← Κύπρος

Ιρίνας Ρουντένσκαγια ν. Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 4939/16, 11/11/2016

Ιρίνας Ρουντένσκαγια ν. Bank of Cyprus Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 4939/16, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A607 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4939/16 Μεταξύ: Ιρίνας Ρουντένσκαγια Ενάγουσας και Bank of Cyprus Public Company Limited Εναγομένης Αίτηση ημερ. 20.10.16 εκ μέρους της Ενάγουσας για έκδοση διαταγμάτων Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου, 2016. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Κ. Βελάρης για Βελάρη & Βελάρη ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγομένη: κα Α. Λιβέρα για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ (κ. Ν. Κουρσάρης για να ακούσει απόφαση). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που κατέθεσε στις 20.10.16, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης Τράπεζας τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους όπως εντός 10 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος, ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκη δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο των Εναγομένων, η οποία να αποκαλύπτει τα πιο κάτω στοιχεία: (
  2. i)Πλήρεις λεπτομέρειες, περιλαμβανομένων των ονοματεπωνύμων και διευθύνσεων, των προσώπων που παρουσιάστηκαν ως τελικοί δικαιούχοι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited με αριθμό εγγραφής HE 143672 κατά το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών της εν λόγω εταιρείας. (
  3. ii)Πλήρεις λεπτομέρειες, περιλαμβανομένων των ονοματεπωνύμων και διευθύνσεων, των προσώπων που είχαν εξουσία υπογραφής σχετικά με τους λογαριασμούς υπ' αρ. IBAN CY560030017900000179 1112 8942 και CY03 0030 0179 0000 0179 3224 9706, καθώς και οποιουσδήποτε τυχόν άλλους λογαριασμούς τηρούσαν οι Εναγόμενοι επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited. (iii) Τις ημερομηνίες κατά τις οποίες ανοίχθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Α(
  4. ii)ανωτέρω, καθώς και οποιοιδήποτε άλλοι λογαριασμοί τυχόν τηρούνται και/ή τηρούνταν από τους Εναγομένους επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους όπως εντός 10 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας πιστά αντίγραφα των πιο κάτω εγγράφων: (
  5. i)Όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στους Εναγομένους κατά το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών υπ' αρ. IBAN CY560030017900000179 1112 8942 και CY03 0030 0179 0000 0179 3224 9706, καθώς και οποιωνδήποτε τυχόν άλλων λογαριασμών τηρούσαν οι Εναγόμενοι επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited. (
  6. ii)Πλήρεις καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών που αναφέρονται στην υποπαράγραφο B(
  7. i)ανωτέρω, καθώς κι οποιωνδήποτε τυχόν άλλων λογαριασμών τηρούσαν οι Εναγόμενοι επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited, στις οποίες να φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις και μεταφορές οι οποίες έγιναν από την ημερομηνία που ανοίχθηκε ο λογαριασμός μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη. (Δ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Την ίδια ημέρα κατέθεσε και Μονομερή Αίτηση (την υπό εκδίκαση), με την οποία αξιώνει εναντίον της Εναγομένης τα ακόλουθα διατάγματα: «Α. Παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγομένους όπως πληροφορήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, τους τελικούς δικαιούχους, τους διευθυντές ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σχετίζεται με την εταιρεία Zanio (Overseas) Limited σχετικά με την έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι την τελική αποπεράτωση της παρούσας αίτησης. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης, η απαγόρευση να εκτείνεται μέχρι και 10 εργάσιμες ημέρες μετά τη συμμόρφωση των Εναγομένων με τα εκδοθέντα διατάγματα και την παράδοση στην Ενάγουσα όλων των σχετικών εγγράφων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους όπως εντός 10 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος, ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκη δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο των Εναγομένου, η οποία να αποκαλύπτει τα πιο κάτω στοιχεία: (
  8. i)Πλήρεις λεπτομέρειες, περιλαμβανομένων των ονοματεπωνύμων και διευθύνσεων, των προσώπων που παρουσιάστηκαν ως τελικοί δικαιούχοι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited με αριθμό εγγραφής HE 143672 κατά το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών της εν λόγω εταιρείας. (
  9. ii)Πλήρεις λεπτομέρειες, περιλαμβανομένων των ονοματεπωνύμων και διευθύνσεων, των προσώπων που είχαν εξουσία υπογραφής σχετικά με τους λογαριασμούς υπ' αρ. IBAN CY560030017900000179 1112 8942 και CY03 0030 0179 0000 0179 3224 9706, καθώς και οποιουσδήποτε τυχόν άλλους λογαριασμούς τηρούσαν οι Εναγόμενοι επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited. (iii) Τις ημερομηνίες κατά τις οποίες ανοίχθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Β(
  10. ii)ανωτέρω, καθώς και οποιοιδήποτε άλλοι λογαριασμοί τυχόν τηρούνται και/ή τηρούνταν από τους Εναγομένους επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους όπως εντός 10 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας πιστά αντίγραφα των πιο κάτω εγγράφων: (
  11. i)Όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στους Εναγομένους κατά το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών υπ' αρ. iBAN CY560030017900000179 1112 8942 και CY03 0030 0179 0000 0179 3224 9706, καθώς και οποιωνδήποτε τυχόν άλλων λογαριασμών τηρούσαν οι Εναγόμενοι επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited. (
  12. ii)Πλήρεις καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Γ(
  13. i)ανωτέρω, καθώς κι οποιωνδήποτε τυχόν άλλων λογαριασμών τηρούσαν οι Εναγόμενοι επ' ονόματι της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited, στις οποίες να φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις και μεταφορές οι οποίες έγιναν από την ημερομηνία που ανοίχθηκε ο λογαριασμός μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ.» Η Νομική Βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 21, 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)στα άρθρα 3 και 22

(5)του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), στο άρθρο 7 του αγγλικού Bankers' Books Evidence Act 1879, στις Δ.9, θθ. 4, 5 και 10, Δ.28, θ. 1 και Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές της επιείκειας, στη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs and Excise [1972] 2 All ER 943 και/ή της υπόθεσης Bankers Trust v. Shapira [1980] 1 WLR 1274 όπως αυτή αναπτύχθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Σωτήρη Κυριάκου, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος εκ μέρους της Ενάγουσας για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ως αναφέρει, η Ενάγουσα είναι κάτοικος εξωτερικού με σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία καθιστούν ιδιαίτερα δυσχερή τη μετάβαση της στην Κύπρο για να προβεί η ίδια στην ένορκη δήλωση. Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το Δικαστήριο εξέδωσε με Μονομερή Αίτηση το υπό (Α) διάταγμα και έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση σε σχέση με τις υπόλοιπες θεραπείες επιδοθεί. Στις 31.10.16 καταχωρίστηκε εκ μέρους της Εναγομένης Ένσταση, η οποία βασίζεται σε 11 λόγους τους οποίους παραθέτω: «1. Η αίτηση ημερ.20.10.2016 θα πρέπει να απορριφθεί και το Διάταγμα Δικαστηρίου ημερ.24.10.2016 θα πρέπει να παύσει καθότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα σχετικά διατάγματα αναφορικά με λογαριασμούς τρίτων νομικών προσώπων χωρίς την συγκατάθεση τους. 2. Η αιτήτρια δεν προσδιορίζει στην αίτηση της οιουσδήποτε λόγους και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν και/ή το εκδοθέν Διάταγμα να συνεχίσει να ισχύει. 3. Οι καθ' ων η αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο, και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/97 (Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου).
  1. Δεν προσδιορίζεται ποια η σχέση της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited και της ενάγουσας, επομένως δεν προσδιορίζεται επαρκής λόγος έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων που αφορούν αποκλειστικά την εν λόγω εταιρεία και/ή τους αξιωματούχους αυτής. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης είναι απομακρυσμένοι, ατεκμηρίωτοι και ουδόλως αποτελούν ικανοποιητικούς λόγους έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, ούτε και αποδεικνύουν οποιαδήποτε εμπλοκή/σχέση της εταιρείας με την ενάγουσα.
  2. Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από την ενάγουσα/αιτήτρια, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνεται σε πληροφορίες αναφορικά με όλους τους λογαριασμούς της εταιρείας Zanio (Overseas) Limited και/ή όλων των εμπλεκόμενων με την εν λόγω εταιρεία αξιωματούχων/προσώπων, εταιρεία η οποία δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα αγωγή και/ή δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε σχέση της εν λόγω εταιρείας και της ενάγουσας. Επιπλέον είναι γενικά και αόριστα.
  3. Η αίτηση της ενάγουσας/αιτήτριας είναι πρόωρη. Έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, δηλαδή πολύ πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
  4. Η αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, με την μορφή και το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Τουναντίον η σχετική αίτηση από την ενάγουσα/αιτήτρια έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση της ενάγουσας στην προώθηση της υπόθεσης της, και δεν καταδεικνύεται γιατί είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο.
  5. Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση τόσο νωρίς στη διαδικασία και δη πριν την καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων.
  6. Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και καταπίεση στους εναγόμενους τόσον λόγω του περιεχομένου των, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας των όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι δέκα ημερών.
  7. Τα αιτούμενα διατάγματα όπως είναι διαμορφωμένα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις της ενάγουσας όπως εμφαίνονται στο οπισθογραφημένον κλητήριον υπό απαιτήσεις "Α, Β, Γ " αυτών, κι' επομένως τυχόν διάγνωση τους θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου.
  8. Η παρούσα αγωγή και κατ' επέκταση η παρούσα αγωγή έπρεπε να εγερθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και/ή η παρούσα διαδικασία έπρεπε να προωθηθεί στο πλαίσιο της αγωγής υπ'αρ.2009/2016 του Ε.Δ.Λεμεσού.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, ο οποίος δηλώνει ότι βρίσκεται στην Υπηρεσία της Εναγομένης, στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών και δεόντως εξουσιοδοτησμένος να προβεί εκ μέρους της στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά με την ένορκη του δήλωση υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. Ο κ. Βελάρης με την αγόρευσή του, έκανε αναφορά στην επίδικη διαφορά και στη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφερε και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η κα Λιβέρα υιοθέτησε τους λόγους Ένστασης. Επειδή η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, θεωρώ σκόπιμο στο παρόν στάδιο, να παραπέμψω στην υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έπεσε θύμα απάτης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτησή της, προσπαθεί: «α. Να διαπιστώσει όλα τα πρόσωπα που ενέχονται στην σε βάρος την απάτη ένεκα της οποίας έχει αποστερηθεί όλη την περιουσία της με αποτέλεσμα σήμερα να δυσκολεύεται περί τα προς το ζειν και την ιατρική της περίθαλψη. β. Τον καθορισμό όλων των βάσεων αγωγής στις οποίες θα μπορούσε να στηριχθεί δεδομένου ότι η αποκάλυψη των παροχέων υπηρεσιών ως η παρ. 25 ανωτέρω υπήρξε ελλιπής με απομεμακρυσμένη την πιθανότητα περαιτέρω πληροφόρησης από αυτούς ένεκα της άμεσης εμπλοκής τους και την ευχέρεια που έχουν να μην αποκαλύψουν ενοχοποιητικά γι' αυτούς στοιχεία. γ. Την πλήρη δικογράφηση της απαίτησης της λαμβανομένου και του γεγονότος ότι η Zanio κατεχώρησε ήδη αίτηση εναντίον της ημερ. 7/10/16 η οποία είναι ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 22/11/
  1. δ. Την ιχνηλάτηση των χρημάτων και των περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων είχε και διατηρεί περιουσιακό συμφέρον (proprietory interest) που της αποσπάστηκαν και οποιωνδήποτε παραγώγων τους και τις διαδρομές τους με δεδομένο σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε από την αποκάλυψη των παροχέων υπηρεσιών τα χρήματα που αποσύρθηκαν από τον Gromushkin από την LGT Bank κατέληξαν στους Εναγόμενους. ε. Τους τελικούς παραλήπτες των χρημάτων με σκοπό τη λήψη των αναγκαίων μέτρων εναντίον τους. στ. Την διαπίστωση κατά πόσο τα χρήματα που μεταφέρθηκαν ως ανωτέρω εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή των Εναγομένων ώστε η Ενάγουσα να αιτηθεί την παγοποίησή τους.» Θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τα οποία αφορούν στο άνοιγμα και στην κίνηση συγκεκριμένων λογαριασμών, για να πληροφορηθεί: «
  2. (α) Πόσα από τα χρήματα στα οποία εδικαιούντο από τους λογαριασμούς στην LGT Bank κατέληξαν στην Zanio και υπό ποίες συνθήκες. (β) Ποια πρόσωπα συνέργησαν στην εν λόγω μεταφορά περιλαμβανομένων των εταιρειών του Παναμά ώστε να τα περιλάβει στην απαίτηση της. (γ) Ποια πρόσωπα είναι οι τελικοί παραλήπτες των χρημάτων τα οποία η Ενάγουσα διεκδικεί.» Περαιτέρω, στην παράγραφο 57 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  3. Εν όψει των ανωτέρω και με δεδομένη την εμπλοκή της Τράπεζας Κύπρου στις διαδρομές χρημάτων της Ενάγουσας από την Ελβετία σε αυτήν είναι αναγκαίο όπως η Ενάγουσα λάβει γνώση της κίνησης του εν λόγω λογαριασμού για να εντοπίσει όλο το φάσμα της εναντίον της απάτης, όλα τα πρόσωπα που ενέχονται σε αυτό, τον καθορισμό όλων των βάσεων της αγωγής της αλλά και την δικογράφηση της απαίτησης της η οποία καθυστερεί λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.» Ο κ. Βελάρης με την αγόρευσή του ανέφερε πως τα αιτούμενα διατάγματα είναι κυρίως Bankers Trust αλλά και Norwich Pharmacal. Για τη φύση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, θα αρκεστώ να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Avila Management Services κ.ά ν. Stepanek κ.ά
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, όπου στις σελίδες 1415-1417 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Για τη φύση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust, παραπέμπω και στην Απόφαση ημερ. 2.12.09, της κας Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ, ως ήταν τότε, που εκδόθηκε στην Αγωγή 4540/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, μεταξύ Lotes Group Ltd ν. LLC WIC FINANS κ.α.. Σε σχέση με τον τρίτο λόγο Ένστασης ότι η Εναγομένη δεσμεύεται από το τραπεζικό απόρρητο, και ο οποίος κρίνεται αβάσιμος, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην απόφαση του κ. Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε, που εκδόθηκε στις 21.3.11, στην Αγωγή 10046/10, μεταξύ REXEL LUXEMBOURG S.A. ν. 1. SEPI S.A.R.L. 2. ALPHA BANK CYPRUS LTD. Στις σελίδες 9 - 13 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Διατάγματα λοιπόν της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, το οποίο όπως έγινε εισήγηση απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η)-- Η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Υιοθετώντας επί του προκειμένου τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών παρατηρώ αφενός μεν ότι δυνάμει του άρθρου 29
(1)η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ιδίο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα και αφετέρου δεν ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό, αλλά για τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω απ' αυτό και κατά την άποψη μου υπό τα περιστατικά της υπόθεσης τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων η αιτήτρια ισχυρίζεται -εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη (βλ. Tournier v. National Privincial and Union Bank of England
(1923)All E.R.550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294:- "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacol case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. Ο 'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary...". Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η θέση της τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών της αιτήτριας προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι (η αιτήτρια) έχει δικαίωμα να αναζητήσει το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος της χωρίς η τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη της για να της δώσει τις πληροφορίες που ζητά. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Beige Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank · see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B.396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it".» Στην Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω), τονίστηκε για άλλη μια φορά ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη ή πελάτη-παροχέα υπηρεσιών. Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης με αριθμό 9, ότι τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και καταπίεση στην Εναγομένη, θα παραπέμψω και πάλι στην υπόθεση Rexel (πιο πάνω) όπου στις σελίδες 18 και 19 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Πράγματι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο ωστόσο δεν ταυτίζεται και με απαγόρευση (βλ. Κώστα ν. Χ"Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169) και έχω την άποψη ότι η φύση του αιτούμενου διατάγματος είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν έχει θέση στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι η αιτήτρια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία ότι έπεσε θύμα σοβαρής απάτης και αφετέρου χωρίς τις πληροφορίες που ζητά δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που όπως φαίνεται την εξαπάτησαν, το «ανεπιθύμητο» μετατρέπεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης σε «επιθυμητό» και αναγκαίο. Έπεται ότι η σχετική θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως δεν ευσταθεί και η άλλη θέση, ότι δηλαδή η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει στην Τράπεζα αδικία και οι 5 ημέρες που προβλέπει το αιτητικό για αποκάλυψη είναι λίγες. Το τι αδικία θα της προκαλέσει η έκδοση του διατάγματος δεν το έχω αντιληφθεί και σε σχέση με το χρόνο μέσα στον οποίο ζητείται η αποκάλυψη είναι αρκετό να παρατηρήσω ότι αν οι 5 ημέρες γίνουν από το Δικαστήριο 10 τότε η ισχυριζόμενη «καταπίεση» θα παύσει εν πάση περιπτώσει να υφίσταται.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης με αριθμό 6 ότι η Αίτηση είναι πρόωρη επειδή έχει καταχωριστεί πριν από την συμπλήρωση των δικογράφων, θα πω μόνο πως σε τέτοιες περιπτώσεις οι Ενάγοντες οφείλουν να προσφεύγουν στα Δικαστήρια χωρίς καθυστέρηση, αφού η καθυστέρηση ενδεχομένως να μην τους επιτρέψει να εξασφαλίσουν τέτοιες θεραπείες (Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 577). Ως εκ τούτου, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης επίσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι στην παρούσα υπόθεση, οι τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, 518, ικανοποιούνται αφού έχει καταδειχθεί (α) η διάπραξη ή τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξιών εις βάρος της Ενάγουσας, (β) ότι η Ενάγουσα χρειάζεται τις αιτούμενες πληροφορίες για να είναι σε θέση να προωθήσει τα συμφέροντά της που έχουν επηρεαστεί από την κατ' ισχυρισμόν εις βάρος της απάτη (σχετική είναι η παράγραφος 29, και όχι μόνο, της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση) και (γ) η Εναγόμενη - Τράπεζα μπορεί ή ενδεχομένως να μπορεί να προμηθεύσει την Ενάγουσα με τις πληροφορίες που ζητά, αφού φέρεται να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει αδικοπραξία ή αδικοπραξίες εις βάρος της Ενάγουσας (ως ελέχθη, φέρεται να έχει ανοίξει και να διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς επ΄ ονόματι της Κυπριακής Εταιρείας Zanio (Overseas) Limited και η οποία (Εταιρεία) φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για την κατ΄ ισχυρισμό εις βάρος της Ενάγουσας απάτη). Περαιτέρω, ικανοποιούνται και οι τρείς προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αφού με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η Ενάγουσα έχει καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση, που αφορά σε κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος της αδικοπραξίες με αποτέλεσμα να της αποσπάσουν παράνομα και/ή με δόλιο τρόπο σημαντικά ποσά, (β) ότι έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπείες, δηλαδή σε αποζημιώσεις και/ή σε Απόφαση για επανάκτηση του προϊόντος των κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξιών και (γ) ότι η Εναγόμενη - Τράπεζα είναι σε θέση ή ενδεχομένως να είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, τις οποίες η Ενάγουσα χρειάζεται για να υποστηρίξει την Αγωγή με αρ. 2009/16 (και όχι μόνο), που κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον του πρώην συζύγου της «Gromushkin, της Zanio (Overseas) Limited και 6 άλλων ημεδαπών φυσικών και νομικών προσώπων τα οποία διετέλεσαν και/ή διατελούν αξιωματούχοι της ή της προσέφεραν βοήθεια ή συνδρομή στην απάτη σε βάρος της». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω): «Το πολύπλοκο των συναλλαγών η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς με δοσοληψίες και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες εταιρείες, όπως εδώ στην Κύπρο, με διαφορετικά συστήματα, επιτάσσουν και προβάλλουν την αναγκαιότητα της χρήσης του διατάγματος Norwich ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Κατά συνέπεια βρίσκω πως χωρίς τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως γνωστό, η διακριτική ευχέρεια των Κυπριακών Δικαστηρίων για έκδοση διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εν κατακλείδι, αφού έθεσα ενώπιον μου όλους τους λόγους Ένστασης της Τράπεζας, βρίσκω ότι αυτοί είναι αβάσιμοι και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των γνωστών προϋποθέσεων για έκδοση διαταγμάτων, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι και δίκαιη και πρόσφορη αφού η έκδοσή τους ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από τη μη έκδοσή τους (Έφεση αρ. 29/14, Απόφαση ημερ. 3.11.16, Μαρία Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου). Συγκεκριμένα, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η Ενάγουσα δεν θα μπορεί ή θα δυσκολευθεί να προωθήσει τις αξιώσεις της σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος της απάτη. Από την άλλη η έκδοσή τους δεν φαίνεται να προκαλεί ζημιά στην Εναγόμενη Τράπεζα (για την αδικία και για την καταπίεση για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω εκ μέρους της Τράπεζας, παραπέμπω στα όσα ανέφερα πιο πάνω. Όσον αφορά στα έξοδα συμμόρφωσης για τα οποία η Τράπεζα κάνει αναφορά στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, το Δικαστήριο προτίθεται να επιβάλει συγκεκριμένους όρους σε σχέση με τα εν λόγω έξοδα.). Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Το εκδοθέν υπό (Α) διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Περαιτέρω, εκδίδονται εναντίον της Εναγόμενης - Τράπεζας διατάγματα ως οι παράγραφοι (Β) και (Γ) της Αίτησης. Επειδή η Τράπεζα αναφέρει στην Ένστασή της ότι ο χρόνος συμμόρφωσης των 10 ημερών που αναφέρεται στην Αίτηση είναι λίγος, ορίζεται ως χρόνος συμμόρφωσης 20 ημέρες από την επίδοση των διαταγμάτων. Τα διατάγματα εκδίδονται υπό τον όρο ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια θα προκαταβάλει στην Εναγομένη το συμφωνηθέν ποσό των €580 ως έξοδα, τέλη ή ζημιές συνεπεία της συμμόρφωσής της με τα εκδοθέντα διατάγματα, και υπό τον όρο ότι θα αναλάβει εγγράφως την υποχρέωση να μην χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελον αποκαλυφθεί στα πλαίσια των πιο πάνω διαταγμάτων, για σκοπό άλλο από την υποστήριξη της Αγωγής 2009/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και/ή προς υποστήριξη οποιωνδήποτε πολιτικών διαδικασιών (δες υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL (C.A)
(1982)1 QB 558 και Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω)). Όσον αφορά στα έξοδα της Αίτησης, αφού έλαβα υπόψη την επιτυχία της Αίτησης αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Τράπεζα έχει καταστεί διάδικος, και αφού βρίσκω ότι δικαιολογημένα καταχώρισε Ένσταση για να αποφύγει τυχόν απαιτήσεις από τους πελάτες της σε περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της, και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.