← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Χρίστου Παπαδόπουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7356/10, 30/11/2016

ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Χρίστου Παπαδόπουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7356/10, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A647 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7356/10 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. Χρίστου Παπαδόπουλου
  2. Βικτώριας Χαραλάμπους
  3. Αυγούστας Τσεκούρα
  4. Γαλάτειας Βασιλείου
  5. Κωνσταντίνου Μπομπέτση Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης 30 Νοεμβρίου 2016 Για τους ενάγοντες: κος Βασιλακκάς Για τους εναγόμενους: κα Αναξαγόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση προωθείται από τις εναγόμενες 2 και 3 και με αυτήν επιδιώκεται άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης. Τι είναι αυτό που ζητείται να τροποποιηθεί, συγκεκριμένα να προστεθεί, και βεβαίως τι είναι αυτό που σήμερα αναφέρεται στα δικόγραφα - έκθεση απαιτήσεως και υπεράσπιση - εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα απλώς σημειώνεται ότι νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και συγκεκριμένα· Δ.25 κ.1 και Δ.48 κ.
  6. Είμαι της γνώμης ότι εξυπηρετούνται καλύτερα οι σκοποί της απόφασης με εκ προοιμίου σύνοψη των αρχών που διέπουν το αίτημα. Άλλωστε αυτές οι αρχές είναι που διαγράφουν το πλαίσιο των επίδικων θεμάτων. Ως εκ τούτου σπεύδω να συνοψίσω τούτες τις αρχές. Η τροποποίηση των δικογράφων διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
  7. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του αιτήματος αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". . . . . . . . . . . . . . . ............... Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Δεν είναι πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.06.2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/2012, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλλουν ανά περίπτωση. Ως εκ τούτου δεν χρησιμεύει γενική και αφηρημένη αναζήτηση τούτων. Δοθέντος ότι με την αίτηση επιδιώκεται τροποποίηση της υπεράσπισης, επιβάλλεται να δούμε τι είναι εκείνο που αναφέρεται στα δικόγραφα, ώστε ο αναγνώστης να είναι σε θέση να παρακολουθήσει την εξέλιξη της απόφασης και βεβαίως να κρίνει το αποτέλεσμα. Κύριο πρόσωπο της αγωγής είναι ο εναγόμενος
  1. Όπως εκεί αναφέρεται· την 01.11.2006 συνήψε με τους ενάγοντες συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου και/ή παραχώρησης προπληρωμής ωφελημάτων και/ή προπληρωμής προμηθειών. Σε αυτό το πλαίσιο την 02.11.2006 και 12.12.2006, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραμμάτιο και/ή αναγνώριση χρέους, για ποσό £5000 την πρώτη φορά και £9500 τη δεύτερη φορά. Τις δυο αυτές συμφωνίες, 02.11.2006 και 12.12.2006, εγγυήθηκαν οι εναγόμενες 2 και
  2. Πέραν τούτων οι εναγόμενες 2 και 3 εγγυήθηκαν τον εναγόμενο 1 και για τυχόν υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν και/ή θα δημιουργηθούν βάσει της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου και/ή άλλης συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό δεν θα υπερβαίνει τις £
  3. Δυνάμει όλων των ανωτέρω οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 1 διατηρούσαν λογαριασμό, στον οποίο χρέωναν και πίστωναν τα όποια ποσά λάμβανε ή δικαιούταν ο τελευταίος. Την 16.03.2010 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου με τον εναγόμενο 1 (συμφωνία ημερομηνίας 01.11.2006) και ενημέρωσαν τις εναγόμενες 2 και 3 με διπλοσυστημένη επιστολή. Την ίδια ημερομηνία απαίτησαν από τις εναγόμενες 2 και 3 να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του λογαριασμού, δηλαδή €58150,
  4. Στον αντίποδα οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι προϊόν δόλου και/ή απάτης. Συναρτούν τον εν λόγω ισχυρισμό με άρνηση των αναφερομένων στις παραγράφους 4, 5 και 7 της έκθεσης απαιτήσεως και με αυτό τον έμμεσο τρόπο φανερώνουν ότι τα έγγραφα στα οποία αναφέρονται είναι τα δυο γραμμάτια, ημερομηνίας 02.11.2006 και 12.12.2006 αντίστοιχα, και το εγγυητήριο που αφορά τη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου. Διατείνονται ότι ουδέποτε υπέγραψαν οιαδήποτε γραμμάτια συνήθους τύπου και/ή γραμμάτια και/ή αναγνώριση χρέους και ότι ουδέποτε χορήγησαν οιαδήποτε εγγύηση. Ούτε όμως και την εγγύηση της συμφωνίας ασφαλιστικού συμβούλου δέχονται ότι υπέγραψαν. Και σε αυτή την περίπτωση υποστηρίζουν ότι το έγγραφο είναι παράνομο και παράτυπο και ότι η υπογραφή τούτου διέπεται από δόλο και/ή απάτη. Είναι δε η θέση τους ότι αν οποιοδήποτε έγγραφο φέρει την υπογραφή τους, τούτη [η υπογραφή] είναι πλαστογραφημένη και/ή προϊόν απάτης και/ή παραπλάνησης και/ή εξαπάτησης. Οι παράγραφοι 4Ε και 4Στ της υπεράσπισης συμπυκνώνουν την πραγματική διάσταση της υπεράσπισης, ως εκ τούτου παρατίθενται αυτούσιες. Αναφέρεται εκεί ότι· Ε) Οι εναγόμενες υπέγραψαν κατά/ή περί το έτος 2006 στην Λεμεσό, στο περίπτερο που διατηρεί η εναγόμενη με αρ.3, κάποια έγγραφα τα οποία τους είχε υποδείξει ο εναγόμενος με αρ.1 και τα οποία τους ανέφερε ότι θα υπόγραφαν σε αυτά ως μάρτυρες για να μπορεί ο εναγόμενος με αρ.1 να συνάπτει ασφαλιστικά συμβόλαια. Οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 αναφέρουν ότι υπέγραψαν στο εν λόγω έγγραφο πιστεύοντας ότι υπογράφουν ως μάρτυρες σε συμφωνία που αφορούσε ασφάλειες. Όταν οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 υπέγραψαν τα εν λόγω έγγραφα παρών ήταν οι 2 εναγόμενες και ο εναγόμενος με αρ.1 και κάποιος γνωστός του εναγόμενου με αρ.
  5. Στ) Σε καμιά περίπτωση οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 δεν υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο με πρόθεση να εγγυηθούν τον εναγόμενο με αρ.1 και/ή ουδέποτε εγγυήθηκαν τον εναγόμενο με αρ.1 προς όφελος των εναγόντων. Τέλος, οι εναγόμενες αρνούνται ότι υπέγραψαν οιονδήποτε έγγραφο παρουσία μαρτύρων ή ότι έλαβαν οιανδήποτε επιστολή τερματισμού των συμφωνιών εγγυήσεως ή ότι κλήθηκαν να καταβάλουν οιονδήποτε υπόλοιπο. Τώρα, επιβάλλεται να δούμε τι είναι αυτό που οι εναγόμενες ζητούν να προσθέσουν. Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενες επιζητούν την προσθήκη νέων παραγράφων μετά την παράγραφο 4 της υπεράσπισης. Πρόθεσή τους είναι να προσθέσουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς· «4.Α Οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 εξαπατήθηκαν από τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους των εναγόντων και τον εναγόμενο με αρ.1 και υπέγραψαν τα εν λόγω έγγραφα εγγύησης που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και όλα τα έγγραφα που συνοδεύουν την εγγύηση ως ακολούθως: Α) ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΔΟΛΟΥ ΚΑΙ/΄Η ΑΠΑΤΗΣ ΚΑΙ/΄Η ΑΛΛΩΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ/΄Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΜΕ ΑΡ.1 ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΕΣ ΜΕ ΑΡ.2 ΚΑΙ 3 ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΟΥΝ ΤΙΣ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ/΄Η ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΥΝΟΜΟΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΜΕ ΑΡ.1 ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΑΡ.2 ΚΑΙ 3: α) Απέκρυψαν από τις εναγόμενες με αρ. 2 και 3 ότι υπέγραψαν έγγραφα εγγύησης. β) Παρέστησαν ψευδώς στις εναγόμενες με αρ. 2 και 3 ότι υπέγραφαν απλά ως μάρτυρες σε κάποια έγγραφα τα οποία αφορούσαν τον εναγόμενο με αρ.1 και τους ενάγοντες προκειμένου να δύναται ο εναγόμενος με αρ.1 να συνάπτει ασφαλιστικά συμβόλαια. γ) Παρέστησαν ψευδώς στις εναγόμενες με αρ. 2 και 3 ότι τα έγγραφα που υπέγραφαν δεν είχαν καμία συνέπεια ενώ οι ίδιοι γνώριζαν ότι ήταν εγγυητήρια έγγραφα. δ) Έδωσαν δόλια δέσμη εγγράφων στις εναγόμενες με αρ. 2 και 3 και τους ζήτησαν να τα υπογράφουν δήθεν ως μάρτυρες χωρίς να τις αφήσουν να τα διαβάσουν λέγοντας τους ότι όλα είναι τυπικά και απλά υπογράφουν ως μάρτυρες ενώ οι ίδιοι γνώριζαν ότι υπέγραφαν εγγυητήρια έγγραφα και έγγραφα σχετικά με την εγγύηση. ε) Οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι των εναγόντων φρόντισαν ώστε επί των εγγυητήριων εγγράφων και επί των γραμματίων που δήθεν υπέγραψαν ως εγγυήτριες οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 να υπάρχουν υπογραφές μαρτύρων οι οποίοι δεν ήταν παρόντες. Ταυτόχρονα αναφέρεται ψευδώς στα εν λόγω έγγραφα ότι υπογράφτηκαν στην Λευκωσία στην παρουσία μαρτύρων ενώ υπογράφτηκαν σε περίπτερο στην Λεμεσό ως αναφέρεται ανωτέρω. στ) Εκμεταλλεύτηκαν την σχέση εμπιστοσύνης που είχαν οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 με τον εναγόμενο με αρ.1 και τους απέσπασαν με ψευδείς παραστάσεις και ως ανωτέρω τις υπογραφές τους. 4.Β Οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 περαιτέρω θα επικαλεστούν την αρχή «non est Factun» και ότι η υπογραφή τους επί των εγγυητήριων εγγράφων και/ή των γραμματίων και επί των εγγράφων που συνοδεύουν την εγγύηση αποσπάστηκε από τους ενάγοντες σε συνεργασία με τον εναγόμενο με αρ. 1 με δόλο και/ή απάτη ως ανωτέρω. Ταυτόχρονα οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 ισχυρίζονται ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την νομοθεσία για την υπογραφή εγγυητήριων εγγράφων και/ή σύμβασης εγγύησης και/ή ότι η εν λόγω συμβάσεις είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή προϊόν δόλου και/ή απάτης. 4.Γ Περαιτέρω οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό επίδικα γραμμάτια στα οποία οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έχουν υπογράψει ως εγγυήτριες, οι εναγόμενες επαναλαμβάνουν όλα όσα αναφέρουν πιο πάνω και περαιτέρω αναφέρουν ότι αυτά δεν είναι γραμμάτια και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου δεν τηρούν τις προϋποθέσεις του νόμου για να μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια. Επιπλέον αναφέρουν ότι οι εγγυήσεις επί των εν λόγω γραμματίων είναι άκυρες για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω αλλά και γιατί δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και η νομοθεσίας για να μπορούν να θεωρηθούν ως έγκυρες εγγυήσεις. 4.Δ Σε σχέση με το έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 01.11.2006 οι εναγόμενες με αρ. 2 και 3 επαναλαμβάνουν όσα αναφέρουν πιο πάνω και περαιτέρω αναφέρουν ότι αυτή είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθώς δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και/ή νομοθεσία.» Ας δούμε τώρα τους ισχυρισμούς που κάθε πλευρά προώθησε εις υποστήριξη των θέσεων της. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η εναγομένη
  6. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης είναι μάλλον απλό. Είναι η θέση των εναγομένων ότι η ανάγκη τροποποίησης αποκαλύφθηκε μόλις την 13.04.2016, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Αυτό γιατί εκείνη την ημέρα έλαβαν κατοχή αριθμού άλλων εγγράφων που οι ενάγοντες έχουν και προτίθενται να χρησιμοποιήσουν στο δικαστήριο. Τούτα τα έγγραφα δεν τα είχαν δει προηγουμένως και αυτό παρ' ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται να τα έχουν υπογράψει. Μοναδικό έγγραφο που κατείχαν οι εναγόμενες, διατείνονται, είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Τα λοιπά έγγραφα, τεκμήρια 2 εως και 7 στην αίτηση, δεν γνώριζαν την ύπαρξή τους, μέχρι και την 13.04.2016 που τους δόθηκαν από τους ενάγοντες. Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που προώθησαν το αίτημα, υποστηρίζουν οι εναγόμενες, ώστε να προωθήσουν υπεράσπιση σε σχέση με αυτά τα έγγραφα, δηλαδή ότι η υπογραφή τους [των εναγομένων 2 και 3] αποσπάστηκε με δόλο και/ή απάτη. Στην αντίπερα όχθη οι ενάγοντες διαφωνούν με το αίτημα και προτάσσουν λόγους που άπτονται τόσο της ουσίας του πράγματος, όσο και των θεσμών που οι εναγόμενες επέλεξαν να στελεχώσουν την αίτησή τους. Αναφέρουν λοιπόν ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος. Περαιτέρω, διατείνονται πως το αίτημα υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και προωθεί νέες υπερασπίσεις. Ωσαύτως οι ενάγοντες διατείνονται πως η αίτηση είναι καταχρηστική και εμποτισμένη με κακή πίστη. Επί της ουσίας διατείνονται πως τα επίδικα έγγραφα, τεκμήρια 2 εως 7 στην αίτηση, ήταν σε γνώση των εναγομένων. Αυτό όχι μόνο γιατί ρητά αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως, αλλά επειδή απασχόλησαν τα μέρη προηγουμένως, εν προκειμένω σε συνάντηση που είχαν το
  7. Επί του προκειμένου η ομνύουσα την ένορκη δήλωση των εναγόντων, η οποία κατέχει τη θέση εσωτερικού νομικού συμβούλου των εναγόντων, υποστηρίζει ότι επειδή οι εναγόμενες αμφισβήτησαν τη γνησιότητα της υπογραφής που φαίνεται στα διάφορα έγγραφα, την 26.04.2014 διευθετήθηκε συνάντηση στα γραφεία της ενάγουσας. Σκοπός της συνάντησης ήταν να διενεργηθεί εξέταση των εγγράφων από δυο γραφολόγους, ένα για κάθε πλευρά. Τους μεν ενάγοντες εκπροσώπησε ο γραφολόγος Μάριος Μαρκίδης, τις δε εναγόμενες ο γραφολόγος Ανδρέας Παναγιώτου. Εκεί στα γραφεία των εναγόντων οι δυο γραφολόγοι 'επιθεώρησαν όλα τα έγγραφα που αμφισβητούσαν οι εναγόμενες' και έλαβαν αντίγραφα. Περαιτέρω, συμφώνησαν [οι γραφολόγοι] να εξετάσουν τέσσερα έγγραφα. Τούτα είναι· δύο έγγραφα εγγυήσεως ημερομηνίας 01.11.2006 (τεκμήριο 4 στην αίτηση) και δυο γραμμάτια. Το πρώτο, ημερομηνίας 02.11.2006, είναι το τεκμήριο 6 στην αίτηση, το άλλο, ημερομηνίας 12.12.2006, είναι το τεκμήριο 7 στην αίτηση. Δοθέντος λοιπόν ότι ο γραφολόγος των εναγομένων είχε επιθεωρήσει το σύνολο των εγγράφων και περιπλέον, εξετάσει επιστημονικά κάποια εξ αυτών, είναι η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενες δεν είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο. Από το 2014 γνώριζαν την ύπαρξη τούτων των εγγράφων, εξ ου και διενήργησαν γραφολογική εξέταση, και όμως δεν αποτάθηκαν στο δικαστήριο για τροποποίηση. Μάλιστα η ομνύουσα την ένσταση επισυνάπτει στη δήλωσή της την έκθεση του γραφολόγου των εναγόντων. Είναι τούτη το τεκμήριο
  8. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι ενάγοντες διατείνονται πως η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, καθυστερημένη και ανυπόστατη. Προτού σχολιάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία κρίνω ότι επιβάλλεται να αναφέρω ότι η θέση των εναγόντων πως η αίτηση είναι δικονομικά αβάσιμη, δεν ευσταθεί. Η Δ.25 κ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την οποία επικαλούνται οι εναγόμενες, είναι αυτός ακριβώς ο κανονισμός που διέπει αίτημα ως το υπό κρίση. Συνεπώς το αίτημα δεν είναι δικονομικά ανυπόστατο. Σε σχέση με την άλλη ένσταση των εναγόντων, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι οι εναγόμενες προωθούν νέα υπεράσπιση, τούτος δεν είναι λόγος να μην εγκριθεί το αίτημα, νοουμένου βεβαίως ότι κρίνεται εύλογο και δικαιολογημένο. Επί του προκειμένου καθοδήγηση αντλώ από τα λεχθέντα στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας 25.04.
  9. Λέχθηκε εκεί ότι· «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμα Annual Practice 1958, sel. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου v. Aζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707)». Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι η προσθήκη νέων βάσεων υπεράσπισης δεν αντιμετωπίζεται όπως η προσθήκη νέων αξιώσεων. Ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος είναι ικανός να ανακόψει την πορεία της αίτησης. Στρέφομαι τώρα σε εκείνο που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως η μαγιά του αιτήματος. Εκείνο που καλείται το δικαστήριο να διαγνώσει είναι· πότε οι εναγόμενες πληροφορήθηκαν την ύπαρξη των εγγράφων που σήμερα επικαλούνται ως την αιτία που επιβάλλει την τροποποίηση. Είναι αντιληπτό ότι επιβάλλεται να αποφασιστεί πρώτο το εν λόγω ζήτημα, εν ολίγοις το πραγματικό πλαίσιο, ώστε να ανοίξει ο δρόμος δια εξέταση των δικανικών προϋποθέσεων. Επί τούτου λοιπόν απαντώ ότι δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η αλήθεια κατοικεί στους ισχυρισμούς της ομνύουσας την ένσταση. Για να δικαιολογήσω την κρίση αυτή αναφέρω τα εξής· αφενός οι ισχυρισμοί της ομνύουσας δεν αμφισβητήθηκαν. Τι σημαίνει όμως αυτό; Καίτοι η ομνύουσα έδωσε λεπτομέρειες για συνάντηση που έλαβε χώρα και αποφάσεις που λήφθηκαν και εν τέλει εκτελέστηκαν, οι εναγόμενες δεν ζήτησαν αντεξέταση, ώστε να πλήξουν την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών, ή άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ώστε να απαντήσουν τα εκεί αναφερόμενα. Συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί παρέμειναν αναμφισβήτητοι και αναντίλεκτοι. Πέραν όμως αυτού, η λεπτομέρεια που χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς της ομνύουσας την ένσταση, αλλά και η επιβεβαίωση (ως επιβεβαίωση θεωρώ το τεκμήριο 1 στην ένσταση, δηλαδή την έκθεση του γραφολόγου των εναγόντων), δεν αφήνουν πολλές επιλογές. Αποκαλύπτουν ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι ορθοί και αληθή. Ας μου επιτραπεί όμως να προσθέσω κάτι ακόμη, γεγονός που προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου. Τόσο την 21.03.2013, όσο και την 20.11.2013, η πλευρά των εναγομένων ζήτησε· την πρώτη φορά ημερομηνία για οδηγίες και τη δεύτερη αναβολή της ακρόασης, δια το λόγο ότι ανέμεναν το πόρισμα της αστυνομίας, μετά από καταγγελία που υπέβαλαν, δια πλαστογραφία εγγράφων. Όλα τα πιο πάνω δεν δικαιολογούν τη θέση των εναγομένων ότι μόλις την 13.04.2016 πληροφορήθηκαν την ύπαρξη των σχετικών εγγράφων. Ορθή εν προκειμένω είναι η θέση των εναγόντων ότι από την αρχή γνώριζαν τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία μάλιστα επιθεώρησε ο γραφολόγος που διόρισαν και περαιτέρω, εξέτασε κάποια εξ αυτών. Εν κατακλείδι, δεν μπορεί να μην υποδειχθεί ότι η παρά πάνω σύνοψη των δικογράφων καθιστά σαφές ότι οι ενάγοντες επικαλέστηκαν το σύνολο των εγγυήσεων και οι εναγόμενες απάντησαν τούτες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η υπεράσπιση ομιλεί για αριθμό εγγράφων, δηλαδή χρησιμοποιείται πληθυντικός και παραπέμπει σε συγκεκριμένες παραγράφους της έκθεσης απαιτήσεως, φανερώνοντας έτσι τα έγγραφα που πραγματεύεται. Απλή και μόνο ανάγνωση της υπεράσπισης φανερώνει ότι και οι τρεις εγγυήσεις, τεκμήρια 1, 6 και 7 στην αίτηση, έτυχαν διαπραγμάτευσης στην υπεράσπιση. Δυνάμει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι το σύνολο των τεκμηρίων 2 εως 7 στην αίτηση, ανέκαθεν ήταν σε γνώση των εναγομένων. Με αυτό δεν εννοώ ότι ήταν στην κατοχή τους, αλλά ότι γνώριζαν δια αυτά μετά την καταχώριση της αγωγής. Μάλιστα τα δικόγραφα και δη η έκθεση απαιτήσεως, αλλά και η υπεράσπιση που την απαντά, πραγματεύονται σε έκταση όλα αυτά τα τεκμήρια που σήμερα οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι μόλις την 13.04.2016 πληροφορήθηκαν τούτα. Εν πάση όμως περιπτώσει, η αναμφισβήτητη μαρτυρία της ομνύουσας την ένσταση φανερώνει ότι οι εναγόμενες κατέχουν τα εν λόγω έγγραφα από την 26.04.2014. Συνεπώς εγείρεται το ερώτημα· τουλάχιστον τότε γιατί δεν αποτάθηκαν στο δικαστήριο. Λέγω τουλάχιστον καθ' ότι ο σχολιασμός τούτων των εγγράφων στην έκθεση απαιτήσεως, θα ανέμενε κανείς ότι θα έθετε τις εναγόμενες σε εγρήγορση, ώστε να ζητήσουν επιθεώρηση των εγγράφων που ρητά εξειδικεύονται (βλ. Δ.28 κ.3 Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Το σύνολο όλων των πιο πάνω φανερώνει αδράνεια, κωλυσιεργία και σκοπιμότητα από μέρους των εναγομένων. Δοθέντος ότι γνώριζαν για τα έγγραφα, τουλάχιστον από την 26.04.2014, γιατί δεν ζήτησαν τροποποίηση. Τι έπραξαν στο μεταξύ και πως επεξηγείται ο σχετικός χρόνος; Η απάντηση είναι προφανής και απλή. Ουδέν έπραξαν και ουδεμία επεξήγηση έδωσαν στο δικαστήριο για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Είναι βεβαίως γνωστό ότι το αναιτιολόγητο της καθυστέρησης δεν οδηγεί, δίχως άλλο, σε απόρριψη του αιτήματος (βλ. Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ 1005, 1009). Εν τούτοις εδώ τα γεγονότα διαφέρουν. Η γνώση των εναγομνένων δια τα επίδικα έγγραφα, ως αυτή συνάγεται από τα υφιστάμενα δικόγραφα, τους ισχυρισμούς της ομνύουσας την ένσταση, αλλά και τις δηλώσεις ενώπιον του δικαστηρίου, καταμαρτυρεί ότι το αίτημα υποβάλλεται κακόπιστα και όχι με ειλικρινή πρόθεση να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί. Τα πιο πάνω με οδηγούν σε άλλη μια ενότητα. Έχω συνοψίσει ήδη τα δικόγραφα και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Αρκούμαι μόνο σε αναφορά ότι η υφιστάμενη υπεράσπιση πραγματεύεται σε έκταση και με σαφήνεια το σύνολο των εγγράφων που οι εναγόμενες διατείνονται σήμερα ότι δεν γνώριζαν. Σε αυτό το πλαίσιο δεν με απασχολεί η αληθοφάνεια των ισχυρισμών που προωθήθηκαν δια υποστήριξη του αιτήματος, άλλωστε αυτό έχει αποφασιστεί. Ό,τι απασχολεί είναι η ανάγκη για τροποποίηση, εφόσον ο κ.1 της Δ.25 προβλέπει πως επιτρεπτές τροποποιήσεις είναι μόνο οι αναγκαίες (necessary). Στην προκείμενη όμως περίπτωση οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες, εφόσον η υφιστάμενη υπεράσπιση ασχολείται με αυτά ακριβώς τα έγγραφα που τάχα δικαιολογούν την τροποποίηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι τι αίτημα είναι υποκείμενο σε απόρριψη. Οι εναγόμενες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα που δείχνουν το χρόνο που έλαβαν κατοχή των εγγράφων και περαιτέρω, δεν αιτιολόγησαν την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος, η οποία υπό τις περιστάσεις καθιστά τούτο κακόπιστο. Εν κατακλείδι, η τροποποίηση κρίνεται και αχρείαστη. Για καθ' ένα από τους πιο πάνω λόγους ξεχωριστά, αλλά και για όλους μαζί ως ενιαίο σύνολο, η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2 και 3. Τα έξοδα αυτά να καταβληθούν με την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.