Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Μάρκος Φόρος, Αρ. Αγωγής: 6839/2014, 28/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A641 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6839/2014 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Εναγόντων και Μάρκος Φόρος από την Ελλάδα Εναγόμενου Ημερομηνία: 28/11/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Μ. Τριανταφυλλίδου για Α. Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: κ. Δ. Βάκη, για Pyrgou Vakis LLC. ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερομηνίας 1/6/2016 για συνοπτική απόφαση) Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες/αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές» αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση (στο εξής καλούμενου «καθ' ου η αίτηση») ως η αξίωση τους στην παρούσα αγωγή, ήτοι για ποσό €90.000 πλέον τόκους και έξοδα, ως διοικητικό πρόστιμο δυνάμει της απόφασης των αιτητών ημερ. 28/4/
- Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1 - 9, Δ.48 Θ. 1-4, 7-9, 11, 12, Δ.64, στον Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο, Ν.73(Ι)/2009, στο Νόμο που Προνοεί για τις Προϋποθέσεις Διαφάνειας αναφορικά με Πληροφορίες που Αφορούν Εκδότη του οποίου οι Κινητές Αξίες έχουν εισαχθεί προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά, Ν.190(Ι)/2007, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Εύας Ιωάννου, η οποία ως αναφέρει είναι η προϊσταμένη του νομικού τμήματος των αιτητών και έχει προσωπική και θετική γνώση όλων των γεγονότων της παρούσας αγωγής. Επιπλέον, ως αναφέρει, έχει στην κατοχή της όλα τα πρακτικά συνεδριάσεων, εσωτερικά σημειώματα, έγγραφα, επιστολές, αλληλογραφία και γενικά όλα όσα αφορούν την παρούσα αγωγή. Όπως επίσης αναφέρει, λόγω της θέσης της στους αιτητές συμβουλεύει καθημερινά την Επιτροπή και καθοδηγεί όλα τα υπόλοιπα τμήματα της Επιτροπής για την εκτέλεση και διεκπεραίωση των εργασιών της Επιτροπής. Περαιτέρω λόγω της κατοχής όλων των εγγράφων της παρούσας υπόθεσης, είναι, όπως υποστηρίζει, σε θέση να επιβεβαιώσει την ύπαρξη απόφασης από την Επιτροπή η οποία αφορά τον εναγόμενο. Επιπλέον συνεχίζει η ομνύουσα για τους αιτητές, έχει τη γενική εποπτεία για τα μέτρα που λαμβάνονται για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών προς την Επιτροπή. Περαιτέρω γνωρίζει σε ποιο βαθμό βρίσκεται η κάθε υπόθεση καθώς επίσης γνωρίζει κατά πόσο έχει εισπραχθεί το εν λόγω ποσό. Είναι δε, ως αναφέρει, πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Όπως αναφέρει έχει μελετήσει το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου με το περιεχόμενο του οποίου συμφωνεί πλήρως και το οποίο υιοθετεί. Οι αιτητές ως αναφέρει, αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου, Ν.73(Ι)/
- Ο καθ' ου η αίτηση κατείχε κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο θέση μη Εκτελεστικού Συμβούλου στο διοικητικό συμβούλιο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Ακολούθως η ομνύουσα, προβαίνει σε αναφορά στη σχετική νομοθεσία για να καταλήξει ότι οι αιτητές σε συνεδρία ημερομηνίας 28/04/2014 αποφάσισαν ότι ο εναγόμενος έχει προβεί στις ακόλουθες παραβάσεις και επέβαλαν τα ακόλουθα πρόστιμα, συνολικού ύψους €90.
- «(α) Παράβαση του άρθρου 40
(1)του Νόμου που Προνοεί για τις Προϋποθέσεις Διαφάνειας αναφορικά με Πληροφορίες που Αφορούν Εκδότη του οποίου οι Κινητές Αξίες έχουν εισαχθεί προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά, «Ν.190(Ι)/2007», αναφορικά με δήλωση η οποία περιλαμβάνεται στην εξαμηνιαία οικονομική έκθεση για την περίοδο που έληξε στις 30/06/2010 - Πρόστιμο ύψους €40.000. (β) Παράβαση του άρθρου 40
(1)του «Ν.190(Ι)/2007» αναφορικά με δήλωση η οποία περιλαμβάνεται στην Ετήσια οικονομική έκθεση της CPB για την περίοδο που έληξε στις 31/12/2010 - Πρόστιμο ύψους €50.000.» Επισυνάπτει δε το σχετικό πρακτικό της συνεδρίας των αιτητών ημερομηνίας 28/04/2014 ως Τεκμήριο
- Όπως επίσης αναφέρει οι αιτητές με επιστολή τους ημερομηνίας 4/06/2014 προς τον εναγόμενο, τον ενημέρωσαν για την επιβολή των πιο πάνω διοικητικών κυρώσεων αποστέλλοντας και το τιμολόγιο με αριθμό SI5635 για συνολικό ποσό ύψους €90.
- (βλ. Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Ο καθ' ου η αίτηση, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής να καταβάλει τα πιο πάνω ποσά και/ή πρόστιμα και/ή οποιοδήποτε μέρος τούτων προς τους αιτητές, καθιστώντας τα ποσά εισπρακτέα δυνάμει του άρθρου 39 του Ν.73(Ι)/
- Όπως αναφέρει η ομνύουσα, ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε την προσφυγή με αριθμό 1133/2014 στο Ανώτατο Δικαστήριο προς αμφισβήτηση των διοικητικών προστίμων τα οποία του έχουν επιβληθεί, πλην όμως δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα για αναστολή είσπραξης των διοικητικών προστίμων, με αποτέλεσμα οι αιτητές να δύνανται σήμερα να προχωρήσουν με είσπραξη των διοικητικών προστίμων. Ως καταληκτικά αναφέρει, απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και απ' ότι την συμβουλεύουν οι δικηγόροι των αιτητών ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση και/ή καλή υπεράσπιση και το σημείωμα εμφάνισης το οποίο καταχώρησε στις 3/4/2015 μέσω του δικηγόρου του, αποσκοπεί μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Υπό το φως των πιο πάνω αναφέρει ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση ως η έκθεση απαίτησης, δηλαδή για το ποσό των €90.000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προέβαλαν τους κάτωθι λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους:
(1)Η αγωγή των Εναγόντων / Αιτητών είναι πρόωρη και/ή αντικανονική λόγω εκκρεμούσας προσφυγής ή/και μη τελεσιδικίας σε προσφυγή που έχει ήδη καταχωρηθεί κατά της διοικητικής απόφασης επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των Εναγόντων / Αιτητών.
(2)Με δεδομένη την ύπαρξη της προσφυγής ή/και μη τελεσιδικίας της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρηθεί κατά της διοικητικής απόφασης επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των Εναγόντων / Αιτητών η καταχώρηση και προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο συνιστά κατάχρηση της δικονομίας (manipulation of the procedure) και/ή οι Ενάγοντες / Αιτητές προωθούν την παρούσα αίτηση καταχρηστικά (abuse of process) και/ή η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides).
(3)Η καταχώρηση και προώθηση από τους Ενάγοντες / Αιτητές της αίτησης για συνοπτική είναι κακόπιστη και καταχρηστική και σκοπό έχει μεταξύ άλλων την εκθεμελίωση και/ή εξουδετέρωση της έφεσης που καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο / Καθ'ου η Αίτηση κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 30/03/16 και/ή την καθυστέρηση επίλυσης του θεμελιακού ζητήματος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου από το Ανώτατο Δικαστήριο.
(4)Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης των Εναγόντων / Αιτητών για συνοπτική απόφαση παραβιάζεται το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (που κυρώθηκε με το Νόμο 39/62 καθώς και στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης).
(5)Δεν τηρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, την οποία οι Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση επικαλούνται.
(6)Ο Εναγόμενος / Καθ' ού η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση.
(7)Το πρόσωπο το οποίο ορκίζεται την Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων / Αιτητών για συνοπτική απόφαση δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα εν λόγω γεγονότα.
(8)Η Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων / Αιτητών για συνοπτική απόφαση δεν επιβεβαιώνει την ισχυριζόμενη αιτία αγωγής των ως αυτή έχει διαφοροποιηθεί και/ή συγκεκριμενοποιηθεί από τους Ενάγοντες / Αιτητές σε προηγούμενη ενδιάμεση διαδικασία.
(9)Η Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων / Αιτητών για συνοπτική απόφαση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη με δεδομένο ότι σε αυτή δεν κατονομάζεται το πρόσωπο που εξουσιοδότησε την ομνύουσα να προβεί στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση.
(10)Οι Ενάγοντες / Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται να αιτούνται συνοπτική απόφαση στην βάση διοικητικού προστίμου και/ή δυνάμει του τιμολογίου υπ'αριθμό SI 5632 ενόψει της διαφοροποίησης τους αναφορικά με την αιτία αγωγής τους ως αυτή προωθήθηκε σε προγενέστερη ενδιάμεση διαδικασία.
(11)Οι Ενάγοντες / Αιτητές εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν στην βάση διάπραξης αστικών αδικημάτων καθώς δεν υπέστησαν και δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά από οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου / Καθ'ου η Αίτηση.
(12)Η καταχώρηση, προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και οι προσπάθειες από τους Ενάγοντες / Αιτητές είσπραξης του διοικητικού προστίμου συνιστούν παραβίαση των άρθρων 165-167 του Συντάγματος.
(13)Οι Ενάγοντες / Αιτητές κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή καθώς ενόψει των προνοιών των Ν.190(Ι)/2007και/ή Ν. 114(Ι)/2005και/ή Ν.73(Ι)/2009δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα έννομης θεραπείας.
(14)Η επίδικη απόφαση την οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες / Αιτητές είναι άκυρη και δεν δύναται να παράξει οιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα.
(15)Στην υπό κρίση αγωγή εγείρονται νομικά ζητήματα των οποίων η εξέταση εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
(16)Η αίτηση των Εναγόντων / Αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί καθώς ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση εγείρει πολύπλοκα και πραγματικά, ζητήματα που το κατάλληλο στάδιο εκδίκασης τους είναι σε κανονική δίκη με την παρουσίαση ολόκληρης της μαρτυρίας.
(17)Η διοικητική πράξη και/ή απόφαση επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των Εναγόντων / Αιτητών είναι αντίθετη και/ή παραβιάζει τις πρόνοιες των άρθρων 12 και 30 του Συντάγματος με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να διαγνώσει και/ή αποφασίσει την ενώπιον του διαδικασία.
(18)Οι νόμοι και/ή οι πρόνοιες των στις οποίες οι Ενάγοντες / Αιτητές βασίστηκαν (Ν.190(Ι)/2007και Ν. 114(Ι)/2005)για την έκδοση της διοικητικής πράξης και/ή απόφασης επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των Εναγόντων / Αιτητών είναι αντισυνταγματικές με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να διαγνώσει και/ή αποφασίσει την ενώπιον του διαδικασία.
(19)Σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση των Εναγόντων / Αιτητών και επιτραπεί η καταχώρησης υπεράσπισης από πλευράς Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα καθυστέρησης και/ή σημαντικής καθυστέρησης της διαδικασίας, ως οι Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται, ενόψει της πρόσφατης τροποποίησης και εφαρμογής της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
(20)Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον του Εναγομένου στη παρούσα διαδικασία και μεταγενέστερης επιτυχίας της προσφυγής του Εναγομένου εναντίον της απόφασης των Εναγόντων να του επιβάλουν διοικητικό πρόστιμο (επί της οποίας η αξίωση των Εναγόντων εδράζεται) θα δημιουργηθεί νομικό κενό αφού θα υφίσταται εναντίον του Εναγομένου απόφαση για καταβολή ποσού το οποίο δυνάμει άλλης δικαστικής απόφασης δεν θα οφείλει και δεν θα παρέχεται ευχέρεια ανατροπής της απόφασης εναντίον του Εναγομένου. Η ένσταση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.9, Δ.18 Θ.Θ.1-2 & 9(α), Δ.30, Δ.48 ΘΘΙ-4,9, Δ.64, στον Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο, Ν.73(Ι)/2009, στον Νόμο 190(Ι)/2007, στον Νόμο 114(Ι)/2005, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (που κυρώθηκε με το Νόμο 39/62 καθώς και στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), στον Περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 12, 30, 165-167, 144, στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμο Ν. 33/1964, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Σταύρου Χαραλάμπους ως επίσης και στα όσα προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Ως ο ομνύσας αναφέρει, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Pyrgou Vakis LLC, εκ των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτόν να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ως αναφέρει γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο από έρευνα και μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, όσο και από πληροφορίες και ενημέρωση που έλαβε από το Δημήτρη Βάκη, ο οποίος είναι ο δικηγόρος στο γραφείο τους που χειρίζεται την υπόθεση. Όπου η πηγή της γνώσης του είναι διαφορετική, αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Ως ο ομνύσας αναφέρει προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης του καθ' ου η αίτηση, για το λόγο ότι ο τελευταίος είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδος και ήταν αδύνατο να παραστεί ο ίδιος στο Δικαστήριο στην Κύπρο και να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης του. Επιπλέον σημειώνει ότι στην παρούσα αναφέρονται γεγονότα τα οποία αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα. Ο ομνύσας εν ολίγοις φαίνεται ότι παραδέχεται τη θέση των αιτητών ότι οι τελευταίοι σε συνεδρία ημερομηνίας 28/04/14 επέβαλαν στον καθ' ου η αίτηση πρόστιμα συνολικού ύψους €90.000 για διάφορες παραβάσεις και ότι τον ενημέρωσαν με επιστολή τους ημερομηνίας 04/06/14 για την επιβολή των πιο πάνω διοικητικών κυρώσεων και ότι του απέστειλαν και το τιμολόγιο με αριθμό SI5635 για συνολικό ποσό ύψους €90.
- Φαίνεται όμως ότι διαφωνεί με την νομιμότητα της επιβολής των παραβάσεων αυτών αφού όπως αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την προσφυγή 1133/14 αμφισβητώντας την επιβολή των πιο πάνω αναφερομένων διοικητικών κυρώσεων και/ή προστίμων, η οποία ακόμα εκκρεμεί. Ο ομνύσας κάνει επίσης αναφορά στο ιστορικό της αγωγής αναφέροντας ότι αυτή καταχωρήθηκε στις 26/11/14 και ότι στις 3/4/2015 ο καθ'ου η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρυρία και παράλληλα αίτηση με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων την αναστολή και/ή την απόρριψη της ρηθείσας αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την αγωγή και/ή να επιληφθούν της διαφοράς. Ως αναφέρει, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση απορρίπτοντας την αίτηση του καθ' ου η αίτηση στις 10/5/
- Εναντίον της ρηθείσας απόφασης ασκήθηκε έφεση από τον καθ' ου η αίτηση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Όπως υποστηρίζει η υπό κρίση αίτηση των αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί και θα πρέπει να επιτραπεί στον καθ' ου η αίτηση να καταχωρήσει υπεράσπιση καθώς: i) Η αγωγή των Αιτητών είναι πρόωρη και/ή αντικανονική λόγω εκκρεμούσας προσφυγής ή/και μη τελεσιδικίας σε προσφυγή που έχει ήδη καταχωρηθεί κατά της διοικητικής απόφασης επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των Αιτητών. μ) Με δεδομένη την ύπαρξη της προσφυγής ή/και μη τελεσιδικίας της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρηθεί κατά της διοικητικής απόφασης επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των Αιτητών η καταχώρηση και προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο συνιστά κατάχρηση της δικονομίας (manipulation of the procedure) και/ή οι Αιτητές προωθούν την παρούσα αίτηση καταχρηστικά (abuse of process) και/ή η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides). Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα ανέφεραν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Η νομική πτυχή Η Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι οι εξής:
- Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
- Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
- Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο θεωρώ ορθό να αναφερθώ στη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, και να επισημάνω ότι όπως τονίστηκε και στη Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013 αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Υπό το φως δε όλων των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα και στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ AAΔ 1354 όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Η πιο πάνω αυστηρή προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1968. Ερχόμενη τώρα στην ανάλυση των προϋποθέσεων της Δ.18 σημειώνω ότι όσον αφορά την απαίτηση η ένορκος δήλωση να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, έχει νομολογηθεί ότι σε περιπτώσεις (όπως την παρούσα), που οι αιτητές είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με απλά λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. (βλ. Λαζάρου v. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. v.Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ. 418) Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ στην εξέταση της αίτησης. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α) πληρούνται, αφού το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και ο καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση. Εν πάση περιπτώσει η πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον καθ' ου η αίτηση. Σε αντίθεση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, ο καθ' ου η αίτηση με τους λόγους ένστασης 7-9 προέβαλε ένσταση σε σχέση με τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης που σχετίζεται με το κατά πόσον η ομνύουσα για τους αιτητές είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά εν τη εννοία της Δ.18 και να επιβεβαιώσει την αιτία αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Συγκεκριμένα με τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης προώθησε τη θέση ότι η ομνύουσα για τους αιτητές δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά σε σχέση με αυτά, ούτε και εν πάση περιπτώσει δύναται να επιβεβαιώσει την ισχυριζόμενη αιτία αγωγής των αιτητών. Περαιτέρω προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη με δεδομένο ότι δεν κατονομάζεται το πρόσωπο το οποίο εξουσιοδότησε την ομνύουσα για να προβεί σε αυτήν. Αρχίζοντας από το τελευταίο αυτό ζήτημα, σημειώνω ότι η ομνύουσα για τους αιτητές σαφέστατα ανέφερε στην ένορκη της δήλωση, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, θέση η οποία θεωρώ ότι παρέμεινε αλώβητη μετά την καταχώρηση της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, αφού με αυτήν οι καθ' ων η αίτηση, δεν προβάλλουν κανένα συναφή θετικό ισχυρισμό ούτε και ζήτησαν να την αντεξετάσουν για να προβάλουν οιαδήποτε αντίθετη θέση. Ο δε ισχυρισμός περί παρατυπίας και αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης με τον τρόπο που επιλέγηκε να προωθηθεί, χωρίς δηλαδή την προβολή οποιουδήποτε ισχυρισμού περί ανυπαρξίας εξουσιοδότησης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, υπό το φως μάλιστα και της απουσίας αντεξέτασης της ομνύουσας για τους αιτητές, δε θεωρώ ότι μπορεί να αναιρέσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη θέση της ομνύουσας ότι εξουσιοδοτήθηκε δεόντως για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ερχόμενη τώρα στον ισχυρισμό ότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά σε σχέση με αυτά, σημειώνω ότι ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Και τούτο διότι η ομνύουσα για τους αιτητές ευρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών ως προϊσταμένη του νομικού τμήματος των αιτητών και ως εκ της θέσεως της έχει στην κατοχή της όλα τα πρακτικά συνεδριάσεων, εσωτερικά σημειώματα, έγγραφα, επιστολές, αλληλογραφία και γενικά όλα όσα αφορούν την παρούσα αγωγή. Όπως επίσης αναφέρει, λόγω και πάλι της θέσης της στους αιτητές συμβουλεύει καθημερινά την Επιτροπή και καθοδηγεί όλα τα υπόλοιπα τμήματα της Επιτροπής για την εκτέλεση και διεκπεραίωση των εργασιών της Επιτροπής. Επιπλέον, έχει τη γενική εποπτεία για τα μέτρα που λαμβάνονται για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών προς την Επιτροπή. Περαιτέρω γνωρίζει σε ποιο βαθμό βρίσκεται η κάθε υπόθεση καθώς επίσης γνωρίζει κατά πόσο έχει εισπραχθεί το εν λόγω ποσό. Όλα αυτά δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο αφού η ομνύουσα αφενός δεν αντεξετάστηκε, ενώ δεν προβλήθηκε ούτε και οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην ένσταση που να αμφισβητεί θετικά τις πιο πάνω θέσεις της. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι η κα Ιωάννου γνωρίζει όλα τα γεγονότα που συνιστούν την απαίτηση των εναγόντων και μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. Εξ άλλου η ίδια ομνύουσα κρίθηκε ικανή ως εκ της θέσεως της να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα στην Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ 223 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ανέφερε τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, κατέληξε στην απόφασή του ως ακολούθως: Η ομνύουσα δεν είναι τυχαίος υπάλληλος του οργανισμού που δεν έχει σχέση μ' αυτή την υπόθεση αλλά υπεύθυνη του νομικού τμήματος η οποία συμβουλεύει την Επιτροπή και καθοδηγεί τα υπόλοιπα τμήματα δια την εκτέλεση και διεκπεραίωση των εργασιών της Επιτροπής. Όλα τα έγγραφα σε σχέση με την υπόθεση είναι στην κατοχή της και είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την αλήθεια των γεγονότων λόγω των εντολών της από την Επιτροπή να εκτελέσει την απόφαση, την συχνή της επικοινωνία με τον Πρόεδρο της Επιτροπής σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχει η ίδια εξετάσει τα έγγραφα για την ορθότητα των προτού προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ενεργούσε για λογαριασμό της Επιτροπής και βασίσθηκε στην απόφαση της Επιτροπής δια να λάβει μέτρα για την είσπραξη του προστίμου. Επομένως, αφού ενεργεί με βάση αυτή την απόφαση τεκμαίρεται ότι την έχει ελέγξει και έχει βεβαιωθεί προσωπικά ότι έχει ληφθεί τέτοια απόφαση από την Επιτροπή. Αυτό ισχύει και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την είσπραξη του εν λόγω ποσού, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος της έκδοσης του τιμολογίου. Αυτή έχει την γενική εποπτεία για τα μέτρα που λαμβάνονται για την είσπραξη του εν λόγω ποσού. Επομένως ελέγχει την ορθότητα όλων των εγγράφων και γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεση ως και επίσης γνωρίζει κατά πόσο έχει εισπραχθεί το εν λόγω ποσό. Με βάση τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος, πράγμα το οποίο έχει κάνει στην παράγραφο 1 της ένορκης της δήλωσης.» Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τόσο αναφορικά με γεγονότα όσο και με την τελική του κατάληξη, μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους και επικυρώνουμε το συμπέρασμα, πως, κάτω από τις συνθήκες της υπόθεσης, η ομνύουσα είχε την απαιτούμενη «θετική γνώση» και ως εκ τούτου ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις της Δ.18. (βλ. επίσης και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου v. Ελευθέριος Χιλιαδάκης, Αρ. Αγωγής 6842/2014, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ.), ημερ. 24/10/2016). Ως προς το εάν με τη μαρτυρία της η ομνύουσα για τους αιτητές μπορεί να επιβεβαιώσει ή και επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών, σημειώνω ότι στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου v. Θεράποντα Αναστασίου Πολ.Εφεση 30/2009, ημερομηνίας 22/1/2013 λέχθηκε ότι «. το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ΄ ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση, (δέστε Annual Practice 1959 σελ. 258-260 και Annual Practice 1970, σελ. 124, παρ. 14-2-5).» Υπό το φως των πιο πάνω η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η ομνύουσα δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την απαίτηση των αιτητών, δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνη, εφόσον πέραν του ότι η ομνύουσα ως αναφέρει συμφωνεί και υιοθετεί το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, επαναλαμβάνει όλα τα σχετικά γεγονότα στην ένορκη της δήλωση, ενώ δεν παραλείπει να επισυνάψει και το σχετικό πρακτικό της συνεδρίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερ.28/4/2014 κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση για την επιβολή των επίδικων χρηματικών κυρώσεων (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), καθώς επίσης και την επιστολή με την οποία ενημερώθηκε σχετικά ο καθ' ου η αίτηση, η οποία συνοδευόταν και από το σχετικό τιμολόγιο (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Τέλος η ομνύουσα δηλώνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή και ότι καταχώρησε ένσταση με μόνο σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένης της σχετικής νομολογίας επί του τι διαλαμβάνει η σχετική υποχρέωση για επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής ως την έχω προαναφέρει, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι αιτητές έχουν, δια της ενόρκου δηλώσεως της κας Ιωάννου, επιβεβαιώσει την αιτία αγωγής και το αξιούμενο υπ' αυτούς ποσό. Έπεται λοιπόν πως ο λόγος ένστασης 5 με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι δεν πληρούνται η προϋποθέσεις της Δ.18 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Έχοντας καταλήξει ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον ο καθ' ου η αίτηση, ο οποίος έχει πλέον και το σχετικό βάρος απόδειξης στους ώμους του (βλ. Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ 1051 στη σελ. 1056), έχει καταδείξει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή ή έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, σημειώνω ότι ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς που άπτονται της νομιμότητας της επιβολής του επίδικου προστίμου. Όμως η επίδικη επιβολή προστίμου συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Εξ ου και ο νόμος Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο, Ν.73(Ι)/2009, άρθρο 37
(9)προβλέπει για την καταχώρηση προσφυγής κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δια των οποίων επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο. Αλλά και ο Νόμος που Προνοεί για τις Προϋποθέσεις Διαφάνειας αναφορικά με Πληροφορίες που Αφορούν Εκδότη του οποίου οι Κινητές Αξίες έχουν εισαχθεί προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά, Ν.190(Ι)/2007 άρθρο 53 περιέχει ανάλογη πρόνοια αφού προβλέπει ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται δυνάμει του εν λόγω νόμου υπόκεινται σε προσφυγή. Εξ άλλου σε σωρεία υποθέσεων το Ανώτατο Δικαστήριο στη διοικητική του δικαιοδοσία επιλήφθηκε προσφυγών κατά αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα ότι δεν συνιστούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. (βλ. μεταξύ άλλων και Ανδρονίκου v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(2010)3 Α.Α.Δ. 469). Ο δε καθ' ου η αίτηση, δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό, εφόσον και ο ίδιος καταχώρησε προσφυγή κατά της επιβολής του εν λόγω προστίμου. Με δεδομένο τώρα ότι η πράξη με βάση την οποία επιβλήθηκαν τα ποσά που απαιτούνται, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία προσεβλήθη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει την εγκυρότητα τους, οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο το οποίο στερείται δικαιοδοσίας. Σχετικά παραπέμπω στη Takis Ρ. Markides Ltd. ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, 1431-1432, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της. Όπως υποδεικνύεται στη Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 231, "Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη (ρύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου." Ο διαχωρισμός, όπως νωρίτερα σημειώσαμε, μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Συμβ. Εγγρ. Αρχ. Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458, κατοπτρίζει το απόλυτο του διαχωρισμού. "Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο."» Στα ίδια πλαίσια στην Philippa Estates ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2001)1Β Α.Α.Δ 1026 υπογραμμίστηκε με αναφορά στην υπόθεση Takis P Markides Ltd (ανωτέρω) και στην υπόθεση Συμβ. Εγγρ. Αρχ. Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, ότι δεν χωρεί συγχρωτισμός, (δηλαδή συνύπαρξη), της αναθεωρητικής και πολιτικής δικαιοδοσίας σε κανένα σημείο. Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν πιο πρόσφατα στην ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ v. Δήμος Στροβόλου ECLI:CY:AD:2014:A520, Πολ. Έφ. 348/2010 ημερομηνίας 11/7/2014, στην οποία γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων και στην πιο πάνω παρατεθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω, έπεται ότι οι λόγοι ένστασης 14, 17 και 18 θα πρέπει να απορριφθούν. Το ίδιο ισχύει και με το λόγο ένστασης 16 με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι εγείρει πολύπλοκα και πραγματικά ζητήματα τα οποία το κατάλληλο στάδιο εξέτασης τους είναι η κανονική δίκη με την παρουσίαση ολόκληρης της μαρτυρίας, λόγος ένστασης ο οποίος είναι ανεδαφικός εφόσον τα ζητήματα που επιθυμεί να εγείρει, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Τη δε υπεράσπιση της εξόφλησης που θα μπορούσε να προβάλει, δεν την επικαλείται. Αντίθετα περιορίζεται στην επίκληση του ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και καταχρηστική (βλ. λόγους ένστασης 1 και 2) αφού δεν έχει ακόμη εκδικαστεί η προσφυγή κατά της απόφασης των αιτητών επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αγωγή. Η θέση αυτή όμως στερείται παντελώς ερείσματος. Και εξηγώ. Από τη σχετική με το θέμα νομολογία προκύπτει ότι εκτός εάν μια πράξη ανακληθεί από την αρχή που την εξέδωσε ή ακυρωθεί δικαστικά ή εκδοθεί διάταγμα αναστολής της στα πλαίσια καταχωρηθείσας προσφυγής, συνεχίζει να ευρίσκεται σε ισχύ και να παράγει έννομα αποτελέσματα. Η δε πρόνοια στο νόμο περί δικαιώματος προσβολής οιασδήποτε απόφασης με προσφυγή δεν ισοδυναμεί με αναστολή είσπραξης του προστίμου ως αστικό χρέος. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ζήνων Χρίστου v. ΕΤΕΚ
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1847 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Μια διοικητική πράξη παράγει αποτελέσματα μέχρι της ακύρωσής ή της ανάκλησης της. Αφού η πράξη του Επιμελητηρίου ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά, συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα και συνεπώς παρέχει το δικαίωμα στο Επιμελητήριο να αξιώνει την καταβολή των οφειλομένων τελών. Η χρηματική αξίωση ασφαλώς δεν είναι διοικητική πράξη, στηρίζεται όμως σ΄ αυτήν. Ο εφεσείων δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση, αφού η διοικητική πράξη στην οποία βασίζεται η αξίωση εξακολουθεί να έχει νομική ισχύ.» (βλ. επίσης και Sigma Radio Τ.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ 408, όπου τονίστηκε ότι μέχρι την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης αυτή παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα). Στη δε Marketrends (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Τέλος, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες αμφισβητούν την ορθότητα της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην απουσία ρητής πρόνοιας στο Νόμο που να προβλέπει αναστολή είσπραξης προστίμου, εκκρεμούσης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, το πρόστιμο είναι εισπρακτέο. Ούτε η θέση αυτή μας βρίσκει σύμφωνους. Αντίθετα, συμφωνούμε με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ρητή αναφορά στο άρθρο 39
(4)του Νόμου 64(Ι)/2001 σε δικαίωμα προσφυγής, αναφορικά με αποφάσεις της Επιτροπής, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι ισοδυναμεί με αναστολή είσπραξης του προστίμου ως αστικού χρέους, όταν έχει καταχωρηθεί προσφυγή. Εάν τέτοια ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη, τούτο θα αναμενόταν να αναφερόταν ρητά, με πρόνοια αναστολής είσπραξης του προστίμου.» (η υπογράμμιση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία περί έκδοσης διατάγματος αναστολής της απόφασης των αιτητών στα πλαίσια της προσφυγής που καταχωρήθηκε, η δε απόφαση δεν ακυρώθηκε στα πλαίσια της προσφυγής, ούτε προφανώς και ανακλήθηκε από τους αιτητές και συναφώς οι αιτητές δεν κωλύοντο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να εγείρουν την παρούσα αγωγή, ούτε και μπορεί υπό το φως των πιο πάνω να θεωρηθεί ότι η επιλογή τους να προβούν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση ή ένδειξη κακοβουλίας. Οι δε πρόνοιες του άρθρου 38
(7)του Νόμου 73(Ι)/2009 ο οποίος προβλέπει ότι οι περί επιβολής προστίμου αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπόκεινται σε προσφυγή ή και του άρθρου 53 του Ν. 190(Ι)/2007 το οποίο αναφέρει ότι οι αποφάσεις της επιτροπής κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος νόμου υπόκεινται σε προσφυγή με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος, δε δύνανται κατ' αναλογία των λεχθέντων στη Marketrends (ανωτέρω), να ερμηνευθούν έτσι ώστε να αναστέλλεται η εκάστοτε απόφαση κάθε φορά που προσβάλλεται με προσφυγή. Επικαλέστηκε βέβαια ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση την απόφαση στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Public v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 140 στην οποία λέχθηκαν υπό μορφή σχολίου τα εξής: «Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων.» Όμως τα πιο πάνω σχόλια ως έχει ήδη αναφερθεί δεν αποτελούσαν μέρος του λόγου της απόφασης (ratio), ενώ εν πάση περιπτώσει από το περιεχόμενο τους πουθενά δεν προκύπτει ότι η καταχώρηση προσφυγής πριν κριθεί η έκβαση καταχωρηθείσας προσφυγής είναι πρόωρη και απορριπτέα για το λόγο αυτό. Εξ άλλου στην εν λόγω υπόθεση η συνοπτική απόφαση που εκδόθηκε παραμερίστηκε όχι γιατί η αγωγή ήταν πρόωρη αλλά διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε όλη την υπεράσπιση που η εναγόμενη είχε εγείρει για να αποφανθεί εάν όντως αποκαλύπτετο υπεράσπιση. Στη δε μεταγενέστερη απόφαση Αντέννα Λτδ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1079, αναφέρθηκαν τα εξής με αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd (ανωτέρω): «Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο.» Ως προς το λόγο ένστασης 20 με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον του καθ' ου η αίτηση στην παρούσα διαδικασία και μεταγενέστερης επιτυχίας της προσφυγής του καθ' ου η αίτηση εναντίον της απόφασης των αιτητών να του επιβάλουν διοικητικό πρόστιμο (επί της οποίας η αξίωση των αιτητών εδράζεται) θα δημιουργηθεί νομικό κενό, αφού θα υφίσταται εναντίον του καθ' ου η αίτηση απόφαση για καταβολή ποσού το οποίο δυνάμει άλλης δικαστικής απόφασης δεν θα οφείλει και δεν θα παρέχεται ευχέρεια ανατροπής της απόφασης εναντίον του καθ' ου η αίτηση, σημειώνω ότι και αυτός ο ισχυρισμός είναι εντελώς ανεδαφικός εφόσον σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής και ακύρωσης της απόφασης θα δημιουργηθεί υποχρέωση στους αιτητές στην παρούσα να επιστρέψουν το ποσό που εισέπραξαν δυνάμει της ακυρωθείσας απόφασης τους, σε περίπτωση δε παράλειψης τους να το πράξουν ο καθ' ου η αίτηση θα έχει στη διάθεση του όλα τα νόμιμα δικαιώματα για να το απαιτήσει. (βλ. Rosary Gardens Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2006)1Α Α.Α.Δ 230) Επίσης ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει ισχυρισμό (βλ. λόγο ένστασης 3) περί κακοπιστίας και κατάχρησης επειδή ως υποστηρίζει η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποσκοπεί στο να εξουδετερώσει την έφεση που καταχωρήθηκε κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην παρούσα αγωγή ημερομηνίας 30/3/
- Συναφής είναι και ο λόγος ένστασης 15 με τον οποίο εγείρεται θέμα ότι με την υπό κρίση αγωγή εγείρονται ζητήματα των οποίων η εξέταση εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ίδιο επιχείρημα προβλήθηκε και στην Ελευθέριος Χιλιαδάκης (ανωτέρω) όπου το Δικαστήριο απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό επεσήμανε ότι ο εναγόμενος είναι ελεύθερος να προχωρήσει την έφεση του ανεξαρτήτως του αποτελέσματος στην παρούσα διαδικασία, ενώ περαιτέρω δεν κατέδειξε μέσα από την επιχειρηματολογία του πώς θα επηρεαστεί η πιο πάνω έφεση από την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Τα ίδια ισχύουν και εδώ καταρρίπτοντας έτσι και αυτούς τους λόγους ένστασης. Με τους λόγους ένστασης 10, 11 και 13 ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται να αιτούνται συνοπτική απόφαση στην βάση διοικητικού προστίμου και/ή δυνάμει του τιμολογίου υπ' αριθμό SI 5632 ενόψει της διαφοροποίησης τους αναφορικά με την αιτία αγωγής τους ως αυτή προωθήθηκε σε προγενέστερη ενδιάμεση διαδικασία και ότι εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν στη βάση διάπραξης αστικών αδικημάτων, καθώς δεν υπέστησαν και δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά από οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις του καθ' ου η αίτηση. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι αιτητές κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή, καθώς ενόψει των προνοιών των Ν.190(Ι)/2007και/ή Ν. 114(Ι)/2005και/ή Ν.73(Ι)/2009δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα έννομης θεραπείας. Κατ' αρχάς επισημαίνω ότι σε καμία περίπτωση δε διαβλέπω διαφοροποίηση της βάσης αξίωσης των αιτητών στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση και στα πλαίσια της προηγούμενης ενδιάμεσης διαδικασίας (βλ. αίτηση ημερ. 3/4/2015) με την οποία ο καθ' ου η αίτηση είχε αιτηθεί αναστολή της διαδικασίας λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, παραμερισμό του διατάγματος σφράγισης, του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καθώς και της ίδιας της επίδοσης. Και τούτο διότι σαφέστατη θέση των αιτητών και στις δύο διαδικασίες ήταν ότι αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Δομή, αρμοδιότητες εξουσίες, οργάνωση και άλλα συναφή θέματα) Νόμου Ν. 73(Ι)/09και ότι έχουν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία τη γενική εποπτεία της Κεφαλαιαγοράς και των συναλλαγών που καταρτίζονται στη Δημοκρατία καθώς επίσης και των συναλλαγών οι οποίες καταρτίζονται στο εξωτερικό και ρητά προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία. Επίσης προέβαλαν τη θέση και στις δύο διαδικασίες ότι στα πλαίσια εξάσκησης των εποπτικών τους καθηκόντων σε συνεδρία ημερομηνίας 28/4/2014, αποφάσισαν ότι ο καθ' ου η αίτηση, ως μη εκτελεστικός σύμβουλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε προβεί σε αριθμό παραβάσεων του άρθρου 40 του Ν. 190(Ι)/07 και του επέβαλαν πρόστιμα συνολικού ύψους €90.
- Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι τον ενημέρωσαν για τα πιο πάνω με επιστολή στις 4/6/2014 και αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί και να εξοφλήσει τα εν λόγω ποσά. Και στις δύο διαδικασίες επικαλέστηκαν το Ν. 190(Ι)/07και δη το άρθρο 55 το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής διοικητικών προστίμων, λαμβάνονται δικαστικά μέτρα για την είσπραξη τους σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου Ν. 73(Ι)/
- Επίσης επικαλέστηκαν το Ν. 73(Ι)/2009ο οποίος προβλέπει στο άρθρο 39 πως σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίμου κλπ, η επιτροπή δύναται να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του οπότε το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος. Εν ολίγοις και στις δύο διαδικασίες επικαλέστηκαν τη νομοθεσία προς εκτέλεση της διοικητικής τους απόφασης ως χρέος. Των πιο πάνω δοθέντων και δεδομένου του ότι ως προκύπτει και από τις πρόνοιες που πιο πάνω παρατέθηκαν δίδεται η ευχέρεια είσπραξης του διοικητικού προστίμου με τον τρόπο που επιχειρούν να το εισπράξουν οι αιτητές, δηλαδή με αγωγή ως αστικό χρέος, καθίσταται πρόδηλο ότι και οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης (10,11 και 13) είναι παντελώς ανεδαφικοί και συνεπώς απορριπτέοι. Ως προς το λόγο ένστασης 12 με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η καταχώρηση αγωγής από τους αιτητές και η είσπραξη των διοικητικών προστίμων συνιστούν παραβίαση των άρθρων 165-167 του Συντάγματος, σημειώνω ότι ανάλογο επιχείρημα είχε προβληθεί και πάλι στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση στην υπόθεση Αντέννα Λτδ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1079, 1088-89, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τον εν λόγω ισχυρισμό. Ως προς τον ισχυρισμό που προβάλλεται με το λόγο ένστασης 4 ότι δηλαδή σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης παραβιάζεται το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς και τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρώ ότι και αυτή η θέση είναι ανεδαφική. Κατ' αρχάς ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ο Χάρτης»), δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Χάρτη: «Άρθρο 51 Πεδίο εφαρμογής
- Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες.
- Ο παρών Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνο όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως επιβεβαιώθηκε και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-617/10, Åklagaren - κατά- Hans Åkerberg Fransson, απόφαση ημερομηνίας 26.2.2013, όπου, στις σκέψεις 16 έως 23 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «16 Η Σουηδική, η Τσεχική και η Δανική Κυβέρνηση, η Ιρλανδία και η Ολλανδική Κυβέρνηση. καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αμφισβητούν το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων. Το Δικαστήριο, κατ' αυτές, θα ήταν αρμόδιο να απαντήσει, μόνον αν οι φορολογικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον H. Åkerberg Fransson, καθώς και η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ' αυτού και η οποία αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας της κύριας δίκης, προέρχονταν από εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Τούτο όμως δεν ισχύει ούτε όσον αφορά το εθνικό νομοθέτημα βάσει του οποίου επιβλήθηκαν οι φορολογικές κυρώσεις ούτε όσον αφορά το νομοθέτημα που αποτελεί το έρεισμα της ποινικής δίωξης. Σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι κυρώσεις και η ποινική δίωξη που προαναφέρθηκαν δεν εμπίπτουν συνεπώς στο πεδίο εφαρμογής της αρχής ne bis in idem την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 50 του Χάρτη. 17 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. 18 Το άρθρο αυτό του Χάρτη επιβεβαιώνει έτσι τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το μέτρο στο οποίο η δράση των κρατών μελών οφείλει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης. 19 Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, κατ' ουσίαν, ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης μπορούν να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά όχι πέραν των καταστάσεων αυτών. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο έχει ήδη υπενθυμίσει ότι δεν μπορεί να εκτιμήσει, με γνώμονα τον Χάρτη, εθνική κανονιστική ρύθμιση που δεν εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, όταν η ρύθμιση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου αυτού, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, οφείλει να παρέχει όλα τα αναγκαία ερμηνευτικά στοιχεία για την εκτίμηση, εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου, της συμφωνίας της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως με τα θεμελιώδη δικαιώματα των οποίων τον σεβασμό διασφαλίζει (βλ. μεταξύ άλλων, κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1991, C‑260/89, ERT, Συλλογή 1991, σ. I‑2925, σκέψη 42· της 29ης Μαΐου 1997, Kremzow, C‑299/95, Συλλογή 1997, σ. I‑2629, σκέψη 15· της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑309/96, Annibaldi, Συλλογή 1997, σ. I‑7493, σκέψη 13· της 22ας Οκτωβρίου 2002, C‑94/00, Roquette Frères, Συλλογή 2002, σ. I‑9011, σκέψη 25· της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C‑349/07, Sopropé, Συλλογή 2008, σ. I‑10369, σκέψη 34· της 15ης Νοεμβρίου 2011, C‑256/11, Dereci κ.λπ., Συλλογή 2011, σ. Ι‑11315, σκέψη 72, και της 7ης Ιουνίου 2012, C‑27/11, Vinkov, σκέψη 58). 20 Ο ορισμός αυτός του πεδίου εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης επιρρωννύεται από τις επεξηγήσεις, σχετικά με το άρθρο 51 του Χάρτη, οι οποίες, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ αλλά και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑279/09, DEB, Συλλογή 2010, σ. I‑13849, σκέψη 32). Κατά τις επεξηγήσεις αυτές, «η υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που καθορίζονται στο πλαίσιο της Ένωσης επιβάλλεται στα κράτη μέλη μόνον όταν ενεργούν εντός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης». 21 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη πρέπει να γίνονται σεβαστά όταν εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, δεν μπορούν να υφίστανται περιπτώσεις που να εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, αλλά στις οποίες να μην μπορούν να εφαρμοστούν τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα. Η δυνατότητα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης συνεπάγεται τη δυνατότητα εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη. 22 Όταν, αντιθέτως, μια έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επ' αυτής και οι διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση δεν μπορούν να θεμελιώσουν από μόνες τους την αρμοδιότητα αυτή (βλ., κατά την έννοια αυτή, διάταξη της 12ης Ιουλίου 2012, C‑466/11, Currà κ.λπ., σκέψη 26). 23 Οι εκτιμήσεις αυτές αντιστοιχούν σε εκείνες στις οποίες στηρίζεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, κατά το οποίο οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες. Ομοίως, κατά το άρθρο 51, παράγραφος 2, του Χάρτη, ο τελευταίος αυτός δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Dereci κ.λπ., σκέψη 71).». Τούτων δοθέντων και δεδομένου του ότι στα πλαίσια της παρούσας δεν τίθεται θέμα εφαρμογής δικαίου της Ένωσης, ο Χάρτης δεν τυγχάνει εφαρμογής, ούτε και σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1] αφορά τα δικαιώματα κατηγορουμένων προσώπων σε ποινικές διαδικασίες και δεν μπορεί ούτως ή άλλως να τύχει εφαρμογής καθ' οιονδήποτε τρόπο στα πλαίσια αστικής διαδικασίας όπως η παρούσα. Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς που στον πυρήνα τους έχουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, θεωρώ ότι αυτά ουδόλως παραβιάζονται με την έκδοση συνοπτικής απόφασης, εφόσον συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται παρά μόνο στις ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν παρουσιάζει καμία απολύτως υπεράσπιση, διασφαλίζοντας έτσι πλήρως τα δικαιώματα των διαδίκων για δίκαιη δίκη. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Sigma Radio T.V. Ltd (ανωτέρω) όπου μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι η διαδικασία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία προβλέπεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διασφαλίζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και παρέχει επαρκή εχέγγυα στους διαδίκους για παρουσίαση της υπόθεσης τους μέσα σε καθορισμένα πλαίσια, εφόσον, μόνο σε υποθέσεις όπου ο εναγόμενος αποτυγχάνει να δείξει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση, εκδίδεται συνοπτική απόφαση εναντίον του. Συναφώς δεν τίθεται θέμα παραβίασης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη που διασφαλίζεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 30 του Συντάγματος ή του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως προς το λόγο ένστασης 19 με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι εάν επιτραπεί η καταχώρηση υπεράσπισης δεν θα προκληθεί καθυστέρηση στην υπόθεση ενόψει της πρόσφατης τροποποίησης της νέας Δ.30, σημειώνω ότι η νέα Δ.30 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν το
- Εν πάση περιπτώσει δεδομένων των όσων άλλων έχω αναφέρει και της αποτυχίας κατάδειξης οποιασδήποτε υπεράσπισης που να μπορεί να έχει έστω κάποια αμυδρή πιθανότητα επιτυχίας, κρίνω ότι με το να δοθεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης υπό αυτές τις περιστάσεις θα προκληθεί αχρείαστα καθυστέρηση στην αποπεράτωση της υπόθεσης και θα καταστρατηγηθεί ο σκοπός της ευχέρειας που παρέχεται με τη Δ.
- και ο οποίος όπως με ευκρίνεια επεξηγείται στην Sensus Gymnasium Ltd (ανωτέρω) στη σελίδα 1081 είναι: «. η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης.» Υπό το φως των πιο πάνω και ο λόγος ένστασης 6 με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση κρίνεται αβάσιμος, εφόσον σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το σχετικό βάρος που, σύμφωνα με τα ανωτέρω, μετατέθηκε στους δικούς του ώμους, για να αποδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση ή γεγονότα τέτοια που να μπορούν να του δώσουν δικαίωμα να υπερασπιστεί. Περαιτέρω κρίνω πως η παρούσα είναι περίπτωση ξεκάθαρη, όπου ο καθ' ου η αίτηση αδιαμφισβήτητα δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή, και συνεπώς καταλήγω πως η παρούσα είναι περίπτωση κατάλληλη και πρέπουσα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων-αιτητών και εναντίον των εναγόμενου -καθ' ου η αίτηση για ποσό €90.000 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ)........... Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το εν λόγω άρθρο έχει τίτλο «Τεκμήριο Αθωότητας και Δικαιώματα της Υπεράσπισης» και προβλέπει τα εξής: «
- Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο. 2.Διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης σε κάθε κατηγορούμενο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο