← Κύπρος

Surebuild Construction Ltd ν. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου διαχειρίστριας της περιουσίας αποβιωσάσης Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, Αρ. Αγωγής: 4

Surebuild Construction Ltd ν. Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου διαχειρίστριας της περιουσίας αποβιωσάσης Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, Αρ. Αγωγής: 4537/09, 25/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A636 ΕΠΑΡΧΙΑΚO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4537/09 Μεταξύ: Surebuild Construction Ltd Εναγόντων και Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου Εναγομένης και ως ετροποποίηθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 15/9/2015 Surebuild Construction Ltd Εναγόντων και Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου διαχειρίστριας της περιουσίας αποβιωσάσης Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, τέως από τη Λευκωσία στην αίτηση 293/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Εναγομένης --------------------------------------------- Ημερομηνία: 25/11/ 2016 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια/εναγόμενη: κα. Α. Παπακόκκινου Για καθ' ων η αίτηση/ ενάγοντες: κα Κοζάκου για Θ. Μ. Ιωαννίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣH (Αιτηση ημερ. 6/10/2016 για αναστολή της διαδικασίας) Με την υπό εξέταση αίτηση η εναγόμενη-αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») αιτείται ως ακολούθως.-. «

  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να αναστέλλονται όλες οι διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, ενόψει της Εκκρεμούσης Εφέσεως Ε. 155/16 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τεκ. 1) που στρέφεται εναντίον της Ενδιαμέσου Αποφάσεως 24/3/2016 του παρόντος Δικαστηρίου.
  2. Έξοδα» Η αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ. 18-19, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 8, 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία και δικαστηριακή πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αλέκας Π. Παπακόκκινου, η οποία ως αναφέρει είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου. Η ομνύσασα υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης και αναφέρει περαιτέρω ότι στις 12/10/15 υπέβαλε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο στις 24/3/16 εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση που βρίσκεται στο φάκελο και την οποία εφεσίβαλε με την Έφεση Ε155/16 (βλ. Τεκμήριο 1) η οποία εκκρεμεί και το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί, όπως υιοθετεί και το περιεχόμενο της αίτησης της ημερομηνίας 12/10/
  3. Ως αναφέρει υπάρχουν σοβαρότατα και ουσιωδέστατα θέματα προς εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου που διαλαμβάνονται στους 13 λόγους και τα αιτιολογικά της εφέσεως, η δε Έφεση έχει τεράστιες δυνατότητες επιτυχίας αφού, όπως υποστηρίζει, μιλά από μόνη της. Είναι η θέση της ομνύσασας ότι η αγωγή δεν μπορεί να συνεχίζεται χωρίς να αποφασισθούν πρώτα τα εγειρόμενα ζητήματα στην έφεση τα οποία είναι καίριας σημασίας και απαραίτητα πρέπει να αποφασισθούν τελεσίδικα από το Εφετείο, η απόφαση του οποίου θα κρίνει και τη δυνατότητα συνέχισης ή απόρριψης της εκθέσεως απαιτήσεως. Ως αναφέρει πιστεύει ακράδαντα ως δικηγόρος και ως διάδικος ότι τα θέματα που εγείρονται στην έφεση είναι τόσο σοβαρά, νομικά, ουσιαστικά και τυπικά ενόψει της εσφαλμένης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εφεσιβλήθη, που καθίσταται επάναγκες να ανασταλούν οι διαδικασίες στο Επαρχιακό Δικαστήριο και να ακουστεί και αποφασιστεί η έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο πρώτα, η οποία θα κρίνει το θέμα τελεσίδικα. Διότι, ως αναφέρει, αν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας θα συνεχίζει τις διαδικασίες οι οποίες θα πάσχουν και θα επιβαρύνει την υπόθεση με υπέρογκα έξοδα, σπατάλη χρόνου και ταλαιπωρία, ενώ στο εφετείο υπάρχει τεράστια δυνατότητα επιτυχίας της έφεσης. Καταλήγει αναφέροντας ότι πίστευε, ότι το Δικαστήριο από μόνο του, θα προέβαινε σε αναστολή των διαδικασιών μέχρι το ανώτερο του Δικαστήριο αποφασίσει επί της εφέσεως, όμως επειδή, ως αναφέρει, το Δικαστήριο δεν το έκανε και συνεχίζει με την εκδίκαση της υπόθεσης, αναγκάζεται να υποβάλει την υπό κρίση αίτηση. Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση (στο εξής καλούμενοι «οι καθ' ων η αίτηση») καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Αναστολή χωρεί μόνο σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης. (β) Δε χωρεί αναστολή σε σχέση με τη συνέχιση και εξέλιξη της διαδικασίας. (γ) Η αίτηση είναι αντίθετη με την νομολογία και δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε θεσμό που παρέχει δικαίωμα αναστολής ενδιάμεσης απόφασης. (δ) Οι ενδιάμεσες αποφάσεις δεν καθορίζουν τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων.» Η ένσταση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στη Δ.
  4. Θ18-19 και Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 47 του Περί Δικαστήριων Νόμου Ν. 14/
  5. Η ένσταση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, αλλά αναφέρει στο σώμα της, ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ως επίσης αναφέρεται στο σώμα της αίτησης, η αγωγή δεν έχει περατωθεί και δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση και η αιτήτρια με την αίτηση της αιτείται την αναστολή ενδιάμεσων αποφάσεων. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη νομολογία καθώς και σε συγγράμματα, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνεται πιο κάτω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δικονομική πρόνοια επί της οποίας εδράζεται ουσιαστικά η υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.35 Θ.18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί ότι μια έφεση δεν θα ενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου[1]. Στην υπόθεση Christofi and Others v. Iacovidou

(1985)1 CLR 713, λέχθηκε ότι αίτηση δυνάμει της Δ.35 Θ.18 περιορίζεται σε διατάγματα ή αποφάσεις, η ορθότητα των οποίων αμφισβητείται με την έφεση. Στην υπό κρίση περίπτωση ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου «δια του οποίου να αναστέλλονται όλες οι διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, ενόψει της Εκκρεμούσης Εφέσεως Ε. 155/16 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τεκ. 1) που στρέφεται εναντίον της Ενδιαμέσου Αποφάσεως 24/3/2016 του παρόντος Δικαστηρίου». Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση εισηγείται ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια έκδοσης τέτοιου διατάγματος στη βάση της Δ.35 Θ. 18. Και έχει δίκαιο. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. v. Γενικών Ασφαλειών Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 692 στην οποία είχε υποβληθεί και πάλι αίτημα για αναστολή της διαδικασίας στη βάση της Δ.35 Θ. 18-19 εκκρεμούσης εφέσεως κατά ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η οποία αφορούσε απόρριψη αιτήματος που υπέβαλαν οι αιτήτριες για εξαίρεση του Δικαστή από την εκδίκαση της υπόθεσης. Το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας απερρίφθη πρωτοδίκως και ακολούθως οι αιτήτριες αποτάθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Κάτω από οποιονδήποτε φακό και αν κριθεί, η αίτηση για αναστολή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and Another ν.Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R.708 In re E.S.(an infant)
(1986)1 C.L.R.119·και AftomataEleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε "... stay of ... proceedings under the decision appealed from ... ..." δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση άλλο μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant)(ανωτέρω). Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή. Αλλά και αν ακόμα προσφερόταν η δυνατότητα διαφορετικής στάθμισης θα θεωρούσαμε ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα επέβαλλε τη συνέχιση και όχι την αναστολή της διαδικασίας.» (η υπογράμμιση δική μου) Στη δε In re E.S. (an infant) στην οποία έγινε αναφορά στην Βερεγγάρια Παπακόκκινου (ανωτέρω), επεξηγήθηκε με ευκρίνεια ότι: «. jurisdiction to stay under r. 18 is expressly confined to two matters: (
  1. a)The execution of the order or judgment under appeal. "Execution" in the context of the Civil Procedure Rules encompasses every proceeding designed to enforce a judgment or order. And this is the sense in which "execution" should be understood and applied under the rule here under consideration. (
  2. b)Proceedings under the decision. Here, again, we are concerned with proceedings incidental to the decision appealed, such as garnishee proceedings and proceedings under the Fraudulent Transfers Avoidance Law—Cap. 62. The proceedings that the applicant wishes us to stay are exclusively connected with the legitimation petition under trial before the District Court. They are neither intended to execute the ruling, excluding the admission of certain evidence, nor are they in any way incidental or dependent upon the ruling of the Court. Rule 18 does not confer power to stay proceedings in general or in connection with any matter other than those explicitly enumerated in the rule here under consideration. Nor is there any justification in principle for giving Ord. 35, r. 18 an interpretation wider than its wording admits, considering the drastic implications of an order staying proceedings and the limitation inherent in any such order to the right of access to the courts safeguarded by Article 30.1 of the Constitution. . It is instructive to note that Ord. 58, r. 12 of the old English rules that corresponds to an extent to Ord. 35, r. 18 of our Rules, expressly provided in r. 12
(1)(b), "no intermediate act or proceeding shall be invalidated by an appeal." In the explanatory note in the White Book4, on the scope and application of the aforementioned Ord. 58 r. 12, not a single case is cited where the trial was stayed pending the outcome of an appeal on an interlocutory matter or on a matter of admissibility of evidence.» (Βλ. επίσης Αντζολέττα Χ" Ιωσήφ ν. Αννας Πετρίχου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 364.) Εξ άλλου και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Μέλανη Γεναγρίτη v. Εργολάβων Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A885, Πολ. Έφεση 416/2012 ημερ. 21/11/2014, λέχθηκε ρητώς ότι η Δ.35 Θ. 18 δεν αποτελεί μέσο για αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Επομένως και δεδομένου του ότι δεν εντοπίζεται άλλο ουσιαστικό δικονομικό υπόβαθρο για στήριξη του αιτήματος της αιτήτριας, καταλήγω ότι η τελευταία απέτυχε να περιλάβει στην αίτηση της σχετικό δικονομικό έρεισμα που να δύναται να υποστηρίξει το αίτημα της. Για τις συνέπειες αυτής της παράλειψης σημειώνω τα εξής. Στην Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ιορδάνους Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 743 τονίστηκε με αναφορά Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120, πως ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Egiazaryan κ.ά v. Denoro Investments Ltd, Πολ. Έφεση 75/11 ημερ.19.2.13 υπεδείχθησαν τα εξής: «.... η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ιορδάνους Λτδ Λοΐζος
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού, Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013.». (η έμφαση δική μου) Δε μου διαφεύγει βέβαια ότι η αιτήτρια επικαλείται και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου στη νομική βάση της αίτησης της, και είναι γεγονός ότι ανάλωσε και μεγάλο μέρος της αγόρευσης της προς υποστήριξη του αιτήματος της σε αυτή τη βάση. Εξετάζοντας λοιπόν το κατά πόσον το αίτημα μπορεί να ικανοποιηθεί σε αυτή τη βάση σημειώνω τα εξής. Πράγματι αναγνωρίζεται η ύπαρξη εγγενούς εξουσίας στο Δικαστήριο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445, όπου γίνεται αναφορά και στις σχετικές αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά: «Time and again it has been said the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings and that such jurisdiction is a discretionary one to be exercised by the Court if it thinks fit and in a proper case, terms may be imposed, but it ought to be very sparingly exercised and only in very exceptional cases. The general practice is, however, that you should not stay actions unless the action, beyond all reasonable doubt, ought not to go on. (See Vaughan Williams, Lord Justice in Shackleton v. Swift [1913} 2 K.B. at p. 312).» (η έμφαση δική μου) Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Merck and Co Inc v. Medochemie Ltd
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2184, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47[2], σελ. 323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445 στη σελίδα 452.» Στην υπόθεση Merck (ανωτέρω) το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας με το σκεπτικό ότι "η απόφαση στην προσφυγή αν αυτή πετύχει θα καθορίσει τελεσίδικα την αγωγή ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της θα περιορίσει τα μέγιστα τα επίδικα θέματα που εγείρονται με την υπεράσπιση" και το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο τρόπος προσέγγισης του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε αντίθεση με την πάγια νομολογία επί του θέματος και πως το ενδεχόμενο επηρεασμού των δικαιωμάτων των διαδίκων στην εν λόγω υπόθεση από το οποιοδήποτε αποτέλεσμα στην προσφυγή ήταν απομακρυσμένο. Η απόφαση αυτή (Merck) υιοθετήθηκε και πιο πρόσφατα στην Πολ. Έφεση 76/2010 Γρηγορίου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερομηνίας 19/2/2015 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Τέλος, σ΄ ότι αφορά το αίτημα για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής, είναι αρκετό να επαναλάβουμε αυτό που τονίστηκε στην υπόθεση Merck & Co (ανωτέρω). Ότι δηλαδή η εκδίκαση των αγωγών δεν πρέπει να αναστέλλεται και ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείοντας δεν έθεσε ενώπιον του τέτοιες περιστάσεις για ικανοποίηση τέτοιου αιτήματος, απόφαση που δεν αμφισβητήθηκε και από τον εφεσείοντα στο πλαίσιο εκδίκασης της έφεσης.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση,
(1982)Τόμος 37, στη σελίδα 330 κάτω από τον τίτλο «(iii) Stay under Inherent Jurisdiction» αναφέρονται τα εξής: «442. Stay under inherent jurisdiction generally. . The court's general jurisdiction to stay proceedings in proper cases is not limited by the rules of the Supreme Court, and indeed is distinct from the jurisdiction conferred by the rules
(5). Since the two sources of the court's power continue to exist side by side and may be invoked cumulatively or alternatively
(6). The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue
(7).
  1. As to stay under the Rules of the Supreme Court, see para 441 ante.
  2. See Re Wickham, Marony v. Taylor
(1887)35 Ch. D 272, CA; Blair v. Cordner
(1887)36 WR 64; Davey v. Bentinck
(1893)1 QB 185, at 187,188, CA per Lord Esher MR. 7. See Shackleton v. Swift [1913] 2 KB304 at 312, CA per Vaugjan Williams LJ.» Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια επικαλείται τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για την αναστολή ολόκληρης της διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, ενόψει της έφεσης κατά της απόφασης ημερ. 24/3/2016, με την οποία απερρίφθη αίτηση της αιτήτριας με την οποία αιτείτο διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση του κλητηρίου και της οπισθογραφημένης έκθεσης απαιτήσεως ως και της επίδοσης αυτών τα οποία καταχωρήθηκαν στις 24/9/2015 και επεδόθησαν στις 30/9/2015 διότι πάσχουν όπως ισχυρίζεται «ουσιαστικώς και ουσιωδώς αφού κατά παράβαση της Νομοθεσίας, Νομολογίας και Κανονισμών η από 24/9/2015 Εναγόμενη είναι άσχετη είναι άλλο πρόσωπο από την Εναγόμενη μέχρι 24/9/2015 και δεν συνδέεται η Έκθεση Απαιτήσεως με τη νέα Εναγόμενη μετά την τροποποίηση του τίτλου κατά παράβαση της Πολιτικής Δικονομίας.». Βάσισε δε στην ουσία το επιχείρημα της στα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση τα οποία και ανέπτυξε περαιτέρω κατά την ακρόαση της αίτησης με αναφορά και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition,
(1982)Volume 37, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι η απόφαση που εφεσιβλήθηκε δεν είναι ενδιάμεση, αλλά στην ουσία τελική επειδή επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό τα δικαιώματα των διαδίκων, εξ ου και θα πρέπει να περιμένει το παρόν Δικαστήριο την έκβαση της έφεσης για να συνεχίσει την παρούσα διαδικασία. Κατ' αρχάς η θέση της αιτήτριας ότι η υπό έφεση απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ενδιάμεση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Πέραν του ότι και η ίδια η αιτήτρια στο αιτητικό της υπό κρίση αίτησης την χαρακτηρίζει ως ενδιάμεση σημειώνω και τα πιο κάτω. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws (ανωτέρω) στη σελίδα 402 παράγραφο 527 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων αποφασίζεται το πόσον μια απόφαση είναι τελική ή ενδιάμεση: «527. Distinction between final and interlocutory judgements and orders. .Rules of court may provide for orders or judgments of any prescribed description to be treated for any prescribed purpose connected with appeals to the Court of Appeal as final or interlocutory. In the absence of such rules, two tests have been propounded as to whether a judgment or order is final or interlocutory. The first which is the prevalent judicial view, is that the court will have regard to the nature of the application, not to the nature of the order made. The basis of this test is that a judgment or order must be interlocutory in character unless it is made on an application which must operate in such a way that, whatever judgment or order is given or made on it, it must finally dispose of the dispute or controversy between the parties. The other test is that the court will look at the order made by the court below, and not at the nature of the application, so that if the order finally disposes of the rights of the parties it is final, but if it does not, then it is interlocutory. .» Στην Κύπρο έχει υιοθετηθεί η πρώτη προσέγγιση που δίδει έμφαση στη φύση της αίτησης και όχι στη φύση του διατάγματος που εκδίδεται («application approach»). Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση G & Z Engineers Ltd v. Ameron B.V.
(2009)1B A.A.Δ. 1106, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Εξετάσαμε τις αντίστοιχες θέσεις και για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, έχουμε καταλήξει να δεχθούμε ως ορθή τη θέση της πλευράς των εφεσιβλήτων ότι δηλαδή πρόκειται περί ενδιάμεσης απόφασης η οποία έπρεπε να εφεσιβληθεί σε 14 μέρες. Καταλήξαμε σ' αυτή την απόφαση αφού λάβαμε υπόψη το κριτήριο της φύσης της αίτησης (application approach) που σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία είναι αυτό που επικράτησε τόσο στην Αγγλία, όσο και στην Κύπρο. Ότι η αίτηση είναι ενδιάμεσης φύσης προκύπτει σαφώς και από τη νομική της βάση, που δικονομικά είναι η Δ.48 που διέπει ενδιάμεσες αιτήσεις (interlocutory applications). Στην ίδια διάταξη βασίζεται και η Ένσταση. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Wortham κ.ά. v. Τσίμον κ.ά., αφού ο Κωνσταντινίδης Δ. προέβη πρώτα σε αναδρομή του τι ίσχυε στην Αγγλία και ότι με το Supreme Court Practice του 1999, Τεύχος 1 σελ. 1009 και επέκεινα έγινε νέα ρύθμιση του θέματος που ουσιαστικά θεσμοθέτησε την προηγούμενη νομολογία, τονίζοντας το ότι εμείς δεν έχουμε τέτοια δικονομική ρύθμιση, ανάφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναφέρθηκε με αποδοχή σ' αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο πρώτα στην υπόθεση Theodora Ioannidou v. Charilaos Dikeos and Another
(1970)1 C.L.R. 241 και μετά στην Αναφορικά με την εταιρεία The Cyprus Asbestos Mines Co Ltd v. Συκοπετρίτης Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Ειδικά, στις υποθέσεις in Re Page, Hill v. Fladgate [1010] 1 Ch. 489 και Hunt v. Allied Bakeries Ltd [1956] 3 All E.R. 513 στις οποίες η έγκριση αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ως επιπόλαιου και ενοχλητικού ή ως μη αποκαλύπτοντος εύλογη αιτία αγωγής, κρίθηκε ως ενδιάμεση. Είχε υιοθετηθεί σ' αυτές η προσέγγιση που τοποθετούσε το βάρος στη φύση της αίτησης που οδήγησε στην απόφαση (application approach). Σε αντιδιαστολή προς εκείνη κατά την οποία το σημαντικό είναι η φύση του ίδιου του διατάγματος που εφεσιβάλλεται (order approach). Βρίσκουμε μια περιεκτική απόδοση της κατάστασης στην White v. Brunton [1984] 2 All E.R.
  2. Με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία εξηγείται πως, όπως διαμορφώθηκαν τα πράγματα, εκείνο που μετρά είναι όχι αυτή καθ' εαυτή η φύση του διατάγματος που εκδόθηκε αλλά η αίτηση ή η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε. Για το συζητούμενο σκοπό, τελικό είναι το διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο αίτησης ή διαδικασίας που θα απέληγε σε τελική επίλυση του επίδικου θέματος, όποιος από τους διαδίκους και αν κέρδιζε. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: . . . . .» Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην προαναφερθείσα υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά. v. Liberty Life Insurance Ltd κ.ά., σελ. 1142, όπου ο Νικολάου Δ., ανάφερε τα ακόλουθα: «Το πώς προσεγγίζονται τέτοια ζητήματα εξετάστηκε πρόσφατα στην Wilfrid Wortham κ.ά. v. Ντίνας Κώστα Τσίμον κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442. Κατόπιν επισταμένης αναφοράς στη νομολογία, Κυπριακή και Αγγλική, το Εφετείο με απόφαση του Κωνσταντινίδη, Δ. υπέδειξε την προτίμηση για την άποψη ότι η κατάταξη πρέπει να γίνεται με αναφορά στη φύση της αίτησης, δηλαδή με κριτήριο το κατά πόσο με διαφορετικό αποτέλεσμα θα συνεχιζόταν η αγωγή, και όχι με αναφορά στις συνέπειες της εκδοθείσας απόφασης ή διατάγματος. Παρατέθηκε εκτενές απόσπασμα από την ιδιαίτερα χρήσιμη White v. Brunton [1984] 2 All E.R. 606 σε σχέση με την οποία εξηγήθηκε ότι: «Με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία εξηγείται πως, όπως διαμορφώθηκαν τα πράγματα, εκείνο που μετρά είναι όχι αυτή καθ' εαυτή η φύση του διατάγματος που εκδόθηκε αλλά η αίτηση ή η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε. Για το συζητούμενο σκοπό, τελικό είναι το διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο αίτησης ή διαδικασίας που θα απέληγε σε τελική επίλυση του επίδικου θέματος, όποιος από τους διαδίκους και αν κέρδιζε.»» (η υπογράμμιση δική μου) Με βάση την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση (G & Z Engineers Ltd,) δηλαδή το «application approach» κρίθηκε στην ίδια υπόθεση ότι, η απόφαση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση «δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ενδιάμεση, αφού η διαδικασία μπορεί το ίδιο να έχει ως αποτέλεσμα είτε τη διεκπεραίωση της αγωγής είτε τη συνέχισή της.» Ερχόμενη τώρα στην προκειμένη περίπτωση και εφαρμόζοντας την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Κύπρο (application approach), δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24/3/2016 είναι ενδιάμεση, αφού όχι μόνο η αίτηση και η ένσταση βασίζονταν στη Δ.48 αλλά και διότι η διαδικασία μπορούσε το ίδιο να είχε αποτέλεσμα τη διεκπεραίωση της αγωγής, είτε τη συνέχιση της. Τούτου δοθέντος και έχοντας κατά νου και την ως άνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση την οποία η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής πρέπει να εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και πως η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή, καταλήγω πως το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεση κατά μιας ενδιάμεσης απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν έκρινε την ουσία της διαφοράς των μερών, δεν συνιστά λόγο ο οποίος να καθιστά αναγκαία την αναστολή της διαδικασίας, μιας μάλιστα τόσο παλιάς υπόθεσης. Εάν δε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24/3/2016 ήθελε καταδειχθεί ότι είναι πράγματι εσφαλμένη, τούτο ούτως ή άλλως μπορεί να αποτελέσει λόγο έφεσης, κατά της τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή, εάν και εφόσον βέβαια η ενάγουσα επιτύχει τελικά στην αξίωση της. Εξ άλλου αξίζει να σημειωθεί ότι και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition,
(1982)Volume 37, στην παράγραφο 442, στην οποία με παρέπεμψε και η αιτήτρια, όπου δίδονται παραδείγματα όπου ενεργοποιήθηκε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας, δεν υπάρχει ούτε μία υπόθεση που να αφορά την αναστολή της διαδικασίας λόγω εκκρεμούσας έφεσης σε ενδιάμεση απόφαση. Αντίθετα στο ίδιο σύγγραμμα (Halsbury's Laws), στον ίδιο τόμο, στην παράγραφο 437 (σελίδα 325), επισημαίνεται ότι η αναστολή της διαδικασίας θα πρέπει να διαχωρίζεται τόσο από την αναστολή εκτέλεσης (stay of execution) όσο και από την αναστολή εκκρεμούσης εφέσεως (stay pending an appeal), με τα τελευταία δύο ζητήματα να ρυθμίζονται από τους θεσμούς τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο. Για το δε ζήτημα της αναστολής εκκρεμούσης εφέσεως, έγινε αναφορά πιο πάνω στην εξουσία του Δικαστηρίου η οποία τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο πηγάζει από τους θεσμούς και σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί, χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης και όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασία, αφού όπως επεξηγείται από τη νομολογία «Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή» (βλ. Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. v. Γενικών Ασφαλειών Κύπρου ανωτέρω) . Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων και εναντίον της αιτήτριας/εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Ν.Μαθηκολώνη,Ε.Δ. Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Συγκεκριμένα η εν λόγω διάταξη προβλέπει ως ακολούθως: «18. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» [2] Πρόκειται προφανώς περί τυπογραφικού λάθους η σχετική αναφορά εντοπίζεται στον τόμο 37. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.