ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ ν. ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΟΤΗΣ - ΕΛΕΝΑ ΑΡΟΤΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, Αρ. Αγωγής: 41/15, 10/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A547 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 41/15 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ Ενάγων και ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΟΤΗΣ - ΕΛΕΝΑ ΑΡΟΤΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Εναγομένων Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης 10 Οκτωβρίου 2016 Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Ζαχαριάδου Για τον εναγόμενους - αιτητές: κα Γερολέμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση που αφορά η παρούσα καταχωρίστηκε από τους εναγόμενους ( στη συνέχεια οι αιτητές). Ό,τι ζητείται με αυτή είναι: (Α)Αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 11.05.2016 μέχρι της εκδικάσεως της εφέσεως στην πιο πάνω αγωγή. (Β)Αναστολή εκτέλεσης της καταβολής των εξόδων όπως αυτά επιδικάστηκαν στην απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016 μέχρι της εκδικάσεως της εφέσεως στην πιο πάνω αγωγή. Για καλύτερη αντίληψη όσων ακολουθούν επιβάλλεται να συνοψισθεί η διαδικασία που προηγήθηκε, δηλαδή η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016, δηλαδή αυτήν ακριβώς την απόφαση που με την επίδικη αίτηση ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεσή της. Το λοιπόν, η αγωγή καταχωρίστηκε την 09.01.2015 και με αυτήν αξιώνεται ποσό €
- Εν όψει αυτών των δεδομένων, δηλαδή του χρόνου καταχώρισης και του ποσού που αξιώνεται (είναι λιγότερο από €10.000), καθίσταται αντιληπτό ότι η αγωγή διέπεται από τις διατάξεις των Δ.25 και Δ.30, ως έχουν τροποποιηθεί την 26.09.
- Μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως ακολούθησε η καταχώριση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Εν τούτοις οι αιτητές, δηλαδή οι εναγόμενοι, παρέλειψαν να προβούν σε έκδοση της νενομισμένης κλήσης για οδηγίες, νοείται σε σχέση με την ανταπαίτηση που ήγειραν. Σε μια προσπάθεια αναχαίτισης των όποιων επιπτώσεων της προμνησθείσας παράλειψης, υπέβαλαν αίτηση για παράταση του χρόνου έκδοσης κλήσης για οδηγίες (αίτηση ημερομηνίας 16.04.2015). Εν τούτοις στη συνέχεια, συγκεκριμένα την 07.07.2015, ο συνήγορος των αιτητών προέβη σε δήλωση η οποία είχε ως ακολούθως· «Αποσύρω τις αιτήσεις 16.04.2015 και 29.05.2015, επιπλέον αποσύρω άνευ βλάβης την ανταπαίτηση. Ζητώ όμως χρόνο να καταχωρίσω αίτηση to strike out την αγωγή» Παρεπόμενο της πιο πάνω δήλωσης ήταν η απόρριψη της ανταπαίτησης που ήγειραν οι αιτητές, εφόσον αυτό ζήτησαν και όχι επειδή ότι το δικαστήριο αποφάσισε κάτι τέτοιο. Καθιστώ σαφές ότι εν όψει της πιο πάνω δήλωσης το δικαστήριο δεν κλήθηκε να αποφασίσει οτιδήποτε, παρά μόνο να σφραγίσει την εκφρασθείσα επιθυμία των αιτητών δια απόσυρση της ανταπαίτησής των. Καίτοι ακολούθησε αίτηση για διαγραφή (strike out) της αγωγής, στο τέλος αποσύρθηκε και εκείνη και στη θέση της καταχωρίστηκε νέα αίτηση, δηλαδή η αίτηση ημερομηνίας 16.12.2015, η οποία σκοπούσε σε τροποποίηση της υπεράσπισης. Τούτη η τροποποίηση αφορούσε, μεταξύ άλλων, αίτημα ώστε να επιτραπεί προσθήκη της ανταπαίτησης που είχε απορριφθεί κατά τον τρόπο που πιο πάνω αναφέρεται. Η εν λόγω αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και απορρίφθηκε την 11.05.
- Τα δε έξοδα που προκλήθηκαν επιδικάστηκαν υπέρ του ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Αυτή λοιπόν την απόφαση είναι που οι αιτητές επιδιώκουν σήμερα να αναστείλουν την εκτέλεσή της. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα τη Δ.35 κ.κ.18 και τη Δ.48 κ.8
(1)(ee). Περαιτέρω, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η Έλενα Αρότη. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης σχολιάζεται πιο κάτω. Και η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στις διαταγές· Δ.35 κ.κ.18 και 19, Δ.40 κ.1, Δ.44 κ.11 και Δ.48 κ.κ.1-4, 7, 8 και 9· στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρο 9· στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 43 και 47· και στη νομολογία, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Ομνύων τούτης είναι ο ενάγων. Δεν παραθέτω αυτούσιους τους λόγους ένστασης που αναφέρεται στη σχετική ειδοποίηση εφόσον πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο, σχολιάζονται. Το πρώτο που αρμόζει να εξεταστεί είναι η θέση που προβάλει ο καθ' ου η αίτηση πως η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Επιβάλλεται η εξέταση τούτου του λόγου κατά προτεραιότητα, εφόσον συνιστά βασική δικαιική αρχή ότι· αίτηση που εδράζεται σε εντελώς άσχετη νομική βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη (βλ. Φλουρέντζου κ.α v. Gashgrove Betting Ltd
(2007)1 A.A.Δ. 393, 397). Επί του προκειμένου ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι ορθή νομική βάση είναι η Δ.40 κ.7 και όχι η Δ.35 κ.18 που αναφέρεται στην αίτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο καθ'ου η αίτηση αμφισβητεί, έστω εμμέσως, το σχετικό πραγματικό πλαίσιο της αίτησης. Και εξηγώ· είναι η θέση των αιτητών πως έχουν εφεσιβάλει την απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016 και συνάγεται ότι αυτός είναι και ο λόγος που επικαλούνται τη Δ.35. Εν τούτοις ο καθ'ου η αίτηση υποστηρίζει πως τίποτα του έχει επιδοθεί και συνεπώς δηλώνει άγνοια δια τούτο τον ισχυρισμό. Το πραγματικό πλαίσιο του αιτήματος διαπιστώνεται εν προκειμένω από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου. Στην υπόθεση Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808, 814 υποδεικνύεται ότι κάτι τέτοιο, δηλαδή διερεύνηση του δικαστικού φακέλου, είναι καθ' όλα θεμιτή και επιτρεπτή. Άλλωστε και η Δ.48 κ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διευκρινίζει ότι τα γεγονότα που επιβάλλεται να αναφέρονται σε μια ένορκη δήλωση, είναι εκείνα που δεν διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου. Εδώ απλή και μόνο έρευνα αποκαλύπτει πως την 24.05.2016 οι αιτητές καταχώρισαν ειδοποίηση έφεσης σε σχέση με την απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016. Συνεπώς για ό,τι αφορά την απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016, γεγονός είναι ότι οι αιτητές εφεσίβαλαν τούτη. Τώρα, σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι η διαταγή η οποία υποστυλώνει αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ένεκα έφεσης που έχει καταχωριστεί, είναι η Δ.35 κ.18 (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150). Συνεπώς αντιλαμβάνεται κανείς πως ο λόγος ένστασης ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, δεν ευσταθεί και είναι ανίκανος να ανακόψει την πορεία της αίτησης. Εν τούτοις το πιο πάνω συμπέρασμα δεν αφορά το σύνολο της αίτησης. Έχει παρατεθεί ήδη το αιτητικό της επίδικης αίτησης. Προεξάρχων στοιχείο τούτου είναι ο διττός χαρακτήρας του. Το δεύτερο σκέλος του αιτήματος αφορά αυτά τα έξοδα που επιδικάσθηκαν με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016, ενώ το πρώτο σκέλος αιτείται αναστολή εκτέλεσης της ίδιας της απόφασης, δηλαδή και της αγωγής στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε μέχρι εκδικάσεως της έφεσης. Σε σχέση με αυτό το σκέλος του αιτήματος [αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας] η νομολογία είναι σαφής. Ουδεμία αμφιβολία χωρεί ότι τούτο είναι ανεπίτρεπτο. Αυτό γιατί δεν νοείται αναστολή εκτέλεσης απόφασης παρά μόνο αν τούτη εκπορεύεται αυτοτελώς. Η Δ.35 κ.18 δεν εξομοιώνεται με προνομιακό ένταλμα τύπου 'Prohibition' και συνεπώς είναι ανίκανη να οδηγήσει σε έκδοση διατάγματος αναστολής της ευρύτερης διαδικασίας. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω σε ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 692. Λέχθηκε εκεί ότι· «Κάτω από οποιονδήποτε φακό και αν κριθεί, η αίτηση για αναστολή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and Another ν. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119· και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε stay of proceedings under the decision appealed from .δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση». Σχετική είναι και η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) v. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1384, 1386, όπου αναφέρθηκε ότι· «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another ν. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119· (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) Η Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ.
- Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ. 18». Στη δοσμένη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016 αφορούσε αίτημα τροποποίησης που απορρίφθηκε μετά την ακρόαση. Αυτό το σκέλος της ενδιάμεσης απόφασης δεν έθεσε καθήκον στους ώμους των αιτητών και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας. Κατ' επέκταση αντιληπτό είναι ότι αυτή η πτυχή του αιτήματος των αιτητών είναι ανυπόστατη και συνεπώς υποκείμενη σε απόρριψη. Ως εκ τούτου το αιτητικό (α) απορρίπτεται και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Διαφορετική εν τούτοις είναι η όλη κατάσταση σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της επίδικης αίτησης. Εφόσον οι αιτητές καταδικάστηκαν στα έξοδα της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης 11.05.2016 και επιπλέον, το δικαστήριο δεν διέταξε όπως τούτα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας, ως είθισται, αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα έχουν υποχρέωση να τα καταβάλουν. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι μέρος της απόφασης 11.05.2016 γέννησε καθήκον ή υποχρέωση, που βαραίνει τους αιτητές και το οποίο [καθήκον] είναι απότοκο της απόφασης που εδώ ενδιαφέρει. Είναι γι' αυτό το λόγο που θεωρώ ότι η αίτηση είναι βάσιμη, υπό την έννοια ότι αυτή η πτυχή της απόφασης 11.05.2016 δύναται να ανασταλεί και επιπλέον, ορθά η αίτηση εδράζεται στη Δ.35 κ.
- Τώρα, ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι οι ισχυρισμοί αμφότερων των μερών, ως επίσης το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Αρχίζοντας από το τελευταίο, δηλαδή το δικανικό πλέγμα της υπόθεσης, παρατίθεται εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου v. Κυριάκου, Έφ. 14/2013, ημερομηνίας 20.02.2014, δηλαδή πως· «Η νομολογία μας αναφορικά με τη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι πλούσια και κατατοπιστική. Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, που έχει εφεσιβληθεί, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και ασκείται με βάση δύο αρχές: (α) Ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) Ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του (Δέστε: ABP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδης κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, E.Y.R.I.K. and Others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147)». Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως και η υπόδειξη που έγινε στην υπόθεση Ιωσηφάκη v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, 289 ότι η εν λόγω παράγοντες «εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Σχετική είναι και η υπόθεση Δημητρούδης v. Λουγκρίδη
(2011)1Α Α.Α.Δ. 687.» Είναι η θέση της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον ενδεχόμενο είναι η κατ' έφεση ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης. Αναφέρει ότι ο λόγος δια τα πιο πάνω οφείλεται στο ότι ο ενάγων είναι φυσικό πρόσωπο και πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να σταματήσει να εργάζεται στο μέλλον και/ή να μην έχει εισοδήματα και/ή να έχει άλλα νομικά ζητήματα που να τον κωλύουν να επιστρέψει το ποσό της απόφασης 11.05.2016. Και όλα αυτά τη στιγμή που οι αιτητές είναι δικηγορικό γραφείο με μεγάλο πελατολόγιο και δεν προτίθενται να σταματήσουν να εργάζονται. Στον αντίποδα ο καθ' ου η αίτηση δηλώνει μόνο ότι όσα αναφέρονται από τους αιτητές δεν δικαιολογούν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επιπλέον, χαρακτηρίζει τα εκεί αναφερόμενα ως γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Ομολογώ ότι συμφωνώ με τη θέση του καθ' ου η αίτηση. Οι ισχυρισμοί της ομνύουσας τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι όντως γενικοί και αόριστοι. Καίτοι γεγονός είναι πως σκοπός της αναστολής είναι η διαφύλαξη του αντικειμένου της έφεσης, ώστε να μην καταστεί μάταιη (nugatory όπως αναφέρεται στο Annual Practise του 1958, σελίδα 1697), εδώ δεν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Αυτό γιατί κύριο αντικείμενο της απόφασης ημερομηνίας 11.05.2016 δεν είναι τα έξοδα αλλά η τροποποίηση που αιτήθηκαν οι αιτητές. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν εφεσίβαλαν το θέμα των εξόδων. Συνεπώς το αντικείμενο της έφεσης δεν επηρεάζεται από την καταβολή των εξόδων. Λογικό είναι βεβαίως ότι αν η έφεση ήθελε επιτύχει θα συμπαρασύρει και την οδηγία που αφορά τα έξοδα. Εν τούτοις εδώ είναι που οι ισχυρισμοί της Έλενας Αρότη είναι παντελώς αόριστοι. Διατείνεται ότι ο καθ' ου η αίτηση δυνατό να καταστεί αφερέγγυος στο μέλλον. Το σύνολο όμως των ισχυρισμών της φανερώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε βάσιμα στοιχεία περί τούτου. Εδράζεται μόνο στο ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι φυσικό πρόσωπο. Λυπάμαι αλλά με τούτη τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο τότε όλα τα φυσικά πρόσωπα θα ήτο δυνητικά αφερέγγυα. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούν το δικηγορικό συνεταιρισμό που η ίδια επικαλείται ότι έχει μεγάλο πελατολόγιο και δεν προτίθεται να κλείσει. Εν πάση όμως περιπτώσει, δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 υποδεικνύεται ότι βάσιμος λόγος έκδοσης του διατάγματος είναι βεβαίως η πιθανή ανικανότητα επιστροφής των χρημάτων στο μέλλον. Υποδεικνύεται όμως ότι το κριτήριο, ή καλύτερα ο βαθμός απόδειξης τέτοιου ισχυρισμού, είναι εκείνο της εύλογης πιθανότητας (reasonable probability). Γενικόλογη και αόριστη θέση όπως η επίδικη, δεν δικαιολογεί έκδοση του διατάγματος. Καταλήγω συνεπώς ότι στην προκείμενη περίπτωση κανένα στοιχείο αποκαλύφθηκε και τίποτα απ' όσα αναφέρθηκαν αποδεικνύει εύλογη πιθανότητα αφερεγγυότητας του καθ' ου η αίτηση, είτε σήμερα είτε στο μέλλον. Τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν όμως τη διερεύνηση . Έχει υποδειχθεί ήδη ότι τα σχετικά έξοδα αφορούν ενδιάμεση διαδικασία. Παρεμβάλλω εδώ ότι όσο και αν έχω ερευνήσει τη νομολογία δεν εντόπισα απόφαση που να αφορά αίτημα δια αναστολή εκτέλεσης εξόδων που προέκυψαν από ενδιάμεση αίτηση. Αυτό δεν είναι άνευ σημασίας. Έχω αναφέρει ήδη ότι είθισται τούτα τα έξοδα [ενδιάμεσης διαδικασίας] να καταβάλλονται στο τέλος της διαδικασίας. Η σοφία πίσω από τέτοια διαταγή τεκμηριώνεται από τα αναφερόμενα στη Δ.59 κ.13 που ομιλεί περί δυνατότητας συμψηφισμού των εξόδων. Η δε εμπειρία αποκαλύπτει ότι ενίοτε τα μέρη χρησιμοποιούν καταχρηστικά τη διαδικασία και δη ως μέτρο πίεσης, με αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των διαδικασιών και παράλληλα των εξόδων. Αυτό είναι που επιχειρεί να αποκλείσει η Δ.59 κ.13, καθώς και η διαταγή που είθισται να θέτει το δικαστήριο άμα την επιδίκαση εξόδων, δηλαδή δια καταβολή τούτων στο τέλος της ημέρας. Αν τα πιο πάνω χρειάζονται τεκμηρίωση παραπέμπω στην υπόθεση Εργατίδης v. Εργατίδη κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 741, όπου λέχθηκε (στη σελίδα 742) ότι· «Με αίτηση των εφεσιβλήτων ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εξέδωσε στις 20.10.06 ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος. Στην αίτηση επισυναπτόταν απόφαση του Δικαστηρίου για £1,164.25, ποσό που επιδικάστηκε ως έξοδα εναντίον του εφεσείοντος μετά την ακρόαση ενδιαμέσου διατάγματος σε αγωγή που εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην οποία ένας από τους ενάγοντες είναι ο εφεσείων. Εναγόμενοι στην αγωγή, που πέτυχαν στην ενδιάμεση απόφαση είναι οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι και εξέδωσαν την υπό συζήτηση ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος, όταν αυτός δεν κατέβαλε το ποσό των επιδικασθέντων εξόδων. Να σημειώσουμε πως, όταν το Δικαστήριο επιδίκασε τα έξοδα εναντίον των εναγόντων στην αγωγή, δεν κατέγραψε στο πρακτικό αυτό που συνήθως γίνεται, ότι δηλαδή τα έξοδα θα πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας στην εκκρεμούσα αγωγή». (και πιο κάτω στη σελίδα 743) «Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως η πτωχευτική διαδικασία δεν χρησιμοποιείται, κατά κανόνα, ως μέθοδος εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των διαδίκων. Στην περίπτωση που εξετάζουμε οι εφεσίβλητοι, χρησιμοποιώντας τη πτωχευτική διαδικασία, επιδιώκουν την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων σε ενδιάμεση αίτηση προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, στην οποία ενδεχομένως ο εφεσείων να επιτύχει. Επιπλέον, αυτό, που καθιστά τη διαδικασία ακόμη πιο ενστάσιμη είναι που απολήγει σε εκβιασμό του εφεσείοντος παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της αγωγής που έχει καταχωρίσει. Τέτοια διαδικασία οφείλει το Δικαστήριο όχι μόνο να τη σταματήσει, αλλά και στιγματίσει». Ποια όμως είναι η σημασία όλων των πιο πάνω; Εδώ τα έξοδα της απόφασης 11.05.2016 αφορούν ενδιάμεση διαδικασία. Η δε αγωγή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και άγνωστο είναι το αποτέλεσμα της. Δυστυχώς δεν ενσωματώθηκε στην απόφαση σχετική οδηγία για το χρόνο εκτέλεσης της ενδιάμεσης απόφασης στην έκταση που αφορά τα έξοδα, οδηγία που καλό θα ήταν να είχε ενσωματωθεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο στερείται εξουσίας να διατάξει τούτο σήμερα. Καίτοι οι αιτητές δεν απέδειξαν οιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί έκδοση διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας, δηλαδή λόγο που να αφορά το άτομο του καθ' ου η αίτηση, δεν σημαίνει ότι η υπό κρίση παράλειψη του δικαστηρίου σε σχέση με τα έξοδα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Μάλλον το αντίθετο ισχύει. Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξυπηρετούνται με αναστολή εκτέλεσης των εξόδων μέχρι αποπερατώσεως της αγωγής. Με αυτό τον τρόπο διατηρείται η κατάσταση πραγμάτων ως έχει σήμερα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας καθώς και η ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει συμψηφισμό των εξόδων με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι δεν αναστέλλεται η απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016, παρά μόνο το σκέλος που αφορά τα έξοδα που επιδικάστηκαν. Αλλά και αυτό για να εναρμονιστεί η απόφαση ημερομηνίας 11.05.2016 με την πάγια πρακτική της νομολογίας και τη σοφία που κρύβουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ως ευθύς εξ αρχής όφειλε να είχε κάνει. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα όπως τα έξοδα που προέκυψαν δυνάμει της απόφασης ημερομηνίας 11.05.2016 καταβληθούν με την αποπεράτωση της αγωγής. Εν όψει του λόγου βάσει του οποίου εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδά της. Ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα της επίδικης διαδικασίας. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο