Ανδρέας Καράντωνας κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 4641/16, 25/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A638 Αρ. Αγωγής: 4641/16 Μεταξύ:
- Ανδρέας Καράντωνας, εκ Κοφίνου Λάρνακας
- Ευφροσύνη Σοφοκλέους, εκ Κοφίνου Λάρνακας Εναγόντων και Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένης Αίτηση ημερ. 5.10.16 υπό εναγόντων - αιτητών για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2016 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Γιάννης Βιολάρης Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Μαλβίνα Ναθαναήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στις 8.6.07 συνήψαν με την εναγομένη τράπεζα, σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα για το ποσόν των CHF289.200,
- Σκοπός του δανείου, ήταν η ανέγερση της συζυγικής τους κατοικίας σε οικισμό αυτοστέγασης στην Κοφίνου. Είναι η θέση των εναγόντων ότι δεν έλαβαν καμία προσυμβατική ενημέρωση, αναφορικά με τους κινδύνους από την χορήγηση δανείου σε ξένο συνάλλαγμα. Εξ' αιτίας του τρόπου υπολογισμού από την τράπεζα της συναλλαγματικής ισοτιμίας αλλά και λόγω της τρομακτικής αύξησης της αξίας του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, οι ενάγοντες υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές αφού ενώ πλήρωσαν σημαντικό μέρος του δανείου σε ευρώ, εντούτοις εξακολουθούν να οφείλουν σχεδόν ολόκληρο το ποσό του δανείου. Συγκεκριμένα, πλήρωσαν το ποσόν των €67.958,10 (CHF111.812,20) ενώ σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που έλαβαν από την εναγομένη, εξακολουθούν να οφείλουν μέχρι τις 22.7.16 το ποσόν των 274.916,71 ελβετικών φράγκων. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στην οποία επικαλούνται σωρεία λόγων για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθούν συγκεκριμένοι όροι της επίδικης σύμβασης ως παράνομοι και καταχρηστικοί. Ζητούν επίσης διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης από την ενάγουσα τράπεζα και επίσης την επαναφορά του δανείου στην ισοτιμία του ελβετικού φράγκου με το ευρώ, η οποία ίσχυε κατά την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία αιτούνται προσωρινό διάταγμα που να διατάσσει την αναστολή της ισχύος και εκτέλεσης της επίδικης δανειακής σύμβασης μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, στην οποία γίνεται αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης που οδήγησαν στη χορήγηση του δανείου. Επαναλαμβάνονται επίσης οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης για ακυρότητα συγκεκριμένων όρων της σύμβασης. Αναφέρεται στη συνέχεια στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα επειδή η δανειακή σύμβαση συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ και να επιβαρύνει τους ενάγοντες με τις τρέχουσες τοκοχρεολυτικές δόσεις και καθυστερήσεις. Υπάρχει κατά τον ενόρκως δηλούντα, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και μεγάλη πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται τις αιτούμενες με την αγωγή τους θεραπείες. Ισχυρίζεται επίσης ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού ο λογαριασμός του δανείου θα συνεχίσει να επιβαρύνεται με τον υφιστάμενο τρόπο. Κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου για εξέταση της μονομερούς αίτησης, λόγω της φύσης των επιδίκων θεμάτων έδωσα οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στην εναγομένη, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της. Με την επίδοση της αίτησης, η εναγομένη καταχώρισε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφέρεται επίσης ότι η επίδικη συμφωνία είναι καθόλα νόμιμη και δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Τέλος στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος, η εναγομένη θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι η καταχώριση της παρούσας είναι καταχρηστική γιατί ο μοναδικός σκοπός της, είναι να καθυστερήσει και να αποτρέψει την εναγομένη να εισπράξει το λαβείν της. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη που βρίσκεται στην υπηρεσία της εναγομένης. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση την επίδικη σύμβαση και δεν έχουν καταδείξει κανένα επαρκή λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγόντων - αιτητών στην αγόρευση του, κάλεσε το Δικαστήριο όπως εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και απορρίψει τους λόγους ένστασης στην ολότητά τους. Ισχυρίστηκε ότι αυτό που επιδιώκουν οι ενάγοντες με την παρούσα αίτηση, είναι αναστολή της ισχύος της σύμβασης καθότι η συνέχιση της, επιβαρύνει τους ενάγοντες. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο δεν αφορά μόνο οικονομική ζημιά αλλά εξαρτάται από τα γεγονότα που γενικά περιβάλλουν την κάθε υπόθεση και σχετίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Ο συνήγορος ανέφερε στη συνέχεια ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι η σύμβαση περιείχε επενδυτικούς κινδύνους για τους οποίους οι ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν προειδοποιηθεί. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo), είναι αναγκαία κατά τον συνήγορο ώστε οι ενάγοντες να μην υποστούν περαιτέρω ζημιά. Τέλος, ανέφερε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την πλευρά των εναγόντων και ως εκ τούτου, είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε διευκρινίσεις που ζήτησε το Δικαστήριο ως προς το ζήτημα της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ο συνήγορος ανέφερε ότι σκοπός της αίτησης είναι επιπλέον η παρεμπόδιση της εναγομένης να τερματίσει την σύμβαση και να ζητήσει ολόκληρο το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Η συνήγορος της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση στη δική της αγόρευση αφού επανέλαβε όλους τους λόγους ένστασης, εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ανέφερε επιπλέον ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στην εναγομένη. Θα ανασταλεί η ισχύς μίας συμφωνίας, η οποία κατά παραδοχή των ίδιων των εναγόντων υπογράφτηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη και αποτελεί έγκυρο και δεσμευτικό έγγραφο για τους διαδίκους. Η συνήγορος υπενθύμισε ότι η επίδικη σύμβαση βρίσκεται σε ισχύ και δεν έχει τερματιστεί από τους αιτητές ή από την ενάγουσα. Επομένως, οι μηνιαίες δόσεις που καθορίζονται με τη σύμβαση, θα πρέπει να πληρώνονται από τους αιτητές. Στη συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι απέκρυψαν το γεγονός ότι οι ίδιοι επέλεξαν την δανειοδότηση σε ελβετικά φράγκα και ότι προτού υπογράψουν τη σύμβαση, διάβασαν και συμφώνησαν με τους όρους της. Επιπλέον, παρέλειψαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο ότι από την 31.5.16 δεν αποπληρώνουν τις δόσεις τους. Η συνήγορος ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι δεν έχει αποδειχτεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης τους αφού αν επιτύχει η αγωγή και εκδοθούν τα διατάγματα που αξιώνουν με αυτή, τότε οι ενάγοντες θα αποζημιωθούν δεόντως από την εναγομένη τράπεζα. Αντιθέτως, η εναγομένη τράπεζα θα υποστεί ζημιά εφόσον θα ανασταλεί η ισχύς μιας καθόλα νόμιμης και δεσμευτικής συμφωνίας, η οποία δεν έχει τερματιστεί. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) καθώς και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, το άρθρο 5 του Κεφ. 6, που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης που ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Αντιθέτως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος από τα άρθρα 4 & 5 του Κεφ.
- Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα και δεν περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1A Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και ζητά στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Σημειώνεται όμως ότι η παρούσα αίτηση παρότι καταχωρήθηκε μονομερώς, στην συνέχεια μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως αφού οι οδηγίες του Δικαστηρίου, ήταν να επιδοθεί ώστε να ακουστούν και οι απόψεις της άλλης πλευράς. Όμως, η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά αποκλειστικά τις μονομερείς αιτήσεις. Με δεδομένη την απουσία του αντιδίκου, η διαδικασία σε μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Αντιθέτως, σε αιτήσεις δια κλήσεως δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού και οι δύο πλευρές είναι παρούσες και έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους. Εξ' άλλου, η ίδια η φύση του καθήκοντος αποκάλυψης, αναφέρεται σε αποφυγή παραπλάνησης του Δικαστηρίου όταν απουσιάζει ο αντίδικος του αιτητή. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η παρουσία του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου στην απουσία της άλλης πλευράς. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816, στην οποία λέχθηκε ότι είναι μόνο στις μονομερείς διαδικασίες που εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση, οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Στην πιο πάνω υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονταν και οι δύο διάδικοι που είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον τους με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά το Εφετείο, ζήτημα παραπλάνησης. Σχετική είναι επίσης και η απόφαση Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Η μετατροπή της μονομερούς αιτήσεως σε αίτηση δια κλήσεως με οδηγίες του Δικαστηρίου, έχει ως αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Δεν έχουμε δηλαδή στην παρούσα υπόθεση, εξέταση μονομερούς αιτήσεως ούτε και μονομερή έκδοση διατάγματος ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση της εναγομένης για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων δεν ευσταθεί. Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν αναφέρει ως όφειλε στους λόγους ένστασης, ισχυρισμό για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Ούτε στην ένορκη δήλωση της ένστασης εντοπίζεται τέτοιος ισχυρισμός. Αναφέρεται βέβαια ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση το επίδικο δάνειο και ότι δεν πληρώνουν τις δόσεις του. Όμως δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι τα στοιχεία δεν αποκαλύφθηκαν κατά την μονομερή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση αυτή εκφράστηκε μόνο στην αγόρευση της συνηγόρου για την εναγομένη, κάτι που δεν είναι όμως κατά την κρίση μου αρκετό. Πέραν τούτου δεν θεωρώ ότι τα στοιχεία που η εναγομένη επικαλείται ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου σε τυχόν μονομερή έκδοση διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, στην ένορκη δήλωση της αίτησης επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α η επίδικη σύμβαση, στην οποία υπάρχει ο όρος 19 που επικαλείται η εναγομένη, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες κατανόησαν πλήρως τις πρόνοιες του εγγράφου και το υπέγραψαν με την ελεύθερη βούληση τους. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έγκριση του αιτήματος. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι υπάρχει στην παρούσα υπόθεση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Οι ενάγοντες ζητούν την ακύρωση συγκεκριμένων όρων του δανείου, χαρακτηρίζοντας τους ως παράνομους και καταχρηστικούς. Ζητούν επίσης την επαναφορά της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου με το ευρώ, όπως ήταν κατά την ημερομηνία υπογραφής της δανειακής σύμβασης. Ισχυρίζονται επί του προκειμένου ότι δεν έλαβαν καμία προσυμβατική ενημέρωση, αναφορικά με τους κινδύνους από την χορήγηση δανείου σε ξένο συνάλλαγμα και για τον επενδυτικό χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης. Περαιτέρω, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής αφού σε περίπτωση που οι ενάγοντες αποδείξουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους θα δικαιούνται στις αιτούμενες με την αγωγή τους θεραπείες. Πρέπει να σημειώσω ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας των εναγόντων, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης. Το κατά πόσον οι ενάγοντες δικαιούνται ή όχι τις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες θα αποφασιστεί στο τέλος της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει σχετική μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όμως για σκοπούς έκδοσης συντηρητικού διατάγματος, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν από κάποιους αόριστους ισχυρισμούς των αιτητών για πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν έχει καταδειχθεί κάποιος σοβαρός λόγος που να δικαιολογεί την θέση για αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Σημειώνω ότι στην περίπτωση που η αγωγή πετύχει, η σύμβαση θα εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς τους κατ' ισχυρισμό παράνομους και καταχρηστικούς όρους και με την συναλλαγματική αναλογία που ζητούν οι ενάγοντες. Σημειώνω περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν ζητούν ακύρωση του συνόλου της σύμβασης ως παράνομης ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της ισχύος στο σύνολο της, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι αυτό γέρνει προς το μέρος της εναγομένης. Η ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αφού όπως προανέφερα δεν έχει τεκμηριωθεί ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Από την άλλη, τυχόν έκδοση του διατάγματος θα σημαίνει στην ουσία αναστολή της πληρωμής των μηνιαίων δόσεων που η ενάγοντες οφείλουν να καταβάλλουν, δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Πέραν των πιο πάνω, η έκδοση συντηρητικού διατάγματος με τον τρόπο που ζητείται δεν θα μπορούσε να πετύχει. Στην ουσία, οι ενάγοντες αιτούνται μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής, την αναστολή όλων των συμβατικών δικαιωμάτων των αντιδίκων τους. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση ότι το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί προκειμένου να εμποδιστεί η εναγομένη να τερματίσει την σύμβαση. Στην ουσία δηλαδή, επιζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται η εναγομένη να ασκήσει νόμιμα δικαιώματα που πηγάζουν από έγκυρη σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται τέτοιο αίτημα. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων - αιτητών και υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο