← Κύπρος

LAGROME TRADING LIMITED ν. ΑΝΤΡΕΑΣ Μ. ΠΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 2194/2011, 27/10/2016

LAGROME TRADING LIMITED ν. ΑΝΤΡΕΑΣ Μ. ΠΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 2194/2011, 27/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Α

ποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A579 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2194/2011 Μεταξύ: LAGROME TRADING LIMITED Εναγόντων και ΑΝΤΡΕΑΣ Μ. ΠΑΠΑΣ Εναγομένου ------------------------------- Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κος Ε. Ευσταθίου Για τον εναγόμενο: κος Π. Πετράκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων αφορά το μικρό ποσό των €961,99 έναντι λογαριασμού για εμπορεύματα που πωλήθηκαν στον εναγόμενο. Η αγωγή εγέρθηκε το 2011 αλλά η οφειλή προέκυψε σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες πριν τις 28.11.

  1. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στο ποσό των €900,00 και απέσυραν την απαίτηση σε σχέση με το τιμολόγιο, τεκμήριο
  2. Ο γραμματέας και μέτοχος της εταιρείας, Νίκος Σάββα ME1, που είχε άμεση επαφή με τις συναλλαγές κατά τον επίδικο χρόνο ανέφερε ότι πώλησαν στον εναγόμενο δύο λάστιχα μεγάλα για το ανυψωτικό του μηχάνημα και τέσσερα μικρότερα λάστιχα για ιδιωτικό αυτοκίνητο στις 2.3.2011 και εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο για ΛΚ539,00, τεκμήριο
  3. Σε σχέση μ' αυτή την συναλλαγή θέση του εναγόμενου ήταν ότι ειδοποίησε τους ενάγοντες λίγους μήνες μετά την πώληση των δύο μεγάλων λαστίχων ότι ήταν ακατάλληλα ποιοτικά για το γεωργικό του όχημα καθότι η φθορά τους γινόταν με ανώμαλο τρόπο. Ο ΜΕ1 απέρριψε κατηγορηματικά ότι ο εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο διαμαρτυρήθηκε για την ποιότητα των λαστίχων και είναι μόνο κατά το έτος 2010 που υπήρχε τέτοιο παράπονο. Η ΜΕ3, υπάλληλος των εναγόντων η οποία είχε κάνει τηλεφωνήματα στον εναγόμενο το 2003 και 2004 προς είσπραξη του οφειλόμενου ποσού, είπε κάτι διαφορετικό. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πριν το 2007 ο εναγόμενος ανέφερε ότι τα λάστιχα είχαν πρόβλημα και γι' αυτό δεν ανταποκρίθηκε σε εκκλήσεις των εναγόντων για την πληρωμή του συγκεκριμένου τιμολογίου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι το τιμολόγιο, τεκμήριο 4, εκχωρήθηκε η είσπραξη του στην Ελληνική Τράπεζα ως αναφέρεται στο κάτω μέρος του τιμολογίου, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στην πράξη αυτό δεν έγινε στην περίπτωση αυτού του τιμολογίου. Το συγκεκριμένο τιμολόγιο δεν ενσωματώθηκε στις πωλήσεις που έγιναν εκχώρηση με το σύστημα factoring στην Ελληνική Τράπεζα. Εξάλλου, η εταιρεία δεν θα εκχωρούσε την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού στην Ελληνική τράπεζα χωρίς πρώτα να ενημερώσει τον πελάτη της. Κάτι τέτοιο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση και η φράση στο τιμολόγιο που αναφέρει ότι η είσπραξη του οφειλόμενου ποσού είχε εκχωρηθεί στην Ελληνική Τράπεζα κατά λάθος δεν διαγράφηκε προτού παραδοθεί στο πελάτη. Όταν ο ΜΕ1 έστειλε επιστολή στον εναγόμενο μέσω του δικηγόρου του στα τέλη Νοεμβρίου 2010 ο εναγόμενος επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και είπε ότι είχε προβλήματα και γι' αυτό δεν είχε ξοφλήσει το χρέος. Του είπε ότι τα δύο μεγάλα λάστιχα που ήταν μέρος του τιμολογίου τεκμήριο 4 είναι αχρησιμοποίητα και σε καλή κατάσταση και επιθυμούσε να τα παραδώσει στους εναγόντες ώστε να μειωθεί το οφειλόμενο ποσό. Υποσχέθηκε παράλληλα ότι το υπόλοιπο χρέος θα το πλήρωνε αργότερα. Ο ΜΕ2 παρέλαβε τα λάστιχα από τον εναγόμενο στις 17.12.
  4. Ήταν θέση του ΜΕ1 ότι αυτά τα λάστιχα ήταν τελικά πολύ χρησιμοποιημένα και φαγωμένα. Ενημερώθηκε ο εναγόμενος ότι οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να δεχθούν τα λάστιχα διότι δεν ήταν σε εμπορεύσιμη κατάσταση όμως ως εξήγησε ο ΜΕ2, Γιάννος Πραστίτης που παρέλαβε τα λάστιχα, ο εναγόμενος αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να τα παραλάβει από το υποστατικό των εναγόντων. Τελικά ο ΜΕ2 επέστρεψε τα λάστιχα στο κατάστημα του εναγόμενου. Ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε τα λεχθέντα του ΜΕ1 ότι επικοινώνησε με τον εναγόμενο το 2007, ο οποίος δεν ανέφερε ότι τα λάστιχα είχαν πρόβλημα, αλλά αντιθέτως ζήτησε πίστωση χρόνου να πληρώσει εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων. Αυτό συνεχίσθηκε κάθε έτος μέχρι το 2010 όταν οι εναγόντες ανέθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρο για ανάκτηση του χρέους. Το 2010 ο εναγόμενος μίλησε με τον ΜΕ2 και του είπε ότι τα λάστιχα δεν είχαν χρησιμοποιηθεί και επειδή ήταν ακατάλληλα για χρήση ζήτησε από τους ενάγοντες να τα παραλάβουν για να τα πωλήσουν σε τρίτους και η αξία τους να αφαιρεθεί από την οφειλή. Η ΜΕ3, Μαρία Καραολή, είναι η υπάλληλος που υπέγραψε ως το πρόσωπο που έκανε την παράδοση των τεσσάρων ελαστικών επί του τιμολογίου υπ' αριθμό 6615, τεκμήριο
  5. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την συγκεκριμένη περίπτωση αλλά ανέφερε ότι η συναλλαγή είναι πραγματική και ότι δεν είναι δυνατόν να είχε εκδώσει το τιμολόγιο εκτός και εάν πράγματι γινόταν η παραγγελία και τοποθέτηση των ελαστικών στο κατάστημα τους εκείνη την ημέρα. Επιχειρηματολόγησε ότι δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει πληρωμή των ΛΚ40,00 και παράλληλα έκδοση μιας απόδειξης για συναλλαγή που δεν είχε γίνει στην πραγματικότητα. Ο ΜΕ1 είχε αναφέρει ότι ο αριθμός 40210021 που αναγράφεται με μπλε χρώμα στο τεκμήριο 9 είναι ο αριθμός του λογαριασμού του εναγόμενου ενώ η ΜΕ3 ανέφερε ότι πιθανόν αυτό να είναι το τηλέφωνο του εναγόμενου όπως το υπαγόρευσε για να καταγραφεί στο τιμολόγιο. Στο τεκμήριο 5 που είναι κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε και που δείχνει το οφειλόμενο ποσό καθώς και όλες τις χρεώσεις και πιστώσεις έναντι του λογαριασμού του εναγόμενου αναγράφεται ο αριθμός
  6. Εξήγησε ότι μπορούσε να θυμηθεί πότε τηλεφώνησε στον εναγόμενο το 2003 και 2004 προς είσπραξη του χρέους επειδή κρατούσε σημειωματάριο. Η ΜΕ3 προέβη σε μικρές αντιφάσεις σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΕ
  7. Δεν έχω πειστεί ότι πράγματι θυμάται όλα τα γεγονότα της υπόθεσης ενόψει και του χρόνου που έχει περάσει. Πολλά από τα πράγματα που είπε τα ισχυρίστηκε συμπερασματικά, όχι επειδή τα θυμάται. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι η αξιοπιστία του ΜΕ1 επηρεάζεται επειδή σε κάποια σημεία η μαρτυρία της ΜΕ3 ήταν διαφορετική. Εξάλλου, σε σχέση με το επίμαχο σημείο δηλαδή, την στιγμή που ο εναγόμενος παραπονέθηκε για την ακαταλληλότητα των λαστίχων, θέση της ΜΕ3 ήταν ότι αυτό έγινε πολύ αργότερα το 2007 και όχι αμέσως μετά την πώληση ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος. Τα μόνα επίδικα ζητήματα που εγέρθηκαν με την δικογραφημένη Έκθεση Απαιτήσεως είναι αυτά που διατυπώνονται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Δεν γίνεται καμία αναφορά στα τέσσερα λάστιχα που καταγράφονται στο τεκμήριο 4 παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ο δικηγόρος του είχε στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα προτού καταχωρήσει γραπτή υπεράσπιση στην αγωγή. Περαιτέρω, σε αντίθεση με την μαρτυρία που έδωσε κατά την μαρτυρία του ο εναγόμενος δικογράφησε στην υπεράσπιση ότι τα λάστιχα ήταν σχεδόν αχρησιμοποίητα. Ενόρκως, ήταν θέση του ότι αυτά τα λάστιχα είχαν φθαρεί από τους πρώτους μήνες χρήσης. Τέλος, δεν ανέφερε πουθενά στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι κατά τον Αύγουστο 2001 αντικατέστησε τα δύο λάστιχα που είχαν τοποθετηθεί στο ανυψωτικό μηχάνημα του τον Μάρτιο
  8. Ούτε και βέβαια εγέρθηκε ζήτημα με την υπεράσπιση ότι η απαίτηση είναι αβάσιμη επειδή οι ενάγοντες με συμφωνία εκχώρησαν το δικαίωμα τους να εισπράξουν σε τραπεζικό ίδρυμα με την διαδικασία «factoring». Εφόσον αυτή ήταν θέση του εναγόμενου κατά την ένορκη μαρτυρία και ανέφερε ότι αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών με την παράδοση του τιμολογίου, τεκμήριο 4, θα ήταν σημαντικό να το εγείρει στην υπεράσπιση. Οι αντιφάσεις του εναγόμενου σε σχέση με τις δικογραφημένες του θέσεις ήταν ένας από τους λόγους που απέρριψα την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι λόγοι γιατί ο εναγόμενος ήταν κάθε άλλο παρά μάρτυρας της αλήθειας. Για να τεκμηριώσει την θέση ότι τα λάστιχα δεν ήταν καλά για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια ανέφερε ότι είχε αγοράσει νέα λάστιχα για να αντικαταστήσει τα λάστιχα που αγόρασε από τους ενάγοντες τον Μάρτιο 2001 κατά τον Αύγουστο
  9. Παρουσίασε ένα φωτοαντίγραφο εγγράφου που ομοιάζει με τιμολόγιο αγοράς που έγινε κατ' ισχυρισμό του εναγόμενου τον Αύγουστο
  10. Αυτό το έγγραφο δεν είχε καμία υπογραφή αλλά όταν ρωτήθηκε ο εναγόμενος να αναφέρει κατά πόσο αυτό το έγγραφο είχε υπογραφή, χωρίς βέβαια να βλέπει εκείνη την στιγμή το έγγραφο, αρχική του θέση ήταν ότι το έγγραφο ήταν υπογεγραμμένο. Όταν το κοίταξε καλά και αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχαν υπογραφές επί του εγγράφου προσάρμοσε την εκδοχή του και ανέφερε ότι το έγγραφο δεν είχε υπογραφές διότι πληρώθηκε το τιμολόγιο από την ίδια ημέρα. Τον ρώτησε ο κ. Ευσταθίου να αναφέρει ποιο ήταν το συνεργείο που τοποθέτησε τα λάστιχα στο ανυψωτικό μηχάνημα του εναγομένου και αυτός απάντησε κάποιο συνεργείο στην Λευκωσία που δεν θυμάται. Αργότερα κατά την αντεξέταση δεν τον βόλευε αυτή η απάντηση και προσάρμοσε την εκδοχή του λέγοντας ότι τα λάστιχα είχαν εφαρμοσθεί την στιγμή της αγοράς τους στο συνεργείο του Φραγκεσκίδη. Έχω σοβαρές επιφυλάξεις για την γνησιότητα του εγγράφου αυτού ενόψει του γεγονότος ότι παρουσιάσθηκε ως φωτοτυπία και επειδή ο εναγόμενος δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις γιατί δεν έφερε το πρωτότυπο. Για το ζήτημα του «factoring» ανέφερε ότι αυτό συμφωνήθηκε κατά την παράδοση του τιμολογίου. Ανέφερε ότι η συμφωνία ήταν να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό στην τράπεζα εντός 90 ημέρων από την παράδοση των λαστίχων. Ήταν θέση του ότι είχε τα λάστιχα του στο ανυψωτικό του μηχάνημα μέχρι τον Αύγουστο 2001, δηλαδή περίπου 5 ½ μήνες, παρόλο τούτο δεν επικοινώνησε με την τράπεζα για να ζητήσει πίστωση χρόνου για την πληρωμή εφόσον είχε ήδη τουλάχιστον 60 μέρες καθυστέρηση. Για τα τέσσερα λάστιχα που καταγράφονται στο τεκμήριο 4 ήταν θέση του ότι αυτά ουδέποτε παραδόθηκαν και ότι δεν το πρόσεξε επειδή κατά την παράδοση των δύο λαστίχων του ανυψωτικού μηχανήματος έλειπε από το κατάστημα. Όταν επέστρεψε είδε την καταγραφή των τεσσάρων λαστίχων στο τιμολόγιο και τηλεφώνησε και τους το είπε και αυτοί αναγνώρισαν το λάθος. Αυτή η θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια, δεν δικογράφησε τέτοιο ισχυρισμό και τέλος δεν υπέβαλε στους μάρτυρες των εναγόντων αυτή την θέση. Ούτε και ανέφερε προηγουμένως ότι τα λάστιχα που του επέστρεψαν οι ενάγοντες τον Μάιο 2011 είχαν εξαφανισθεί ύστερα από λίγες μέρες. Τουλάχιστον, εφόσον μέχρι τον Μάιο η αγωγή είχε καταχωρηθεί και θέση του ήταν ότι αυτά ήταν σε καλή κατάσταση θα ανέμενε κανείς ότι θα τα έφερνε στο Δικαστήριο ή θα ελάμβανε φωτογραφίες για να πείσει για το γνήσιο της υπεράσπισης του. Το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι τα λάστιχα είναι εξαφανισμένα, είναι ακόμη μία ένδειξη ότι η υπεράσπιση του εναγόμενου είναι ευκαιριακή πλαστή ώστε να αποφύγει την πληρωμή της οφειλής του. Ούτε ήταν πειστική η θέση του ότι η πρώτη φορά που οι ενάγοντες τον κάλεσαν να πληρώσει ήταν το
  11. Η θέση του ότι θεωρούσε ότι όφειλε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό στην τράπεζα είναι αντιφατικό με την θέση ότι δεν ανησυχούσε για 10 χρόνια ότι όφειλε χρήματα για τα λάστιχα στους ενάγοντες επειδή αυτοί δέχθηκαν την θέση του ότι αυτά ήταν ακατάλληλα για χρήση και ανέλαβαν να τα παραλάβουν. Εάν πράγματι θεωρούσε ότι το οφειλόμενο ποσό θα το εισέπραττε η τράπεζα δεν θα τον καθησύχαζαν οι διαβεβαιώσεις των εναγόντων ότι θα παραλάμβαναν τα λάστιχα και ότι είχε διαγραφεί η οφειλή του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 ως πραγματική βάση για την εξέταση της απαίτησης, απορρίπτω εξ' ολοκλήρου την εκδοχή που πρόβαλε ο εναγόμενος στο Δικαστήριο πλην κάποιων σημείων όπου η μαρτυρία του συγκλίνει με την μαρτυρία του ΜΕ
  12. Η απαίτηση των εναγόντων είναι για πολύ μικρό ποσό συνεπώς, δεν είναι τόσο παράξενο το γεγονός ότι οι εναγόντες απέφυγαν να λάβουν δικαστικά μέτρα για τέτοιο μικρό ποσό και ενόψει του γεγονότος ότι ο εναγόμενος κατά καιρούς τους έλεγε ότι θα εξοφλούσε το ποσό. Ούτε μπορούν να γίνουν εικασίες ότι οι ενάγοντες από μόνοι τους διέγραψαν την οφειλή διότι σε ένα σημείο της κατάστασης λογαριασμού παρουσιάζεται το «0». Δεν είναι πειστική η θέση ότι η απαίτηση δεν αποκρυσταλλώθηκε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής επειδή τα λάστιχα ήταν εκείνη την στιγμή στην κατοχή των εναγόντων. Οι ενάγοντες εξήγησαν ότι αυτό έγινε επειδή κλήθηκε ο εναγόμενος να τα παραλάβει και αρνήθηκε να το κάνει με αποτέλεσμα στο τέλος αυτοί να αναγκασθούν να τα επιστρέψουν. Περαιτέρω, ήταν θέση του ΜΕ1, την οποία έχω αποδεχθεί, ότι τα λάστιχα δεν παραλήφθηκαν για να διαγραφεί το χρέος αλλά ήταν θέση του ΜΕ1 ότι στην περίπτωση που αυτά ήταν σε καλή κατάσταση και κατόρθωνε να τα πωλήσει σε τρίτο για λογαριασμό του εναγόμενου τότε θα δεχόταν να γινόταν συμψηφισμός της οφειλής. Δεν αποδεικνύεται ότι έγινε συμφωνία εκχώρησης της οφειλής στην τράπεζα κατά την παράδοση των λαστίχων μόνο επειδή αυτό αναγράφεται στο κάτω μέρος του τιμολογίου, τεκμήριο
  13. Δεν υπάρχει ολοκληρωμένη γραπτή συμφωνία που να ξεκαθαρίζει επ' ακριβώς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών, ήταν μία προφορική συμφωνία για πώληση συγκεκριμένων αγαθών στον εναγόμενο και αυτά τα αγαθά περιγράφονται λεπτομερώς στο τιμολόγιο. Συνεπώς, μπορώ να αποδεχτώ την προφορική και αξιόπιστη συμφωνία του ΜΕ1 για να εξάξω συμπέρασμα σε σχέση με την πραγματική συνεννόηση μεταξύ των μερών. Δια την ορθή ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ο γενικός κανόνας είναι ότι σκοπός της ερμηνείας της συμφωνίας είναι να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσία, Πολιτική Έφεση 9836 ημερ. 28.4.1999, λέχθηκε ότι διαπιστώνεται η πρόθεση των μερών από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας. Όμως η ερμηνεία που θα αποδοθεί σε αυτές τις λέξεις δεν μπορεί να βρεθεί εντελώς ανεξάρτητα και ασύνδετα από το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη σύναψη της συμφωνίας. Επίσης στην Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοι Λτδ, Πολιτικές Εφέσεις 10844, 19845 ημερ. 21.12.2001 ως και επίσης στην Λάμπρου ν. Παράσχου 1 ΑΑΔ

(1993)σελ. 397, επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ, 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 168 επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία των όρων της σύμβασης επιτρέπεται όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών. Τούτο ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα αυτής της απόφασης το οποίο είναι πολύ επεξηγηματικό. "When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can be language of the instrument be made to speak the real mind of the party." Ελεύθερη μετάφραση: "Όταν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την πραγματική ερμηνεία και έννοια των λέξεων της σύμβασης ή υπάρχει δυσκολία σε σχέση με την εφαρμογή τους έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης τότε η ερμηνεία των λέξεων μπορεί να εξεταστεί και να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία που βρίσκεται εκτός του κειμένου της σύμβασης. Η λογική και κοινή λογική υπαγορεύουν ότι πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στις λέξεις της σύμβασης που να φανερώνουν την πραγματική πρόθεση του συμβαλλόμενου μέρους." Στη δική μας την περίπτωση, είναι όπως ανέφερα πιο πάνω η ανάγκη προσαγωγής εξωγενής μαρτυρίας για να αποδοθεί η πραγματική πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών διότι δεν υπάρχει γραπτή και ολοκληρωμένη συμφωνία που να διέπει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Εφόσον αποδέχομαι ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΕ1 για την πραγματική πρόθεση και συνεννόηση των μερών κατά την σύναψη της συναλλαγής και έχω απορρίψει ως αναξιόπιστη την μαρτυρία του εναγόμενου καταλήγω σε συμπέρασμα ότι ουδέποτε υπήρχε μεταξύ των μερών συμφωνία ότι η οφειλή επρόκειτο να εκχωρηθεί σε τρίτο άτομο για την είσπραξη του χρέους. Τέλος, δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής του χρέους λόγω καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των εναγόντων προκύπτει ότι το χρέος απαιτήθηκε αρκετές φορές και υπήρχαν διαβεβαιώσεις από τον εναγόμενο ότι θα το πλήρωνε. Το ότι ο εναγόμενος επωφελήθηκε της αφέλειας των εναγόντων να μην διεκδικήσουν το χρέος έγκαιρα και το γεγονός ότι η οφειλή είναι μικρή για να αποφύγει την πληρωμή του χρέους δεν είναι λόγος να παραγραφεί το χρέος εξαιτίας αδικίας ή καταπίεσης του εναγομένου. Δεν τίθεται ζήτημα νομικής παραγραφής του νόμου διότι κατά την έγερση της αγωγής ο Περί Παραγραφής Νόμος Κεφ. 15 βρισκόταν υπό αναστολή και έπειτα θεσπίσθηκε ο Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος 66
(1)/12 που τέθηκε σε ισχύ την 1 Ιανουαρίου 2016. Στην περίπτωση που το ζήτημα της παραγραφής διέπεται από συγκεκριμένο νόμο δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος βάση των αρχών της επιείκειας δηλαδή με laches. Aυτή η αρχή και το σκεπτικό της επεξηγήθηκε αναλυτικά στην υπόθεση Νάσα Χριστοφίδου ν Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου ως διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου. [1] Είναι θεμελιωμένο ότι ένας ενάγοντας θα πρέπει να προωθήσει την αξίωση του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, σύμφωνα με το αξίωμα vigilantibus et non dormientibus lex succurrit. Το δίκαιο της επιεικείας δεν θέτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό όριο για την προώθηση ενός αγώγιμου δικαιώματος αλλά το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Κατά την εξέταση αυτή, με σκοπό να αποφασιστεί το κατά πόσον υπήρξε τέτοια καθυστέρηση που να συνιστά κώλυμα στην προώθηση της υπόθεσης (laches) τα κύρια σημεία που λαμβάνονται υπόψη είναι: (α) Η συγκατάθεση του ενάγοντα στην παράβαση των δικαιωμάτων του από τον εναγόμενο, μετά που ο ενάγοντας έχει πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, και (β) οποιαδήποτε αλλαγή έχει συμβεί, στο μεταξύ, στον εναγόμενο, η οποία τον επηρεάζει δυσμενώς. Θεωρείται γενικά άδικο να παρέχεται σε ένα ενάγοντα θεραπεία, όταν εκείνος με τη συμπεριφορά του έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα του (Δέστε: Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 14, σελ. 641). Η υπεράσπιση όμως της καθυστέρησης (laches) επιτρέπεται μόνον εκεί όπου δεν προνοείται παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, από το Νόμο. Αν προνοείται, από το Νόμο, παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος μετά από την παρέλευση κάποιου συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος τότε ο ενάγοντας δικαιούται στην πλήρη χρονική περίοδο, την οποίαν προβλέπει ο Νόμος, πριν καταστεί η αξίωση του μη προωθήσιμη (unenforceable) (Δέστε: Halsbury's, ανωτέρω, παράγραφος 1181, σελ. 641). Στην προκείμενη περίπτωση, καθορίζεται περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου τα 15 χρόνια από την ημερομηνία κατά την οποίαν προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε: Άρθρον 3
(1)(α) του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15). Επίσης δυνάμει του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/64 αναστάληκαν οι πρόνοιες της προαναφερόμενης νομοθεσίας. Η αναστολή (της παραγραφής) καταργήθηκε το 2002 δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 110(I)/
  1. Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έστω και αν η δικογράφηση της υπεράσπισης της καθυστέρησης και των γεγονότων πάνω στα οποία βασίζεται, ήταν επαρκής, πράγμα που στην προκείμενη περίπτωση δεν συμβαίνει, (διότι στην προαναφερόμενη παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης 2-εφεσείουσας δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα επαρκώς), και πάλι η υπεράσπιση αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει, εφόσον η ενάγουσα-εφεσίβλητη είχε δικαίωμα να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά της, που πηγάζει από το προαναφερόμενο γραμμάτιο, μέσα σε 15 χρόνια από την γέννησή του, δηλαδή από την 1.8.1988, και αυτό χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πρόνοιες των προαναφερόμενων νόμων του 1964 και
  2. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.10.2000 και επομένως, εν πάση περιπτώσει, από την 1.8.1988 δεν είχαν συμπληρωθεί τα 15 χρόνια τα οποία προνοούνται για την εκπνοή του αγώγιμου δικαιώματος της αποβιώσασας. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει. Το δικαίωμα του ενάγοντα να καταχωρήσει την συγκεκριμένη απαίτηση, ήτοι για την πώληση και παράδοση αγαθών διέπεται από τον νόμο της παραγραφής και κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής αυτό το δικαίωμα δεν είχε παραγραφεί. Δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της υπεράσπισης των Laches. Αναγνωρίζω ότι έχει επέλθει υπέρμετρος χρόνος από τη γέννηση του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγομένου για ποσό που δεν υπερβαίνει τα €
  3. Όμως δεν έχει απολεσθεί μαρτυρία της υπόθεσης και ο λόγος της καθυστέρησης ως έχει προκύψει από την μαρτυρία της υπόθεσης είναι η συνεχής πίστωση χρόνου που ζητούσε ο εναγόμενος για να εξοφλήσει το χρέος του και διαβεβαιώσεις ότι θα πλήρωνε το μικρό ποσό που όφειλε στην ενάγουσα εταιρεία. Μεταγενέστερα βέβαια επινόησε την εκδοχή ότι τα λάστιχα ήταν ελαττωματικά για να αποφύγει την πληρωμή του χρέους. Διαγραφή της απαίτησης κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες θα ήταν άδικο διότι θα επιβράβευε τον εναγόμενο ο οποίος για χρόνια έχει αποφύγει να πληρώσει το χρέος του για αγαθά που του πώλησαν και παρέδωσαν οι ενάγοντες. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €900 με νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του εναγομένου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πολιτική Έφεση 217/2006 ημερομηνίας 11.11.
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.