← Κύπρος

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ ν. Μιχάλης Παπαβασιλείου κ.α., Αρ. Αίτησης: 210/2016, 22/11/2016

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ ν. Μιχάλης Παπαβασιλείου κ.α., Αρ. Αίτησης: 210/2016, 22/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A627 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 210/2016 Μεταξύ: Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ Αιτητών και

  1. Μιχάλης Παπαβασιλείου
  2. Νικόλας Παπαδέτης Καθ ΄ ων η Αίτηση ------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25.4.2016 Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κος Φ. Βρυωνίδης Για τον καθ' ου η Αίτηση 1: κα Ε. Λάμπρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές ζητούν εγγραφή διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 26 Οκτωβρίου
  3. Αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται ως τεκμήριο από την οποία προκύπτει ότι ο πρωτοφειλέτης και οι εγγυητές δανείου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού ειδοποιήθηκαν για την διαδικασία της διαιτησίας. Παρών στην διαδικασία ήταν ένας εκ των εγγυητών, Τάσος Πρωτοπαπάς, και εκδόθηκε απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση για το ποσό των €17.930,05 πλέον τόκους και έξοδα. Στην συνέχεια η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση στις 24 Μαρτίου 2016 και πέρασαν 21 ημέρες χωρίς ο καθ' ου η αίτηση να εφεσιβάλλει την απόφαση ως προβλέπει ο νόμος. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση βάση του Άρθρου 22 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου για εγγραφή της απόφασης. Ο καθ' ου η αίτηση 1, εγγυητής της οφειλής, έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση για εγγραφή της απόφασης και επικαλείται στην ουσία τρεις λόγους ένστασης σε σχέση με την εγγραφή της απόφασης. Πρώτον, είναι η θέση του ότι δεν ειδοποιήθηκε για να παρευρεθεί στην διαδικασία της διαιτησίας η οποία κατέληξε στην έκδοση της σχετικής απόφασης. Δεύτερο, είναι η θέση του ότι ουδέποτε κατά την σύναψη του δανείου συγκατατέθηκε όπως η εν λόγω διαφορά μεταξύ του συνεργατικού ιδρύματος και των μελών της, οφειλέτες της και εγγυητές των οφειλών παραπεμφθεί σε διαιτησία. Τέλος, καταγράφει ως γεγονός ότι οι αιτητές ενήργησαν καταχρηστικά και κακόπιστα επειδή απέκοψαν από το γραμμάτιο του χωρίς την συγκατάθεση του το ποσό των €2.460,00 έναντι του υπόλοιπου σε τρεχούμενο λογαριασμό αρ. 4098572-5 του Γαβριήλ Γαβριήλ τον οποίο εγγυήθηκε ενώ στα πλαίσια διαδικασίας στην υπόθεση 80/14 οι αιτητές εξασφάλισαν διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του πρωτοφειλέτη. Mε βάση το Άρθρο 52

(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 διαιτητική απόφαση που δεν έχει εφεσιβληθεί θεωρείται τελική απόφαση και δύναται να εκτελεστεί όπως μία απόφαση του Δικαστηρίου. Δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της διαιτητικής απόφασης. Διαιτητική απόφαση θεωρείται τελεσίδικη απόφαση με βάση το Άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Με βάση τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ.15, 'απόφαση' παραγράφεται μόνο μετά από πάροδο 15 ετών. Στην απόφαση Τουμαζή ν Κυριάκος και Νικόλας Τρικωμίτης Λτδ. 1(Β) ΑΑΔ 921
(2008), επεξηγήθηκε ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι κάθε διαιτητική απόφαση είναι εκτελεστή. Στην υπόθεση Αίτηση του Χριστόδουλου Πιττάκα για έκδοση Εντάλματος Certiorari 1(Γ) ΑΑΔ 1932
(2001), το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η μη επίδοση της αίτησης για την εγγραφή της απόφασης ήταν σφάλμα της διαδικασίας διότι η εξουσία του Δικαστηρίου να προβεί στην εγγραφή της απόφασης δεν είναι μόνο τυπική. Ο διάδικος εναντίον του οποίου θα εγγραφεί η απόφαση είχε το δικαίωμα να ακουσθεί και να προβάλει λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να προβεί σε εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα μπορούσε να αρνηθεί να προβεί στην εγγραφή είναι επί παραδείγματι, οι λόγοι που προδιαγράφονται στο Άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Στην έφεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν 'Αντη Κυριακίδη 1(Α) ΑΑΔ 716
(2008), επεξηγήθηκε ότι μόνο ζητήματα που αφορούν την εκτέλεση θα μπορούσαν να εγερθούν κατά το στάδιο εγγραφής της εκτέλεσης της απόφασης. Η απόφαση του διαιτητή είναι τελεσίδικη εκτός εάν εφεσιβληθεί με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 52
(5). Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85 παραπέμπει στον περί Διαιτησίας Νόμο σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να διεξαχθεί η διαιτητική διαδικασία. Θεωρώ ότι το Άρθρο 52
(5)δεν είναι αντίθετο με τις πρόνοιες του Άρθρου 20 του περί Διαιτησίας Νόμου και ενδεχομένως ζητήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 20 θα μπορούσαν να εγερθούν στο στάδιο της έφεσης της διαιτητικής απόφασης ως αυτή προβλέπεται από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο. Εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε παρατυπία από το πρακτικό της διαιτησίας που επισυνάπτεται προς υποστήριξη της αίτησης. Ο καθ' ου η αίτηση ως προκύπτει από το πρακτικό της διαιτησίας ειδοποιήθηκε για την διαδικασία διαιτησίας (βλ. τεκμήριο 1 της αίτησης) και επίσης του γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση και δεν άσκησε το δικαίωμα του να καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης. Συνεπώς, οι αιτητές με έχουν πείσει ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι την εγγραφή της απόφασης υπήρξε κανονική και δεν τίθεται κανένα ζήτημα αντικανονικότητας της διαδικασίας που να δικαιολογεί μη εγγραφή της απόφασης. Αναφορικά με το επιχείρημα του καθ' ου η αίτηση ότι αμφισβητεί κατά πόσο υπήρχε συνυποσχετικό (arbitration agreement) στο οποίο ο καθ' ου η αίτηση συμφώνησε όπως παραπεμφθεί η διαφορά σε διαιτησία σημειώνεται ότι ο διορισμός διαιτητή έγινε διά νόμου με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου η οποία είναι τελεσίδικη απόφαση και θα πρέπει να εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης. Παραπέμπω στην σχετική νομοθεσία. Οι σχετικές πρόνοιες του νόμου είναι ως ακολούθως: Διαιτησία προς επίλυση διαφορών 52.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του Κώδικα Δεοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα, με βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειζόμενους σχετικά με τη διαχείριση των δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων σε καθυστέρηση, οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους∙ ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους ή καταθέτη, χρεώστη ή πελάτη και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε άλλης εγγεγραμμένης εταιρείας, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε∙ (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012.
(3)Σε περίπτωση παραπομπής από τον Έφορο, της διαφοράς σε διαιτητή ή διαιτητές για επίλυση, ο Έφορος κέκτηται εξουσία καθορισμού της αμοιβής αυτού του διαιτητή ή των διαιτητών.
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.
(6)Ο τρόπος διορισμού διαιτητού ή διαιτητών και ο τρόπος καθορισμού και είσπραξης των εξόδων αναφορικά με την επίλυση της διαφοράς και εν γένει οποιοδήποτε θέμα είναι δεκτικό καθορισμού για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ρυθμίζεται με Θεσμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2014, εφόσον εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας: Νοείται ότι, οι διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 53 εφαρμόζονται και σε σχέση με Θεσμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου.» Στην υπόθεση Αντρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς 1 ΑΑΔ 707
(2012)παρόμοιο ζήτημα είχε εγερθεί και το Εφετείο επεσήμανε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης προερχόμενη από διαιτητή ο οποίος είχε διορισθεί να επιλύσει την διαφορά με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. 1) Υποβάλλεται ότι κατά τη διαδικασία της διαιτησίας παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης αφενός, γιατί ο διαιτητής δεν συγκατατέθηκε στο αίτημα αναβολής του εφεσείοντα με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αποκλειστεί από τη διαδικασία και αφετέρου, γιατί ο διαιτητής ως υπάλληλος της εφεσίβλητης δεν είχε υπέρ του το τεκμήριο της αμεροληψίας. Υποβάλλεται επίσης ότι η προαναφερόμενη διαιτητική απόφαση δεν μπορούσε να εγγραφεί καθότι δεν επρόκειτο για διαιτητική απόφαση ληφθείσα με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 δηλαδή, με βάση συνυποσχετικό διαιτησίας αλλά με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 και τροποποιήσεων.. Το επαρχιακό Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του Επαρχιακού Δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές. Στην παρούσα περίπτωση, διορισμός του διαιτητή έγινε σύμφωνα με τον νόμο που προνοεί ότι διαφορές αυτής της φύσης επιλύονται μόνο με διαιτησία. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης συμφωνώ με την θέση του κ. Βρυωνίδη ότι εάν ήθελε προκύψει κάποιο ζήτημα σε σχέση με την προστασία του καθ' ου η αίτηση ως εγγυητής των οφειλών άλλου προσώπου δυνάμει του Άρθρου 12 του Περί Προστασίας Ορισμένων Κατηγοριών Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003 υπήρχαν διαθέσιμα τα ένδικα μέσα αυτά τα ζητήματα να εγερθούν και να επιλυθούν. Όμως, ο καθ' ου η αίτηση ο οποίος φαίνεται να έλαβε γνώση της διαδικασίας έγκαιρα αλλά και της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης δεν έδρασε έγκαιρα να εγείρει αυτά τα ζητήματα και έτσι η απόφαση του διαιτητή στα πλαίσια της διαδικασίας που έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/198 πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση σε σχέση με την διαφορά και στην απουσία στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι υπήρχε ανικανότητα στην διαδικασία υπό την έννοια ότι παραβιάσθηκαν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, δεν βλέπω να υπάρχει βάσιμος λόγος να αρνηθώ όπως γίνει εγγραφή της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της. Ως εκ τούτου, εκδίδεται η ανάλογη διαταγή για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίων του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά υπολογισθούν από το πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.