← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βικτώριας Καρή Ιωάννου, Αγωγή: 1298/2011, 29/11/2016

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βικτώριας Καρή Ιωάννου, Αγωγή: 1298/2011, 29/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A645 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αγωγή: 1298/2011 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας v. Βικτώριας Καρή Ιωάννου Εναγομένης Αίτηση ημ. 17.6.16 υπό Εναγομένου για Τροποποίηση Υπεράσπισης Ημερ.: 29 Νοεμβρίου 2016 Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Α. Παναγή, για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα/Καθ' ης: κα Κ. Γιαπανά, για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αίτηση του ο εναγόμενος αιτείται τη διαγραφή όλης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του και την αντικατάσταση της με νέα, την οποία παραθέτει στην παράγραφο Α του αιτητικού. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 θ.1-6 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, του εναγομένου. Οι λόγοι οι οποίοι κατά τον ίδιο επιβάλλουν την έγκριση της αίτησης εμφαίνονται στις παρ. 2-4, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες: «

  1. Από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπερασπίσεως μέχρι σήμερα οι νέοι μου δικηγόροι με συμβουλεύουν ότι χρειάζεται τροποποίηση η Υπεράσπιση.
  2. Περαιτέρω, εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας, οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, αφού θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών των της ενάγουσας και εμένα ως εναγομένου, ως επίσης θα δοθεί η δυνατότητα σε μένα να παρουσιάσω ενώπιον του Δικαστηρίου την υπόθεση της όπως κρίνω ορθό και δίκαιο σύμφωνα με την συμβουλή των δικηγόρων μου.
  3. Ύστερα από εκ νέου μελέτη της υπόθεσης με τους δικηγόρους μου και ενόψει των νέων δεδομένων, θεωρούμε απόλυτα αναγκαίο να προωθήσουμε την παρούσα αίτηση και όπως αιτηθούμε τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις με απόλυτο στόχο την ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης κατά την παρουσίαση της υπόθεσης μας.» Η ενάγουσα καταχώρισε ένσταση, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της κ. Μάριου Κουντούρη. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στους ακόλουθους:
  4. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  5. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση της είναι παράτυπη, αντικανονική, κακόπιστη, καταχρηστική, γενική και αόριστη.
  6. Επιχειρείται η αναδόμηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ή η εισαγωγή νέων πραγματικών ισχυρισμών και ή επιδιώκεται η προβολή νέων ισχυρισμών εντελώς αντίθετων από τους αρχικούς, συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, εισάγεται νέα υπόθεση και εγείρονται νέοι λόγοι και ή βάσεις του δικογράφου χωρίς δικαιολογία.
  7. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις ως προς τη γραμμή υπεράσπισης και όχι νέα στοιχεία, ενώ είναι άσχετες με την υπόθεση.
  8. Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία, ενώ υπήρχε ευχέρεια καταχώρισης της αίτησης προηγουμένως, αφού οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ήταν γνωστοί στον εναγόμενο σε πολύ προγενέστερο στάδιο ή θα μπορούσε να μάθει τα γεγονότα επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια και ενδιαφέρον.
  9. Γίνεται προσπάθεια διόρθωσης λαθών και ή παραλείψεων.
  10. Με την εν γένει στάση του και την αποδοχή του ότι έλαβε το επίδικο ποσό ο εναγόμενος κωλύεται να προβάλλει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Στη συνοδεύουσα ένορκη του δήλωση ο κ. Κουντούρης ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης τους οποίους αναλύει. Νομική πτυχή Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζονται παρόμοιες αιτήσεις είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις υπ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην υπ. Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης."» Η αγωγή στην παρούσα περίπτωση καταχωρίστηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου στις 22.2.
  1. Η απαίτηση της ενάγουσας συνίσταται σε αξίωση απόφασης για €113.152 και διατάγματα πώλησης τεσσάρων ενυπόθηκων ακινήτων στη βάση έγγραφης συμφωνίας δανείου ημ. 12.10.09, την οποίαν κατ' ισχυρισμόν παρέβη ο εναγόμενος, με αποτέλεσμα να την τερματίσει η ενάγουσα στις 27.9.10 διεκδικώντας κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο ως ανωτέρω. Ο εναγόμενος είχε αρχικώς καταχωρίσει εμφάνιση μέσω άλλου δικηγόρου (κ. Πέτρου Μ. Πετράκη) ο οποίος καταχώρισε και την αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 7.11.
  2. Στο αρχικό αυτό δικόγραφο του ο εναγόμενος: - Παραδέχθηκε τη σύναψη δανείου ύψους €115.000 για ανέγερση κατοικίας του υποθηκεύοντας το ακίνητο με την Υ.11677/09 και εκχωρώντας ασφαλιστικό συμβόλαιο. - Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε πως σκοπός του ιδίου ήταν η μεταγενέστερη εκμίσθωση της ανεγερθησόμενης πολυτελούς οικίας. - Προέβαλε ότι η ενάγουσα αντί να χορηγήσει στον ίδιο το ποσό των €115.000 του δανείου το καταλόγισε έναντι άλλων προϋφιστάμενων δανείων του με αποτέλεσμα η οικία να παραμείνει ασυμπλήρωτη και ο ίδιος να υποστεί ζημιές, συνιστάμενες στην απώλεια ενοικίων προς €5.000 μηνιαίως από 1.5.
  3. - Ισχυρίστηκε πως η υποθήκευση και η εκχώρηση είναι άκυρες καθότι επιτεύχθηκαν με δόλο και ή χωρίς αντάλλαγμα. - Προέβαλε πως η ενάγουσα με τέχνασμα απέσπασε από τον ίδιο επιπρόσθετες ασφάλειες για παλαιότερα δάνεια. - Αρνήθηκε ότι οφείλει το αξιούμενο ποσό προσθέτοντας πως αυτό περιέχει τόκους μη συμφωνηθέντες. - Διά της Ανταπαίτησης του αξίωσε Δήλωση ότι η προαναφερθείσα συμφωνία και η υποθήκη είναι άκυρες ως εξασφαλισθείσες διά δόλου και ή χωρίς αντάλλαγμα. Η ενάγουσα με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνήθηκε όλους τους ισχυρισμούς του εναγομένου, επαναλαμβάνοντας τις δικές της αρχικές θέσεις. Στις 17.1.12 ορίστηκε για πρώτη φορά η αγωγή για οδηγίες με βάση τη Δ.30 και έκτοτε και μέχρι το 2015 ορίστηκε οκτώ φορές για ακρόαση, χωρίς όμως να έχει αρχίσει, λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Στις 26.2.15 ο εναγόμενος διόρισε ως επιπρόσθετους δικηγόρους του το γραφείο Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ. Στην επόμενη δικάσιμο, 23.11.15, κατ' επιλογήν του εναγομένου δόθηκε άδεια στον κ. Πετράκη να αποχωρήσει από την εκπροσώπηση του, ενώ η επόμενη δικάσιμος, 9.6.16, αναβλήθηκε με προοπτική την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης η οποία όντως καταχωρίστηκε στις 17.6.
  4. Με το προτεινόμενο πλέον δικόγραφο Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του ο εναγόμενος δέχεται ότι υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, πλην όμως προβάλλει: - Ότι η εγγραφή των υποθηκών είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη λόγω παραβίασης του Ν.9/
  5. - Ότι οι υποθήκες συστάθηκαν μετά από αμελείς και ή δόλιες παραστάσεις εκπροσώπων της ενάγουσας για την αξία των ακινήτων. - Ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι πολύ μικρότερο και ότι η ενάγουσα ουδέποτε τον ειδοποίησε για τερματισμό ή τροποποίηση του επιτοκίου, καθώς και ότι προέβαινε σε ανατοκισμό κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. - Ότι η ενάγουσα με την αντισυμβατική συμπεριφορά της προκάλεσε τη μη εξόφληση του δανείου και παραθέτει προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες: i. Η ενάγουσα εξήρτησε τη συνέχιση των διευκολύνσεων με την επιβολή νέων όρων εν γνώσει της ότι ο ίδιος δεν είχε δυνατότητα διαπραγμάτευσης. ii. Η ενάγουσα συνέστησε την έκδοση εικονικών ή ανύπαρκτων διαταγμάτων προς εκταμίευση με αποτέλεσμα η σύμβαση να είναι άκυρη. iii. Η ενάγουσα δημιούργησε διάφορους λογαριασμούς δανείων χωρίς τη συγκατάθεση του τα οποία δάνεια είναι άκυρα, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. iv. Ο εναγόμενος ζήμιωσε €250.000 λόγω μείωσης της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων αφού ο ίδιος βασίστηκε σε συμβουλές της ενάγουσας και στην τότε τιμή καταναγκαστικής πώλησης που παρέστησε η ενάγουσα σε έκθεση εκτίμησης της, για να συνάψει το δάνειο, πράγμα που καθιστά τη σύμβαση άκυρη και ή ακυρώσιμη λόγω των παρανομιών. v. Υπήρξε κατάχρηση και ή παρανομία και ή παράβαση των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αμελώς και ή ψευδώς και ή δολίως οι υπεύθυνοι της ενάγουσας κατέγραψαν ψεύδη στις αιτήσεις. vi. Η ενάγουσα γνώριζε ότι ήταν αδύνατο για τον εναγόμενο να ανταποκριθεί στα χρέη του άπαξ. vii. Η ενάγουσα επέλεξε χρόνο να επιβάλει όρους απαράδεκτους και αδύνατους προς εκπλήρωση εν γνώσει ότι αυτό ισοδυναμούσε με επιβολή καταχρηστικών και άδικων όρων. - Η ενάγουσα παραβίασε το τραπεζικό απόρρητο δίδοντας στοιχεία στον Φόρο Εισοδήματος και ή αμελώς απέκρυψε στοιχεία με αποτέλεσμα ο ίδιος να καλείται να πληρώσει ποσά που δεν έπρεπε να πληρωθούν και να υποστεί ζημιές €75.
  6. - Η εκτέλεση συμφωνίας όπως η επίδικη καθίσταται αδύνατη. Τέλος, υπό τον τίτλο Ανταπαίτηση επαναλαμβάνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του και αναφέρεται σε απώλειες, αποζημιώσεις ή ζημιές ως ακολούθως: (α) €900.000- λόγω απώλειας υποψήφιων πελατών και ενοικιαστών επειδή η ενάγουσα δεν αποδέσμευσε τα χρήματα για αποπεράτωση δύο κατοικιών. (β) €600.000- ειδικές αποζημιώσεις λόγω απώλειας ενοικιαστών με ευθύνη της ενάγουσας. (γ) €1,300.000- ζημιά που επέφερε το ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής της Eurolife λόγω παράνομης και ή καταχρηστικής ρήτρας. (δ) €75.000- λόγω παραβίασης του τραπεζικού απορρήτου με τη χορήγηση στοιχείων στον Φόρο Εισοδήματος. (ε) €250.000 ειδικές αποζημιώσεις για μείωση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, αυθαίρετες χρεώσεις και ή αμελείς και ή δόλιες συμβουλές και ή παραστάσεις της ενάγουσας. (στ) €70.000 ειδικές αποζημιώσεις λόγω της αμέλειας και ή παράβασης καθήκοντος και ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς και ή παράβασης των συμφωνηθέντων. Εισερχόμενος στην εξέταση της αίτησης το πρώτο που πρέπει να σημειώσω είναι πως όντως αυτή καταχωρίστηκε μετά την πάροδο σχετικά μακρού διαστήματος από την καταχώριση της αγωγής, καθώς και από τη συμπλήρωση των δικογράφων, ήτοι 5.5 και 4.5 έτη αντίστοιχα. Η αναφορά του εναγομένου ότι από την καταχώριση της Υπεράσπισης του οι νέοι του δικηγόροι τον συμβουλεύουν ότι απαιτείται τροποποίηση, προφανώς και δεν αποδίδει αυτό που εννοεί ο ίδιος. Θα ήταν αδύνατο να τον συμβουλεύουν από το 2011 οι δικηγόροι τους οποίους διόρισε το 2015 και εν πάση περιπτώσει εάν ευσταθούσε κάτι τέτοιο η αίτηση θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία αφού θα σήμαινε πως για τέσσερα έτη αδικαιολογήτως δεν έπραξε οτιδήποτε. Αυτό που εννοεί είναι πως από τον διορισμό τους οι νέοι δικηγόροι του τον έχουν συμβουλεύσει ως ανωτέρω. Πράγμα το οποίο συνάδει με τη συναφή άλλη αναφορά του ότι προχώρησαν στην αίτηση μετά «από εκ νέου μελέτη της υπόθεσης με τους δικηγόρους .» του και προφανώς εδώ εννοεί τους δικηγόρους που υπέβαλαν την αίτηση. Αναμφίβολα λοιπόν στην παρούσα υπάρχει καθυστέρηση ως προς τη διαπίστωση αναγκαιότητας τροποποίησης και κατά συνέπειαν στην υποβολή της αίτησης και θα έπρεπε να εξηγηθεί πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει με τη μέγιστη δυνατή επάρκεια στην παρούσα περίπτωση. Το μόνο που αφήνεται να νοηθεί είναι πως η αναγκαιότητα για τροποποίηση προέκυψε μετά την εκ νέου μελέτη της υπόθεσης, η οποία με τη σειρά της έγινε σε συνεργασία με τους νεοδιορισθέντες δικηγόρους. Από πλευράς ενάγουσας δεν έχει αμφισβητηθεί το υπόβαθρο αυτό όσον αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην υποβολή της αίτησης. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση ούτε και βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση, όπως έχει λεχθεί στην υπ. Icos Cif Ltd v Martin Coward κ.ά., Πολ. Έφ. 137/13 κ.ά., ημ. 20.3.
  7. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έχει λεχθεί στην υπ. Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στην υπ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην υπ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme, Πολ. Έφ. 58/12, ημ. 4.3.
  1. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως στοιχεία του είδους της ζημιάς (η οποία επιχειρείτο να καλυφθεί δικογραφικά) είχαν ήδη δικογραφηθεί πριν κατά τρόπο γενικό στην έκθεση απαίτησης, πως όσο εκτενής και αν ήταν η τροποποίηση δεν επιδιώκετο η εισαγωγή νέου είδους ζημιάς, πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς εναγόντων και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των εναγομένων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των εναγόντων από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Στην παρούσα περίπτωση, αναπτύσσοντας τους λόγους ένστασης της η ενάγουσα, κατά την αγόρευση της προέβαλε πως η αίτηση είναι κακόπιστη έχοντας ως σκοπό την καθυστέρηση καθώς ο εναγόμενος γνωρίζει ότι σε περίπτωση έγκρισης της θα απαιτηθεί χρόνος μέχρι την επανακαταχώριση των επηρεαζομένων δικογράφων, αλλά και μέχρι τον επαναορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Η αλήθεια είναι πως όντως θα απαιτηθεί κάποιος χρόνος και για τα δύο αυτά θέματα, πλην όμως βεβαίως αφενός αυτό το διάστημα δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει εκ των προτέρων ο εναγόμενος αφού εξαρτάται από το Δικαστήριο και ούτως ή άλλως δυνατόν να είναι πολύ σύντομο και αφετέρου εάν ευσταθούσε ένα τέτοιο επιχείρημα τότε όλες οι αιτήσεις τροποποίησης εκκρεμούσης σύντομης δικασίμου για ακρόαση θα έπρεπε να απορρίπτονται ως κακόπιστες, πράγμα που δεν προκύπτει μέσα από τη νομολογία μας. Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό που δύναται να λεχθεί είναι πως το ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα απορρίπτετο λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα συνεκτιμώντας ότι η ακρόαση δεν έχει αρχίσει και ότι η ενάγουσα θα μπορούσε δεόντως να αποζημιωθεί λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλούσε η τροποποίηση. Η καλή πίστη συνδέεται άμεσα με το κατά πόσον επιδιώκεται να τεθούν οι πραγματικές διαφορές προς εκδίκαση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob' s PRECEDENTS OF PLEADINGS, 12η έκδοση, σελ. 130: «. good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Αναμφίβολα με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων βάσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης, οι οποίες μάλιστα οδηγούν στην ανταξίωση αποζημιώσεων ύψους €2,195.
  2. Η αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση περιορίζετο: - σε ενέργειες της ενάγουσας οι οποίες δεν επέτρεψαν να συμπληρωθεί η οικία, - στο ότι οι δοθείσες εξασφαλίσεις ήταν άκυρες, - στο ότι το αξιούμενο ποσό ήταν μεγαλύτερο του οφειλόμενου. Με το προτεινόμενο νέο δικόγραφο Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης οι βάσεις αυτές επεκτείνονται αφού προστίθενται βάσεις για αντισυμβατική συμπεριφορά η οποία κατ' ισχυρισμόν προκάλεσε ζημιές, όπως και βάσεις για καταχρηστική ή παράνομη συμπεριφορά η οποία, επίσης κατ' ισχυρισμόν, καθιστά κάποιους όρους ή και ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη. Ούτε όμως η προσθήκη νέων βάσεων συνιστά αφ' εαυτής λόγο για απόρριψη αίτησης τροποποίησης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake (ανωτέρω) σελ. 127: «Thus, before the trial, leave to amend is readily granted on the usual terms that the costs of and occasioned by the amendment, including the costs of the application, are to be paid by the party amending in any event. So, the plaintiff may add a new cause of action and the defendant a new ground of defence or either party may re-frame or re-formulate his case so as to bring out the real question in controversy between them». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Συνάγεται λοιπόν πως γενικά κάποιος εναγόμενος έχει το δικαίωμα να ανασχηματίσει, ανασχεδιάσει ή αναδιατυπώσει την Υπεράσπιση του, νοουμένου βεβαίως ότι κάτι τέτοιο αποτελεί μια γνήσια και ειλικρινή προσπάθεια για να αναδείξει την πραγματική αμφισβητούμενη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω αρχών καθίσταται σαφές πως τα ουσιώδη ερωτήματα είναι αφενός κατά πόσον το εγχείρημα είναι ανέντιμο ή ότι μέσω αυτού σκοπείται η εξαπάτηση του αντιδίκου ή ότι έχει προωθηθεί με αλλότρια κίνητρα ή ότι είναι αβάσιμο ή άσχετο με τα επίδικα θέματα και αφετέρου κατά πόσον το Δικαστήριο ικανοποιείται ως προς τη βασιμότητα και ουσιαστικότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης. Θα πρέπει ευθύς εξαρχής να διευκρινιστεί πως όσον αφορά την προτεινόμενη Υπεράσπιση και παρά το ότι αυτή δεν φαίνεται να έχει συνταχθεί με την ύψιστη σαφήνεια, εντούτοις αποδίδει τις θέσεις του εναγομένου και δεν στοιχειοθετεί κάποιον από τους πιο πάνω λόγους απόρριψης της. Όπως έχει σημειωθεί πιο πάνω, η εισαγωγή νέων ισχυρισμών δεν οδηγεί αφ' εαυτής στην απόρριψη της αίτησης, ιδιαίτερα με δεδομένο ότι η σχετικότητα τους προς τη σύμβαση-συναλλαγή του εναγομένου με την ενάγουσα διαφαίνεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, όπως αυτοί καταγράφονται στην προτεινόμενη Υπεράσπιση. Σοβαρά όμως ζητήματα δημιουργούνται μέσα από την προτεινόμενη Ανταπαίτηση και ιδιαίτερα από τον τρόπο σύνταξης της, καθώς και το περιεχόμενο της. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια για να διαφανεί του λόγου το αληθές: «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ 1.Ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης του και αναφέρει τα ακόλουθα: 2.Η Ενάγουσα παρόλες τις διαβεβαιώσεις της προς τον Εναγόμενο εντελώς αντισυμβατικά και/ή παράνομα και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων αντί να αποδεσμεύσει τα χρήματα που χρειαζόταν για αποπεράτωση 2 κατοικιών και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της αυτή παρέδωσε τα χρήματα με αποτέλεσμα να χαθούν υποψήφιοι πελάτες και ενοικιαστές συνολικού ύψους €900.000,00 καθώς δεν αποδέσμευσε τα χρήματα για ανέγερση τους παρόλες τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου όταν ξεκίνησε η κατασκευή των δύο κατοικιών. 3.Ειδικές αποζημιώσεις €600.000,00 λόγω απώλειας ενοικιαστών με ευθύνη της Ενάγουσας. 4.Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ενώ πλήρωνε κανονικά το ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής της Eurolife Ltd επέφερε ζημιά λόγω παράνομης και/ή καταχρηστικής ρήτρας ύψους €1.300.000,
  3. Επιπλέον ο Εναγόμενος εκτίθεται να μείνει ανασφάλιστος από τη στιγμή που πλήρωνε κανονικά. 5.Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα έδωσε στοιχεία στον Φόρο Εισοδήματος για τον τρεχούμενο λογαριασμό του εν αγνοία του με αποτέλεσμα να καλείται να πληρώσει ποσά τα οποία δεν έπρεπε να πληρωθούν αφού παραβιάστηκε το τραπεζικό απόρρητο εκ μέρους της Ενάγουσας και επιπλέον η Ενάγουσα αμελώς δεν πληροφόρησε το Φόρο Εισοδήματος ότι τα χρήματα ήταν προϊόν δανείων και όχι κρυφά εισοδήματα, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να υποστεί ζημιές €75.000,00 λόγω της αμέλειας της Ενάγουσας. 6.Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €900.000,00 ως η παράγραφος 2 της Ανταπαίτησης. 7.Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €250.000 λόγω μείωσης τιμής του ενυπόθηκου ακινήτου και αυθαίρετων χρεώσεων και/ή λανθασμένων και/ή αμελών και/ή δόλιων συμβουλών και/ή παραστάσεων της Ενάγουσας. 8.Ειδικές αποζημιώσεις €70.000,00 λόγω της αμέλειας και/ή παράβασης καθήκοντος και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ή παράβασης των συμφωνηθέντων της Ενάγουσας. 9.Έξοδα πλέον ΦΠΑ. 10.Νόμιμος τόκος.» Εν πρώτοις παρατηρείται εν σχέσει με την παρ. 2 πως γίνεται αναφορά αφενός σε μη αποδέσμευση των χρημάτων και αφετέρου σε παράδοση των χρημάτων κατά τρόπον που είναι ακατανόητος ο ισχυρισμός ή τουλάχιστον δημιουργεί σύγχυση όπως είναι διατυπωμένος. Αυτά σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της παρ. 6 της Υπεράσπισης όπου ρητώς αναφέρεται ότι «το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ μικρότερο από αυτό που ισχυρίζεται η ενάγουσα .» και η οποία παραδοχή αφήνει να νοηθεί ότι λήφθηκαν τα χρήματα. Το κυριότερο όμως είναι πως γίνεται αναφορά στο ότι χάθηκαν «. υποψήφιοι πελάτες και ενοικιαστές συνολικού ύψους €900.000 .», χωρίς και πάλι να γίνεται κατανοητό τι ακριβώς σημαίνει πελάτης και ενοικιαστής τέτοιας αξίας και εν σχέσει με τι. Όλως παραδόξως το ίδιο θέμα επανέρχεται και στην παρ. 3 όπου γίνεται αναφορά σε €600.000 τώρα και πάλι λόγω απώλειας ενοικιαστών. Εάν εννοείται καθυστέρηση στην αποπεράτωση και απώλεια εισοδήματος αυτό σαφώς θα έπρεπε να αναφέρεται ρητώς και κυρίως δεν είναι δυνατό για το ίδιο θέμα να διεκδικούνται στη μια παράγραφο €900.000 και στην αμέσως επόμενη €600.
  4. Παρέλκει να σχολιαστεί η παρ. 6 όπου και πάλι γίνεται αναφορά στις €900.
  5. Στην παρ. 4 γίνεται αναφορά για πρώτη φορά σε ασφαλιστικό συμβόλαιο και σε ζημιά ύψους €1,300.00 λόγω ρήτρας. Αφήνεται να νοηθεί πως πρόκειται για ρήτρα στο ίδιο το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Το οποίο όμως συνομολογήθηκε με μιαν άλλη εταιρεία, τη Eurolife Ltd, χωρίς να αναφέρεται ή προσδιορίζεται κάποια σχετικότητα του με την ενάγουσα. Η οποία βεβαίως είναι μια διαφορετική νομική οντότητα. Η αναφορά της ίδιας της ενάγουσας στις παρ. 10-14 της Έκθεσης Απαίτησης της σε δύο εκχωρήσεις συγκεκριμένων ασφαλιστικών συμβολαίων της Eurolife Ltd δεν διαφοροποιεί καθόλου την κατάσταση. Είναι αυτονόητο πως αν ο εναγόμενος έχει οποιοδήποτε παράπονο από τη Eurolife Ltd για παράνομη ή καταχρηστική ρήτρα θα έπρεπε να λάβει μέτρα εναντίον εκείνης της εταιρείας και όχι να το εντάσσει σε Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή. Ως προς την παρ. 5 όντως παρατίθεται υπόβαθρο στην παρ. 7 της Υπεράσπισης, το οποίο εξειδικεύεται σε κατ' ισχυρισμόν ζημιά €75.000 στην Ανταπαίτηση. Για σκοπούς αυτής της αίτησης δεν θεωρώ ότι δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στη βάση των πιο πάνω κριτηρίων, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει πως η τυχόν έγκριση της προσθήκης αυτής προδεσμεύει και την οποιαδήποτε κρίση για το κατά πόσον πρόκειται για τη δέουσα δικογράφηση ειδικών ζημιών. Τα όσα έχουν λεχθεί για την παρ. 5 ισχύουν κατ' αναλογίαν και για τις παρ. 7 και 8 της Ανταπαίτησης, με τη μοναδική περαιτέρω επισήμανση πως για το ποσόν των €250.000 υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην παρ. 6(β)iv της Υπεράσπισης. Ενόψει των πιο πάνω αδυναμιών οι οποίες παρατηρούνται εν σχέσει με τις παρ. 2, 3, 4 και 6 της Ανταπαίτησης δεν έχω ικανοποιηθεί ως προς τη βασιμότητα, ουσιαστικότητα και γνησιότητα των προσθηκών αυτών. Έχω τη γνώμη πως όπως είναι διατυπωμένες οι εν λόγω παράγραφοι δεν παρέχουν οποιαδήποτε βοήθεια στη διατύπωση ειλικρινών αμφισβητούμενων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων. Αντιθέτως κρίνεται ότι η συμπερίληψη τους θα περιπλέξει τα ζητήματα κατά την ακρόαση προκαλώντας αχρείαστα έξοδα και κατασπατάληση δικαστικού χρόνου και κυρίως θα φέρει την πλευρά της ενάγουσας σε δύσκολη θέση και αμηχανία τόσον εν σχέσει με τη δική της υπεράσπιση σε τέτοιους αντιφατικούς, γενικούς ή άσχετους με την ίδια ισχυρισμούς όσον και σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης της κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω εν τη ενασκήσει της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εγκρίνω την αίτηση για διαγραφή του υφιστάμενου δικογράφου του εναγομένου, πλην όμως ως προς το δεύτερο μέρος του αιτητικού κρίνω ορθότερο να αντικατασταθεί αυτό με τμήμα του προτεινόμενου δικογράφου, δηλαδή εξαιρουμένων των παραγράφων που έχουν προαναφερθεί. Ως εκ τούτου: Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγομένου και η αντικατάσταση της με το προτεινόμενο στην παρ. Α της αίτησης κείμενο Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, εξαιρουμένων από αυτό των παραγράφων 2, 3, 4 και 6 της προτεινόμενης Ανταπαίτησης, οι οποίες να αφαιρεθούν και οι υπόλοιπες να αναριθμηθούν σε παραγράφους 1 έως 6 αντίστοιχα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εναγομένου ως ανωτέρω να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση της ενάγουσας στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την παράδοση σε αυτήν του δικογράφου του εναγομένου. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου ως αυτά θα υπολογιστούν, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.