Tραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βίκτωρα Καρή Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 1297/11, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A587 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1297/11 Μεταξύ: Tραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και Βίκτωρα Καρή Ιωάννου Εναγομένου ------------- Αίτηση δια κλήσεως υπό του Εναγομένου ημερ. 31.3.2016 για τροποποίηση της υπεράσπισής του ---------------- 31 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Ν. Μιχαήλ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Κ. Γιαπανά ------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος ζητά όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διαγράφεται η υπεράσπιση και να αντικαθίσταται με την υπεράσπιση και την προσθήκη ανταπαίτησης όπως αυτή καταγράφεται στην αίτηση. Σε γενικές γραμμές η υπεράσπιση την οποία ζητεί να εισαγάγει με την τροποποίηση αφορά την άρνησή του σε όλους τους όρους οι οποίοι εκτίθενται στην ΄Εκθεση Απαίτησης ότι η εγγραφή των υποθηκών από μέρους του Εναγόμενου προς όφελος της Ενάγουσας είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Αμφισβητεί το αξιούμενο ποσό, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ειδοποιήθη για τον τερματισμό των λογαριασμών και/ή οποιασδήποτε τροποποίησης του επιτοκίου. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα με την αντισυμβατική συμπεριφορά και τις πράξεις της προκάλεσε τη μη εξόφληση του δανείου και ως εκ τούτου η Ενάγουσα κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται να απαιτεί από τον Εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό. Παραθέτει λεπτομέρειες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα έδωσε στοιχεία στο Φόρο Εισοδήματος για τον τρεχούμενο λογαριασμό του, εν αγνοία του, με αποτέλεσμα να καλείται να πληρώσει ποσά τα οποία δεν έπρεπε να πληρωθούν αφού παραβιάστηκε το τραπεζικό απόρρητο εκ μέρους της Ενάγουσας. Επιπλέον η Ενάγουσα αμελώς δεν πληροφόρησε το Φόρο Εισοδήματος ότι τα χρήματα ήταν προϊόν δανείου και όχι κρυφά εισοδήματα. Η εν λόγω συμφωνία περιέχει όρους που περιέχουν ρήτρες άδικες, παράνομες, καταχρηστικές και επαχθείς για τον Εναγόμενο. Στην ανταπαίτηση ζητά αποζημιώσεις πέραν των €3.000.000,00 οι οποίες προέρχονται από τα πιο πάνω αλλά και όπως ισχυρίζεται, «παρόλες τις επιβεβαιώσεις της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο εντελώς αντισυμβατικά και/ή παράνομα και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αντί να αποδεσμεύσει τα χρήματα που χρειαζόταν για αποπεράτωση 2 κατοικιών και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, αυτή παρέδωσε τα χρήματα με αποτέλεσμα να χαθούν υποψήφιοι πελάτες και ενοικιαστές ύψους €900.000,00 καθώς δεν αποδέσμευσε τα χρήματα για ανέγερσή τους παρόλες τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου όταν ξεκίνησε η κατασκευή των 2 κατοικιών». Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ1-6, Δ.48 θθ.1-9, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου ο οποίος λέγει ότι από την καταχώρηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης μέχρι σήμερα οι νέοι του δικηγόροι τον συμβουλεύουν ότι χρειάζεται τροποποίηση η υπεράσπιση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης αφού θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου και θα δοθεί η δυνατότητα σ΄ αυτόν να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου την υπόθεση του. ΄Υστερα από εκ νέου μελέτη της υπόθεσης με τους δικηγόρους του και ενόψει των νέων δεδομένων θεωρούν απόλυτα αναγκαίο να προωθήσουν την παρούσα αίτηση και όπως αιτηθούν της προαναφερθείσας τροποποίησης με απόλυτο στόχο την ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης κατά την παρουσίαση της υπόθεσής τους. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία βάσισε στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θθ.4, 13, 19 - 21, Δ.23 θ.2, Δ.25 θθ.1-2, Δ.39 θθ.1-5, Δ.48 θθ.1-13, Δ.64 θθ.1 & 2 επί της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην εν γένει διακριτική ευχέρεια και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Καταγράφει αριθμό λόγων ένστασης μεταξύ των οποίων το ότι η Αίτηση και η ένορκη δήλωση είναι παράτυπες και/ή αντικανονικές, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η αναδόμηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης και/ή επιδιώκεται η αντικατάσταση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης με άλλην εντελώς νέα και εγείρει νέους λόγους και/ή βάση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα με σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς να δίδεται καμία ή επαρκής δικαιολογία προς τούτο. Τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί που προσπαθεί να εισάξει ο Αιτητής ήταν γνωστοί σ΄ αυτόν σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την προβολή νέας γραμμής υπεράσπισης και προβολής ανταπαίτησης στο προχωρημένο αυτό στάδιο. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άσχετες με την επίδικη υπόθεση και/ή συμφωνία. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Μάριου Κουντούρη υπαλλήλου της Ενάγουσας ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Είναι γνώστης των γεγονότων από εμπλοκή του στην υπόθεση και από μελέτη των εγγράφων και στοιχείων που αφορούν την υπόθεση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Αιτητή και όχι νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης. Όλα τα στοιχεία, έγγραφα, επιστολές, επίδικες συμφωνίες και οτιδήποτε άλλο σχετικό με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό ήταν στην κατοχή του. Ο Αιτητής δεν φανερώνει καμιά ανάγκη τροποποίησης, διαγραφής και αντικατάστασης της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης. Τα όσα προσπαθεί να εισάξει ούτε νέα στοιχεία αποτελούν, ούτε στοιχεία που τώρα κατάφερε να εξασφαλίσει. Νομική Πτυχή. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί η αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι αρχές αυτές λέχθηκαν στις αποφάσεις Eteria Skepi Ltd v. loannis Th. Kaitis and Another
(1983)1 Α.Α.Δ. 231, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Σιακόλα Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19.1.99. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 επιβεβαιώθηκε ότι: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Είναι γνωστή επίσης η αρχή που έχει λεχθεί κατά κόρο σε υποθέσεις όπως την Αντρέας Ευριπίδου και άλλοι ν. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 Α.Α.Δ. 542 με υιοθέτηση αποσπασμάτων από την γνωστή Αγγλική υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393, ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του αιτούμενου την τροποποίηση και από την άλλη ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. Ακόμα και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσω αιτήσεως τροποποίησης εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής ΄Αννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ.
- Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράλειψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξ αρχής στην αγωγή. Αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1973 στα σχόλια της Αγγλικής Δ.20 Θ.5 σελ.
- Περαιτέρω στην Πρακτική του 1958 στα σχόλια της Δ.28 Θ.1 σελ. 624, αναφέρεται ότι η εισαγωγή ακόμη και νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη την απόρριψη σχετικής αίτησης για τροποποίηση, εκτός ίσως αν έχει την εκ μέρους του εναγόμενου συνέπεια απώλειας της υπεράσπισης της παραγραφής. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 ειπώθηκαν τα εξής: «Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.» Στην απόφαση Πάνος Βαρδιάνος ν. Edwin John Thomas Richards
(1998)1B A.A.Δ. 698 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992.» Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 22.2.
- Επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 14.3.2011 και καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 23.3.
- Στις 7.11.2011 καταχώρησε υπεράσπιση. Στις 9.11.2011 υποβλήθηκε αίτημα ορισμού της υπόθεσης, η οποία ορίστηκε για οδηγίες στις 24.1.
- Ξαναορίστηκε για οδηγίες στις 14.2.2012 και κατά την ημερομηνία αυτή ορίστηκε, μετά από αίτημα των διαδίκων, για ακρόαση στις 12.6.
- Στη συνέχεια αναβλήθηκε τέσσερεις φορές, 12.6.12, 28.11.12, 16.5.13 και 8.11.13 λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου για να ακούσει την υπόθεση. Στις 19.6.14 αναβλήθηκε μετά από αίτημα του Εναγόμενου και ορίστηκε για ακρόαση στις 27.2.15 ημερομηνία κατά την οποία και πάλιν δεν ακούστηκε η υπόθεση λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου. Στις 26.2.2015 έγινε ήδη αλλαγή δικηγόρου και στις 30.9.15 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και πάλιν λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 22.3.
- Την ημερομηνία αυτή ζήτησε αναβολή ο δικηγόρος του Εναγόμενου και ορίστηκε για ακρόαση στις 23.11.
- Η υπεράσπιση, όπως αναφέρεται πιο πάνω, καταχωρήθηκε στις 7.11.11, έγινε αλλαγή δικηγόρου στις 26.2.15 και καταχωρήθηκε η αίτηση, ουσιαστικά για διαγραφή της υπεράσπισης και καταχώρησης νέας με ανταπαίτηση, στις 31.3.16, μετά από 4 χρόνια και 5 μήνες. Από της αλλαγής του δικηγόρου, 26.2.15, μέχρι της καταχώρησης της Αίτησης πέρασε ένας χρόνος, διά την ακρίβεια 13 μήνες ακριβώς. Η υπόθεση κατά το χρονικό διάστημα των 13 μηνών ήτο ορισμένη για ακρόαση δύο φορές, στις 27.2.15 και στις 30.9.
- Δεν προετοιμάστηκαν οι δικηγόροι ή δεν μελέτησαν την υπόθεση κατά τις δύο αυτές ημερομηνίες. Η Αίτηση επαναλαμβάνω καταχωρήθηκε στις 31.3.
- Στην ένορκη του δήλωση, παράγραφος 4, ο Αιτητής δικαιολογεί το αίτημα, για διαγραφή της υπεράσπισης του και αντικατάστασής της με την υπεράσπιση και την προσθήκη Ανταπαίτησής, ως εξής: «
- ΄Υστερα από εκ νέου μελέτη της υπόθεσης με τους Δικηγόρους μου και ενόψει των νέων δεδομένων, θεωρούμε απόλυτα αναγκαίο να προωθήσουμε την παρούσα αίτηση και όπως αιτηθούμε τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις με απόλυτο στόχο την ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης κατά την παρουσίαση της υπόθεσής μας». Ποια είναι τα νέα στοιχεία, τα νέα δεδομένα. Δεν ήταν σε γνώση του ιδίου όταν εκπροσωπείτο από τον πρώτο δικηγόρο για περισσότερα από τρία χρόνια; Γιατί δεν τα έθεσε υπόψη του πρώτου δικηγόρου; Εκτός από την παράγραφο 4 τίποτε άλλο αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος για υποστήριξη της Αίτησης του. Δεν έδωσε κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση. Η δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης του σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της διαγραφής της υπεράσπισής του και αντικατάστασης της με νέα και ανταπαίτηση που ξεπερνά τα €3.000.000 (βλ. Federal Bank v. Σιακόλα (ανωτέρω)). Η προσθήκη της ανταπαίτησης θα έχει και τη συνέπεια της αλλαγής δικαιοδοσίας, αφού θα είναι στη δικαιοδοσία Προέδρου και σίγουρα την αναβολή και πάλιν της ακρόασης της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες ανέμεναν για 5 ½ χρόνια να δικαστεί η υπόθεση τους και τώρα που έφθασε η ώρα θα ξεκινήσουν από την αρχή. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η Αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Η τροποποίηση που επιδιώκεται είναι ουσιαστική και αν επιτραπεί θα έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Οι λόγοι που εκτίθενται στην ένορκη ομολογία που υποστηρίζει την αίτηση για τροποποίηση είναι ασαφείς (βλ. Στέλιος Φοινιώτης ν.
- Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). Ενόψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο