← Κύπρος

Samir Mohamed Abdel Raouf Elsayed Aly ν. Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1774/2016, 4/11/2016

Samir Mohamed Abdel Raouf Elsayed Aly ν. Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1774/2016, 4/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A594 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1774/2016 Μεταξύ: Samir Mohamed Abdel Raouf Elsayed Aly Ενάγοντος v. Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ Εναγομένης Μονομερής Αίτηση ημ. 5.8.16 για απόφαση Ημερ: 4 Νοεμβρίου 2016 Για Ενάγοντα: κ. Τσιναρέλλης για Ν. Ροτσίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη: Καμία εμφάνιση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αίτηση του ο Ενάγων αιτείται την έκδοση απόφασης μονομερώς βάσει της Δ.17 λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης από την Εναγομένη. Ως προκύπτει από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η αξίωση του εδράζεται σε εργατικό ατύχημα και στη βάση κατ΄ ισχυρισμόν αμέλειας της εργοδότριας του, Εναγομένης, απαιτεί €29.000 ως ειδικές αποζημιώσεις και περαιτέρω διεκδικεί γενικές αποζημιώσεις: - για πόνο, ταλαιπωρία, μείωση των απολαύσεων και ή της ποιότητας της ζωής, μείωση απολαβών και άλλες βλάβες - για μείωση και ή απώλεια της ικανότητας του προς εργασία και ή της εισοδηματικής του ικανότητας - για μελλοντικές θεραπείες και ή μελλοντικές εγχειρήσεις και ή μελλοντικές φυσιοθεραπείες και ή μελλοντική φαρμακευτική αγωγή. Η αγωγή καταχωρίστηκε αρχικώς σε κλίμακα €10.000-50.000 και γι΄ αυτό μετά την επίδοση του κλητηρίου στις 9.5.16 και την καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης στις 5.8.16 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης από την Εναγομένη, αυτή τέθηκε ενώπιον Επαρχιακής Δικαστού σύμφωνα με το πρόγραμμα του Δικαστηρίου. Κατά την πρώτη εμφάνιση στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ο συνήγορος του Ενάγοντος εξέφρασε την πρόθεση του να ζητήσει αύξηση της κλίμακας της αγωγής καθότι - όπως είπε - η απαίτηση του Ενάγοντος υπερβαίνει τις €100.000. Δόθηκε αναβολή και μέχρι την επόμενη δικάσιμο ο Ενάγων προχώρησε όντως σε αύξηση της κλίμακας με σχετική ειδοποίηση την οποίαν καταχώρισε στις 23.9.16, καταβάλλοντας επ΄ αυτής τα αναγκαία επιπλέον χαρτόσημα και δικηγορόσημα. Λόγω της αλλαγής η αγωγή τέθηκε ενώπιον μου στις 26.9.16 και έθεσα το θέμα στον συνήγορο του Ενάγοντος ως προς το κατά πόσον θα ήταν ορθότερο να ενημερωθεί η Εναγομένη για την επελθούσα αλλαγή κλίμακας. Ο κ. Ροτσίδης διαφώνησε και αγορεύοντας επί του θέματος προέβαλε ότι μια τέτοια επιλογή δεν ευρίσκει έρεισμα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ούτε και υποστηρίζεται από τη Νομολογία. Επικαλέστηκε προς τούτο τις υποθέσεις (α) Σοφοκλέους v. Λαϊκή Σπόρτιγκ Κλαμπ κ.ά.

(1994)1 Α.Α.Δ. 69 και (β) Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Χριστοφόρου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1041. Νομική Πτυχή Είναι γεγονός ότι σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η θέση ότι η κλίμακα κάποιας αγωγής δεν αποτελεί μέρος του δικογράφου. Όπως αναφέρθηκε στην υπ. Σοφοκλέους (ανωτέρω): «Η αναγραφή του ποσού της επίδικης διαφοράς είναι απαραίτητη πρωτίστως για τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Καθώς επίσης και για την είσπραξη των δικαστικών τελών ή τον υπολογισμόν των δικηγορικών εξόδων. Δε δημιουργεί όμως στεγανό που εμποδίζει την αυξομείωση: Andreas Thoma v. Anastasias Chambou
(1986)1 C.L.R. 68. Όπως παρατήρησε εύστοχα το δικαστήριο στην υπόθεση Αθηνόδωρος Βασιλειάδης και Άλλοι ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 στη σελ. 23: "Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπειά της".» Στην Thoma (ανωτέρω) είχε πρωτοδίκως απορριφθεί η αίτηση του εναγομένου για αύξηση της κλίμακας κατ΄ επίκλησιν του ότι η αξίωση £50 ημερησίως μέχρι παράδοσης του επίδικου καταστήματος υπερέβαινε την αναγραφείσα στο κλητήριο κλίμακα των £1.000-3.
  1. Το Εφετείο παρέθεσε απόσπασμα από την παλαιότερη Birader v. Osman 24 C.L.R. 183 από το οποίο προέκυπτε:
  2. ότι το Δικαστήριο δύναται - κατά προτίμηση κατά την Κλήση για Οδηγίες - να ζητήσει από τους διαδίκους να συμπληρώσουν στην Έκθεση Απαίτησης με προοπτική να εξακριβώσει ποιο είναι το ύψος της αξίωσης που αποκαλύπτεται στα δικόγραφα.
  3. ότι δεν ήταν επιθυμητό να γίνεται κάτι τέτοιο μετά την έναρξη της ακρόασης και χωρίς αίτηση από οποιαδήποτε πλευρά, εκτός εάν εγείρετο τέτοιο ερώτημα εξ όψεως των δικογράφων.
  4. ότι θα έπρεπε να αποθαρρυνθεί η πρακτική της υπερδιόγκωσης των αξιώσεων και ανταπαιτήσεων. Εν τέλει το Εφετείο στην Thoma (ανωτέρω) επικύρωσε την απόρριψη της αίτησης για αύξηση της κλίμακας λέγοντας: «We do not consider it necessary to deal with the issues raised any further as it is obvious that for purposes of defining the jurisdiction of the Court under section 22 of the Courts of Justice Law 1960, and the Court fees payble under the relevant rules, as well as for the purpose of the assessment or taxation of costs of the proceedings the value of the subject matter was, as found by the learned trial Judge sufficiently disclosed upon the pleadings and indeed admitted by counsel for the plaintiff at the commencement of the hearing of the application. These rendered unnecessary the further prosecution of the application and more so the granting of any of the reliefs prayed for thereby if at all available to the applicant, a matter which we leave open.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρατηρούμε λοιπόν αφενός ότι επρόκειτο για περίπτωση κατά την οποίαν το ύψος της αξίωσης προέκυπτε από την Έκθεση Απαίτησης κατόπιν αριθμητικού υπολογισμού και αφετέρου ότι στην πραγματικότητα αφέθηκε ανοικτό το κατά πόσον προσφέρετο η επιλογή της αίτησης για αύξηση (που είχε γίνει από τον εναγόμενο και όχι τον ενάγοντα). Στη Βασιλειάδης κ.ά. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 οι ενάγοντες είχαν υποβάλει αίτηση τροποποίησης με την οποίαν, μεταξύ άλλων, ζητούσαν να προσθέσουν διαζευκτική αξίωση επεκτείνοντας την απαίτηση τους για ζημιές εν σχέσει με τον συμβατικό όρο που προνοούσε αποζημιώσεις ύψους μόνο £3.000 μηνιαίως. Επικυρώνοντας την απόρριψη του αιτητικού αυτού το Εφετείο ανέφερε: «Οι εφεσείοντες υπέβαλαν και ξεχωριστό αίτημα για την τροποποίηση της κλίμακας του κλητηρίου εντάλματος και της εκθέσεως απαιτήσεως. Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπεια της. (Βλ. Thoma ν. Chambou
(1986)1 C.L.R. 68). Με γνωστή την αξίωση των εφεσειόντων η κλίμακα θα προκύψει ως ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού και θα εναπόκειται στους εφεσείοντες αλλά και στο Πρωτοκολλητείο να βεβαιωθούν ότι θα έχουν καταβληθεί τα προβλεπόμενα τέλη.» Παρατηρούμε λοιπόν και εδώ ότι το ύψος της αξίωσης προέκυπτε και πάλιν από την Έκθεση Απαίτησης και τίθετο ουσιαστικά μόνο ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού του τόσο για σκοπούς δικαιοδοσίας όσο και για σκοπούς δικαστικών τελών. Στην υπόθεση Σοφοκλέους (ανωτέρω) υπήρξε μείωση της κλίμακας μέσω δήλωσης δικηγόρου, συνακόλουθη παραπομπή της αγωγής από το Πλήρες στο Μονομελές Δικαστήριο και μεταγενέστερο αίτημα για επαναφορά της αρχικής κλίμακας. Το Μονομελές Δικαστήριο θεωρώντας το αίτημα ως παρελκυστική τακτική απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και στη συνέχεια δέχθηκε ένσταση αναρμοδιότητας αφού με βάση το χαμηλότερο ποσό η διαφορά ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και στη βάση αυτή απέρριψε και την αγωγή. Το Εφετείο ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατέληξε ως εξής: «Έτσι ο εφεσείων ήταν ελεύθερος να προσδιορίσει το ύψος της απαίτησης του και μετά τον αυτοπεριορισμό στον οποίο προέβη ο δικηγόρος του. . Ωστόσο η κωλυσιεργία του θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί διαφορετικά π.χ. με την καταδίκη του στα έξοδα παρά με το έσχατο μέτρο της απόρριψης της υπόθεσης του. Θα ήταν δύσκολο να σκεφθεί κανείς περιπτώσεις που ο ενάγων πρέπει να στερηθεί του δικαιώματος να καθορίσει ο ίδιος το μέγεθος της απαίτησης του. Εκτός φυσικά αν με τη συμπεριφορά του καταχράται τις διαδικασίες. Δεν θα μας απασχολήσει το θέμα της αναγκαιότητας υποβολής γραπτής αίτησης κάτω από τη Δ.25, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσιβλήτων. Εδώ, όπως υποδείξαμε και κατά τη συζήτηση, τόσο το κλητήριο όσο και η έκθεση απαιτήσεως ήταν εν πλήρη τάξει από τη σκοπιά αυτή. Θα ήταν επομένως, υπό τις περιστάσεις, αχρείαστη η χρήση της Δ.25, αν υποθέσουμε ότι η παρούσα περίπτωση υπάγεται σ' αυτή.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Να σημειωθεί πως όταν το Εφετείο αναφέρεται στο ότι «. το κλητήριο όσο και η έκθεση απαίτησης ήταν εν πλήρη τάξει από τη σκοπιά αυτή», εννοώντας ότι δεν ετίθετο θέμα τροποποίησης δικογράφων είχε υπόψιν ότι ο ενάγων, εξαρχής, με την έκθεση απαίτησης του είχε υποβάλει αίτημα για επιδίκαση ποσού πέραν των £10.000 για γενικές αποζημιώσεις (κάτι που καταγράφεται σε προηγούμενο σημείο της απόφασης του Εφετείου). Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Χριστοφόρου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε αίτηση για άδεια καταχώρισης έφεσης επί διαταγής εξόδων, η αγωγή πρωτοδίκως προχωρούσε προς απόδειξη και μετά την προφορική μαρτυρία πέντε προσώπων το Πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε αναντιστοιχία όσον αφορά την κλίμακα, αφού στο κλητήριο καθορίζετο ως κείμενη μεταξύ £10.000-25.000 και στην έκθεση απαίτησης η υλική αποτίμηση του επίδικου θέματος καθορίζετο σε £25.000-50.000. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διατάξει επίδοση της έκθεσης απαίτησης, μετά την οποία εμφανίστηκε ο εναγόμενος. Κατά την απόσυρση της μονομερούς αίτησης το Πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε έξοδα υπέρ του ενάγοντος μόνο για την καταχώριση της αίτησης λέγοντας μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος δυνατόν να μην είχε διάθεση να εμφανιστεί στην αγωγή με τη χαμηλή κλίμακα αλλά μετά να επιθυμούσε να το πράξει και να αμφισβητήσει ότι ο ενάγων δικαιούται σε αποζημιώσεις της τάξης των £50.000. Το Εφετείο αναφερόμενο στην προηγούμενη νομολογία είπε: «Εύλογα συνάγεται ότι ο πρωτόδικος Δικαστής θεώρησε την οριοθέτηση της υλικής αποτίμησης της απαίτησης ως συστατικό στοιχείο της στοιχειοθέτησης της απαίτησης, προσδιοριστικό του δικαιώματος του εναγομένου να εμφανιστεί. Η θέση αυτή δεν ανευρίσκει έρεισμα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ο καθορισμός της κλίμακας της διαφοράς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της απαίτησης. Όπως διασαφηνίζεται στη Βασιλειάδης κ.ά. ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 Α.Α.Δ. 16: «Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπειά της. (Βλ.Thoma v. Chambou
(1986)1 C.L.R. 68).» Στην απόφαση του Εφετείου έπεται η πρόταση η οποία αναγράφεται παρακάτω όπου διευκρινίζονται οι λόγοι πρακτικής που επιβάλλουν τον καθορισμό της κλίμακας: «Με γνωστή την αξίωση των εφεσειόντων η κλίμακα θα προκύψει ως ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού και θα εναπόκειται στους εφεσείοντες αλλά και στο Πρωτοκολλητείο να βεβαιωθούν ότι θα έχουν καταβληθεί τα προβλεπόμενα τέλη.» ..... Η απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου εμπεριέχει στοιχείο αντινομίας σε τούτο· εάν ήταν επιβεβλημένη η επίδοση της έκθεσης απαιτήσεως λόγω της μεταβολής της κλίμακας του επιδίκου θέματος το αίτημα για την απόδειξη της υπόθεσης άνευ ετέρου στην απουσία του εναγομένου θα ήταν εξαρχής ανυπόστατο. Επομένως δεν θα ήταν παραδεκτή ούτε η επιδίκαση υπέρ του αιτητή-ενάγοντος, των εξόδων της δαπάνης για την υποβολή της αίτησης. Εμφαίνεται, ως είναι η κατάληξή μας, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Δ.16, θ.7. Εξίσου εμφανής είναι η απουσία επαρκών λόγων προς στέρηση των εξόδων της διαδικασίας απόδειξης την οποία ο αιτητής είχε το δικαίωμα να υποβάλει μονομερώς. (Βλ. Δ.16, θ.7 και Δ.48, θ.8(s).)» Γενικά αυτό που παρατηρείται στις πιο πάνω υποθέσεις είναι πως σε όλες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο υπήρχε εξαρχής κάποια αναφορά στην έκθεση απαίτησης, η οποία οδηγούσε στην εξακρίβωση του ύψους της αξίωσης και κατά συνέπεια στη σχετική ενημέρωση και πληροφόρηση του εκάστοτε εναγομένου. Ακόμα και στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση (Χριστοφόρου) τα απαραίτητα στοιχεία ήταν καταγραμμένα στην έκθεση απαίτησης η οποία έστω και εκ των υστέρων επιδόθηκε. Θεωρώ ότι είναι υπ΄ αυτή την έννοια που υπήρξε παραπομπή στις παλαιότερες υποθέσεις Βασιλειάδης και Thoma. Με άλλα λόγια η κλίμακα αποτελεί συνέπεια της γραπτής πρότασης και η κλίμακα προκύπτει ως ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού όταν τα δικόγραφα εν δυνάμει παρέχουν αυτή την ευχέρεια με το περιεχόμενο τους. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην έκθεση απαίτησης για το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που διεκδικεί ο Ενάγων. Η μόνη πληροφόρηση την οποία θα μπορούσε να λάβει η Εναγομένη ήταν μέσα από την αναγραφή της κλίμακας στο εύρος της οποίας οριοθετεί την αξίωση του ο Ενάγων. Όπως αναφέρεται στο Halsbury's Laws of England, έκδ. 3η, Τόμος 11, σελ. 217 και 235, οι γενικές αποζημιώσεις είναι αποζημίωση για γενική ζημιά και ο ακριβής υπολογισμός τους ανήκει στο Δικαστήριο. Όμως δεν συμφωνώ ότι αυτό επιτρέπει την πρακτική να καταχωρείται και επιδίδεται αγωγή σε μικρότερη κλίμακα και στο στάδιο απόδειξης της να διογκώνεται η αξίωση. Θα ήταν παράλογο π.χ. να επιδίδεται αγωγή με αξίωση σε κλίμακα μέχρι €500 και κατά την απόδειξη να διεκδικείται αποζημίωση €2.000.000 και άνω. Θεωρώ ότι το θέμα άπτεται άμεσα και αναπόφευκτα του Άρθρου 30.3(α) του Συντάγματος και του κατοχυρωμένου δικαιώματος εκάστου «. να πληροφορηθεί τους λόγους, δι΄ ους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου». Όπως επεξηγείται στο «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» Α.Ν. Λοΐζου, σελ. 205: «Η υποπαράγραφος (α) κατοχυρώνει την πληροφόρηση του διαδίκου για δικαστικό διάβημα εναντίον του και την πληροφόρηση του για τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει την παροχή ευκαιρίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να προβάλει του ισχυρισμούς του.» Στην υπ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 43 επεξηγήθηκε πως μόνο όταν ο εναγόμενος γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο «. του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί» και πως το συγκεκριμένο δικαίωμα έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Για ό,τι αξίζει θα πρέπει να γίνει αναφορά και στον κ.2 της παλαιάς Αγγλικής O.28 η οποία αποτέλεσε τη βάση από την οποίαν προήλθαν οι παλαιοί ημεδαποί κ.1-6 της Δ.25 (είχαν υιοθετηθεί οι κ.1,7 και κ.9-12 από την O.28, αλλά όχι ο κ.2). Ο κ.2 της O.28 παρείχε στον ενάγοντα το δικαίωμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης χωρίς άδεια άπαξ εντός κάποιων προθεσμιών. Έχουν κάποια σημασία τα κάτωθι αναφερόμενα στα σχετικά σχόλια στο Annual Practice 1958, σελ. 629 για τον εν λόγω κανονισμό: «When the writ is specially indorsed, the plaintiff may, within the time prescribed by this Rule, either before or after appearance, amend his claim by increasing or decreasing the amount, or otherwise; provided such amendment does not destroy the special character of its indorsement within O. 3, r. 6. In practice the Action Department does not without express leave of the Master, allow judgement in default of appearance to be signed where the writ has been amended, or the statement of claim on a specially indorsed writ has been amended under O. 28, r. 2, unless the writ has been re-served.» Επαναλαμβάνω πως δεν πρόκειται για κανονισμό που συμπεριελήφθη εξαρχής στους ημεδαπούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αναμφίβολα όμως θα μπορούσε να λεχθεί πως προσομοιάζει με τον ημεδαπό κ.2 της ισχύουσας Δ.25, όπως αυτή επαναθεσπίστηκε το 2014. Τονίζω όμως και την παρεχόμενη από τη Δ.48 κ.8
(3)διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο όταν χειρίζεται αίτηση η οποία έγινε μονομερώς να διατάξει όπως αυτή γίνει δια κλήσεως, πράγμα που θεωρώ ότι ενδείκνυται στην παρούσα περίπτωση. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω κρίνω ότι προς διασφάλιση του συνταγματικού δικαιώματος της πληροφόρησης που κατοχυρώνει το άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος, είναι ορθότερο και δικαιότερο όπως επιδοθούν ξανά το διαφοροποιημένο κλητήριο και η μονομερής αίτηση. Η μονομερής αίτηση ορίζεται για απόδειξη στις 7.12.16 και ώρα 9 π.μ. Διατάσσεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της μονομερούς αίτησης με αναγραφόμενη την ορθή κλίμακα επ΄ αυτών. Η επίδοση να γίνει 10 μέρες τουλάχιστον πριν τη δικάσιμο που έχει ήδη δοθεί. (Υπ). ..... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.