OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1803/15, 9/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A600 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1803/15 Μεταξύ: OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED Ενάγουσας και
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ) ΛΤΔ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΒΑΣΩ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ----------------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 1.7.2016 από την Ενάγουσα για έκδοση προσωρινού διατάγματος ---------------- 9 Νοεμβρίου, 2016 Για την Αιτήτρια: κα Μ. Ιωαννίδου με κ. Χρ. Χατζηευτυχίου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Αυγ. Τσάρκατζης ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με την παρούσα Αίτηση ζητά να εκδοθεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει ή/και να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του η οποία περιγράφεται στην Αίτηση και η οποία ευρίσκεται στο χωριό Λυθροδόντας στην επαρχία Λευκωσίας μέχρι εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής ή μέχρι νέας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1, 2, 3 και 4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση της Λυσιμάχης Κωνσταντίνου εσωτερικής νομικής συμβούλου της Αιτήτριας εταιρείας. Είναι γνώστης των γεγονότων, τόσο από δική της γνώση όσο και από πληροφορίες που αποκόμισε από τα αρχεία της εταιρείας. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Η Εναγομένη είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται μεταξύ άλλων με εργασίες προσφοράς ασφαλιστικών υπηρεσιών και διεξάγει εργασίες ως ασφαλιστικός πράκτορας. Ο Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της Εναγομένης
- Κατά ή περί την 21.2.2008 η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 υπέγραψαν συμφωνία δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα διόρισε την Εναγομένη 1 ως ασφαλιστικό της πράκτορα. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν και οι ακόλουθοι: Ο ασφαλιστικός πράκτορας διορίζεται για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων με την εταιρεία για την έκδοση προσωρινών πιστοποιητικών ασφάλισης οχημάτων και για την είσπραξη των ασφαλίστρων - ασφαλιστικών συμβολαίων και άλλων χρηματικών ποσών σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμφωνίας. Ο διορισμός του ασφαλιστικού πράκτορα θα αρχίσει από την 21.2.2008 και θα υπόκειται σε τερματισμό όπως αναφέρεται στη συμφωνία. Ο ασφαλιστικός πράκτορας αναλαμβάνει καθόλη τη διάρκεια της συμφωνίας να τηρεί και να εφαρμόζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της. Θα διατηρεί ορθά και συμπληρωμένα βιβλία λογαριασμών, θα πληρώνει στην εταιρεία τα ασφάλιστρα και άλλα ποσά που εισπράττει εντός 3 μηνών από την είσπραξή τους. Οι καθυστερήσεις θα φέρουν τόκο 8,5% το χρόνο. Η εταιρεία θα πληρώνει στον ασφαλιστικό πράκτορα τέτοιες προμήθειες όπως προνοούνται στην παρούσα συμφωνία. Η εταιρεία θα πληρώνει στον ασφαλιστικό πράκτορα προμήθεια Κέρδους Εμπειρίας. Ο ασφαλιστικός πράκτορας θα έχει δικαίωμα να αφαιρεί και να κατακρατεί τέτοιες προμήθειες. Εάν ο ασφαλιστικός πράκτορας παραβεί οποιονδήποτε από τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμφωνίας η εταιρεία μπορεί να τερματίσει τη συμφωνία. Σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας ο ασφαλιστικός πράκτορας δικαιούται προμήθεια επί όλων των ασφαλίστρων που θα πληρωθούν στην εταιρεία μέχρι την ημερομηνία τερματισμού και θα είναι υπεύθυνος προς την εταιρεία για την επιστροφή όλων των εγγράφων που είναι περιουσία της εταιρείας. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλους τους όρους της συμφωνίας και θα αποζημιώσουν την εταιρεία για όλες τις ζημιές έξοδα, απώλειες και χρεώσεις που μπορεί να επιβαρύνουν την εταιρεία λόγω οποιασδήποτε ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους του ασφαλιστικού πράκτορα προς την εταιρεία. Η εγγύηση θα είναι μια συνεχής εγγύηση. Σε περίπτωση που οποιαδήποτε διαφορά ή διαφωνία αναφύεται μεταξύ της εταιρείας και του πράκτορα κάτω από την παρούσα συμφωνία τότε το θέμα, διαφωνία ή διαφορά θα παραπέμπεται σε διαιτησία. Η παραπομπή σε διαιτησία και οποιοδήποτε άλλο μ΄ αυτή θέμα, θα γίνεται σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
- Η Εναγομένη 1 ως ασφαλιστικός πράκτορας είχε δικαίωμα να συνάπτει ασφαλιστικά συμβόλαια με πελάτες της για τα οποία είχε υποχρέωση πληρωμής ασφαλίστρων στην Ενάγουσα. Κατά την 1.11.2008 η Ενάγουσα υπέγραψε με την Εναγόμενη 2 δεύτερη συμφωνία με βάση την οποία η Εναγομένη 1 θα παραχωρούσε το χαρτοφυλάκιο, το οποίο ανήρχετο σε €400.000 περίπου, στην Ενάγουσα και στη θέση του διευθυντή υποκαταστήματος της Ενάγουσας στη Λευκωσία θα διορίζετο ο Εναγόμενος
- Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλους τους όρους της συμφωνίας 1.11.
- Κατά την 29.1.2010 οι διάδικοι συμφώνησαν από κοινού και τερμάτισαν τη συμφωνία ημερ. 1.11.2008 και συνέχισαν τη συνεργασία τους με βάση τη συμφωνία 21.2.2008 η οποία ουδέποτε είχε τερματιστεί. Με βάση τη συμφωνία 1.11.2008 ο Εναγόμενος 2 τερμάτισε την εργοδότησή του στην Ενάγουσα. Η συνεργασία μεταξύ των μερών ήταν πάντοτε προβληματική εξαιτίας της μη απόδοσης των ασφαλίστρων από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι αρνούνταν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους και να εξοφλήσουν τα εκπρόθεσμα χρεωστούμενα ασφάλιστρα. Αποτέλεσμα ήταν η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 24.2.2014 να ειδοποιήσει την Εναγομένη 1 ότι θα τερματίσει τη μεταξύ τους συμφωνία. Στις 11.2.2014 η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία ημερ. 21.2.2008 και κάλεσε τους Εναγόμενους να καταβάλουν κάθε οφειλόμενο ποσό. Σήμερα οι Εναγόμενοι οφείλουν το ποσό των €308.735,22 με συμφωνηθέντα τόκο 8,5%. Ο Εναγόμενος 2 είναι ιδιοκτήτης των ακινήτων για τα οποία ζητείται η δέσμευση. Στις 22.4.2015 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση και με διάταγμα ημερ. 7.5.2015 δέσμευσε την περιουσία του Εναγόμενου
- Στην οριστικοποίηση του διατάγματος ο Εναγόμενος υπέβαλε ένσταση. Κατά την εξέταση της ένστασης το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την Αίτηση δεν είχε υπογραφεί υπό της ενόρκως δηλούσας Μαρίας Τσιανίδου. Το λάθος οφείλετο στο Πρωτοκολλητείο και η Αιτήτρια απέσυρε άνευ βλάβης την αίτηση της με δικαίωμα επαναφοράς νέας. Το αιτούμενο διάταγμα περιορίζεται στα κτήματα που ευρίσκονται στον Λυθροδόντα. Είναι άμεση ανάγκη, λέγει, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γιατί μέχρι την εκδίκαση και περάτωση της αγωγής αυτής, υπάρχει ορατός και σοβαρός κίνδυνος ο Εναγόμενος 2 να αποξενώσει ή επιβαρύνει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποχωριστεί την κατοχή της ακίνητης περιουσίας του ώστε η απαίτηση της Αιτήτριας να παραμείνει ανικανοποίητη και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της αγωγής, αφού οι Εναγόμενοι δεν θα διαθέτουν οποιαδήποτε περιουσία. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση την οποία βάσισε στα ίδια νομοθετήματα που βασίστηκε η αίτηση και κατέγραψε στην ειδοποίηση ένστασης συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Μεταξύ των λόγων ένστασης είναι και οι ακόλουθοι:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου 14/60 για την έκδοση του διατάγματος.
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 14/60 ένεκα υπέρμετρης καθυστέρησης.
- Δεν στοιχειοθετείται το κατ΄ επείγον μέσα από τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση.
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αίτηση ένεκα ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στη συμφωνία.
- Αφού τερματίστηκε η συμφωνία τερματίστηκε και η εγγύηση του Εναγομένου αρ.
- Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου 2, αρνείται τα γεγονότα που αναφέρουν οι Ενάγοντες και τα οποία δεν δικαιολογούν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 7.7.
- Η συμφωνία ημερ. 21.2.2008 τερματίστηκε και αυτόματα τερματίστηκε και η προσωπική εγγύηση τόσο του ιδίου όσο και της Εναγόμενης
- Με την έναρξη της συμφωνίας 1.11.2008 η συμφωνία ημερ. 21.2.2008 έπαυσε να ισχύει. Την 1.1.2010 συνήφθη νέα συμφωνία με νέους οικονομικούς όρους από την Ενάγουσα με διαφορετικά ποσοστά προμήθειας. Το γεγονός ότι η εν λόγω συμφωνία δεν υπογράφηκε ουδεμία σημασία έχει. Οι Ενάγοντες έτσι, απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση καθότι με τη σύνταξη της συμφωνίας αυτής που δεν υπεγράφη, αποδέχονται ουσιαστικά ότι η συμφωνία ημερ. 21.2.2008 έπαυσε να ισχύει. Ουδέν ποσό οφείλεται από την Εναγομένη 1 προς τους Ενάγοντες αφού ουδέν στοιχείο επεσύναψαν στην ένορκή τους δήλωση για να αποδείξουν τουλάχιστο ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Με τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των Εναγόντων δεν δικαιολογείται το κατ΄ επείγον για την παροχή θεραπείας με μονομερή αίτηση. Από την ισχυριζόμενη ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ασφαλιστικού πράκτορα μέχρι την καταχώρηση της πρώτης αίτησης ημερ. 22.4.2015 και της παρούσας αγωγής, παρήλθαν 13 μήνες. Οποιαδήποτε διαφορά αναφύεται μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης αρ. 1 για οιονδήποτε θέμα που έχει να κάμει με τη συμφωνία εν σχέση με τα συμβαλλόμενα μέρη, τότε το θέμα αυτό ή διαφορά θα παραπέμπεται σε διαιτησία. ΄Ετσι το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και την παρούσα αγωγή. ΝOMIKH ΠΤΥΧΗ Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες να αντεξεταστεί. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ένεκα ύπαρξης σχετικής ρήτρας στη συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία δεν τίθεται. Εκτός του ότι φαίνεται τέτοιο θέμα να εγκαταλείφθηκε από τον Καθ΄ ου η Αίτηση καθότι δεν έκαμε αναφορά στην αγόρευση του, θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 - 70. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Αιτήτριας, βρίσκω ότι η διαφορά εδράζεται επί της συμφωνίας μεταξύ των μερών, η οποία είναι έγγραφη, ημερ. 21.12.08, Τεκμήριο 1 στην Αίτηση. Υπάρχει ο ένορκος ισχυρισμός από μέρους της πλευράς της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν το συνολικό ποσό των €308.735,22 με τόκο 8,5%. Υπάρχει δηλαδή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και τα μέρη έχουν τροχιοδρομήσει τη διαδικασία επίλυσης του. Το ζήτημα αφορά το οφειλόμενο ποσό με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία. Εάν έχει τερματιστεί ή όχι η συμφωνία και ποια τα αποτελέσματα τέτοιου τερματισμού και κατά πόσο είναι το πιο πάνω ποσό οφειλόμενο ή όχι ή μικρότερο αυτού είναι θέματα που θα αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της διαφοράς στα πλαίσια της αγωγής. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει η Αιτήτρια με την αγωγή της. Η Αιτήτρια έχει καθορίσει το ποσό που έχει να λαμβάνει από τους Εναγόμενους στις €308.735,22 και είναι αυτό που ζητά να της επιδικασθεί στη αγωγή. Σίγουρα ο Καθ΄ ου η Αίτηση αμφισβητεί την αξίωση της Αιτήτριας. Αυτά όμως είναι θέματα τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής. Η αξίωση της Ενάγουσας αφορά οφειλόμενο ποσό που προκύπτει από αριθμημένους λογαριασμούς και ανέρχεται στο συνολικό ποσό €308.735,22 όπως περιγράφεται στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης της Λυσιμάχης Κωνσταντίνου, εσωτερικής νομικής συμβούλου των Εναγόντων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση και την ένσταση. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Στην απόφαση, στην υπόθεση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 785, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του» αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Και συνεχίζει το Δικαστήριο στην ίδια απόφαση και λέγει τα εξής: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου, Πολ. Εφ. 10274, ημερομηνίας 10.9.
- Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Απονομή πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι μόνο η επιτυχία έκδοσης απόφασης ως η έκθεση απαίτησης. Απονέμεται πλήρης δικαιοσύνη όταν, ο Ενάγοντας ή η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση, κατορθώσουν να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας σε μια δικαστική απόφαση. Τέτοιος κίνδυνος, δηλαδή να μην απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους σε περίπτωση έκδοσης υπέρ τους απόφασης θα υπάρχει σε περίπτωση που το Δικαστήριο αρνηθεί την έκδοση διατάγματος. Στην απόφαση
- ΡΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΛΤΔ κ.ά. ν.
- Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280 στη σελίδα 286 αποφασίστηκε: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι. Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Στην απόφαση C. Phasarias (Auto Centre) Ltd (ανωτέρω) στη σελίδα 791 αποφασίστηκε: «Αυτά, θέλουμε να αποσαφηνίσουμε, δεν σημαίνουν και αποδοχή της άποψης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσιβλήτων πως αν ήταν μεγάλη η διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση δυνατό να εκδοθεί τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα. Δεν προκύπτει, όπως ήταν η εισήγηση, τέτοιος περιορισμός από το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο.» Εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης, δεν συνιστά εμπόδιο στην έκδοση τέτοιου παρεμπίπτοντος διατάγματος. Η Ενάγουσα περιόρισε το διάταγμα μόνο στα κτήματα του Εναγόμενου 2 στην περιοχή Λυθροδόντα. Φαίνεται από το πιστοποιητικό έρευνας που επισυνάπτεται στην Αίτηση ότι υπάρχει και άλλη ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου 2 σε άλλα μέρη της Κύπρου, της οποίας δεν ζητά την δέσμευση. Στην απόφαση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. σελίδα 1237 στη σελίδα 1245 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο της απειλής. Ο ισχυρισμός, όμως, περί απειλής δε θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά απομόνωση αλλά σε συσχετισμό με την αλλαγή των σχέσεων των μερών, η οποία επήλθε με τον τερματισμό της σύμβασης. Ο κίνδυνος αποξένωσης, με τον τερματισμό της σύμβασης, κατέστη υπαρκτός και η ανάγκη παρεμπόδισης πιθανής επίδρασης στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης από την αποξένωση δικαιολογημένη. Ορθά νομίζουμε το Δικαστήριο, μέσα στο σύνολό των πιο πάνω, άσκησε τη διακριτική του εξουσία και εξέδωσε το διάταγμα. Η εισήγηση ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογείται κατ΄ εξαίρεση και ασκείται με φειδώ - (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759) - μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Το σύνολο, όμως, των στοιχείων, που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας, μεταξύ των οποίων και το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής, δικαιολογούσαν την κατάληξη. Το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο δε διαφοροποιούσε το ζήτημα, ούτε απέκλειε τον κίνδυνο αποξένωσης, όπως εισηγήθηκε ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε στην απόφασή του ότι ο εφεσείων, για τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί ή ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης, δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την κατοχή άλλης περιουσίας. Ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, από μόνο του, δεν εξουδετέρωνε την πρόθεση αποξένωσης.» Σίγουρα επήλθε αλλαγή των σχέσεων των μερών η οποία επήλθε όχι μόνον μετά την καταχώριση της αγωγής αλλά και μετά την καταχώριση της πρώτης Αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος δέσμευσης της περιουσίας του Εναγόμενου 2 στην οποία καταχωρήθηκε ένσταση, ακούστηκε η Αίτηση, επεφυλάχθη απόφαση και πριν την έκδοση απόφασης αποσύρθηκε με έξοδα σε βάρος των Αιτητών καθότι διεπιστώθη ελαττωματικότητα στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την Αίτηση. Με την πώληση ή την μεταβίβαση σε τρίτο ή με την αποξένωση ή επιβάρυνση των συγκεκριμένων ακινήτων είναι πιθανόν να εμποδιστεί η Αιτήτρια στην ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ της. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο στην παράγραφο 1, διάταγμα. Απονομή πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι μόνο η επιτυχία έκδοσης απόφασης στην Αγωγή. Απονέμεται πλήρης δικαιοσύνη όταν ο Ενάγων, κατορθώσει να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας σε μια δικαστική απόφαση. Αναμφίβολα έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ανακύπτει η ανάγκη παροχής κάποιας εξασφάλισης στην Αιτήτρια με την οποία να αποτρέπεται η πιθανότητα να καταστεί δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί, στην περίπτωση της πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Μπορεί ο Καθ΄ου η Αίτηση, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανένα να αποξενώσει τα συγκεκριμένα ακίνητα για να μην μπορεί να ικανοποιηθεί η απόφαση που ήθελε εκδοθεί στο τέλος εναντίον του για τα ποσά που διεκδικεί η Αιτήτρια. Γι΄ αυτό δικαιολογείται η παροχή εξασφάλισης προς την Αιτήτρια και αυτό θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο. Με βάση όλα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου προβλέπει: «9
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλον.» Ενόψει της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος 1 της Αίτησης, είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό την έννοια της απονομής της δικαιοσύνης, όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όσον αφορά την ικανοποίηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ενόψει των όσων έχουν λεχθεί, είναι σαφές ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ της Αιτήτριας στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η αξίωση της Αιτήτριας παρουσιάζεται ως ικανοποιούσα τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου και έτσι είναι επάναγκες να δεσμευθεί η συγκεκριμένη περιουσία του Καθ΄ ου η Αίτηση ούτως ώστε σε περίπτωση που εκδοθεί υπέρ της απόφαση, να παρέχεται κάποια εξασφάλιση. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της Αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση - Εναγόμενου 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο