← Κύπρος

Λένια Βενεδύκτου ν. Γιώργος Πραστίτης ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Φοίβου Πραστίτη, Αρ. αγωγής 1673/2011, 7/10/2016

Λένια Βενεδύκτου ν. Γιώργος Πραστίτης ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Φοίβου Πραστίτη, Αρ. αγωγής 1673/2011, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A542 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ Αρ. αγωγής 1673/2011 Μεταξύ: Λένια Βενεδύκτου Ενάγουσα και Γιώργος Πραστίτης ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Φοίβου Πραστίτη Εναγόμενου Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α Πέτσας και Δ. Τσολακίδης για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Ν. Πασπαλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Δυστυχώς, ο Φοίβος Πραστίτης απεβίωσε στις 16.10.2009. Η Ενάγουσα είναι αδελφή του αποβιώσαντος, o δε Εναγόμενος είναι υιός του, και ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προ του θανάτου του Φοίβου Πραστίτη και ειδικότερα, κατά ή περί την 8.5.2002, κατόπιν παράκλησης του τελευταίου, οπισθογράφησε και υπέγραψε προς όφελος και εις διαταγή του, την επιταγή υπ' αρ. 00356860 της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 8.5.2002 για ποσό Λ.Κ.10.000, την οποία ο Φοίβος Πραστίτης εξαργύρωσε. Την επιταγή την παρέδωσε, ως αναφέρει στην Έκθεσης Απαίτησης, υπό μορφή δανείου και όχι χαριστικώς, με ρητό όρο όπως το οφειλόμενο ποσό επιστραφεί στην Ενάγουσα σε πρώτη ζήτηση. Κατά ή περί τα μέσα του 2008, η Ενάγουσα ζήτησε την καταβολή του οφειλόμενου ποσού από τον Φοίβο Πραστίτη, όμως ο τελευταίος αμέλησε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Μετά τον θάνατο του αδελφού της κάλεσε επίσης τον Εναγόμενο, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό αλλά αυτός παρέλειψε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Για αυτό με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα ζητά από τον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.10.000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Με την υπεράσπιση του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται άγνοια και απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί σύναψης δανείου μεταξύ του αποβιώσαντα πατέρα του και της Ενάγουσας. Λέγει ότι ο πατέρας του ουδέποτε του ανέφερε για ύπαρξη χρέους προς την Ενάγουσα, ούτε περιήλθε στην αντίληψη του οτιδήποτε σχετικό με τέτοια οφειλή. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι ουδέποτε κλήθηκε ή οχλήθηκε για την ισχυριζόμενη οφειλή για την οποία έλαβε γνώση με την παραλαβή της παρούσας αγωγής, 18 μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα του. Όπως είναι γνωστό, στις πλείστες των περιπτώσεων το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει ο Ενάγων, ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί εξαίρεση. Εάν η Ενάγουσα, που φέρει το βάρος απόδειξης, αποτύχει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπόθεση της έχει αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τότε η αγωγή θα απορριφθεί. Έχει κατ' επανάληψη, νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσον η υπόθεση του εκάστοτε Ενάγοντος είναι πιο πιθανή από την υπόθεση του Εναγομένου αλλά η υπόθεση του Ενάγοντος εκτιμάται με σημείο αναφοράς ένα αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας η υπόθεση του να είναι πιο πιθανή παρά όχι. (βλ. Baloise Insurance Co Ltd ν. Xαράλαμπου Kατωμονιάτη και άλλων,

(2008)1 Α.Α.Δ, 1275 Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)σελ. 80-83.) Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το βάρος απόδειξης και η αξιοπιστία των μαρτύρων είναι δύο έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται. Η υποχρέωση του ενάγοντα σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης, γεννιέται εφόσον το δικαστήριο διαπιστώνει καταρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του δικαστηρίου. (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος A.E. v. Χατζηνέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41. Liu Xiaodan ν. Iωάννη Tριφταρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1000 Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015) Εάν η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο τότε αυτή δεν μπορεί μετέπειτα να αξιολογηθεί και να ζυγιστεί ώστε να αποφασιστεί κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει. (βλ. Κades v. Νicolaou a.o.
(1986)1 C.L.R. 212) Επομένως, προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου κ.α. ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Προτού όμως προχωρήσω στην παράθεση της μαρτυρίας και την αξιολόγηση της, καταγράφω αμέσως πιο κάτω κάποιες παραδοχές που προκύπτουν από τα δικόγραφα. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Από την δικογραφία προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα το ότι στις 16.10.2009 ο Φοίβος Πραστίτης απεβίωσε. Η μεν Ενάγουσα ήτο αδελφή του αποβιώσαντος, ο δε Εναγόμενος υιός του. Ο τελευταίος έχει διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Φοίβου Πραστίτη στην Αίτηση διαχείρισης υπ' αρ. 344/10 και ενάγεται από αυτή του την ιδιότητα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε η ίδια η Ενάγουσα, ενώ για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση της συμπεριφοράς τους ενόσω έδιναν μαρτυρία, και γενικά όλων των χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους, χωρίς κάποια ιεράρχηση του ενός στοιχείου έναντι του άλλου. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 Μαρτυρία Ενάγουσας Η Ενάγουσα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά την 8.5.2002 στην Λευκωσία, κατόπιν παράκλησης του αδελφού της Φοίβου Πραστίτη, οπισθογράφησε και υπέγραψε προς όφελος και εις διαταγή του, την επιταγή υπ' αρ. 00356860 της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 8.5.2002 για ποσό εκ Λ.Κ. 10.000, την οποία του παρέδωσε υπό μορφή δανείου και όχι χαριστικώς και αυτός την εξαργύρωσε. Αντίγραφο της εν λόγω επιταγής κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  1. Ο αδελφός της Ενάγουσας ήταν εκδότης ενός περιοδικού που σχετιζόταν με ιπποδρομιακά άλογα, και έφερε την επωνυμία 'ΓΚΑΝΙΑΝ'. Ο Φοίβος Πραστίτης της είχε αναφέρει ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Είχαν συμφωνήσει ότι, το οφειλόμενο ποσό θα καταβάλλετο σε πρώτη ζήτηση. Κατά ή περί τα μέσα του 2008, ζήτησε από τον αδελφό της, την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, αλλά αυτός αμέλησε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και ζητούσε πίστωση χρόνου. Πάντοτε όμως αναγνώριζε ότι όφειλε στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ. 10.000, το οποίο του είχε δανείσει. Σε κάποιο χρονικό σημείο, την διαβεβαίωσε μάλιστα ότι θα έπαιρνε τα χρήματά της από την πώληση του περιοδικού. Μετά τον θάνατο του αδελφού της, κανείς από την διαχείριση, και παρά το ότι γνώριζαν για την οφειλή, δεν κατέβαλαν το οφειλόμενο ποσό. Όταν αντιλήφθηκε ότι το περιοδικό θα πωλείτο χωρίς κανείς να επιστρέψει τα χρήματα, τότε αποφάσισε να κινηθεί νομικά. Αντεξεταζόμενη, η Ενάγουσα ανέφερε ότι δεν έγινε οποιοδήποτε έγγραφο για το δάνειο καθότι υπήρχε εμπιστοσύνη ανάμεσα στην ίδια και τον αδερφό της. Η συμφωνία έγινε στο γραφείο του αποβιώσαντα, όπου ο τελευταίος της είχε αναφέρει ότι χρωστούσε χρήματα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και άλλες φορολογίες και για αυτό ζητούσε τα χρήματα. Ο αδελφός της, την ρώτησε αν θέλει να τηλεφωνήσει σε δικηγόρο πριν το δάνειο και η ίδια απάντησε όχι, δείχνοντας του εμπιστοσύνη. Είχε δανείσει τον αδελφό της άλλη μία φορά, όταν εκείνος ήθελε να βοηθήσει τον γιο του, για να πάει διακοπές με την τότε σύντροφο του. Δεν ήταν όμως σε θέση να πει πότε ακριβώς. Εν πάση περιπτώσει, σε εκείνη την περίπτωση ο αποβιώσας την είχε αποπληρώσει εντός 6 μηνών. Ανέφερε περαιτέρω, ότι δεν συμφώνησε με τον αδελφό της κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, στο οποίο έπρεπε να επιστραφούν τα χρήματα. Είχε πει απλά στον αδελφό της, να της επιστρέψει τα χρήματα σε δυο με τρία χρόνια. Το 2008 η Ενάγουσα βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση διότι απεβίωσε ο σύζυγος της και τότε ζήτησε τα λεφτά από τον Φοίβο Πραστίτη. Όμως ο τελευταίος ζήτησε πίστωση χρόνου. Η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι ως πίστωση χρόνου, ο Φοίβος εννοούσε δύο με τρεις μήνες. Στην συνέχεια όμως έχασαν κάθε επαφή, διότι ζητήθηκε από την Ενάγουσα να υποθηκεύσει το σπίτι της στη Βατυλή, για να πιάσει δάνειο κάποιο μέλος της οικογένειας Πραστίτη, και η Ενάγουσα αρνήθηκε. Παραδέχτηκε ότι δεν έστειλε καμιά επιστολή στον αποβιώσαντα και ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε σε κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας του Φοίβου για το δάνειο. Λίγο καιρό πριν πεθάνει ο αδελφός της, που έπασχε από σοβαρή ασθένεια και έκανε μεταμόσχευση νεφρού, η Ενάγουσα ήταν κοντά του για ώρες και μέρες και ο ίδιος ο Φοίβος Πραστίτης, της ανέφερε ότι αν πάθει κάτι θα πουλήσουν το περιοδικό και θα της δώσουν τα λεφτά. Ο αποβιώσας ανέφερε στην Ενάγουσα ότι η γυναίκα του, η Καίτη, γνώριζε για το χρέος. Η Ενάγουσα ανέφερε περαιτέρω ότι, μετά τον διορισμό του Εναγομένου ως διαχειριστή, δεν κάλεσε αυτοπροσώπως τον τελευταίο να πληρώσει το ποσό των £10.000 αλλά επικοινώνησε μαζί του, μέσω του αδελφού της. Η απάντηση του Εναγομένου ήταν ότι δεν ξέρει τίποτε. Σε ερωτήσεις κατά πόσον παραπονέθηκε τηλεφωνικώς, είτε στην γυναίκα του αδερφού της είτε στην κόρη του, είτε στον διαχειριστή διαφάνηκε ότι οι σχέσεις της Ενάγουσας με την οικογένεια του αδελφού της είχαν διασαλευθεί και δεν είχαν καμία επικοινωνία μεταξύ τους. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την Ενάγουσα να δίνει δια ζώσης τη μαρτυρία της στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά της. Η εν λόγω μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Προσέγγισα την μαρτυρία της με προσοχή γιατί ως Ενάγουσα έχει εξ αντικειμένου προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Αν και κανένας εκ των συνηγόρων των διαδίκων δεν το επεσήμανε, εντούτοις τονίζω ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας θα πρέπει να εξεταστεί και να αξιολογηθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 7 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, εφόσον η αξίωση της στρέφεται κατά περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου. Όπως αναφέρεται στην πρόσφατη απόφαση Γεώργιου Μάρκου, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Χρυσάνθης Μάρκου κ.α. ν. Ταμείου Προνοίας του τακτικού προσωπικού των Εταιρειών Πατισερι Παναγιώτης και Παπαφιλίππου Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A462, Πολιτική Έφεση Αρ. 219/2010, 26/6/2015: «Οι πρόνοιες του άρθρου 7 του Κεφ. 9 επιβάλλουν όπως αξιώσεις κατά της περιουσίας αποβιώσαντος προσεγγίζονται, κατ΄ αρχάς, με καχυποψία και όπως η σχετική μαρτυρία αξιολογείται διεξοδικά ενόψει της αδυναμίας να παρουσιαστεί η μαρτυρία του ίδιου του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλέτη.» Στην παρούσα περίπτωση, δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια της Ενάγουσας για παραποίηση των γεγονότων, ούτε ότι προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι ο Φοίβος Πραστίτης δεν ζει για να αντικρούσει την θέση της. Εξάλλου η ίδια η Ενάγουσα ανέφερε κατά την μαρτυρία της ότι η σύζυγος του Φοίβου Πραστίτη γνώριζε για το ισχυριζόμενο δάνειο. Έδωσε με αυτό τον τρόπο την ευκαιρία στην πλευρά του Εναγομένου, να καλέσει ως μάρτυρα την σύζυγο του Φοίβου Πραστίτη για να αντικρούσει τα λεγόμενα της. Σε κάθε περίπτωση αξιολογώντας το σύνολο της παρουσίας της Ενάγουσας στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Προσθέτω, ανάμεσα στα άλλα, ότι η έκδοση και παράδοση μιας επιταγής και ακολούθως η εξαργύρωση της, μπορεί να μην είναι ικανή σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω (βλ. Νομική Πτυχή), να αποδείξει το κατ' ισχυρισμό δάνειο, αλλά αποτελεί ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο ότι η Ενάγουσα παρέδωσε τα χρήματα στον Φοίβο Πραστίτη. Τούτη η μαρτυρία, θεωρώ, αν και από μόνη της δεν αποδεικνύει την απαίτηση, εντούτοις καταδεικνύει περιστατικό, που καθιστά την απαίτηση της Ενάγουσας εκ των προτέρων πιθανή, ικανοποιώντας έτσι την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 7 του Κεφ.
  2. Εξ άλλου δεν υπεβλήθη στην μάρτυρα ότι η επιταγή δεν δόθηκε στον αποβιώσαντα ή ότι δεν εξαργυρώθηκε. Συν τοις άλλοις, όπως θα διαφανεί στην συνέχεια, δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε από την πλευρά του Εναγομένου ότι, ήταν η Ενάγουσα που χρωστούσε χρήματα στον Φοίβο Πραστίτη, αν και επισημαίνω ότι έγινε προσπάθεια από τον Εναγόμενο, να πείσει ότι λόγω της εμπλοκής του με τα οικονομικά του πατέρα του, θα γνώριζε αν ο τελευταίος χρωστούσε στην Ενάγουσα. Εάν ο Εναγόμενος, όπως ισχυρίζεται, θα γνώριζε αν ο πατέρας του χρωστούσε, με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να γνωρίζει αν η Ενάγουσα χρωστούσε στον πατέρα του. Δεν προώθησε όμως τέτοια θέση. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ήταν σαφής και κατανοητή στα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο. Ήταν καθόλα ήρεμη και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις της. Κάποια συναισθήματα πικρίας έναντι του εναγομένου και της μητέρας του τελευταίου, τα οποία εκδήλωσε δεν μπορούν να πλήξουν την αξιοπιστία της, αλλά ενισχύουν περισσότερο την θέση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να μην κρύψει οτιδήποτε. Εν όψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της και προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα επί των γεγονότων τα οποία ανάφερε. Εξ άλλου όπως θα διαφανεί και πιο κάτω η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Μαρτυρία Εναγομένου Μετά το πέρας της μαρτυρίας της υπόθεσης της Ενάγουσας, κατέθεσε για την υπεράσπιση ο ίδιος ο Εναγόμενος, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι είναι γιος του αποβιώσαντος Φοίβου Πραστίτη και διαχειριστής της περιουσίας του. Είναι τραπεζικός στο επάγγελμα και εργάζεται από το 1998 σε τραπεζικά ιδρύματα. Είχε καλή σχέση με τον πατέρα του. Σε πολλές περιπτώσεις ο αποβιώσας, ζητούσε τη δική του γνώμη για τραπεζικού και οικονομικού είδους θέματα. Δεν είχε αντιληφθεί να υπάρχει κάποιο έντονο οικονομικό πρόβλημα κατά την περίοδο
  3. Ούτε γνωρίζει αν ο πατέρας του είχε προβλήματα με τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Σε κανένα στάδιο από το 2002 και εντεύθεν δεν περιήλθε στη γνώση του ότι ο πατέρας του χρωστούσε λεφτά στην Ενάγουσα. Ούτε η μητέρα του γνώριζε οτιδήποτε, όπως η ίδια του ανέφερε όταν την ρώτησε. Όταν πέθανε ο πατέρας του και μπήκε διαχειριστής δεν οχλήθηκε από κανένα, είτε προφορικά είτε γραπτώς, πριν να παραλάβει την Αγωγή. Κατά την σύντομη αντεξέταση του μάρτυρα, αυτός ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν ο πατέρας του όφειλε λεφτά στην αδελφή του. Η μαρτυρία του Εναγομένου δεν ήταν βοηθητική για το Δικαστήριο όσον αφορά τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η μαρτυρία του σε πολλά σημεία παρουσίαζε κενά που οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι δεν ήταν γνώστης των περιστατικών που αφορούν το επίδικο δάνειο. Συνεπώς η βοήθεια του προς το Δικαστήριο ήταν περιορισμένη και δεν αντίκρουσε σε καμία περίπτωση, με θετικό τρόπο, τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Η προσπάθεια του να καταδείξει με έμμεσο τρόπο, ότι λόγω του επαγγέλματος του, ο πατέρας του θα τον είχε ενημερώσει σχετικά με το ισχυριζόμενο δάνειο, αποτελούν εικασίες και υποθέσεις του ίδιου του μάρτυρα και δεν βασίζονται επί πραγματικού υποβάθρου. Προσθέτω ότι αν, όντως ευσταθούσε η θέση του, ότι ο πατέρας του τον ενημέρωνε για τα οικονομικά του ζητήματα, θα ήταν σε θέση να εξηγήσει την λήψη της επιταγής από την Ενάγουσα και την εξαργύρωση της από τον πατέρα του, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, ήταν σαφής η θέση του ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν πράγματι ο πατέρας του όφειλε χρήματα στην Ενάγουσα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η βάση της αγωγής είναι η συμφωνία δανείου. Ξεκινώ με το δεδομένο ότι η έκδοση και παράδοση μιας επιταγής από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο, δεν αποδεικνύει από μόνη της ύπαρξη συμφωνίας δανείου. Στην υπόθεση Kades v. Nicolaou & Αnother,
(1986)1 C.L.R. 212 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Conceivably, the Court laboured under a misapprehension as to the burden of proof, treating the issue of the cheque as of itself supporting a claim for a loan. This is not so. As counsel for the appellant pointed out by reference to the caselaw summarized in Bullen & Leak, (Precedents of Pleadings,25th ed.p.675;see, also, Chitty on Contract,22nd ed.p.423) the advance of money, in cash or by cheque, is not of itself proof of loan. Certainly this is not a fact that may be presumed in face of allegations, as those made in this case, that the money was given for a purpose inconsistent with the existence of a loan» Σε μετάφραση: «Όπως φαίνεται, το Δικαστήριο ενήργησε με βάση λανθασμένη εντύπωση όσον αφορά το βάρος απόδειξης, θεωρώντας την έκδοση της επιταγής ως υποστηρίζουσα από μόνη της την απαίτηση για δάνειο. Τα πράγματα δεν έχουν έτσι. Όπως ο συνήγορος του εφεσείοντα υπέδειξε με αναφορά στη νομολογία που συνοψίζεται στο Bullen & Leake (Precedents of Pleadings, 25th ed.p.675; δέστε επίσης Chitty on Contract, 22nd ed.p.423) η πληρωμή χρημάτων, τοις μετρητοίς ή με επιταγή, δεν αποδεικνύει από μόνη της δάνειο. Σίγουρα τούτο δεν είναι γεγονός που μπορεί να υποτεθεί εν όψει ισχυρισμών, όπως εκείνοι που έγιναν στην υπόθεση αυτή, ότι τα χρήματα δόθηκαν για σκοπό που δεν συνάδει με την ύπαρξη δανείου». Στην υπόθεση Slopodan Miorage v. Radivojenik
(1998)1 (B) A.A.Δ. σελ. 1162 με αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα από την Kades (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι ακόμα και το γεγονός της κατάθεσης ενός ποσού στο λογαριασμό της εναγόμενης δεν αποδείκνυε από μόνο του δάνειο. Ο ενάγων είχε την υποχρέωση να αποδείξει ότι τα χρήματα δόθηκαν πράγματι ως δάνειο. Σε σχέση με το τι αποτελεί συμφωνία δανείου αναφέρονται τα εξής στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, (τόμος 2), 27η έκδοση
(1994), παράγραφος 36-202 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «A contract of loan of money is a contract whereby one person lends or agrees to lend a sum of money to another, in consideration of a promise express or implied to repay that sum on demand, or at a fixed or determinable future time, or conditionally upon an event which is bound to happen, with or without interest». Σε ελεύθερη μετάφραση «Η σύμβαση δανείου χρημάτων αποτελεί σύμβαση στην οποία ένα πρόσωπο συμφωνεί να δανείσει ένα ποσό χρημάτων σε άλλο, με αντάλλαγμα υπόσχεση ρητή η εξυπακουόμενη για αποπληρωμή του ποσού αυτού σε πρώτη ζήτηση, ή σε καθορισμένο ή προσδιοριστέο μέλλοντα χρόνο, ή υπό την προϋπόθεση συμβάντος που πρόκειται οπωσδήποτε να συμβεί, με ή χωρίς επιτόκιο» Για στοιχειοθέτηση του δανεισμού οι ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν την ύπαρξη συναφούς συμφωνίας ή έστω ότι η πληρωμή έγινε μετά από παράκληση του Εναγομένου ή με εξουσιοδότηση του. Η αυτόβουλη καταβολή του ποσού χωρίς την ύπαρξη αυτών των προϋποθέσεων δεν θεωρείται επαρκής (βλ. Bullen & Leake & Jacob´s, σελ. 666,669, Exall v- Partridge
(1779)(1775-1802) All E.R. 341, Leigh v. Dickenson
(1883)15 Q.B.D.60). Εν όψει των πιο πάνω συνάγεται αβίαστα ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών και της απαίτησης της Ενάγουσας στην υπό κρίση υπόθεση βαραίνει την ίδια. Το επίπεδο του βάρους απόδειξης της απαίτησης, όπως ήδη λέχθηκε, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η συμφωνία δεν είναι απαραίτητο να είναι γραπτή ως ήταν ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles 27η έκδοση, παραγρ.12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Στην παρούσα περίπτωση, με βάση την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Ενάγουσας, καταλήγω ότι η τελευταία, στις 8.5.2002 συμφώνησε με τον Φοίβο Πραστίτη όπως του δανείσει το ποσό των Λ.Κ.10.000 επιστρεπτέο σε πρώτη ζήτηση. Το ποσό δόθηκε με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου υπ' αρ. 00356860 ημερομηνίας 8.5.2002 την οποία ο Φοίβος Πραστίτης εξαργύρωσε. Εν όψει των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση της εναντίον του Εναγομένου. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €17.086,01 (δυνάμει ισοτιμίας Λ.Κ. με ευρώ, ήτοι 1 ευρώ αντιστοιχεί σε 0,585274 Λ.Κ.) πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου τα έξοδα της αγωγής. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.