← Κύπρος

JIANG LUO ν. ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 958/15, 11/11/2016

JIANG LUO ν. ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 958/15, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A605 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 958/15 Μεταξύ: JIANG LUO Ενάγοντας και ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Εναγόμενος Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης 11 Νοεμβρίου 2016 Για τον εναγόμενο/αιτητή: κος Δαμιανός Για τον εναγόντα/καθ' ου η αίτηση: κα Τσαρτσάλη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της αίτησης που αφορά η παρούσα είναι η έκδοση διατάγματος παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή εξακριβώνοντας τα παραδεχτά γεγονότα, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο του φακέλου. Η επίδικη αγωγή, η οποία διατυπώθηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρίστηκε την 04.03.

  1. Ακολούθως την 13.05.2015 καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε την 25.05.2015, ότε και η πλευρά του ενάγοντα προσκόμισε σχετική ένορκη δήλωση για απόδειξη. Εν τούτοις πέραν αυτής της ενόρκου δηλώσεως η πλευρά του ενάγοντα ζήτησε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Τούτη η δήλωση παρουσιάστηκε στο δικαστήριο την 17.06.2015, ημερομηνία που εκδόθηκε και η επίδικη απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε την 16.12.
  2. Η νομική βάση στην οποία εδράζεται είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Δ.9 κ.7, Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14, Δ.33 κ.5 και Δ.48 κκ1-4,9(h)· το Σύνταγμα, άρθρο 30

(1)και
(3)· και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του δικαστηρίου. Ανάλογη είναι και η νομική βάση της ένστασης, ως εκ τούτου δεν επαναλαμβάνεται. Ό,τι όμως αξίζει να αναφερθεί είναι οι λόγοι ένστασης που προβάλει ο ενάγων. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι η αίτηση δεν αποκαλύπτει σοβαρή υπεράσπιση και ότι υποβλήθηκε με υπέρμετρη και αναιτιολόγητη καθυστέρηση. Ας δούμε τώρα τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου. Ακολούθησε η ένσταση η οποία επίσης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, εδώ του Αλέξιου Δανού, δικηγόρου του ενάγοντα, και ένορκη δήλωση του Σωτήρη Πετρίδη, δηλαδή του επιδότη που προέβη στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος (στη συνέχεια ο επιδότης). Στη συνέχεια η πλευρά του εναγομένου αιτήθηκε και έλαβε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συγκεκριμένα καταχωρίστηκαν δύο ένορκες δηλώσεις· μια από τον εναγόμενο και μια από τη Μαρία Φιλίππου, δηλαδή το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της επίδικης αγωγής. Λόγω αυτών ακριβώς των τελευταίων ενόρκων δηλώσεων, άδεια ζήτησε και έλαβε και η πλευρά του ενάγοντα, η οποία επίσης καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση· Τέτοια δήλωση προήλθε και πάλι από το δικηγόρο Αλέξιο Δανό. Σημειώνεται εξ αρχής ότι το αίτημα του εναγομένου είναι διττό. Ο εν λόγω υποστηρίζει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι παράτυπη και συνεπώς ακυρώσιμη, αφενός και ότι έχει καλή υπεράσπιση, αφετέρου. Ας δούμε όμως σε τι συνίσταται οι εκατέρωθέν θέσεις. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι μόλις περι τα τέλη Νοεμβρίου 2015 πληροφορήθηκε την έκδοση απόφασης, όταν επικοινώνησε μαζί του ο δικαστικός επιδότης Λοΐζος Λοΐζου δια την εκτέλεση εντάλματος κινητής περιουσίας. Αυτός ήταν και ο λόγος που αναζήτησε τυχόν σχετικό έγγραφο στο χώρο όπου στεγάζεται η εταιρεία του Η.Κ. Rosita Bis Limited, για να εξεύρει αντίγραφο της αγωγής σε χαρτοκιβώτιο και να διαπιστώσει ότι επιδόθηκε στη Μαρία Φιλίππου. Προτού προχωρήσω περαιτέρω με τη μαρτυρία του εναγομένου παρεμβάλλω εδώ τη θέση του επιδότη, ώστε να καταστεί διαυγές, το περίγραμμα αυτής της πτυχής αμφότερων των ισχυρισμών. Ο επιδότης λοιπόν ισχυρίζεται ότι την 29.04.2015 τηλεφώνησε στον εναγόμενο και τον ενημέρωσε ότι τον αναζητούσε για να του επιδώσει ένα κλητήριο ένταλμα. Σε αυτή την τηλεφωνική συνομιλία ο εναγόμενος του ζήτησε να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στην οδό Ιφιγένειας 70Β στο Στρόβολο και συγκεκριμένα στη Μαρία Φιλίππου. Ο επιδότης ούτω και έπραξε την 29.04.2015, όταν το επέδωσε στη Μαρία Φιλίππου, δηλαδή το μόνο πρόσωπο που εργαζόταν στη διεύθυνση που του έδωσε ο εναγόμενος. Πέραν των πιο πάνω σημειώνεται ότι στο φάκελο του δικαστηρίου εντοπίζεται ένορκη δήλωση του επιδότη, όπου αναφέρεται ότι άφησε το κλητήριο ένταλμα στη Μαρία Φιλίππου, η οποία όμως αρνήθηκε να το παραλάβει. Στην ίδια ένορκη δήλωση η Μαρία Φιλίππου χαρακτηρίζεται ως υπεύθυνη στην εργασία. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του εναγομένου παρατηρώ ότι ο τελευταίος δέχεται μέρος των ισχυρισμών του επιδότη, δηλαδή πως την 27.04.2015 και όχι την 29.04.2015, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον επιδότη, ο οποίος του ανέφερε πως είχε κάποιο έγγραφο - δεν του είπε ότι ήταν κλητήριο ένταλμα - να του παραδώσει. Ο επιδότης του ανέφερε ότι ήταν από τον ή την Lou. Ο εναγόμενος του είπε ότι μπορούσε να τον βρει στην οδό Ιφιγένειας 70Β στο Στρόβολο, αρνείται όμως ότι του ζήτησε να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στη Μαρία Φιλίππου και επιπλέον, ότι αποκάλεσε τούτη υπεύθυνη εργασίας. Επί του προκειμένου αναφέρει ότι η Μαρία Φιλίππου είναι ράπτρια στην εταιρεία Η.Κ. Rosita Bis Limited, της οποίας διευθυντής είναι ο ίδιος. Όταν όμως απουσιάζει από το χώρο, υπεύθυνο πρόσωπο είναι η σύζυγός του και όταν απουσιάζει και η σύζυγός του δεν υπάρχει υπεύθυνο πρόσωπο και η πόρτα του καταστήματος είναι κλειδωμένη. Είναι η θέση του εναγομένου ότι δεν ενημερώθηκε από τη Μαρία Φιλίππου για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Αυτήν ακριβώς την επίδοση της αγωγής είναι που σχολιάζει και η μαρτυρία της Μαρίας Φιλίππου. Η τελευταία αναφέρει πως είναι ράπτρια και επ' ουδενί υπεύθυνη του χώρου εργασίας. Μάλιστα, αναφέρει, όταν απουσιάζει ο εναγόμενος και η σύζυγός του, η πόρτα του καταστήματος είναι κλειδωμένη και φέρει πινακίδα που αναγράφει κλειστό και δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κανένα. Υποστηρίζει ότι την ημερομηνία που ενδιαφέρει εργαζόταν στο εργαστήριο στο πίσω μέρος και η πόρτα του καταστήματος ήταν κλειδωμένη. Ξαφνικά άκουσε δυνατά κτυπήματα στο γυαλί της εισόδου και γι' αυτό πήγε και ξεκλείδωσε τούτη. Εκεί ήταν ο επιδότης ο οποίος της έδωσε ένα έγγραφο για τον εναγόμενο. Η ίδια αρνήθηκε να το υπογράψει γιατί όπως του εξήγησε· δεν αντικαθιστά τον εναγόμενο ως υπεύθυνη του καταστήματος. Εν τούτοις ο επιδότης το άφησε και η Μαρία Φιλίππου το τοποθέτησε μαζί με άλλα έγγραφα και αλληλογραφία που είχαν σταλεί και δεν ενημέρωσε τον εναγόμενο ή τη σύζυγό του, καθ' ότι ο επιδότης της ανέφερε ότι είχε εξηγηθεί με τον εναγόμενο. Η μαρτυρία του Αλέξιου Δανού δεν προσθέτει οτιδήποτε στους ισχυρισμούς που αφορούν την επίδοση, απλώς επαναλαμβάνει όσα αναφέρονται από τον επιδότη. Ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Σειρά έχει τώρα η υπεράσπιση που προτάσσει ο εναγόμενος. Για να εξυπηρετηθεί όμως τούτη η πτυχή του αιτήματος επιβάλλεται να σκιαγραφηθεί η βάση αγωγής. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο κλητήριο ένταλμα· κατά η περί την 12.11.2013 ο ενάγων συμφώνησε να δανείσει στον εναγόμενο το ποσό των €2000, το οποίο ο τελευταίος θα του επέστρεφε εντός τριών μηνών. Εις απόδειξη της αξίωσης προσκομίστηκε ένορκη δήλωση της συζύγου του ενάγοντα, στην οποία η τελευταία δηλώνει ότι ήταν παρούσα στη σύναψη της συμφωνίας. Όταν όμως ήταν να δοθεί το ποσό, αναφέρει, ο ενάγων απουσίαζε στο εξωτερικό και γι' αυτό ανέλαβε η ίδια να καταβάλει τούτο ως αντιπρόσωπος του συζύγου της. Μάλιστα ετοίμασε σχετικό έντυπο που υπογράφηκε από την ίδια και τον εναγόμενο. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι δάνεισε στον εναγόμενο το ποσό των €2000. Ο εναγόμενος αρνείται ότι δανείστηκε το εν λόγω ποσό. Υποστηρίζει ότι τούτο του δόθηκε ως κάλυψη των εξόδων κοινής επιχειρηματικής δράσης. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα να διεξάγουν επιχείρηση φωτογράφισης νεονύμφων ζευγαριών. Τα έξοδα τούτης της επιχείρησης ανήλθαν σε €7000 και καταβλήθηκαν από τον ίδιο. Ήταν όμως η συμφωνία των μερών ότι ο ενάγων θα του κατέβαλε το ποσό των €30000 για κάλυψη των εξόδων του. Καίτοι ο εναγόμενος υπέστη τα έξοδα, ο ενάγων αθέτησε το σκέλος της συμφωνίας που τον αφορούσε και δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό. Επί του προκειμένου ο Αλέξιος Δανός δηλώνει ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εναγομένου είναι αναληθείς. Το ποσό των €2000, αναφέρει, δόθηκε στον εναγόμενο υπό μορφή δανείου και όχι δια οποιονδήποτε άλλο λόγο. Αυτούς τους ισχυρισμούς του Αλέξιου Δανού είναι που πραγματεύεται η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγομένου, όπου επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός περί συνεργασίας των διαδίκων. Προς υποστήριξη τούτου ο εναγόμενος αναφέρει ότι αγόρασε το σύνολο των μετοχών της εταιρείας H Κοrnilios Holdings Limited (βλ.τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση), η οποία θα αποτελούσε το μέσω πραγμάτωσης του κοινού σκοπού των διαδίκων. Περιπλέον, ετοίμασε επιστολή στην κινέζικη γλώσσα ότι η εταιρεία China Sichuon Provincial Yuanda Talents Consultancy Co Ltd, η οποία είναι συμφερόντων του ενάγοντα, συνιστά αντιπρόσωπο της εταιρείας Η Kornilios Hοldings Limited (βλ. τεκμήρια 2(α) και 2(β) στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Την εν λόγω επιστολή παρέδωσε στον ενάγοντα, ο οποίος την ανάρτησε σε οικοσελίδα της δικής του εταιρείας (βλ. τεκμήριο 3 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Πέραν των πιο πάνω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι μαζί με τον ενάγοντα διαπραγματεύτηκαν την αγορά σκάφους αναψυχής. Προς υποστήριξη τούτου παρουσίασε στο δικαστήριο το τεκμήριο 4. Είναι βάσει αυτών των στοιχείων που υποστηρίζει ότι είχαν συνεργασία, στο πλαίσιο της οποίας ο ενάγων ανέλαβε να καταβάλει το ποσό των €30000, κάτι που στο τέλος αρνήθηκε να πράξει. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αναφέρει ότι μετά την 12.11.2013 συναντήθηκε με τον ενάγοντα σε αρκετές περιπτώσεις και όμως ουδέποτε του ζήτησε το ποσό της αγωγής. Εν κατακλείδι, είναι η θέση του πως δυνάμει όλων των πιο πάνω έχει και θα προβάλει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα. Πριν την αξιολόγηση των σχετικών ισχυρισμών επιβάλλεται να συνοψιστούν οι δικανικές αρχές που διέπουν το αίτημα. Όπως έχει νομολογηθεί, o παραμερισμός απόφασης εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από το κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 528 και Siberia Air v. Βαρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Β Α.Α.Δ 893). Βεβαίως ο έλεγχος του δικαστηρίου δεν μπορεί να μην επεκταθεί και στους λόγους δια τους οποίους ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Ασύγγνωστη συμπεριφορά, εν προκειμένω αδιαφορία που ισούται με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ 941 και Λευκίδου, πιο πάνω). Στην Milouca, πιο πάνω, επαναλήφθηκε η βασική αρχή, όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Λέχθηκε λοιπόν ότι· «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert ν. Mainland Market [197η 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Έχοντας συνοψίσει τις σχετικές δικανικές αρχές η προσοχή στρέφεται στο πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την αίτηση. Τούτο διακρίνεται σε δύο κατηγορίες· η πρώτη άπτεται της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και η δεύτερη, το κατά πόσο ο εναγόμενος αποκάλυψε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Με αυτή τη σειρά προτίθεμαι να διερευνήσω τους σχετικούς ισχυρισμούς. Σε ό,τι αφορά την επίδοση δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι η μαρτυρία του εναγομένου και της Μαρίας Φιλίππου υποστηρίζουν, έστω εμμέσως, τη μαρτυρία του επιδότη. Και εξηγώ· Δέχεται ο εναγόμενος ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον επιδότη και πως σε τούτο το πλαίσιο του ζήτησε να παραδώσει το έγγραφο που είχε στην κατοχή του στη διεύθυνση Ιφιγένειας 70Β στο Στρόβολο, που είναι η διεύθυνση της εταιρείας του και η οποία διαφέρει από τη διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Μάλιστα, δέχεται ότι του λέχθηκε πως είναι από τον ή την Lou. Η δε Μαρια Φιλίππου δέχεται ότι παρέλαβε την αγωγή από τον επιδότη. Τα πιο πάνω συνιστούν κοινό πραγματικό πλαίσιο. Οι λοιποί ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι δεν πληροφορήθηκε τι είναι το έγγραφο αυτό και επιπλέον ότι δεν ζήτησε να παραδοθεί στη Μαρία Φιλίππου, καθώς και οι σχετικοί ισχυρισμοί της Μαρίας Φιλίππου, κρίνονται επιτηδευμένοι, εφόσον είναι ανίκανοι να υπερπηδήσουν το κριτήριο της λογικής. Δυσκολεύομαι να δεχθώ πως ο εναγόμενος αν και είχε συνομιλία με τον επιδότη και περαιτέρω πληροφορήθηκε πως το έγγραφο που ο επιδότης είχε στην κατοχή του ήταν από κάποιο Lou, δηλαδή του γνωστοποιήθηκε το όνομα του αποστολέα, εν τούτοις δεν ρώτησε και δεν του αναφέρθηκε ότι επρόκειτο για κλητήριο ένταλμα. Μάλιστα, με δεδομένο το πλαίσιο των ισχυρισμών του εναγομένου, δηλαδή ότι εκείνος και ο Lou, εν προκειμένω ο ενάγων, είναι συνεργάτες, είναι άξιο απορίας πως και ο συνεργάτης του δεν γνώριζε τη διεύθυνσή του ώστε να του αποστείλει οτιδήποτε σχετικό. Πέραν τούτου, πώς και ο ίδιος δεν διερωτήθηκε τι αφορούσε το έγγραφο που ήθελαν να του παραδώσουν, ώστε να ερωτήσει τον επιδότη. Σαθρό είναι και το άλλο σκέλος των ισχυρισμών του εναγομένου και της Μαρία Φιλίππου, δηλαδή ό,τι σχετικό του προσώπου που είναι υπεύθυνο στο χώρο όπου στεγάζεται η εταιρεία του εναγομένου. Υποδεικνύω εδώ ότι ο επιδότης ανέφερε πως η Μαρία Φιλίππου ήταν το μοναδικό πρόσωπο που εργαζόταν στο κατάστημα στην οδό Ιφιγενείας 70Β. Εφόσον τούτος ο ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του εναγομένου, εκλαμβάνεται ως γεγονός. Προσπάθεια της υπεράσπισης ήταν να καταδείξει πως η Μαρία Φιλίππου δεν είναι υπεύθυνη στο χώρο εργασίας, γι' αυτό και ο εναγόμενος αλλά και η Μαρία Φιλίππου ανέφεραν ότι όταν απουσίαζε ο πρώτος υπεύθυνη παρέμενε η σύζυγος τούτου, σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή απουσίας και της συζύγου, η θύρα του καταστήματος παρέμενε κλειδωμένη και με σήμανση πως το μαγαζί είναι κλειστό. Σε αυτό το πλαίσιο ισχυρισμών ερωτώ· Δοθέντος ότι ο εναγόμενος απουσίαζε από το κατάστημα την ώρα που του τηλεφώνησε ο επιδότης, γιατί τότε τον έστειλε στην εν λόγω διεύθυνση. Εν ολίγοις, γιατί δεν του ανέφερε πότε θα βρίσκεται εκεί είτε ο ίδιος είτε η σύζυγός του. Από την άλλη, αν η θύρα του καταστήματος κλειδώνει τότε για ποιο λόγο η Μαρία Φιλίππου έσπευσε να ανοίξει τούτη όταν άκουσε τα κτυπήματα. Ο ισχυρισμός τούτης αλλά και του εναγομένου, είναι πως απαγορεύεται η είσοδος σε οιονδήποτε καθ' ον χρόνο οι δυο υπεύθυνοι του καταστήματος απουσιάζουν. Αν αυτό ήταν αληθές, τότε ουδείς λόγος υπήρχε να τρέξει στην είσοδο και μάλιστα να ανοίξει τούτη, άλλωστε η σήμανση 'κλειστό' ομιλεί αφ' εαυτής και δεν χρειαζόταν να σπεύσει να ελέγξει οτιδήποτε. Και τι να ελέγξει τη στιγμή που δεν δικαιούτο να ανοίξει τη θύρα εισόδου. Και τέλος, γιατί την άνοιξε αφού άλλες ήταν οι οδηγίες της, δηλαδή ότι απαγορεύεται η είσοδος. Τα πιο πάνω ερωτήματα καταδεικνύουν ότι οι ισχυρισμοί τόσο του εναγομένου όσο και της Μαρίας Φιλίππου απάδουν της κοινής λογικής και γι' αυτό ακριβώς το λόγο κρίνονται ψευδείς και επίπλαστοι. Είναι φανερό ότι ο εναγόμενος έστειλε τον επιδότη στη διεύθυνση που στεγάζεται η εταιρεία του, επειδή εκεί θα εύρισκε κάποιον, εν προκειμένω τη Μαρία Φιλίππου, που ήταν σε θέση να παραλάβει το έγγραφο. Περαιτέρω, είμαι πεπεισμένος ότι αναφέρθηκε στον εναγόμενο η φύση του εγγράφου που ο επιδότης προτίθετο να του επιδώσει και η τηλεφωνική τους συνομιλία δεν εξαντλήθηκε σε αοριστία, όπως ο εναγόμενος αφήνει να νοηθεί. Τέλος, αναμφισβήτητο είναι πως η Μαρία Φιλίππου είναι ράπτρια. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ήταν και ανίκανη να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα. Όπως επεξηγείται πιο κάτω, δεν είναι η θέση αφ' εαυτή που φανερώνει ποιος είναι ο υπεύθυνος, αλλά το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω πως ο επιδότης μετέβη στην εν λόγω διεύθυνση επειδή ο εναγόμενος τον έστειλε εκεί δια να αφήσει το κλητήριο ένταλμα. Τώρα, είναι γεγονός ότι ο κανονισμός, εν προκειμένω ο κ.2
(1)(ii) της Δ.5, ομιλεί για πρόσωπο (any person) που έχει τον έλεγχο του χώρου εργασίας (in charge of the place of his employment). Δεν είναι πρόθεσή μου να θέσω άκαμπτο κανόνα ως προς το τι εστί υπεύθυνο πρόσωπο. Είμαι της γνώμης όμως ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης είναι εκείνες που θα καθορίσουν το κατά πόσο ο παραλήπτης του κλητηρίου εντάλματος ήταν ή όχι υπεύθυνος. Σαφώς και εκεί όπου η επίδοση αφορά τυχαίο υπάλληλο που εργάζεται σε εταιρεία που εργοδοτεί αριθμό προσώπων, αναμένεται η επίδοση να διενεργηθεί στον προϊστάμενο του ή σε διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας, ώστε να μπορεί κανείς με βεβαιότητα να υποθέσει ότι το κλητήριο ένταλμα θα μεταβιβαστεί στον ενδιαφερόμενο που τη δεδομένη στιγμή απουσιάζει. Αυτός είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί ο κανονισμός θέτοντας ως κριτήριο εκείνο του προσώπου που έχει τον έλεγχο του χώρου εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση που η Μαρία Φιλίππου ήταν ο μοναδικός υπάλληλος του καταστήματος, και η επίδοση αφορούσε το διευθυντή της εταιρείας, αρνούμαι να δεχθώ ότι δεν ήταν υπεύθυνη εν τη εννοία του κανονισμού και πως στην απουσία του εναγομένου, δηλαδή του διευθυντή και της συζύγου του, δεν υπήρχε στο χώρο υπεύθυνο πρόσωπο. Σαφώς και υπήρχε. Αυτό ήταν το πρόσωπο που ανταποκρίθηκε στο κτύπημα της θύρας του καταστήματος και το οποίο παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα και ακολούθως το τοποθέτησε στην αλληλογραφία της εταιρείας. Τούτο το πρόσωπο είναι η Μαρία Φιλίππου, η οποία υπό το φως των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, κρίνεται υπεύθυνο πρόσωπο. Έχοντας διαπιστώσει όλα τα πιο πάνω δεν μπορώ να μην επισημάνω πως η συμπεριφορά του εναγομένου ξενίζει για άλλο ένα επιπρόσθετο λόγο. Καίτοι δέχεται ο εναγόμενος ότι συνομίλησε με τον επιδότη, άλλωστε ο ίδιος ήταν που του έδωσε τη διεύθυνση Ιφιγενείας 70Β, εν τούτοις τηρεί σιγήν ιχθύος ως προς το τι έπραξε αφότου πλέον επέστρεψε στο κατάστημα. Εν ολίγοις, ενδιαφέρθηκε ή όχι για την τύχη του εγγράφου που γνώριζε ότι θα του παρέδιδε ο επιδότης. Ρώτησε ή όχι τη σύζυγό του αν δέχθηκαν οιανδήποτε επίσκεψη. Παρ' ότι δεν θεωρεί την Μαρία Φιλίππου υπεύθυνο πρόσωπο, ενδιαφέρθηκε ή όχι να μάθει κατά πόσο οιονδήποτε πρόσωπο, φερ' ειπείν ο επιδότης, επισκέφθηκε το κατάστημα και άφησε οτιδήποτε που να τον αφορά. Δοθέντος μάλιστα ότι το κλητήριο ένταλμα τοποθετήθηκε μαζί με την υπόλοιπη αλληλογραφία, διερωτάται κανείς πως και δεν περιέπεσε στην αντίληψη του εναγομένου όταν πλέον ήλεγχε την αλληλογραφία του. Η θέση πως η σύζυγός του το τοποθέτησε σε χαρτοκιβώτιο επειδή είναι γραμμένο στην ελληνική γλώσσα, είναι ευτελής και δικαίως ο ενάγων θέτει το ρητορικό ερώτημα· είναι με αυτό τον τρόπο που αντιμετωπίζει η σύζυγός του όλα τα έγγραφα που είναι στην ελληνική γλώσσα. Η απάντηση σαφώς και πρέπει να είναι αρνητική, γεγονός που καταρρίπτει και αυτό τον ισχυρισμό. Εκείνο όμως που αποκαλύπτεται από όλα τα πιο πάνω είναι πως η επίδοση δεν είναι παράτυπη και περαιτέρω, ο εναγόμενος δεν κατόρθωσε να αποσείσει την ευθύνη που τον βαραίνει για αιτιολόγηση της καθυστέρησης που παρατηρείται στην προώθηση του αιτήματος. Δεν αντιλαμβάνομαι εν προκειμένω γιατί η αίτηση καταχωρίστηκε 6 μήνες μετά την έκδοση απόφασης και μόνο αφότου επισκέφθηκε τον εναγόμενο δικαστικός επιδότης για εκτέλεση εντάλματος κινητής περιουσίας. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ασύγγνωστη αδιαφορία που απάδει των αρχών τελεσιδικίας και εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης. Γι' αυτό και μόνο το λόγο καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται θετική άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Κρίνω όμως ορθό να μην αφήσω ασχολίαστη και την άλλη πτυχή του αιτήματος, δηλαδή αυτή που αφορά την υπεράσπιση που ο εναγόμενος διατείνεται ότι έχει. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ποιο είναι το κριτήριο αυτής της έκφανσης του αιτήματος. Αυτό γιατί η γραπτή αγόρευση του εναγομένου μου δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν μεταφέρει ορθά τη σχετική νομολογία. Είναι λοιπόν γεγονός ότι η υποχρέωση του εναγομένου εξαντλείται εν προκειμένω σε αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου θέματος. Εκεί όπου κρίνω αναγκαίο να επεκταθώ είναι στο βαθμό των περιστάσεων που ικανοποιούν το κριτήριο του εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, δηλαδή σε τί συνίσταται τούτη. Είμαι της γνώμης ότι το εν λόγω κριτήριο εναργώς αποκαλύπτεται στην υπόθεση Τεγκεράκης v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 289, 294 εώς 295, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα· «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. Επιπλέον αναμένεται από το Δικαστήριο, ότι ο αιτητής θα δώσει και κάποια λογική εξήγηση γιατί δεν έλαβε οποιαδήποτε δικονομικά μέτρα με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του ερήμην.» Περιπλέον, σχετική είναι και η υπόθεση K.C.P. Commission Agents & Importers Limited κ.α. v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, 419 όπου λέχθηκε ότι· «Είναι ασφαλώς καθήκον του αιτουμένου τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον πως έχει υπεράσπιση στην αξίωση. Αναφερθήκαμε ήδη στο ουσιαστικό περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας 2. Πρέπει να προστεθεί ότι για να στηρίξουν το αίτημα τους οι εφεσείουσες έθεσαν στη διάθεση του πρωτόδικου δικαστηρίου και ένορκη δήλωση της εφεσείουσας 2 που χρησιμοποίησε στην πτωχευτική διαδικασία. Επισημαίνουμε την παράγραφο 3 της οποίας το περιεχόμενο αντιφάσκει βάναυσα με ότι ανέφερε στην πρώτη ένορκη δήλωση της: .... Η αντίφαση είναι τόσο εντυπωσιακή που αποκαλύπτει την πλήρη έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους των εφεσειουσών όταν προωθούσαν το διάβημα τους. Η κακοπιστία αυτή είναι ασυμβίβαστη με τη γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Όλα αυτά μας πείθουν ότι ούτε η παράλειψη αιτιολογήθηκε αλλά ούτε υπεράσπιση αποκαλύφθηκε. Είναι βέβαιο ότι οι ενέργειες των εφεσειουσών αποσκοπούσαν στην παρέλκυση της υπόθεσης.» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι διεργασία αντιπαραβολής των εκατέρωθεν θέσεων και συνακόλουθα αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν είναι στοιχεία άγνωστα στη φύση του επίδικου αιτήματος. Η δε υπεράσπιση που προβάλλεται δεν δικαιολογείται να εξαντλείται σε αοριστίες και ασάφειες. Επιβάλλεται να θέτει γεγονότα που απαντούν την αξίωση, δηλαδή να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία που εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και διαφοροποιούν την εικόνα που αφήνει η αξίωση του ενάγοντα (βλ. Καλλής v. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Στρέφομαι τώρα σε αυτό που ο εναγόμενος προκρίνει ως υπεράσπισή του. Είμαι της γνώμης ότι οι αιτιάσεις του εναγομένου περί συνεργασίας των διαδίκων, δεν είναι ικανές, από μόνες τους, να απαντήσουν την αξίωση. Το δε σύνολο των τεκμηρίων που προσκόμισε ο εναγόμενος (βλ. τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση) δεν είναι ικανά να αναχαιτίσουν τη δυναμική της αξίωσης. Και εξηγώ· τα εν λόγω τεκμήρια προωθούν τη θέση ότι οι διάδικοι είχαν συνεργασία. Εν πρώτοις αυτό δεν είναι εντελώς διαυγές από τα αναφερθέντα τεκμήρια, καθ' ότι το γεγονός και μόνο ότι δυο εταιρείες φαίνεται να έχουν κάποιας μορφής συνεργασία, δεν σημαίνει ότι ο κάθε μέτοχος ξεχωριστά υιοθετεί, αποδέχεται και προωθεί τούτη τη συνεργασία. Εδώ οι διάδικοι δεν είναι εταιρείες αλλά φυσικά πρόσωπα. Από την άλλη, έστω ότι τούτη η συνεργασία είναι γεγονός, κανένα αποδεικτικό στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου που να δικαιολογεί ότι οι δυο συγκεκριμένοι διάδικοι και όχι οι εταιρείες που αναφέρονται στα τεκμήρια, συμφώνησαν ότι θα συνχρηματοδοτήσουν τη συνεργασία αυτή. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι αυτή η πτυχή του ισχυρισμού, δηλαδή συμφωνία των διαδίκων, υποστηρίζεται από τα λεγόμενα του εναγομένου. Είναι τούτο ένα στοιχείο που συναποτιμάται. Παρ' όλα αυτά, είμαι της γνώμης ότι όπως και αν εξετάσει κανείς τα πράγματα, το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από την πλευρά του εναγομένου, δεν είναι ικανό να απαντήσει το πραγματικό υπόβαθρο της αξίωσης. Επαναλαμβάνω ότι η αξίωση εδράζεται σε συμφωνία δανείου. Μάλιστα τούτη η συμφωνία υποστηρίχτηκε και με έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Μετάφραση του εν λόγω εγγράφου είναι το τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25.05.2015 που προσκομίστηκε στο δικαστήριο εις απόδειξη της αξίωσης. Ό,τι κρατώ από αυτό το έγγραφο είναι το γεγονός ότι ο εναγόμενος προσυπόγραψε το λεκτικό τούτου το οποίο αναφέρει «δανείστηκα 2000 ευρώ... το εν λόγω ποσό θα επιστραφεί εντός τριών μηνών από αυτή την ημέρα χωρίς τόκο.» Το τεκμήριο Β δεν αφήνει αμφιβολία ότι συνιστά έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος, εύλογα αναφύεται το ερώτημα· αν οι διάδικοι είχαν οιανδήποτε συμφωνία κατά τον τρόπο και με το περιεχόμενο που ο εναγόμενος διατείνεται, τότε ποια λογική εξήγηση υπάρχει για το περιεχόμενο του τεκμηρίου Β; Γιατί αναφέρεται εκεί ότι ο εναγόμενος δανείστηκε το ποσό και γιατί δεν επεξηγείται οτιδήποτε άλλο, φέρ' ειπείν η συμφωνία που ο εναγόμενος διατείνεται; Η απάντηση είναι απλή· η υπεράσπιση ουδεμία επεξήγηση πρόσφερε δια το περιεχόμενο του τεκμηρίου Β και συνεπεία αυτού, μοναδικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως· Είτε οι διάδικοι είχαν συνεργασία είτε όχι, αυτό δεν αναιρεί το αδιαφιλονίκητο λεκτικό του εγγράφου αναγνώρισης χρέους που θέλει τον εναγόμενο να δανείζεται το εκεί αναφερόμενο ποσό και να υπόσχεται ότι θα το επιστρέψει εντός τριών μηνών. Αν η συμφωνία των διαδίκων ήταν αλλιώς η λογική επιτάσσει ότι δεν θα χρησιμοποιείτο η λέξη 'δανείστηκα' και ούτε θα αναλαμβανόταν υποχρέωση επιστροφής του ποσού εντός τριών μηνών. Αυτό το λεκτικό συνάδει μόνο με δανεισμό και τίποτα περαιτέρω. Εφόσον λοιπόν η υπεράσπιση δεν κατόρθωσε να διεμβολίσει τους ισχυρισμούς βάσει των οποίων εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, αλλά ούτε και να αποδείξει εξόφληση ή ικανοποίηση του οφειλόμενου ποσού των €2000, καθίσταται σαφές ότι και αυτή η πτυχή του αιτήματος παρέμεινε μετέωρη και ανυπόστατη. Για όλους τους λόγους πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.