← Κύπρος

Χρίστος Μηνά κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης: 2627/13, 11/11/2016

Χρίστος Μηνά κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης: 2627/13, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A604 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 2627/13 Μεταξύ:

  1. Χρίστος Μηνά
  2. Χαράλαμπος Αγαπίου
  3. Στέλλα Αγαπίου Μηνά Εφεσείοντες Και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λτδ Εφεσίβλητοι ‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑ Ημερομηνία: 11/11/16 Για Εφεσείοντες 1 ‑ 3: κα Γκιάτα Για Εφεσίβλητους: κα Κορφιώτου ‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.12.13, οι Εφεσείοντες καταχώρησαν την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια έφεση/ αίτηση (στο εξής "η αίτηση") εναντίον των εφεσίβλητων και απαιτούν: «Α. Ακύρωσιν της Διαιτητικής απόφασης της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου της εκδοθείσης εναντίον των Αιτητών ως εγγυητών ημερομηνίας 08.10.
  4. Β. Διαζευκτικώς διόρθωσιν της πιο πάνω αποφάσεως ούτως ώστε το ποσόν των €52.257,58 να τροποποιηθή εις €30.772,29 πλέον τόκοι 9% επί του ποσού των €30.772,29 από 01.01.2001, πλέον ή οιοιδήποτε δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι της 31.12.
  5. Γ. Δήλωσιν του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι οι συνολικοί τόκοι δεν μπορούν να υπερβούν το διπλάσιο του κεφαλαίου. Δ. Δήλωσιν και Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν δικαιούται εις εκτέλεση της οιασδήποτε απόφασης εναντίον των Αιτητών πριν την εκποίησιν της υποθήκης εναντίον του πρωτοφειλετών Παρασκευής και Χάννυ Νταβούτ τους τους οποίους ηγγυήθησαν οι Αιτηταί. ΣΤ. Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως πλέον ΦΠΑ». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52

(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, (Νόμοι 1985 ‑ 2007), στο άρθρο 4 του Νόμου 160
(1)/1999, στα άρθρα 2, 3, 6 του Νόμου 2/1977, στα άρθρα 9, 10
(1)και
(2), 11, 12 και 13
(1)και
(2)του Νόμου 197
(1)/2003, στο Νόμο 56
(1)/2011, στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.48, Θ.2 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Χρίστου Μηνά (πρόκειται για τον Εφεσείοντα 1) ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τις Εφεσείουσες 2 και 3 για να προβεί σε αυτή. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ρηθείσας ένορκης δήλωσης, κατά τις 8.10.2013, διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία διαιτησίας, στα γραφεία των εφεσίβλητων στη Λεωφ. Αθαλάσσης 120 στο Στρόβολο, σε σχέση με διαφορά που προέκυψε αναφορικά με δάνειο που παραχώρησαν οι τελευταίοι, και ως διαιτητής είχε διοριστεί ο κύριος Αντρέας Αντωνιάδης. Κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας, παρόντες, μεταξύ άλλων, ήταν και όλοι οι Εφεσείοντες (οι οποίοι κλήθηκαν ως εγγυητές των δύο πρωτοφειλετών του δανείου) και ο διαιτητής επιφύλαξε την απόφαση του. Στις 6.12.13, γνωστοποιήθηκε στους Εφεσείοντες το γεγονός της έκδοσης διαιτητικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 8.10.13 και δη την ημέρα που διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας. Κατά τον Εφεσείοντα 1, ενώ όλοι οι Εφεσείοντες ήσαν παρόντες στην ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας, ο διαιτητής δεν τους υπέβαλε οποιαδήποτε ερώτηση και ούτε τους έδωσε το λόγο για να εκφράσουν τις θέσεις και/ή απόψεις τους σε σχέση με την διεξαχθείσα εκεί διαδικασία. Επιπροσθέτως, ο Εφεσείοντας 1, στην ένορκή του δήλωση, προωθεί και τη θέση ότι, στην εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν αναφέρεται το μέχρι πότε θα πρέπει να καταβάλλεται τόκος από τους Εφεσείοντες. Υποστηρίζεται ακόμα ότι, ο διαιτητής δεν συνυπολόγισε το γεγονός ότι για την επίδικη οφειλή, οι Εφεσίβλητοι είχαν εξασφάλιση, διά υποθήκης, επί ακινήτου, του οποίου η αξία είναι πέριξ των €150.000. Εκφράζεται επίσης η θέση ότι, κατά καιρούς, οι πρωτοφειλέτες, κατέβαλαν, έναντι του δανείου, το συνολικό ποσό €3.160,91 και ότι το γεγονός αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει στην έκδοση απόφασης με διαφορετικό από το επιδικασθέν ποσό. Κατά την εισήγηση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, συνεπεία του γεγονότος ότι το επίδικο δάνειο δόθηκε κατά το 1993, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του Νόμου 2/1977, σύμφωνα με τις οποίες, δεν είναι επιτρεπτός ο ανατοκισμός, ούτε και η έκδοση απόφασης για καταβολή που υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Προς υποστήριξη δε αυτής της θέσης του, παραπέμπει και στις πρόνοιες του άρθρου 4 του Νόμου 160
(1)/1999, θεωρώντας ότι, τούτες, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για στήριξη του επιχειρήματος του. Με γνώμονα το περιεχόμενο των γνωστοποιήσεων που στάλθηκαν στους Εφεσείοντες στις 6.12.13, με τις οποίες ενημερώθηκαν ότι εκδόθηκε εναντίον τους η επίδικη διαιτητική απόφαση, ο Εφεσείοντας 1 προωθεί τη θέση ότι, λανθασμένα στην ρηθείσα απόφαση παρουσιάζεται ως «κεφάλαιο» το ποσό των €52.257,58 αντί το ποσό των €34.172 (Λ.Κ.20000), που αποτελεί το ύψος του αρχικού κεφαλαίου που δόθηκε ως δάνειο κατά το
  1. Υποστηρίζει ακόμα ότι, συνεπεία της εξασφάλισης που έχουν οι Εφεσίβλητοι μέσω της υποθήκης επί ακίνητης ιδιοκτησίας των πρωτοφειλέτων, η αξία της οποίας, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, υπερβαίνει το ύψος του «πραγματικού χρέους», δικαιολογείται η έκδοση της υπό στοιχείο Δ αιτούμενης θεραπείας. Ακόμα, παραπέμποντας στο περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, ως Τεκμήριο Β, και ειδικότερα στις, με πράσινο χρώμα, υποδειχθείσες χρεώσεις, προωθεί τη θέση ότι οι Εφεσίβλητοι προέβηκαν σε παράτυπες και/ή παράνομες και/ή εκτός συμφωνίας χρεώσεις, συνολικού ύψους € 238,
  2. Τέλος, κατ' επίκληση των προνοιών των άρθρων 12 και 13 του Νόμου 197
(1)/2003, υποστηρίζει ότι οι Εφεσίβλητοι δεν απέστειλαν τις προβλεπόμενες από τον ρηθέντα νόμο ειδοποιήσεις προς τους Εφεσείοντες. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι επί της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, επισυνάπτονται 4 Τεκμήρια και συγκεκριμένα, ως Τεκμήριο Α (1, 2 και 3), οι γραπτές γνωστοποιήσεις που απεστάλησαν στους Εφεσείοντες περί του γεγονότος ότι εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον τους, ως Τεκμήριο Β, κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι Εφεσίβλητοι σε σχέση με το επίδικο χρέος, ως Τεκμήριο Γ, η ειδοποίηση που απεστάλη προς τον Εφεσείοντα 1, με την οποία πληροφορείτο ότι στις 8.10.2013 και σε συγκεκριμένη ώρα θα διεξαγόταν η διαιτησία για το επίδικο χρέος και ως Τεκμήριο Δ, η συμφωνία δανείου, η οποία πρόκειται στην ουσία περί μεσοπρόθεσμου γραμματίου ημερομηνίας 30.11.
  1. Οι Εφεσίβλητοι, καταχώρησαν την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (στο εξής "η ένσταση") στις 7.1.15, στο κυρίως σώμα της οποίας, αναφέρονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι: «
  2. Δεν συντρέχουν νομικοί και/ή πραγματικοί λόγοι που να συνηγορούν στην έγκριση της Αίτησης - Έφεσης ημερομηνίας 23.12.2013 και/ή στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως το Α, Β, Γ, Δ και Στ της Αίτησης - Έφεσης και/ή στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου η απόφαση του διαιτητή Ανδρέα Αντωνιάδη ημερομηνίας 8.10.2013 να ακυρώνεται και/ή διορθώνεται και/ή τροποποιείται.
  3. Η Αίτηση Έφεση έχει λανθασμένο τίτλο και/ή στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου και/ή το όνομα της Εφεσίβλητης - Καθ' ης η Αίτηση είναι λανθασμένο.
  4. Οι Εφεσείοντες - Αιτητές κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή των πράξεων τους να αιτούνται ως η επίδικη Αίτηση - Έφεση τους και/ή οι Εφεσείοντες - Αιτητές εμφανίστηκαν κατά τη διαδικασία της Διαιτησίας και δεν προέβαλαν οποιοδήποτε ισχυρισμό και/ή δεν προέβαλαν τις θέσεις που προβάλλουν με την Αίτηση - Έφεση τους.
  5. Η διαδικασία διαιτησίας διεξήχθη σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς και/ή ο Διαιτητής Ανδρέας Αντωνιάδης ενήργησε σύμφωνα με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς.
  6. Η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 8.10.2013 είναι καθόλα νόμιμη και/ή κανονική και/ή ορθή και/ή εκδόθηκε σύμφωνα με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς.
  7. Οι Εφεσείοντες - Αιτητές κωλύονται να εγείρουν ισχυρισμούς τους οποίους έπρεπε να προβάλουν στη διαδικασία Διαιτησίας στην οποία εμφανίστηκαν.
  8. Η καταχωρηθείσα Αίτηση - Έφεση έχει λανθασμένο τύπο και/ή δεν προβάλλονται και/ή καθορίζονται οι λόγοι Έφεσης και/ή επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της Εφεσίβλητης - Καθ' ης η Αίτηση.
  9. Το αιτούμενο διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου το οποίο αιτούνται οι Εφεσείοντες - Αιτητές στην παράγραφο Δ της Αίτησης - Έφεσης τους και/ή το διάταγμα και/ή δήλωση ότι η Εφεσίβλητη - Καθ' ης η Αίτηση δεν δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης εναντίον των Εφεσείοντων - Αιτητών πριν την εκποίηση της υποθήκης, είναι πρόωρο και/ή άδικο και/ή αντισυνταγματικό και/ή ενάντια στα δικαιώματα της Εφεσίβλητης - Καθ' ης η Αίτηση». Η ένσταση βασίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρα 20 και 30, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3 και 4, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985 ως αυτός τροποποιήθηκε, άρθρο 52, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Αρ. 78, στους Co Operative Societies Rules CAP 198, στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160 (I)1999, άρθρα 4, 5, 7 και 8, στη Νομολογία, το Δίκαιο της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Χριστοδούλου ο οποίος, εργάζεται στην υπηρεσία των Εφεσίβλητων και συγκεκριμένα στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Αφού δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, αναφέρει ότι ήταν παρών κατά την ακροαματική διαδικασία της επίδικης διαιτησίας. Ακολούθως δηλώνει τη διαφωνία του με το περιεχόμενο της αίτησης και προχωρεί στην παράθεση των ισχυρισμών των Εφεσίβλητων. Σημειώνει ότι στις 30.11.93, οι Εφεσίβλητοι παραχώρησαν μεσοπρόθεσμο γραμμάτιο προς την Παρασκευή Νταούτ Χάννυ και τον Χάννυ Νταούτ Αλή υπό την έγγύηση των Εφεσείοντων, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμήριο
  10. Αναφέρει ακόμα ότι, η Παρασκευή Νταούτ Χάννυ, προς περαιτέρω εξασφάλιση των Εφεσίβλητων, υποθήκευσε προς όφελος τους συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία της με την υποθήκη Υ9625/93 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Κατά την 1.2.1996, οι Εφεσίβλητοι καταχώρησαν αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με την οποία απαιτούσαν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Συνεπεία της εν λόγω αιτήσεως, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας απέστειλε προς τους Εφεσίβλητους σχετική γνωστοποίηση, με την οποία τους ενημέρωνε ότι ως επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ορίστηκε το ποσό των €598,01 (Λ.Κ.350). Την εν λόγω γνωστοποίηση, επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμήριο
  11. Ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ακόμα ότι, συνεπεία της παράλειψης καταβολής από πλευράς των πρωτοφειλέτων των συμφωνηθέντων δόσεων, προέκυψε διαφορά μεταξύ τους και των εφεσιβλήτων, που παραπέμφθηκε σε διαιτησία, η οποία διεξήχθη στις 8.10.13, στην παρουσία του ίδιου, και με διαιτητή τον Αντρέα Αντωνιάδη. Κατά την ακροαματική διαδικασία, εμφανίστηκε εκ μέρους των πρωτοφειλέτων η Παρασκευή Νταούτ Χάννυ, καθώς επίσης και όλοι οι Εφεσείοντες. Εκεί, ο διαιτητής ζήτησε από τον ίδιο, όπως καταθέσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα προς υποστήριξη της απαίτησης των Εφεσίβλητων, πράγμα το οποίο και έπραξε, καταθέτοντας στην ουσία, το μεσοπρόθεσμο γραμμάτιο, κατάσταση λογαριασμού (την οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμήριο 3), καθώς επίσης και την σχετική σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου. Όλα τα καταχωρηθέντα, στη διαιτησία, από τον ίδιο έγγραφα, παραδόθηκαν, τόσο προς την πρωτοφειλέτιδα, όσο και προς όλους τους Εφεσείοντες και ακολούθως ο διαιτητής ρώτησε τους εκεί παρευρισκόμενους εάν επιθυμούσαν να αναφέρουν οτιδήποτε σε σχέση με τα έγγραφα που είχαν κατατεθεί ή για σκοπούς υπεράσπισης τους. Η πρωτοφειλέτιδα, παραδέχτηκε το χρέος της ίδιας και του συζύγου της, ενώ οι Εφεσείοντες, αναγνώρισαν την υπογραφή τους επί του μεσοπρόθεσμου γραμματίου, δηλώνοντας ακόμα ότι δεν επιθυμούσαν να αναφέρουν οτιδήποτε άλλο. Κατόπιν τούτων, ο διαιτητής επιφύλαξε την απόφαση του, την οποία, εάν και εξέδωσε την ίδια ημέρα και δη στις 8.10.13, εντούτοις την κοινοποίησε στους Εφεσίβλητους σε κατοπινή ημερομηνία. Τη διαιτητική απόφαση, επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμήριο
  12. Σε σχέση με το ποσό για το οποίο ζητείτο η έκδοση της διαιτητικής απόφασης και για το οποίο γίνεται ειδική αναφορά στη κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε στην διαιτησία (Τεκμήριο 3 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση), ο ομνύοντας για λογαριασμό των εφεσιβλήτων, ισχυρίζεται ότι το συνολικό ποσό των €52.274,29, αφορά, στο αρχικό κεφάλαιο των Λ.Κ.20.000, πλέον το υπόλοιπο των τόκων επί του εν λόγω κεφαλαίου, Λ.Κ.10584,78, πλέον υπόλοιπο εξόδων Λ.Κ. 10 και δη στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.30.594,78, που ισούται, σε €52.274,
  13. Υποστηρίζει ακόμα ότι, μετά τις 31.12.2000, καμία πληρωμή δεν έγινε έναντι του μεσοπρόθεσμου γραμματίου. Ακολούθως, υποδεικνύει ότι, τα Τεκμήρια Α 1, 2 και 3 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, δεν είναι αντίγραφα της εκδοθείσας επίδικης διαιτητικής απόφασης, αλλά γνωστοποιήσεις που απεστάλησαν προς τους Εφεσείοντες περί του ότι εκδόθηκε, εναντίον τους, η επίδικη διαιτητική απόφαση. Ως προς τον ισχυρισμό των Εφεσείοντων ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου είναι ύψους περίπου €150.000, σημειώνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τίθεται με εντελώς γενικό τρόπο, χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ειδικού ή εμπειρογνώμονα προς υποστήριξη του. Τέλος, ως Τεκμήριο 5, επισυνάπτει στην ένορκή του δήλωση, προειδοποιητική επιστολή που απεστάλη προς την πρωτοφειλέτιδα, με κοινοποίηση προς τους Εφεσείοντες, και τούτο στην προσπάθεια του να απαντήσει στον ισχυρισμό των Εφεσείοντων ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες των άρθρων 12 και 13 του Νόμου 197
(1)/2003. Με βάση τα πιο πάνω, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι η παράλειψη των Εφεσείοντων να προωθήσουν τις θέσεις τους ενώπιον του διαιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας, αποτελεί εμπόδιο στο να προωθούν τούτα στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης και ζητεί την απόρριψη της και την καταδίκη των Εφεσείοντων στα έξοδα. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, δεν αντεξετάστηκε. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία από τους διάδικους. Στις αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, υποστήριξαν με σχετική επιχειρηματολογία τις θέσεις των πελατών τους. Πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η συνήγορος των Εφεσίβλητων δεν προώθησε τον υπό αριθμό 2 λόγο ένστασης, μιας και πριν την ακροαματική, ενώπιον του Δικαστηρίου, διαδικασία, τροποποιήθηκε ο τίτλος της αίτησης εις τρόπο που καθιστούσε πλέον τον ρηθέντα λόγο, ανεδαφικό. Διεξήλθα τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν (περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των διάφορων Τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές), έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλονται μέσα από τις αγορεύσεις τους. Πρέπει εξ αρχής να σημειωθεί ότι, η δικαιοδοτική, για την προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, νομική βάση, είναι το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Οι υπόλοιπες νομοθετικές πρόνοιες που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης, αφορούν σε πρόνοιες, που κατά τους Εφεσείοντες, επιβάλλουν υποχρεώσεις προς τους Εφεσίβλητους και/ή δημιουργούν δικαιώματα στους Εφεσείοντες, τα οποία έχουν, πάντα κατά τους Εφεσείοντες, παραβιαστεί από τους πρώτους. Είναι δε εξόφθαλμο ότι, η υπό εξέταση αίτηση, επιδιώκει την ανατροπή της διαιτητικής απόφασης επί διάφορων λόγων, ως τούτοι προσδιορίζονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Οι πρόνοιες του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου[1], αν και δίδουν το δικαίωμα σε οποιοδήποτε που θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από απόφαση διαιτητή να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης σε αυτόν της εν λόγω απόφασης, εντούτοις είναι εντελώς σιωπηρές ως προς τις θεραπείες που είναι δυνατό να επιζητηθούν στα πλαίσια της εν λόγω έφεσης. Από την άλλη, το άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, προνοεί ότι: " Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει την διαιτητική απόφαση", προβλέποντας έτσι και τη θεραπεία που είναι δυνατό να δοθεί στα πλαίσια μιας αίτησης/έφεσης ως η υπό εξέταση. Και αυτή είναι, η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Είναι για αυτό το λόγο, που είμαι της γνώμης ότι, οι υπό στοιχεία Β, Γ και Δ αιτούμενες θεραπείες, δεν είναι δυνατό να αποδοθούν στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Και τούτο γιατί, με αυτές δεν επιδιώκεται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, αλλά, είτε η τροποποίηση της διά της αντικαταστάσεως του οφειλόμενου ποσού επί του οποίου θα χρεώνεται ο τόκος (θεραπεία υπό στοιχείο Β), είτε διά της προσθήκης περαιτέρω διαταγμάτων, αφενός αναφορικά με το συνολικό ποσό τόκων που είναι επιτρεπτό να απαιτηθούν και αφετέρου, για αναστολή της εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης (θεραπείες υπό στοιχεία Γ και Δ, αντίστοιχα). Εκείνο που στην ουσία ζητείται από τους Εφεσείοντες (σε σχέση με τις υπό στοιχεία Β και Γ αιτούμενες θεραπείες), είναι το Δικαστήριο να μετατρέψει τον εαυτό του σε διαιτητή και να εκδικάσει εκ νέου τη διαφορά των μερών και ακολούθως να τροποποιήσει την διαιτητική απόφαση, ενέργεια, που, ως θα διαφανεί, κατωτέρω, από τη νομική πτυχή που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα, είναι εντελώς ανεπίτρεπτη. Όσον τώρα αφορά στην υπό στοιχείο Δ αιτούμενη θεραπεία, τούτη επιδιώκει, την αναστολή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, η οποία απόφαση, αν δεν εγγραφεί προηγουμένως ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι δυνατό να εκτελεστεί. Κατά συνέπεια, με την εν λόγω αιτούμενη θεραπεία, επιζητείται, η αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, που στο παρόν στάδιο, δεν είναι εκτελεστή και χωρίς ένα τέτοιο αίτημα, να έχει προωθηθεί ενώπιον του Διαιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας. Ως δε θα διαφανεί κατωτέρω, η υπό στοιχείο Β αιτούμενη θεραπεία, βασίζεται επί λανθασμένης, κατά την άποψη μου, ερμηνείας του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης. Όσο δε αφορά στη υπό στοιχείο Γ αιτούμενη θεραπεία, το ζήτημα για το οποίο τούτη επιζητείται, είναι κάτι που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, αν και εφόσον οι εφεσίβλητοι επιδιώξουν να εισπράξουν, μέσω της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης (νοουμένου ότι, αφενός δεν θα ακυρωθεί τούτη στα πλαίσια της παρούσας και αφετέρου, θα εγγραφεί στο Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης), ποσό πέραν του διπλασίου του κεφαλαίου. Δεν είναι δυνατό να απασχολήσει, τούτο, το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, μιας και το περιεχόμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης, δεν είναι δεκτικό ερμηνείας ότι ο διαιτητής επιδίκασε ποσό που υπερβαίνει το διπλάσιο του κεφαλαίου. Επομένως, το μόνο που μένει να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο, είναι, εάν οι Εφεσείοντες κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεση τους, ώστε να δικαιολογείται η απόδοση της υπό στοιχείο Α αιτούμενης θεραπείας και δη η έκδοση απόφασης με την οποία να ακυρώνεται η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στις 8.10.13. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την μη δυνατότητα απόδοσης των αιτούμενων, υπό στοιχεία Β, Γ και Δ, θεραπειών, ουδόλως απολήγει στο να καθιστά τις διάφορες, σχετικές με τις εν λόγω αιτούμενες θεραπείες, αιτιάσεις των Εφεσείοντων, άσχετες με την υπό εξέταση αίτηση. Τούτες, και δη οι ρηθείσες αιτιάσεις, θα συνυπολογιστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της εξέτασης του αναφορικά με το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η απόδοση της υπό στοιχείο Α αιτούμενης θεραπείας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο όρος "ανάρμοστη/κακή συμπεριφορά" (misconduct), έχει ερμηνευθεί αρκετές φορές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τούτος, περιλαμβάνει κάθε μορφή συμπεριφοράς, η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη που επιδεικνύεται από τους διάδικους και/ή ενός εξ αυτών προς τους διαιτητές, ότι οι τελευταίοι, θα εκδώσουν μια δίκαιη απόφαση. Τέτοια ανάρμοστη ή κακή συμπεριφορά, μπορεί να αφορά στον τρόπο που ενεργεί γενικότερα ο ίδιος ο διαιτητής, ή στον τρόπο με τον οποίο διεξάγει τη διαδικασία της διαιτησίας, όπως π.χ. αναφορικά με τους μάρτυρες που καλούνται στη δίκη ή τα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων συνυπολογίζει ή την ενδεχόμενη απουσία των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία και ούτω καθ' εξής. Σημειώθηκε, στη σχετική νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου ότι, η κλασική αντιμετώπιση της έννοιας misconduct, έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή την ύπαρξη από πλευράς του τελευταίου μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Τονίστηκε ωστόσο ότι, το θέμα δεν μένει ως εκεί. Επεκτείνεται και σε μη ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστη συμπεριφορά, όπως η περίπτωση λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου ή η έκδοση απόφασης επί παράνομης συμφωνίας ή γενικότερα, η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, όπως, π.χ., η υιοθέτηση μαρτυρίας, έξω από τους όρους εντολής του. Ως προς δε την εξουσία του Δικαστηρίου να επεμβαίνει στις διαιτητικές διαδικασίες, το Ανώτατο Δικαστήριο επέδειξε ότι: « Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Αλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693)». Σημειώνεται ακόμα ότι, τόσο από τη δική μας νομολογία, όσο και από άλλες συγγενείς δικαιοδοσίες, οι περιστάσεις που κρίνονται ως απρεπής συμπεριφορά εκ μέρους του διαιτητή, τείνουν να περιοριστούν αντί να επεκταθούν. Είναι στα πλαίσια αυτής της τάσης, που αναφέρθηκε ότι, τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν ζητήματα που άπτονται επέμβασης τους σε διαδικασίες διαιτησίας με φειδώ, μιας και ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας, είναι και ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά μιας διαιτητικής απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στις πρόνοιες του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4. Σχετικά αποφασίστηκε επίσης ότι «Η νομική εμβέλεια της έννοιας της απρεπούς συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου.». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στις ακόλουθες αποφάσεις και/ή αυθεντίες: Πολ.Εφ.304/2010, Παναγιώτης Κλεοβούλου v. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ημερ.10/07/2015, P.N.P. CONSTRUCTIONS LIMITED v. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1395, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, Οικοδ. Επιχειρ. Στ. Α. Σταύρου Λτδ ν. Τυλλή κ.α.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1176, Τσιμεντoποιία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ 23, A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1991)1(Β) Α.Α.Δ. 717, Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, Modern Engineering v. Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep.135, David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R.562 και Russel on Arbitration, 2007, σελ.375, παρ, 7-056. Όσον τώρα αφορά στο δικαίωμα ενός διαδίκου σε διαιτησία, να αμφισβητήσει την ορθότητα της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης για λόγους που, αναμενόμενο θα ήταν να εγειρόταν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της διαιτησίας, στην υπόθεση Κούλλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄ έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. ................................................................................................................................................. Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι΄αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου». Σε σχέση με το περιεχόμενο μιας διαιτητική απόφασης και της ανάγκης τούτο να είναι σαφές ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεση της, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». (βλέπε, Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43) Τέλος, αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύονται από τα Δικαστήρια οι διαιτητικές αποφάσεις, αναφέρθηκε ότι αυτό πρέπει να γίνεται με φιλελεύθερο τρόπο και ότι θα πρέπει να επιδιώκεται να κρίνονται τούτες ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι, δεν πρέπει να αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης μια διαιτητικής απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της. Τα μόλις πιο πάνω, προκύπτουν από τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στη υπόθεση In Wood v. Griffith
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298, τα οποία είναι τα εξής: 'It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.' ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ Με το περιεχόμενο των παραγράφων 7 μέχρι και 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι Εφεσείοντες παραθέτουν τους λόγους/παράπονα για τους οποίους θεωρούν ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Οι λόγοι αυτοί, είναι οι ακόλουθοι:
  1. Ο Διαιτητής δεν τους έδωσε το λόγο, ούτε και τους έθεσε οποιοδήποτε ερώτημα κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησία.
  2. Η διαιτητική απόφαση επιδικάζει τόκο επί του ποσού των €52.257,58, το οποίο ποσό χαρακτηρίζει ως «κεφάλαιο», ενώ το πραγματικό κεφάλαιο, ανέρχεται στο ποσό των €34.172 (Λ.Κ.20.000).
  3. Στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης δεν αναφέρεται το μέχρι πότε θα πρέπει να καταβάλλονται οι επιδικασθέντες τόκοι.
  4. Ο Διαιτητής, δεν έλαβε υπόψη ότι, για την επίδικη ενώπιον του διαφορά, οι Εφεσίβλητοι είχαν ως εξασφάλιση υποθήκη ακινήτου αξίας περίπου €150.000, με αποτέλεσμα να υπερκαλύπτεται «το πραγματικό χρέος» και επομένως να νομιμοποιούνται οι Εφεσείοντες να απαιτούν αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον τους απόφασης
  5. Οι Εφεσίβλητοι παράνομα, παράτυπα και εκτός συμφωνίας, χρέωσαν διάφορα ποσά στο επίδικο λογαριασμό.
  6. Από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι, τούτη εκδόθηκε κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 3 και 6 του Νομου 2/1977, αλλά και της συμφωνίας δανείου, όπως και του άρθρου 4 του Νόμου 160(ι)/1999, αφού κεφαλαιοποιείται ο τόκος και γίνεται παράνομος ανατοκισμός και τέλος,
  7. Οι Εφεσίβλητοι, κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 12 και 13 του Νόμου 197(ι)/2003, δεν απέστελλαν προς τους Εφεσείοντες τις απαραίτητες ειδοποιήσεις και γενικά δεν ενήργησαν ως υποδεικνύουν οι ρηθείσες πρόνοιες. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, θέματα τα οποία εγείρονται με την αγόρευση του συνηγόρου των Εφεσειόντων και για τα οποία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και/ή δεν διατυπώνεται οποιοδήποτε παράπονο/λόγος στο δικόγραφο των Εφεισειόντων, δεν είναι δυνατό να εξεταστούν (βλ. Μιχαλάκη Σ. Σχίζα vs Μάριου Αδάμου κ.α., Πολ. Έφ. 7/2011, ημερ. απόφασης, 03 Νοεμβρίου 2016). Σημειώνεται επίσης ότι, ουσιαστικής σημασίας για σκοπούς εξέτασης των, πιο πάνω παρατιθέμενων, λόγων υποστήριξης της αίτησης 1 έως 4 και 6, υπέχει το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης. Με αυτά ως δεδομένα και με γνώμονα τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αίτηση επί της ουσίας της. Προκύπτει αβίαστα από την επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων ότι, τούτοι, όταν αναφέρονται στις ελλείψεις και/ή γενικά στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, έχουν κατά νου το περιεχόμενο της σχετικής γνωστοποίησης που τους απεστάλη και δη το περιεχόμενο των τεκμηρίων Α (1, 2 και 3) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Τούτος είναι και ο λόγος που τα σχετικά επιχειρήματα τους προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι η διαιτητική απόφαση πάσχει, είναι ανεδαφικά. Και αυτό γιατί, αν κάποιος ανατρέξει στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης (πρόκειται για το τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση), θα εξακριβώσει ότι όλα τα σχετικά παράπονα των αιτητών είναι αβάσιμα. Το ότι η διαιτητική απόφαση, είναι το τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, και όχι οι γνωστοποιήσεις που απεστάλησαν στους Εφεσείοντες, δεν είναι επίδικο. Και τούτο γιατί, αφενός επί του τεκμηρίου Α (1, 2 και 3) της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αναγράφεται ρητά ότι τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν «γνωστοποίηση» και αφετέρου, οι Εφεσείοντες κατά την αγόρευση τους, αναφερόμενοι ειδικά στο περιεχόμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης (βλ. παράγραφος 2 στη σελίδα 2 τούτης), παραπέμπουν στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση και όχι στις εν λόγω γνωστοποιήσεις. Με το θέμα τούτο, και δη ως προς το πραγματικό κείμενο της διαιτητικής απόφασης, πλέον διευκρινισμένο, προχωρώ τώρα να αιτιολογήσω το γιατί οι λόγοι 1 έως 4, επί τους οποίους βασίζεται η αίτηση, κρίνονται ανεδαφικοί. Ακολούθως, θα ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους και/ή αιτιάσεις των Εφεσειόντων. Πρώτος λόγος Ως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, οι Εφεσείοντες αναγνώρισαν την υπογραφή τους επί της συμφωνίας δανείου (Γραμμάτιον Μεσοπρόθεσμον). Το γεγονός τούτο, όχι απλά δεν αμφισβητείται από τους Εφεσείοντες, αλλά χρησιμοποιείται, κατά την αγόρευση τους (παράγραφος 2, σελίδα 2 τούτης), ως βάση για προώθηση σχετικής επιχειρηματολογίας τους. Πώς ήταν δυνατό οι Εφεισείοντες να αναγνωρίζουν την υπογραφή τους επί της συμφωνίας δανείου χωρίς να έχουν ερωτηθεί σχετικά και/ή χωρίς να τους δοθεί ο λόγος; Είναι ξεκάθαρο ότι, για να εκφράσουν οι Εφεσείοντες τη θέση τους ως προς τις υπογραφές επί της συμφωνίας δανείου, τους δόθηκε ο λόγος από τον διαιτητή. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας οι Εφεσείοντες ρωτήθηκαν αν θέλουν να αναφέρουν οτιδήποτε σε σχέση με τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του διαιτητή και δόθηκαν και στους ίδιους και γενικά ως προς υπεράσπιση τους, παρέμεινε αναντίλεκτος, παρά τη δυνατότητα που είχαν οι Εφεσείοντες, είτε να παρουσιάσουν σχετική αντικρουστική μαρτυρία, είτε να αντεξετάσουν τον εν λόγω ομνύοντα. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, ο εντελώς γενικός ισχυρισμός των Εφεσειόντων περί του ότι δεν τους δόθηκε ο λόγος από τον διαιτητή, καταρρίπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, το οποίο, επί του προκειμένου, οι Εφεσείοντες δεν αμφισβητούν. Δεύτερος λόγος Ως προς το κατά πόσο ο διαιτητής χαρακτηρίζει το επιδικασθέν ποσό των €52.257,58 ως κεφάλαιο, με αποτέλεσμα, στην ουσία, με την επιδίκαση τόκου επί του εν λόγω ποσού, να απολήγει στο να γίνεται παράνομος ανατοκισμός, στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση), το εν λόγω ποσό, χαρακτηρίζεται ως «υπόλοιπο» και όχι ως κεφάλαιο. Είναι προφανές ότι το υπό εξέταση παράπονο των Εφεσειόντων υποβάλλεται με γνώμονα το περιεχόμενο της γνωστοποίησης που απεστάλη σε αυτούς, επί της οποίας, όντως, το συγκεκριμένο ποσό, χαρακτηρίζεται ως κεφάλαιο. Όπως όμως σημειώθηκε ανωτέρω, οι ρηθείσες γνωστοποιήσεις δεν αποτελούν την επίδικη διαιτητική απόφαση, για την ισχύ της οποίας, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί. Τρίτος λόγος Και γι' αυτόν τον λόγο το σχετικό παράπονο των Εφεσειόντων εδράζεται επί του περιεχομένου των γνωστοποιήσεων. Και τούτο γιατί, το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης είναι αρκούντος διαφωτιστικό αναφορικά με το μέχρι πότε θα πρέπει να καταβάλλονται οι τόκοι, μιας και ρητά εκεί αναφέρεται ότι τούτοι, πρέπει να καταβάλλονται «μέχρι εξοφλήσεως». Τέταρτος λόγος Το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, ξεκαθαρίζει με κάθε σαφήνεια και το θέμα της εξασφάλισης του δανείου με υποθήκη ακινήτου. Ως προκύπτει από την διαιτητική απόφαση, ο διαιτητής, όχι απλά συνυπολόγισε το γεγονός ότι για το επίδικο χρέος έχει υποθηκευτεί συγκεκριμένο ακίνητο, αλλά στην απόφαση του, κατονόμασε την ρηθείσα υποθήκη ως πυγή από την οποία θα εισπραχθούν χρήματα για την ικανοποίηση του χρέους. Σχετική είναι η υπό στοιχείο (α), κάτω από τον τίτλο ΑΠΟΦΑΣΗ, αναφορά στην διαιτητική απόφαση. Πέμπτος λόγος Όσον αφορά στο δικαίωμα του Διαιτητή να συμπεριλάβει ως μέρος του χρέους και τις διάφορες χρεώσεις, που κατά τους Εφεσείοντες χρεώθηκαν παράνομα και κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την αναντίλεκτη σχετική μαρτυρία των Εφεσίβλητων, η κατάσταση λογαριασμού, με βάση την οποία προέκυψε το οφειλόμενο υπόλοιπο επί του οποίου εδράστηκε η απόφαση, δόθηκε στους Εφεσείοντες πριν την επιφύλαξη της απόφασης από τον διαιτητή, και καμία ένσταση δεν προωθήθηκε από αυτούς σε σχέση με τις επ' αυτής αναγραφόμενες χρεώσεις, παρά το ότι τους δόθηκε ο λόγος, γεγονός που καθιστά, ως υπεδείχθη ανωτέρω, αδύνατη την προώθηση σχετικού επιχειρήματος ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, το τελικό ποσό των €52.257,58, για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, προκύπτει από το αρχικό κεφάλαιο Λ.Κ. 20.000,00 πλέον Λ.Κ.10.584,78 συσσωρευμένοι τόκοι επί του κεφαλαίου, μέχρι και την 31/12/
  8. Ο διαιτητής δεν επιδίκασε τις Λ.Κ.10, έξοδα, που αναφέρονται στη κατάσταση λογαριασμού που καταχωρήθηκε ενώπιον του (τεκμήριο 3 της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης), εξ ου και το επιδικασθέν ποσό ανέρχεται στις €52.257,58 και όχι σε €52.274,29 (το οποίο θα προέκυπτε αν επιδικάζοντο και οι Λ.Κ. 10 (€16.71) έξοδα). Σχετική για την μόλις πιο πάνω κρίση μου, είναι η αναντίλεκτη μαρτυρία του ομνύοντος της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση και συγκεκριμένα το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της ένορκής του δήλωσης, στην οποία εξηγεί την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο
  9. Έκτος λόγος Αναφορικά τώρα με την θέση περί κεφαλαιοποίηση των τόκων, αυτό για το οποίο παραπονούνται οι Εφεσείοντες, είναι ότι η διαιτητική απόφαση επιδικάζει τόκο επί του ποσού των €52.257,58, στο οποίο ποσό περιλαμβάνονται και οι τόκοι επί του κεφαλαίου ύψους Λ.Κ. 10.584,78, με αποτέλεσμα να διενεργείται παράνομος ανατοκισμός. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση των Εφεσειόντων, δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή. Είναι γεγονός ότι, η επί του προκειμένου αναφορά του διαιτητή στην απόφαση του, δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας, σαφήνειας. Δεν μπορεί όμως, από την άλλη να θεωρηθεί ως ασαφής, σε τέτοιο βαθμό, που να πρέπει να ακυρωθεί. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά από τη διαιτητική απόφαση: « (α) Όπως ο πιο πάνω ενυπόθηκος λογαριασμός υπ. αρ. 7244701-4 για €52.257,58- (υπόλοιπο 1/1/2001) πλέον τόκο 9% ετησίως και χωρίς ανατοκισμό[2], από 1/1/2001 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα πληρωθούν από . (πρωτοφειλέτες) τους εγγυητές Λάμπρο Αγαπίου, Σέλλα Αγαπίου Μηνά και Χρίστο Μηνά (Εφεσείοντες 1, 2 και 3) και την υποθήκη με αρ. Υ9625/93». Προκύπτει, αφενός από τον χαρακτηρισμό του ποσού €52.257,58 ως «υπολοίπου» και όχι «κεφαλαίου» και αφετέρου από τη χρήση της υπογραμμισμένης, από το Δικαστήριο, φράσης «και χωρίς ανατοκισμό» ότι, ο διαιτητής, επιδικάζει τον τόκο 9% επί του αρχικού κεφαλαίου (Λ.Κ. 20.000,00) και όχι επί του επιδικασθέντος ποσού των €52.257,58, ως ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες. Επομένως, η σχετική εισήγηση των Εφεσειόντων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Έβδομος λόγος Τέλος, ως προς την ισχυριζόμενη παραβίαση των άρθρων 12 και 13 του Νόμου 197(ι)/2003, επί το ότι οι εφεσίβλητοι δεν απέστελλαν προς τους Εφεσείοντες, ως οι τελευταίοι ισχυρίζονται, τις αναγκαίες ειδοποιήσεις σε σχέση με τις εκάστοτε καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων από τους πρωτοφειλέτες, επίσης θεωρώ ότι αφορά θέμα που δεν είναι δυνατό να απασχολήσει το Δικαστήριο, από τη στιγμή που δεν τέθηκε προς τον Διαιτητή για εξέταση. Και τούτο, ανεξάρτητα του κατά πόσο έχουν σταλεί ή όχι τέτοιες ειδοποιήσεις, ή έστω και αν δεν στάλησαν, με το κατά πόσο, οι Εφεσείοντες υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά, για την οποία να δικαιούνται σε θεραπεία με βάση τις πρόνοιες των ρηθέντων άρθρων. Ως υπεδείχθη ανωτέρω, με αναφορά στα όσα σχετικά λέχθηκαν στην Κούλλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου (ανωτέρω), «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄ έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. ................................................................................................................................................. Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι΄αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται». Επομένως, και αυτός ο λόγος, επί του οποίου εδράζεται η αίτηση, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Έχοντας κατ' ουσία κρίνει όλους του λόγους επί των οποίων βασίζεται η αίτηση ως μη αποδεκτούς, μονοδρομικά καταλήγω στο ότι, η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και επομένως απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης και ως εκ τούτου, τούτα επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων, αλληλέγγυα και/ή χωρισμένα, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Ν. [1] 52.-
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας «ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως». [2] Υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.