Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Ελευθέριος Χιλιαδάκης, Αρ. Αγωγής: 6842/14, 24/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A566 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6842/14 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγουσας και Ελευθέριος Χιλιαδάκης Εναγομένου Αίτηση ημερ. 1.6.16 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2016 Για ενάγουσα- αιτήτρια: κα Μάρλεν Τριανταφυλλίδου Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κος Μάριος Παναγίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου εναντίον του εναγομένου που είναι μόνιμος κάτοικος και υπήκοος Ελλάδας, ανέρχεται στο ποσόν των €170.000,00 δυνάμει διοικητικού προστίμου που του επιβλήθηκε στις 28.4.14 ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων παραβάσεων του Νόμου 190(Ι)/2007. Οι κατ' ισχυρισμό παραβάσεις διαπράχθηκαν τον Ιούνιο και Δεκέμβριο του 2010, χρόνο κατά τον οποίο ο εναγόμενος ήταν εκτελεστικός πρόεδρος της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης στις 24.11.15 με την οποία ο εναγόμενος - αιτητής ζητούσε την ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου στο εξωτερικό και διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται η αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων καθώς και ακύρωση των διαταγμάτων σφράγισης και επίδοσης της αγωγής στο εξωτερικό. Η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, για λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 30.3.2016. Ακολούθως η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 Θ.1. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Εύας Ιωάννου, η οποία είναι προϊσταμένη του νομικού τμήματος των εναγόντων και έχει όπως αναφέρει, προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Επιπλέον, έχει την γενική εποπτεία των μέτρων που λαμβάνονται για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών προς την ενάγουσα. Στην συνέχεια και αφού γίνεται αναφορά στην σχετική νομοθεσία, η ομνύουσα επισυνάπτει ως τεκμήριο 1, το πρακτικό συνεδρίας της ενάγουσας ημ. 28.4.14, στην οποία επιβλήθηκαν οι επίδικες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις στον εναγόμενο. Επισυνάπτεται επίσης επιστολή προς τον εναγόμενο με την οποία πληροφορείται για την επιβολή των διοικητικών προστίμων (τεκμ.2) και σχετικό τιμολόγιο (τεκμ.3). Αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει την προσφυγή με αρ.1132/14 με την οποία ζητά την ακύρωση των διοικητικών προστίμων που του έχουν επιβληθεί. Παρά ταύτα δεν έχει εκδοθεί κανένα διάταγμα αναστολής είσπραξης των διοικητικών προστίμων με αποτέλεσμα οι αιτητές να δύναται να προχωρήσουν σε δικαστικές διαδικασίες είσπραξης τους. Ήταν τέλος η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή και το σημείωμα εμφάνισης που καταχώρησε αποσκοπεί μόνο στην πρόκληση καθυστέρησης της διαδικασίας. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στους λόγους ένστασης αναφέρει ότι η αγωγή είναι πρόωρη και καταχρηστική αφού ακόμη εκκρεμεί η προσφυγή για ακύρωση της διοικητικής πράξης για επιβολή των επίδικων διοικητικών προστίμων. Επιπλέον η αίτηση είναι κακόπιστη αφού αποσκοπεί στην εξουδετέρωση της έφεσης που καταχώρησε ο εναγόμενος εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα για ακύρωση του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Περαιτέρω αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η ομνύουσα δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και στην ένορκη δήλωση δεν επιβεβαιώνεται η ισχυριζόμενη αιτία αγωγής. Επίσης, ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Συγκεκριμένα η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται δυνάμει του Νόμου να αξιώνει την συγκεκριμένη θεραπεία και εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιείται να επικαλείται διάπραξη αστικών αδικημάτων αφού δεν έχει υποστεί οιανδήποτε ζημιά. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων του εναγομένου. Σε αυτή επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι τα γεγονότα της παρούσας είναι τέτοια που θα πρέπει να δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί στην αγωγή. Αγορεύσεις Η συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση της, έκαμε αναφορά στην Δ.18 που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ήταν η θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση ικανοποιούνται όλες οι προδικαστικές προϋποθέσεις για εξέταση του αιτήματος. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση καταχωρήθηκε χωρίς καμία καθυστέρηση μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε αυτήν, παρατίθεται λεπτομερώς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υπόθεσης, επαληθεύεται το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας και αναφέρεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση αλλά καταχώρησε το σημείωμα εμφάνισης προκειμένου να καθυστερήσει την διαδικασία. Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στους λόγους ένστασης αλλά και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση ούτε επαρκή γεγονότα ώστε να δοθεί άδεια υπεράσπισης στον εναγόμενο. Η αναφορά σε πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα που πρέπει να εκδικαστούν σε κανονική Δίκη, παρέμεινε αόριστη αφού δεν εξειδικεύτηκαν λεπτομέρειες αυτών των ισχυρισμών. Ήταν ακόμη η θέση της συνηγόρου ότι οι προβαλλόμενοι ως υπεράσπιση ισχυρισμοί αναφορικά με την νομιμότητα επιβολής του επίδικου προστίμου δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Πρόκειται όπως είπε για εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η νομιμότητα των οποίων θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια προσφυγής σε διοικητικό Δικαστήριο. Είναι εμφανές κατά την συνήγορο ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει αποσείσει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Όσον αφορά την θέση για πρόωρη αγωγή λόγω της εκκρεμοδικίας στην προσφυγή που καταχώρησε ο αιτητής, η συνήγορος ανέφερε παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ότι σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία δεν υπάρχει αυτόματη αναστολή της πληρωμής διοικητικού προστίμου σε περίπτωση καταχώρησης προσφυγής. Ούτε επιβάλλεται οποιοσδήποτε περιορισμός στην εξουσία που παρέχει ο Νόμος στην αιτήτρια να διεκδικήσει δικαστικώς την είσπραξη του προστίμου ως αστικό χρέος. Ο συνήγορος του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση στην δική του αγόρευση, έκαμε αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Στην συνέχεια και με παραπομπή στην νομολογία που ερμηνεύει την Δ.18, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι εφόσον η προσφυγή εναντίον που διοικητικού προστίμου εξακολουθεί να εκκρεμεί, η είσπραξη του ως αστικό χρέος δεν έχει καταστεί απαιτητή. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι όντως δεν τίθεται ζήτημα αυτόματης αναστολής με την καταχώρηση της προσφυγής. Εντούτοις σύμφωνα με την νομολογία, η αγωγή εκκρεμούσης της προσφυγής θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρόωρη και καταχρηστική και θα ήταν πιο ορθό, η ενάγουσα να αναμένει το αποτέλεσμα της προσφυγής πριν να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Ο συνήγορος ανέφερε στην συνέχεια ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προδικαστικές προϋποθέσεις για εξέταση του αιτήματος. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η θέση της ενόρκως δηλούσας ως προϊσταμένης του νομικού τμήματος της ενάγουσας δεν της προσδίδει προσωπική γνώση ούτε και της επιτρέπει να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το γεγονός ότι αντλεί γνώση από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της δεν είναι αρκετό με δεδομένο ότι τα έγγραφα αυτά δεν έχουν συνταχθεί από την ίδια. Επιπλέον η ενόρκως δηλούσα δεν νομιμοποιείται να εκπροσωπεί την ενάγουσα αφού σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Κεφαλαιαγοράς Νόμου 73(Ι)/2009, την Επιτροπή εκπροσωπεί δικαστικά ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της. Επιπλέον δεν επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής της ενάγουσας, αφού γένεται αναφορά σε αστικό χρέος ενώ σε προηγούμενη ενδιάμεση αίτηση λέχθηκε ότι η αγωγή στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό διάπραξη διαφόρων αστικών αδικημάτων. Σε τέτοια όμως περίπτωση, προϋποτίθεται εξ' ορισμού η ύπαρξη αδικοπραγήσαντα και ζημιωθέντα. Όμως στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν έχει υποστεί ζημιά και η αγωγή εγείρεται όχι για αποζημιώσεις αλλά για διεκδίκηση διοικητικού προστίμου. Η διεκδίκηση όμως αυτού του προστίμου, παραβιάζει κατά τον συνήγορο τα άρθρα 165-167 του Συντάγματος. Ο συνήγορος ανέφερε στην συνέχεια ότι εγείρονται στην παρούσα περίπτωση σοβαρά πραγματικά και νομικά ζητήματα που πρέπει να ακουστούν και αποφασιστούν μετά από ακροαματική διαδικασία. Επιπλέον, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης δεν θα υπάρξει καμία καθυστέρηση της εκδίκαση της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο εναγόμενος θα αποστερηθεί του δικαιώματος να παρουσιάσει την υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως ακολούθως: "1 - (
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Από την διατύπωση της Δ.18 Θ1 (α) προκύπτει ότι: 1. Ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. Πρέπει επίσης να συνοδεύει την αίτηση του από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. 2. Στην ένορκη δήλωση του, ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην Αγωγή. (βλ. Σταυρινίδης ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S. [1972] 1 AAΔ 130). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο, την δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. (Βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ [1997] 1 Α.Α.Δ. 782). 3. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. H συνοπτική απόφαση (summary judgement) θα πρέπει να εκδίδεται με πολύ φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπιστεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (βλ. Annual Practice
(1958)σελ. 243). Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Η ιδιαίτερη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: " Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 AAΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Για τους πιο πάνω λόγους, η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Σχετική είναι η απόφαση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, στην οποία παρατέθηκε στην σελ.789, το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Simon and Co v. Palmers Store
(1912)1 ΚΒ 259, 266: "Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial such as procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the order" Σχετική είναι επίσης η απόφαση Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή, το οποίο υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Ανδρονίκου κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ 977: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης συνοπτικής απόφασης πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.39 Θ.2, αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών σε αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά (βλ. Stavrinides - ανωτέρω- σελ. 166 - 167). Επίσης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς να είναι στην κατοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική. Βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (Βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 1168). Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εναγόμενο να αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial
(1982)1 CLR 897). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο στην διαδικασία συνοπτικής απόφασης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. ( Βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ 817). Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 Α.Α.Δ 418, 423, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή." Η αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσόν, πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση. (Annual Practice
(1958)σελ. 264, παρ. "Question of fact"). Συμπεράσματα Σε σχέση με τις προδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α), κρίνω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από τους ενάγοντες. Έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος κατέθεσε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Πρόκειται για πρόσωπο που είναι στην υπηρεσία των εναγόντων ως προϊσταμένη του νομικού τμήματος και έχει την γενική εποπτεία των μέτρων που λαμβάνονται για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών προς την ενάγουσα. Λόγω της πιο πάνω θέσης και καθηκόντων της αλλά και των εγγράφων που κατέχει, κρίνω ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα που συνιστούν την απαίτηση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση και μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά (βλ. Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ 223 όπου η ίδια ομνύουσα κρίθηκε ικανή λόγω της θέσης της να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα). Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αίτησης, επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής με την επισύναψη του πρακτικού συνεδρίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημ.28.4.2014 στην οποία επιβλήθηκαν οι επίδικες χρηματικές κυρώσεις (τεκμ.1). Επισυνάπτεται επίσης επιστολή προς τον εναγόμενο (τεκμ.2) και σχετικό τιμολόγιο (τεκμ. 3) με τα οποία ενημερώνεται για την επιβολή του προστίμου. Τέλος, δηλώνεται στην ένορκη δήλωση από την ομνύουσα ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ενόψει των πιο πάνω, το βάρος απόδειξης έχει μετακινηθεί στους ώμους του εναγομένου ώστε να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Ο εναγόμενος προβάλει ως υπεράσπιση, διάφορους ισχυρισμούς ως προς την νομιμότητα επιβολής των επίδικων τελών. Οι ενάγουσα αντιτείνει ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφασίσει τα ζητήματα αυτά που άπτονται της νομιμότητας επιβολής των υπό κρίση χρηματικών προστίμων. Αυτό γιατί η επιβολή χρηματικού προστίμου, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη που θα μπορούσε να αμφισβητηθεί μόνο με την καταχώρηση διοικητικής προσφυγής. Η πιο πάνω θέση της ενάγουσας είναι ορθή. Είναι σαφής νομολογιακή αρχή ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει την νομιμότητα και εγκυρότητα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθορίζει ότι η αναθεωρητική δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Λανίτης Λτδ κ.α ν Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ 225,231). Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Συμβ. Εγγρ. Αρχιτεκτόνων & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)3 Α.Α.Δ 453, 458, όπου τονίστηκε ότι οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Στην υπόθεση Takis P. Makrides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα Της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο, το ανεπίτρεπτο της αναθεώρησης εκτελεστών διοικητικών πράξεων από πολιτικό Δικαστήριο. Λέχθηκε επιπλέον ότι το άρθρο 146.1 του Συντάγματος, αποκλείει την εξέταση άμεσα, έμμεσα, ή παρεμπιπτόντως από πολιτικό Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοση της. Για να κριθεί κατά πόσον μια πράξη εμπίπτει στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου, εξετάζεται πρώτιστα ο χαρακτήρας την πράξης. Εξετάζεται επίσης ο χαρακτήρας του οργάνου που πήρε την υπό κρίση απόφαση αλλά και οι γενικότερες περιστάσεις λήψης της απόφασης. Όμως, είναι δυνατό σύμφωνα με την νομολογία, το ίδιο όργανο να ενεργεί είτε στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου, είτε εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Είναι γι' αυτό που η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, συνιστά τον πιο σημαντικό παράγοντα στην εξέταση, κατά πόσον μια συγκεκριμένη απόφαση συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η απόφαση Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1Α Α.Α.Δ.
- Λέχθηκε από το Εφετείο ότι η διαχείριση των λιμένων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί της Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου του 1973 (Ν. 38/73)και των δυνάμει τούτου κανονισμών, αποτελεί τομέα ζωτικής σημασίας μεταξύ άλλων, για τα οικονομικά πράγματα του τόπου. Είναι επομένως, βέβαιο ότι το κοινό διατηρεί ειδικό ενδιαφέρον για τη σωστή εφαρμογή των συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων. Αυτό το ενδιαφέρον αποτελεί έγκυρο λόγο για την ταξινόμηση της επίδικης πράξης της Αρχής Λιμένων, στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Στην παρούσα περίπτωση, ο Περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμος 73(Ι)/2009 καθορίζει στο άρθρο 5 ότι η Επιτροπή έχει μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα της εποπτείας της κεφαλαιαγοράς και της χρηματιστηριακής αγοράς και είναι επίσης υπεύθυνη για την προστασία των επενδυτών και την παρακολούθηση των συναλλαγών που γίνονται στην Δημοκρατία. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τελεί υπό την εποπτεία του κράτους και διοικείται από Συμβούλιο, το οποίο διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από σύσταση του Υπουργού Οικονομικών. Όσον αφορά τις επίδικες πράξεις της Επιτροπής με τις οποίες επιβλήθηκαν τα υπό κρίση πρόστιμα, αυτές στηρίζονται στα άρθρα 25.1 (στ) και 37 του Νόμου 73(Ι)/
- Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι διατάξεις για την εν γένει λειτουργία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, είναι ζωτικής σημασίας για τα οικονομικά πράγματα του τόπου. Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι το κοινό διατηρεί ειδικό ενδιαφέρον για τη ορθή εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων. Αυτό το ενδιαφέρον, αποτελεί επαρκή λόγο για την ταξινόμηση των επίδικων πράξεων στο πεδίο του δημοσίου δικαίου (βλ. κατ' αναλογία τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Shoham (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Πέραν τούτου, ο ίδιος ο νομοθέτης κατατάσσει τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για επιβολή διοικητικού προστίμου στην σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου. Στο άρθρο 38.7 του Νόμου 73(Ι)/2009, ορίζεται ρητά ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου υπόκεινται στο ένδικο μέσο της προσφυγής. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι επίδικες αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, την νομιμότητα των οποίων δεν μπορεί να κρίνει το παρόν Δικαστήριο. Η πιο πάνω διαπίστωση είναι σύμφωνη και με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σειρά υποθέσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε διοικητικών προσφυγών που καταχωρήθηκαν εναντίον αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για επιβολή διοικητικού προστίμου χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν συνιστούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρονίκου ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(2010)3 Α.Α.Δ. 469. Επιπλέον, στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2009)4 Α.Α.Δ. 938 λέχθηκε ότι η δια Νόμου παροχή εξουσίας σε διοικητικό όργανο να επιβάλλει πρόστιμο ως διοικητικό πειθαρχικό μέτρο, δεν είναι αντισυνταγματική. Το γεγονός ότι η επίδικη επιβολή προστίμου είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, είναι παραδεκτό και από τον εναγόμενο. Δεν έχει εξ' άλλου αμφισβητηθεί ότι κατεχώρησε προσφυγή εναντίον της επιβολής του επίδικου διοικητικού προστίμου. Αυτό που ισχυρίζεται ο συνήγορος του εναγομένου, είναι ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και καταχρηστική αφού ακόμη δεν έχει εκδικαστεί η πιο πάνω προσφυγή ώστε να κριθεί η νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του προστίμου. Ο συνήγορος επικαλέστηκε την απόφαση Sigma Radio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ 140 στην οποία λέχθηκαν υπό την μορφή σχολίου (obiter) τα πιο κάτω: «. είναι λογικό και φρόνιμο να μην καταχωρείται αγωγή για την είσπραξη προστίμου ως αστικού χρέους πριν είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώρηση προσφυγής, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο.» Στο πιο πάνω σχόλιο αναφέρεται η μεταγενέστερη υπόθεση Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1Β Α.Α.Δ 1079, διευκρινίζοντας ότι δεν αποτελεί μέρος του λόγου της απόφασης αλλά συνιστά εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter). Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το ισχύον δίκαιο επί του θέματος είναι ότι η καταχώρηση διοικητικής προσφυγής δεν αναστέλλει αυτόματα την διοικητική πράξη επιβολής του προστίμου. Η εκτελεστή διοικητική πράξη εκτός εάν εξασφαλισθεί διάταγμα αναστολής της, είναι σε πλήρη ισχύ και μπορεί να εισπραχθεί ως αστικό χρέος. Σχετική είναι και η απόφαση Marketrends (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι η ρητή αναφορά στον Νόμο σε δικαίωμα προσφυγής δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι ισοδυναμεί με αναστολή είσπραξης του προστίμου ως αστικού χρέους, όταν έχει καταχωρηθεί προσφυγή. Εάν τέτοια ήταν η πρόθεση του νομοθέτη, τούτο θα έπρεπε να αναφερόταν ρητά, με πρόνοια αναστολής είσπραξης του προστίμου. Υποστηρίχθηκε επίσης από τον εναγόμενο ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη επειδή επιδιώκει την εξουδετέρωση της έφεσης εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτημα για απόρριψη της αγωγής και ακύρωση της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Όμως ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Ο εναγόμενος είναι ελεύθερος να προχωρήσει την έφεση του, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω, δεν υπήρξε καμία επιχειρηματολογία για το πώς θα επηρεαστεί η πιο πάνω έφεση του εναγομένου από την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να αποφανθεί για την νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του προστίμου σε συνδυασμό με την απόρριψη των θέσεων του εναγομένου για κακοπιστία και κατάχρηση της διαδικασίας από την ενάγουσα, συνηγορεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Τελική κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση, δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η ενάγουσα έχει αποδείξει τις προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος, ο δε εναγόμενος δεν έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση και απέτυχε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Εκδίδεται ως εκ τούτου απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου ως η παράγραφος 7 Α+Β της έκθεσης απαίτησης. Ο εναγόμενος να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας αγωγής ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο