 10 που έχουν κατατεθεί δεν μπορούν να του προσφέρουν καμιά βοήθεια και επομένως θεωρώ ότι το θέμα των αποζημιώσεων στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να προσεγγιστεί όπως προσεγγίστηκε στην υπόθεση Χρυσόστομος Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 271, δηλαδή με βάση πλέον τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, οι υπερασπίσεις που έγειραν οι Εναγόμενοι δεν είχαν πλέον έρεισμα, και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δραστηριοποιείτο ως επιχειρηματίας τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Το επιχείρημα του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την επαναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες του εξωτερικού, με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν ανωτέρω αναφερθεί εκτενώς, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδίκαση αποζημιώσεων για το θέμα αυτό. Έτσι θεωρώ ότι επιτρέπεται στο παρόν Δικαστήριο να καθορίσει την αποζημίωση του Ενάγοντα από τα πιο πάνω στοιχεία επιδικάζοντας του ένα μικρό ποσό αποζημιώσεων το οποίο υπό τις περιστάσεις φρονώ ως δίκαιο και λογικό το ποσό των €2.500.- πλέον νόμιμο τόκο. Ελλείψει οποιουδήποτε ευρήματος για κακοπιστία και λόγω και της απόσυρσης τελικά αυτού του σκέλους της αξίωσης από τον Ενάγοντα δεν επιδικάζεται οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας στην κλίμακα των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί από το Δικαστήριο όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.