← Κύπρος

Κώστας Σωκράτους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγ. 2918/2010, 19/10/2016

Κώστας Σωκράτους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγ. 2918/2010, 19/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A561 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 2918/2010 Μεταξύ:

  1. Κώστας Σωκράτους
  2. Ελένη Σωκράτους Εναγόντων Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Νικολάου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Θ. Μαυρομουστάκη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 31.3.2010 γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, εναντίον του Εναγομένου, με το οποίο ζητούν γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παραβίαση καθήκοντος και/ή για παραβίαση δικαιωμάτων των Εναγόντων, αναφορικά με την διερεύνηση της εξαφάνισης του Χρίστου Σωκράτους, αδελφού των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Έκθεση Απαίτησης στις 2.2.
  3. Με αυτή, επικαλούνται πλημμελείς πράξεις ή και παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνιστάμενες εις το ότι δεν διερεύνησαν δεόντως ή και καθόλου τις συνθήκες εξαφάνισης του Χρίστου Σωκράτους. Όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, κατά ή περί την 4.2.1964, Τουρκοκύπριοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, μεταξύ Κόσιης και Λουρουτζιήνας, απήγαγαν δια ενόπλου βίας τον αδελφό των Εναγόντων, και έκτοτε η τύχη του αγνοείται. Οι Ενάγοντες κατήγγειλαν την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές και επανειλημμένα ζήτησαν την σύλληψη των υπόπτων και προσαγωγή τους ενώπιον της δικαιοσύνης. Είναι η θέση τους ότι, οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας αμέλησαν και/ή παρέλειψαν την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος και τη προσαγωγή των υπόπτων, παρά το ότι οι ύποπτοι πηγαινοέρχονται στις ελεύθερες περιοχές. Στην Έκθεση Απαίτησης εγείρεται μεταξύ άλλων και παραβίαση των άρθρων 7,8,9,11,13,15,30,35 του Συντάγματος και των άρθρων 1,2,3,4,5,6,8,13 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και του άρθρου 2 του 4ου Πρωτοκόλλου και άρθρου 1 του 12ου Πρωτοκόλλου αυτής. Ο Εναγόμενος καταχώρισε την Υπεράσπιση του στις 19.9.2011 και οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 23.9.
  4. Η ως άνω αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες στις 18.12.2012 και ακολούθως σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Η ΑΙΤΗΣΗ Ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 16.12.2015, καταχωρήθηκε στο μεσοδιάστημα η υπό κρίση Αίτηση. Με αυτή, οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως δια της προσθήκης νέας υποπαραγράφου, στην οποία να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες αμέλειας που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικό δικόγραφο. Ειδικότερα, συνοψίζοντας τα όσα αναφέρονται στην προτεινόμενη νέα παράγραφο, οι Ενάγοντες επιθυμούν να αναφέρουν στο Δικαστήριο ότι, οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν διερεύνησαν επαρκώς τις συνθήκες απαγωγής και εξαφάνισης του αγνοουμένου συγγενή τους, και παρά το ότι οι ύποπτοι Τουρκοκύπριοι απαγωγείς διέρχοντο στις ελεύθερες περιοχές, ουδέποτε τους συνέλαβαν. Περαιτέρω, παρέλειψαν να διερευνήσουν δεόντως, τις κατά καιρούς παρουσιασθείσες μαρτυρίες και δεν ελάμβαναν δεόντως υπόψη τις συνεχείς εκκλήσεις των Εναγόντων, προς διερεύνηση της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, δεν συνεργάστηκαν με αρχές άλλων κρατών και παρέλειψαν να παραδώσουν ή παρέδωσαν πλημμελώς και καθυστερημένα στους Ενάγοντες τους φακέλους που αφορούσαν τον αγνοούμενο συγγενή τους. Τέλος, ενώ επεδίωξαν και πέτυχαν την παραχώρηση στρατιωτικών περιοχών από τις κατοχικές αρχές δια την διερεύνηση οστών D.N.A., δεν επεδίωξαν την παραχώρηση της στρατιωτικής περιοχής εντός της οποίας ενδέχεται να υπάρχουν στοιχεία αναφορικά με την απαγωγή του αγνοούμενου συγγενή των Εναγόντων. Στην ίδια υποπαράγραφο, οι Ενάγοντες επιθυμούν να προσθέσουν ότι η Δημοκρατία για πολιτικής φύσεως λόγους δεν αποζημίωσε δεόντως τους Ενάγοντες, σε αντίθεση με την Ελληνική Δημοκρατία, η οποία αποζημίωσε πολίτες θύματα της Τουρκικής Εισβολής του
  5. (Θεραπεία υπό στοιχείο Α). Με την ίδια Αίτηση, οι Ενάγοντες - Αιτητές, θέλουν επίσης να προσθέσουν την παράγραφο 5Α, για να εισάγουν ισχυρισμούς ότι έτυχαν δυσμενούς διάκρισης κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Είναι ειδικότερα η θέση τους ότι, ενώ η Δημοκρατία προέβη στην επικήρυξη Τουρκοκυπρίων ή και άλλων προσώπων, που διέπραξαν ή/και κατηγορούνται ότι διέπραξαν αδικήματα σε βάρος διαφόρων Ελληνοκυπρίων, και κατοικούν στις κατεχόμενες περιοχές, και παρά το ότι συνέλαβαν και καταδίκασαν άλλους Τουρκοκυπρίους ή/και άλλα πρόσωπα που διέπραξαν ή κατηγορούνται ότι διέπραξαν αδικήματα, εντούτοις δεν εξέδωσαν εντάλματα σύλληψης ή/και δεν προέβησαν στις δέουσες ενέργειες αναφορικά με τους Τουρκοκύπριους υπόπτους απαγωγείς. (Θεραπεία υπό στοιχείο Β) Τέλος, οι Ενάγοντες - Αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν την παράγραφο 5Β, η οποία περιλαμβάνει ισχυρισμούς περί ηθελημένης παρεμπόδισης των Εναγόντων, από τον Εναγόμενο, σε σχέση με την διερεύνηση των διαπραχθέντων αδικημάτων. Παρατίθενται δε, σχετικές λεπτομέρειες και ειδικότερα ότι οι αρχές της Δημοκρατίας, εσκεμμένα ή και για πολιτικούς λόγους, αρνούνταν να τους αποκαλύψουν ή και να τους παραδώσουν τους σχετικούς φακέλους ή και ποινικές ανακρίσεις ή και να διακριβώσουν στοιχεία προερχόμενα από σχετικές εκταφές της Δ.Ε.Α. (Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων). Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εσκεμμένα οι αρμόδιες αρχές τους παραπληροφορούσαν, αναφέροντας τους αφενός, ότι ο αγνοούμενος συγγενής τους είναι νεκρός και αφετέρου, αναφέροντας τους ή και αποδεικνύετο στη βάση σχετικών στοιχείων ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθούσε. (Θεραπεία υπό στοιχείο Γ) Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, Δ.
  6. Θ.Θ. 1 έως 6 και Δ.48 Θ.Θ.1,2

(1)
(3)3,4,5,6,7,9, στο Σύνταγμα, στα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ελένης Σωκράτους, Ενάγουσας 2, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη υπό του Ενάγοντος 1. Η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι κατά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως, λόγω καλόπιστου λάθους ή παράλειψης των δικηγόρων τους, δεν αναφέρθηκαν εκτενώς οι λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγομένου. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρχε μεγάλος όγκος εγγράφων που δικαιολογούσαν ή και καταδεικνύουν την αμέλεια του Εναγομένου, αρκετά από τα οποία δεν δόθηκαν στους δικηγόρους παρά μόνο αφότου καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης. Κάποια από αυτά μάλιστα, δόθηκαν πολύ πρόσφατα. Για αποφυγή καθυστέρησης, οι δικηγόροι των εναγόντων καλόπιστα καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης ως είχε. Είναι η θέση της ομνύουσας, ότι η τροποποίηση ζητείται άμεσα και εντός λογικού χρόνου από την ημέρα που έγινε αντιληπτή η ανάγκη δικογράφησης των λεπτομερειών αμέλειας. Ισχυρίζεται ότι δεν αδικείται καθόλου ο Εναγόμενος καθότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει και είναι ήδη εν γνώσει του οι σχετικοί ισχυρισμοί. Πρόσθετα, η ομνύουσα αναφέρει ότι μόλις πρόσφατα ανοίχτηκε σειρά στρατιωτικών περιοχών από τους Τούρκους για εκταφές και διενέργεια ελέγχων DNA από τη Δ.Ε.Α. Είναι επομένως η θέση των Εναγόντων ότι, αμελώς δεν επιδιώχθηκε η παραχώρηση της στρατιωτικής περιοχής Λουρουτζίνα, όπου ενδέχεται να υπάρχουν στοιχεία αναφορικά με τον αδελφό τους. Καθ' όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αναφέρει ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε επίσης πρόσφατα και για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν ήδη πιο πάνω. Καλόπιστα και εκ παραδρομής, στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαιτήσεως, οι δικηγόροι τους δεν είχαν περιλάβει κατά την καταχώρηση της έκθεσης απαιτήσεως το άρθρο 28 του Συντάγματος. Επιπρόσθετα, πολλά από τα σχετικά έγγραφα και μαρτυρίες καθυστέρησαν να τα δώσουν στους δικηγόρους τους. Επίσης, ακόμα και σήμερα, εκτελούνται εντάλματα σύλληψης και καταδικάζονται διάφοροι Τουρκοκύπριοι που διέπραξαν διάφορα αδικήματα. Σχετικά με την επιζητούμενη τροποποίηση που αφορά την ηθελημένη παρεμπόδιση των Εναγόντων προς διερεύνηση των εις βάρος των συγγενών τους διαπραχθέντων αδικημάτων, η ομνύουσα επαναλαμβάνει όσα ανέφερε και σε σχέση με τις άλλες αιτούμενες τροποποιήσεις. Προσθέτει ότι υπάρχει μαρτυρία, δια της οποίας διαφαίνεται ότι η Δημοκρατία, για πολιτικούς λόγους, δεν διερεύνησε την υπόθεση και τους παρεμπόδισε, καθυστερώντας, μεταξύ άλλων, να παραδώσει τα σχετικά έγγραφα με αποτέλεσμα, να μην είναι σε θέση να ζητούν ή και να πετύχουν τη διερεύνηση της εξαφάνισης επειδή εμπλέκονται Τουρκοκύπριοι στο όλο συμβάν. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Ακολούθησε η καταχώρηση Ένστασης από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση. Αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.1, Δ.2, Δ.9, Δ.12, Δ.25 Θ.1, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-4, 6-9, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 και ειδικότερα στα άρθρα 2, 3, 51 και 68, στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/2012, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Συνοπτικά, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές με την αίτηση τους επιδιώκουν τη δημιουργία νέων αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση, ουσιωδώς διαφορετικά και χωρίς συνάφεια με την υφιστάμενη βάση απαίτησης και τα οποία πρέπει εκδικαστούν στο πλαίσιο νέας αγωγής. Επιπρόσθετα, επιδιώκουν να ανασκευάσουν τα ισχυριζόμενα γεγονότα και/ή να αλλάξουν δικούς τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην καταχωρηθείσα Έκθεση Απαιτήσεως, εκτροχιάζοντας έτσι την μέχι σήμερα πορεία της αγωγής (Λόγοι ένστασης 2, 3, 4 και 6). Περαιτέρω, ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση ενίσταται επί τω ότι, οι Ενάγοντες- Αιτητές επιδιώκουν να περιλάβουν στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς γεγονότων, που ήταν γνωστά και/ή έπρεπε να ήταν γνωστά σ' αυτούς από την έγερση της αγωγής και ότι η Αίτηση έχει γίνει με αδικαιολόγητη καθυστέρηση (Λόγοι ένστασης 5,7 ). Τέλος, με τους λόγους Ένστασης 8,9 και 10, ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ότι, δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης, καθώς δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης της. Ο λόγος Ένστασης 1 που αφορούσε την παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων που επιχειρούνται να εισαχθούν, εγκαταλείφθηκε κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της Αίτησης. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χαρίκλειας Μεττή, ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία επαναλαμβάνει, κατ' ουσία, τους λόγους της Ένστασης. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί μεταξύ άλλων στην απόφαση Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι πλήρως κατατοπιστικό. «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v.Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην απόφαση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4.3.2013 λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Η τροποποίηση δικογράφου μπορεί να επιτραπεί έστω και εάν το αίτημα προβάλλεται καθυστερημένα, συνεπεία αμέλειας. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, παρατηρείται όντως κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Δεν μου διαφεύγουν τα λεχθέντα στην αγωγή Ναυτοδικείου Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη,
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, την οποία επικαλείται η πλευρά του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση. Σε εκείνη την υπόθεση, η Αίτηση για τροποποίηση είχε υποβληθεί από τους Εναγομένους μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων και μετά τη μαρτυρία επτά μαρτύρων των εναγομένων. Ο Πικής Π. αφού ανέφερε ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, κατέληξε ότι έγκριση του αιτήματος θα επέφερε μεταβολή του πλαισίου της δίκης και θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης κάτι που θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης. Ομοίως, στην United Sea Transport v, Zakou
(1980)1 CLR 510, η αίτηση για τροποποίηση απορρίφθηκε καθότι είχε υποβληθεί μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των Εναγομένων και η υπόθεση βρισκόταν εν τω μέσω της μαρτυρίας του Ενάγοντος. Εντούτοις στην τελευταία αυτή υπόθεση, τονίστηκε ότι η βασική αρχή είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση ασχέτως αν οφείλεται σε αμέλεια ή απροσεξία και ασχέτως της καθυστέρησης αν δεν προκαλέιται αδικία στην άλλη πλευρά η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Παραθέτω τα πιο κάτω αποσπάσματα: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted, on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556).» Στην παρούσα περίπτωση η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει και συνεπώς ούτε θέμα επανακρόασης τίθεται ούτε θέμα επανακλήτευσης μαρτύρων. Στην Νικολάου Ιωάννης ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 λέχθηκε ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Στην υπόθεση SABA & Co. ν. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: «δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Συνεπώς, η καθυστέρηση δεν αποτελεί αφ' εαυτής και απαρέγκλιτα λόγο για απόρριψη της Αίτησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν διαπιστώνεται κακοπιστία. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Με βάση όλα τα δεδομένα που είναι ενώπιον μου, δεν διαπιστώνω κακοπιστία εκ μέρους των Εναγόντων - Αιτητών. Η καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, αιτιολογείται σε κάποιο βαθμό από τον μεγάλο όγκο των εγγράφων τα οποία έπρεπε οι Ενάγοντες - Αιτητές και οι δικηγόροι τους να συλλέξουν και να μελετήσουν. Είναι βεβαίως κατακριτέα η όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε στην προώθηση του αιτήματος καθώς και στην παράδοση των αναγκαίων εγγράφων στους δικηγόρους από τους ίδιους τους Ενάγοντες. Πλην όμως, η καθυστέρηση δεν είναι τέτοια που να μπορεί, από μόνη της, να στερήσει τους Ενάγοντες - Αιτητές από το να προβάλουν στο Δικαστήριο, όλα όσα θεωρούν ουσιώδη για την απαίτηση τους. Πολύ σημαντικό, κατά την κρίση μου, είναι ότι ο Εναγόμενος δεν θα βρεθεί εξ απροόπτου κατά την δίκη, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακροαματική διαδικασία. Θα έχει την ευκαιρία να υπερασπιστεί επί της τροποποιηθείσας Έκθεσης Απαίτησης με τον ίδιο τρόπο ωσάν αυτή να είχε καταχωρηθεί εξ αρχής. Η ζημιά που προκαλείται σε αυτόν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και προς τούτο μπορεί να γίνει σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Περαιτέρω, η έγκριση της τροποποίησης θα συνεισφέρει στο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το σύνολο της διαφοράς των διαδίκων και να αποφευχθεί έτσι η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών. Η τελευταία αυτή παρατήρηση με οδηγεί στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσον με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγονται νέα αγώγιμα δικαιώματα και εάν εξαιτίας τούτου, δεν πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση. Θα συμφωνήσω, κατ' αρχήν, με την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι διαφορετικό από την παραβίαση νόμιμου καθήκοντος. Σχετική είναι η Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σια ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 378/2009 και 386/2009 ημερομηνίας 10.7.2015, όπου λέχθηκε ότι είναι διαφορετικό το αστικό αδίκημα της αμέλειας από την θεμελίωση της παράβασης νομίμου καθήκοντος και κατά ορθή δικογράφηση, τα δύο αυτά αγώγιμα δικαιώματα θα πρέπει να ξεχωρίζονται όπως υποδεικνύει η υπόθεση London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C. 155 και το σύγγραμμα Bullen & Leak: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 59-60. Επισημαίνω ότι στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για το οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 5 της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης, προνοεί ακριβώς για απαγόρευσης δυσμενούς διάκρισης λόγω οποιασδήποτε κατάστασης. Επίσης το άρθρο 1 του 12ου Πρωτοκόλλου, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησης, αφορά την γενική απαγόρευση οποιωνδήποτε διακρίσεων και επιτάσσει συγκεκριμένα ότι κανείς δεν θα υφίσταται διακρίσεις από οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Επίσης το άρθρο 28 του Συντάγματος που προνοεί για την αρχή της ισότητας, περιλαμβάνεται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Πέρα από τα πιο πάνω, στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες - Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπήρξε αμελής. Αυτό που επιδιώκεται με την σκοπούμενη τροποποίηση είναι ακριβώς να δοθούν λεπτομέρειες την εν λόγω αμέλειας. Εξάλλου η επίκληση του αστικού αδικήματος της αμέλειας πρέπει να συνοδεύεται από λεπτομέρειες (Petros Koulias v. Ioannis Chr. Polydorides and others
(1969)1 CLR 616). Περαιτέρω, με την σκοπούμενη τροποποίηση οι Ενάγοντες - Αιτητές επιδιώκουν να εξειδικεύσουν την παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων τους και ειδικότερα την άνιση μεταχείριση και/ή την ηθελημένη παρεμπόδιση, η οποία συντελείται κατά τον ισχυρισμό τους, από τις πράξεις ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γενικά, θεωρώ ότι αυτό που επιδιώκεται με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, είναι ο καλύτερος προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς. Με άλλα λόγια, δεν εισάγονται νέα αγώγιμα δικαιώματα και κατ' επέκταση, δεν μεταβάλλεται εξολοκλήρου ο χαρακτήρας της αγωγής. Συν τοις άλλοις, με την σκοπούμενη τροποποίηση, διαχωρίζονται ευκρινώς τα αγώγιμα δικαιώματα τα οποία οι Ενάγοντες επιθυμούν να προωθήσουν. Εν πάση περιπτώσει, έστω και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής, δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση ότι, η προσπάθεια εισαγωγής γεγονότων, που ενδεχομένως να οδηγούν στην εισαγωγή ενός νέου αγώγιμου δικαιώματος, πρέπει απαρεγκλίτως να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης. Όπως λέχθηκε στην Ikos Cif Ltd ν. Martin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερομηνίας 20.3.2014: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Στην προκειμένη περίπτωση, έστω και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι εισάγεται νέα βάση αγωγής, και πάλιν τούτη θα καθίστατο αναγκαία, προς τον σκοπό πλήρους επίλυσης της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς και αποφυγή πολλαπλότητας δικαστικών διαδικασιών. Δεν απαγορεύεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η παράλληλη προώθηση διαφορετικών αιτιών Αγωγής (Δ.13 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Στην παρούσα περίπτωση, όλα τα θέματα που αφορούν την παρούσα αγωγή εκπηγάζουν από ένα και το αυτό γεγονός, το οποίο ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, ήτοι την εξαφάνιση του Χρίστου Σωκράτους. Η καταχώριση νέας αγωγής για τα θέματα τα οποία οι Ενάγοντες επιθυμούν να τροποποιήσουν την παρούσα, θεωρώ ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης που αποτελεί, όπως λέχθηκε, τον κυρίαρχο παράγοντα κατά την εξέταση τέτοιας φύσης Αιτήσεων. Αφού έλαβα υπόψη μου τα πιο πάνω και ειδικότερα ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, ότι η αιτούμενη τροποποίηση όπως αυτή φαίνεται στο αιτητικό της Αίτησης είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ανάμεσα στους διαδίκους και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα θέματα, και ότι δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία εκ μέρους των Εναγόντων Αιτητών κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Εν όψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως το Α,Β και Γ της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την παράδοση της Υπεράσπισης. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ...................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.