← Κύπρος

Α.Α.Σ. Αdvanced Automation Systems Limited, Γενική Αίτηση: 3/2016, 18/11/2016

Α.Α.Σ. Αdvanced Automation Systems Limited, Γενική Αίτηση: 3/2016, 18/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A623 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 3/2016 Αναφορικά με τη Διαιτησία ενώπιον του Κύπρου Χρυσοστομίδη μεταξύ Active Export Technologies Limited -και- A.A.S. Advanced Automation Systems Limited και την εκδοθείσα στα πλαίσια αυτής απόφαση ημερομηνίας 11.11.2015, κοινοποιηθείσα στις 19.11.

  1. - και - Αναφορικά με την Αίτηση της Αιτήτριας εταιρείας Α.Α.Σ. Αdvanced Automation Systems Limited για Παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 11.11.
  2. Hμερομηνία: 18 Νοεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κος Ανδρέας Δημητρίου Για την Καθ΄ης η αίτηση: κος Γαβριηλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκδοθείσας την 11.11.2015 διαιτητικής απόφασης εναντίον της, η οποία απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια την 19.11.
  4. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η αίτηση είναι οι ακόλουθοι: (α) Η διαιτητική απόφαση είναι παράτυπη και/ή παράνομη. (β) Η επίδικη διαιτητική διαδικασία είναι παράτυπη και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με το εφαρμοστέο δίκαιο στην Κύπρο αναφορικά με την Διεθνή Διαιτησία. (γ) Η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. (δ) Η επίδικη απόφαση ήταν αποτέλεσμα κακού χειρισμού της διαιτησίας υπό του διαιτητού κατά το ότι αυτός έδρασε εκτός των καθορισμένων πλαισίων των αρμοδιοτήτων του όπως αυτές εμφαίνονται από τον περί Διαιτησίας Νόμο. H αίτηση αυτή βασίζεται στο άρθρο 34

(2)(α)(
  1. ii)(iii) (iv), (β) (
  2. i)(ii),
(3), του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/1987, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, άρθρα 2, 3 και 20, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 37, 38 και 39, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 θθ 1-3 και 49 κτλ. καθώς και στη σχετική νομολογία καθώς και το κοινό δίκαιο (Common Law) καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Tα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση, εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ.Ανδρέα Μεταξά, ο οποίος, αφού αναφέρει ότι εργαζόταν μέχρι το 2013 για 25 χρόνια στη Αιτήτρια εταιρεία και από το 2013 ως εξωτερικός σύμβουλος αυτής, κάνει αναφορά στις οικονομικές δοσοληψίες της Αιτήτριας με την Καθ΄ης η αίτηση, την επίδικη διαιτησία καθώς και τη διαιτητική απόφαση, την οποία επισυνάπτει, προχωρεί και αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με την παρούσα αίτηση (παρατίθενται αυτούσια): «Αρχίζοντας, κατά ή περί το 2006 οι μεταξύ των μερών εμπορικές σχέσεις αναβαθμίστηκαν κατά το ότι η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία θα προέβαινε στην παραγωγή και προμήθεια συγκεκριμένων προϊόντων και μηχανημάτων προς την Αιτήτρια εταιρεία σχετικά με drip irrigation systems τα οποία στην συνέχεια μεταπωλούσε η Αιτήτρια σε διάφορες εταιρείες ανά τον κόσμο. Προς τούτο, κατά ή περί τις 28.8.2012 υπογράφθηκε μεταξύ των μερών η Σύμβαση Αποκλειστικών Υπηρεσιών («ΜΕΑ Agreement)), εφεξής η «σύμβαση») σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια εταιρεία θα ήτο ο αποκλειστικός διανομέας των μηχανημάτων της Καθ' ης η Αίτηση στο εξωτερικό και τα μηχανήματα αυτά αποτέλεσαν και το προϊόν καταχώρησης αίτησης για κατοχύρωση ευρεσιτεχνίας από την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία Active Export Technologies Limited. Η εν λόγω σύμβαση περιείχε όρο παραπομπής των όποιων διαφορών που θα προέκυπταν μεταξύ των μερών σε διαιτησία. Συνεπώς, όταν προέκυψαν διαφορές η Καθ' ης η Αίτηση με την αίτηση της ημερομηνίας 19.12.2013 ζήτησε από το Ε.Τ.Ε.Κ όπως τους διορίσει διαιτητή για να επιλύσει τις μεταξύ τους διαφορές. Για τον λόγο αυτό διορίστηκε ως διαιτητής ο κ. Κύπρος Χρυσοστομίδης (εφεξής ο «Διαιτητής»). Κατά ή περί τις 20.2.2014 τα μέρη προσήλθαν ενώπιον του διαιτητού και υπέγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο διαιτησίας και τους όρους του διαιτητού. Οι όροι παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, μεταξύ άλλων περιείχαν τον ακόλουθο ρητό όρο υπ' αρ. 5 στο Terms of Reference και αρ. 9 στο MEA Agreement: «Κάθε διαφορά που προκύπτει από την μεταξύ τους συμφωνία ή από την Σύμβαση Αποκλειστικών Υπηρεσιών (ΜΕΑ Agreement), συμπεριλαμβανομένου του ερωτήματος ύπαρξης και καθιέρωσης της εν λόγω Σύμβασης, εγκυρότητας ή τερματισμού της, και η απόφαση του Διαιτητή που έχει διοριστεί θα είναι τελική απόφαση κατ' εφαρμογή των Κανόνων του Πρότυπου Νόμου της UNCITRAL.» Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2 επί της παρούσας αντίγραφο του συμφωνητικού έγγραφου διαιτησίας. («ΜΕΑ Agreement))) Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 3 επί της παρούσας αντίγραφο των όρων αναφοράς του διαιτητή («Terms of Reference))). Επίσης, ήταν ρητός όρος υπ' αρ. 8 του ΜΕΑ Agreement ότι το εφαρμοστέο δίκαιο για την επίλυση των διαφορών των μερών βάσει της Σύμβασης Αποκλειστικών Υπηρεσιών (ΜΕΑ Agreement) θα είναι το δίκαιο της Κύπρου. Όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, αυτό σημαίνει ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι ο νόμος περί της Διεθνούς Διαιτησίας Ν.101/87. Ωστόσο, η όποια συμφωνία των μερών δεν αποκλείει την εφαρμογή mutatis mutandis του Κεφαλαίου 4 το οποίο επίσης αφορά τις ημεδαπές διαιτησίες. Η διαιτητική διαδικασία εκκίνησε κατά ή περί την 4.11.2015 και μετά από περίπου 7 επιπλέον ακροάσεις ολοκληρώθηκαν κατά ή περί την 3.4.2015 οι διαδικασίες εξέτασης αντεξέτασης και επανεξέτασης των μαρτύρων των δύο πλευρών και συγκεκριμένα του κ. Shlomo Bloom για την Καθ' ης η Αίτηση προς την παρούσα αίτηση και των μαρτύρων για την Αιτήτρια της παρούσας αίτησης κύριους Δημήτριο Παρασκευόπουλο, Χρίστο Μπολίνη και Δημήτριο Παπαδήμα. Κατά ή περί την 3.4.2015 αφού ακούστηκαν όλοι οι μάρτυρες και προς το τέλος της όλης ακροαματικής διαδικασίας ο διαιτητής εισηγήθηκε όπως διεξάγει διαδικασία διαμεσολάβησης σε μια προσπάθεια να βρεθεί συμβιβασμός στη διαιτησία και ζήτησε την άδεια των διαδίκων στη διαιτησία να διεξάγει ξεχωριστές και κατ' ιδίαν συναντήσεις με εκπροσώπους της κάθε πλευράς. Παρόλο που η πλευρά μας ήταν πολύ διστακτική στο να δεχτεί αυτή την διαδικασία διότι γνωρίζαμε ότι είναι ανεπίτρεπτο για διαιτητή να διεξάγει ξεχωριστές συναντήσεις και ότι όλες οι συναντήσεις πρέπει να διεξάγονται με διαφάνεια και στην παρουσία όλων των μερών, αναγκαστήκαμε να δεχτούμε αυτή την πρόταση η οποία τονίζουμε ότι ήρθε κατά τα τελευταία στάδια της διαιτητικής διαδικασίας και αμέσως πριν την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων και λήψης της τελικής απόφασης εκ μέρους του διαιτητή και την δεχτήκαμε διότι δεν θέλαμε να μας χαρακτηρίσει ο διαιτητής ως αδιάλλακτους. Η διαδικασία διαμεσολάβησης με τις ξεχωριστές κατ' ιδίαν συναντήσεις με εκπροσώπους της Καθ' ης η Αίτηση προς την παρούσα αίτηση, γνωρίζουμε ότι έλαβαν χώρα. Ωστόσο δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με ποιους εκπροσώπους έγιναν οι συναντήσεις αυτές καθώς επίσης δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα το τι λέχθηκε στις συναντήσεις αυτές. Ως εκ τούτου, ο τρόπος δράσης του διαιτητή συνιστά δράση πέραν των πλαισίων των όρων εντολής του διαιτητή όπως αυτές αναφέρονται ανωτέρω και είναι επίσης αντίθετη από τις ημεδαπές περί Διαιτησίας νομοθεσίες και περί Διαιτησίας νομολογιακές αρχές κατά το ότι η συμφωνία των μερών προνοούσε για επίλυση των διαφορών με διαιτησία και επομένως εφαρμογή των κανόνων περί Διαιτησίας και αυτό δεν θα μπορούσε να αντικατασταθεί από την εισήγηση εκ μέρους του διαιτητή κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για χρησιμοποίηση του μέσου της διαμεσολάβησης. Εξ όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, τέτοια συμπεριφορά αποτελεί ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους του διαιτητού καθώς και ανάρμοστη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας που οδηγεί σε παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Πιο συγκεκριμένα, η ανωτέρω επιλογή του διαιτητή να κάμει χρήση του μέσου της διαμεσολάβησης και των προσωπικών συναντήσεων με κάθε ένα εκ των μερών ξεχωριστά αποτελεί παραβίαση της ίδιας της συμφωνίας των μερών η οποία προνοούσε για επίλυση των διαφορών τους με διαιτησία και όχι με διαμεσολάβηση. Επίσης, η διεξαγωγή διαμεσολάβησης παραβιάζει τις περί Διαιτησίας νομοθεσίες και περί Διαιτησίας νομολογιακές αρχές αλλά και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και δίκαιης δίκης κατά το ότι ο διαιτητής συναντήθηκε με τα διάδικα μέρη ξεχωριστά και κατ' ιδίαν χωρίς την παρουσία της άλλης πλευράς. Ως αποτέλεσμα αυτής της απαράδεκτης ενέργειας του διαιτητή η Αιτήτρια εμποδίστηκε από το να παρουσιάσει τις θέσεις της γνωρίζοντας το τι είχε λεχθεί μεταξύ του διαιτητή και της άλλης πλευράς κατά τις συναντήσεις όπου δεν ήταν παρούσα η Αιτήτρια. Στο σημείο αυτό θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι παρά το γεγονός ότι τα μέρη συμφώνησαν με την εισήγηση του διαιτητή να διεξάγει διαδικασία διαμεσολάβησης, αυτό δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί νομότυπο διότι με την διεξαγωγή της διαμεσολάβησης ο διαιτητής μόλυνε τη διαδικασία της διαιτησίας με τρόπο ανεπίτρεπτο παραβιάζοντας συνάμα και την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης ότι ο κάθε διάδικος έχει αναφαίρετο δικαίωμα να γνωρίζει την υπόθεση που αντιμετωπίζει. Με την διαδικασία διαμεσολάβησης να εκκρεμεί και προκειμένου ο διαιτητής να συναντηθεί με τους εκπροσώπους των διάδικων πλευρών και να αποφανθεί αν τελικά η διαμεσολάβηση θα επέφερε θετική κατάληξη ήταν επόμενο ότι οι γραπτές αγορεύσεις των μερών δεν μπορούσαν να ολοκληρωθούν και να κατατεθούν εντός της αρχικής χρονικής προθεσμίας που τέθηκε από τον διαιτητή, ήτοι την 15.6.2015, διότι μέχρι τις 25.5.2015 ο διαιτητής δεν είχε ακόμη αποφασίσει κατά πόσο η διαμεσολάβηση είχε ελπίδες για θετική κατάληξη. Ωστόσο, η παράταση που δόθηκε ήταν μόλις 10 μέρες με καταληκτική ημερομηνία υποβολής των γραπτών αγορεύσεων την 25.6.2015. Η απόφαση του διαιτητή ότι η διαμεσολάβηση τελικά είχε αποτύχει και δεν μπορούσε να συμβιβαστεί η υπόθεση ήταν στις 15.6.2015. Όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, μια τέτοια έκβαση ήταν ασύμφορη και αντίκειται στο δικαίωμα της περί δίκαιης δίκης καθότι η Αιτήτρια είχε ανεπαρκή χρόνο, μόλις 10 μέρες, για να συμπληρώσει και να καταθέσει την τελική της αγόρευση χρόνος που φανερά δεν είναι επαρκής λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Περαιτέρω, η απόφαση του διαιτητή για anticipatory breach του προαναφερόμενου MEA Agreement εκ μέρους της Αιτήτριας θεωρώ ότι στερείται νομικού ερείσματος κατά το ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του διαιτητή προς εξέταση του θέματος αυτού κατά την διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας και παρουσίασης της μαρτυρίας. Συνεπώς, σε συνάρτηση με την ύπαρξη κατ' ιδίαν συναντήσεων με τα μέρη μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι τις σχετικές πληροφορίες για την απόδειξη του anticipatory breach ο διαιτητής τις έλαβε μέσω της διαδικασίας της διαμεσολάβησης η οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση ήταν διαδικασία εκτός της αρμοδιότητας του διαιτητή. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι σύμφωνα με τους όρους παραπομπής σε διαιτησία («Terms of Reference» Τεκμήριο 3), το οποίο υπενθυμίζω συμφωνήθηκε και υπογράφηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2014, το ολικό ποσό της αμοιβής του διαιτητή δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €40.000. Ωστόσο, η τελική χρέωση για τις υπηρεσίες του διαιτητή ανήλθε στις €60.000 με οφείλω να πω καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης του καθώς μας είχε ενημερώσει ότι ήτο προγραμματισμένο η απόφαση του να εκδοθεί το καλοκαίρι ενώ τελικά εκδόθηκε αργά τον Νοέμβριο και συγκεκριμένα στις 19.11.2015.» Η Καθ΄ης η αίτηση στις 15.3.2016 έχει καταχωρήσει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι (παρατίθενται αυτούσιοι): 1. Ουδείς από τους λόγους για τους οποίους διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας μπορεί να ακυρωθεί ή να παραμερισθεί συντρέχει στην παρούσα υπόθεση. 2. Ουδείς λόγος συντρέχει ή καταδεικνύεται για ακύρωση ή παραμερισμό της επίδικης διαιτητικής απόφασης. 3. Η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι απόλυτα νομότυπη και νόμιμη. 4. Η διαιτητική διαδικασία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση ήταν απόλυτα νομότυπη και διεξάχθηκε κατά τρόπο απόλυτα σύμφωνο με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί διαιτησίας, τους όρους εντολής προς τον διαιτητή και τις διατάξεις του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, Ν.101/87, και του εφαρμοστέου δικαίου. 5. Ουδεμία παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή ανάρμοστη συμπεριφορά από πλευράς του διαιτητή υπήρξε. 6. Η Αιτήτρια ουδόλως εστερήθη της ευκαιρίας να παρουσιάσει και να αναπτύξει την υπόθεση της. 7. Ο χειρισμός της διαιτητικής διαδικασίας από τον διαιτητή ήταν απόλυτα σύμφωνος με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί διαιτησίας, τους όρους εντολής προς τον διαιτητή και τις διατάξεις του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, Ν.101/87και του εφαρμοστέου δικαίου. 8. Η υπό κρίση Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 9. Οι ισχυρισμοί στους οποίους βασίζεται η υπό κρίση Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 10. Η Αιτήτρια κωλύεται (is estopped) από του να προβάλλει τους ισχυρισμούς στους οποίους βασίζεται η υπό κρίση Αίτηση ή και από του να παραπονείται εκ των υστέρων για πράγματα που έγιναν με τη δική της συγκατάθεση ή και σε σχέση με τα οποία ουδεμία ένσταση εγέρθηκε. 11. Οι διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με την επίδικη διαιτητική απόφαση ή και την επίδικη διαιτησία καθ'ότι η επίδικη διαιτησία συνιστούσε διεθνή εμπορική διαιτησία εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής και στις διατάξεις του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, Ν.101/87. 12. Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της δικηγόρου κας Μόνικας Κούλλη, η οποία αφού αναφέρει τη εμπλοκή της στη υπόθεση και τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στη ένορκη δήλωση, επί της ουσίας της αίτησης αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτούσια): «Τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην Ε/Δ Μεταξά ως Τεκμήριο 1) έχουν, συνοπτικά ως εξής: (
  1. i)Η Καθ'ης η Αίτηση είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ισραήλ της οποίας οι δραστηριότητες περιλαμβάνουν την ανάπτυξη συστημάτων και τεχνολογίας στάγδην άρδευσης (drip irrigation systems and technology) καθώς και με το σχεδιασμό, την κατασκευή και την πώληση σχετικών μηχανημάτων, προϊόντων και εξοπλισμού. (
  2. ii)Η Αιτήτρια είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο έχουσα το εγγεγραμμένο γραφείο της στη διεύθυνση Φυτειών 9, Βιομηχανική Περιοχή Ύψωνα, 3056 Λεμεσός της οποίας οι δραστηριότητες περιλαμβάνουν την πώληση και διανομή συστημάτων στάγδην άρδευσης καθώς και σχετικών μηχανημάτων, προϊόντων και εξοπλισμού. (iii) Από το 2005 μέχρι και το 2013 η Καθ'ης η Αίτηση συνεργαζόταν με την Αιτήτρια και υπήρχε μεταξύ τους εμπορική σχέση στα πλαίσια της οποίας η Καθ'ης η Αίτηση πωλούσε στην Αιτήτρια μηχανήματα και προϊόντα που κατασκευάζονταν από την Καθ'ης η Αίτηση τα οποία η Αιτήτρια μεταπωλούσε σε πελάτες της σε διάφορα μέρη του κόσμου. Η συνεργασία μεταξύ της Καθ'ης η Αίτηση και της Αιτήτριας είχε ως υπόβαθρο την μακροχρόνια συνεργασία και φιλία μεταξύ του Διευθύνοντα Συμβούλου της Καθ'ης η Αίτηση κ. Shlomo Bloom και του Διευθύνοντα Συμβούλου της Αιτήτριας κ. Δημήτριου Παρασκευόπουλου. (
  3. iv)Κατά ή περί την 28/8/2012 συνάφθηκε μεταξύ της Καθ'ης η Αίτηση και της Αιτήτριας γραπτή Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας (Mutual Exclusivity Agreement) (στο εξής «η Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας») με την οποία η Καθ'ης η Αίτηση διόρισε την Αιτήτρια (υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις) ως αποκλειστικό παγκόσμιο διανομέα συγκεκριμένων μηχανημάτων που κατασκευάζονταν από την Καθ'ης η Αίτηση στα οποία ενσωματωνόταν συγκεκριμένη τεχνολογία που αποτελούσε αντικείμενο αίτησης για διεθνές δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (international patent application). Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας επισυνάπτεται στην Ε/Δ Μεταξά ως Τεκμήριο 2. (
  4. v)Περί τις αρχές του 2013 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων τα οποία σχετίζονταν με διαφορές που είχαν ανακύψει. Οι διαφορές αυτές σχετίζονταν, μεταξύ άλλων: (α) με την άρνηση ή και παράλειψη της Αιτήτριας να αποζημιώσει την Καθ'ης η Αίτηση για δαπάνες ή και έξοδα τα οποία η Καθ'ης η Αίτηση υπέστη για τους σκοπούς του σχεδιασμού, της κατασκευής και της αποθήκευσης συγκεκριμένου μηχανήματος (assembly machine) που η Αιτήτρια είχε παραγγείλει από την Καθ'ης η Αίτηση κατά το 2009 και το οποίο στη συνέχεια η Αιτήτρια παρέλειψε ή και αρνήθηκε να παραλάβει, και (β) με την άρνηση ή και παράλειψη της Αιτήτριας να εξοφλήσει εντός του συμφωνηθέντος χρόνου αριθμό τιμολογίων που είχαν εκδοθεί από την Καθ΄ης η Αίτηση σε σχέση με μηχανήματα ή και προϊόντα που είχαν δεόντως πωληθεί και παραδοθεί από την Καθ'ης η Αίτηση στην Αιτήτρια. (
  5. vi)Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2013, και σε συνέχεια επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάγησαν, η Καθ'ης η Αίτηση τερμάτισε τη Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας καθώς και την ευρύτερη εμπορική σχέση μεταξύ της ιδίας και της Αιτήτριας σημειώνοντας ότι θα ήταν διατεθειμένη να συνεχίσει να πωλεί μηχανήματα και άλλα προϊόντα στην Αιτήτρια σε ad hoc βάση υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα ποσά που οφείλονταν από την Αιτήτρια στην Καθ΄'ης η Αίτηση θα εξοφλούντο πλήρως. Σε αλληλογραφία που ακολούθησε η Αιτήτρια διετύπωσε, μεταξύ άλλων, τη θέση ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας Αποκλειστικής Συνεργασίας ήταν παράνομος, ότι τα οφειλόμενα ποσά τα οποία η Καθ'ης η Αίτηση ζητούσε να της πληρωθούν δεν ήταν πληρωτέα, ότι η Καθ΄ης η Αίτηση δήθεν παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Αιτήτριας ή και έναντι πελατών της Αιτήτριας και ότι η Αιτήτρια είχε υποστεί τεράστιες ζημιές για τις οποίες ευθυνόταν η Καθ΄ης η Αίτηση. (vii) Εν όψει του γεγονότος ότι η Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας (Τεκμήριο 1 στην παρούσα) περιείχε όρο (όρος 9) σύμφωνα με τον οποίο οποιαδήποτε διαφορά που θα ανέκυπτε σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία θα παραπεμπόταν σε διαιτησία βάσει των Κανονισμών Διαιτησίας UNCITRAL η οποία θα διεξαγόταν στην Κύπρο από διαιτητή που θα διοριζόταν από τον Πρόεδρο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Κύπρου και δεδομένου ότι μέρος των απαιτήσεων της Καθ'ης η Αίτηση εναντίον της Αιτήτριας αφορούσαν τον τερματισμό της Συμφωνίας Αποκλειστικής Συνεργασίας η Καθ'ης η Αίτηση επέδωσε στην Αιτήτρια Αίτηση για Διαιτησία (Notice of Arbitration) βάσει των Κανονισμών Διαιτησίας UNCITRAL με την οποία ζήτησε την παραπομπή των διαφορών που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων σε διαιτησία και κάλεσε τον Πρόεδρο του Κυπριακού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (και όχι «το Ε.Τ.Ε.Κ.» όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην παράγραφο 7 της Ε/Δ Μεταξά) να προχωρήσει στο διορισμό διαιτητή. Αντίγραφο της εν λόγω Αίτησης για Διαιτησία επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 1. (viii) Όπως προκύπτει από την Αίτηση για Διαιτησία τα θέματα που η Καθ'ης η Αίτηση ζήτησε να παραπεμφθούν σε διαιτησία περιλάμβαναν: (α) το ζήτημα της νομιμότητας του τερματισμού της Συμφωνίας Αποκλειστικής Συνεργασίας, (β) τo ζήτημα των ποσών που οφείλονταν στην Καθ'ης η Αίτηση βάσει τιμολογίων που είχαν εκδοθεί προς την Αιτήτρια σε σχέση με μηχανήματα ή και προϊόντα που είχαν δεόντως πωληθεί και παραδοθεί από την Καθ'ης η Αίτηση στην Αιτήτρια και τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των Ευρώ 475.573,00 και (γ) το ζήτημα που σχετιζόταν με την αξίωση της Αιτήτριας να αποζημιωθεί για τις δαπάνες και τα έξοδα που υπέστη για τους σκοπούς του σχεδιασμού, της κατασκευής και της αποθήκευσης συγκεκριμένου μηχανήματος (assembly machine) που η Αιτήτρια είχε παραγγείλει από την Καθ'ης η Αίτηση κατά το 2009 και το οποίο στη συνέχεια η Αιτήτρια παρέλειψε ή και αρνήθηκε να παραλάβει. (
  6. ix)Στις 15/1/2014 ο Πρόεδρος του Κυπριακού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (ΚΕΒΕ) κ. Φειδίας Πηλείδης απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους των διαδίκων με την οποία πρότεινε να διοριστεί ως διαιτητής ο δικηγόρος Δρ Κύπρος Χρυσοστομίδης. Η πρόταση για διορισμό του Δρα Χρυσοστομίδη ως διαιτητή έγινε αποδεκτή τόσο από την Αιτήτρια όσο και από την Καθ΄ης η Αίτηση. Αντίγραφο σχετικής επιστολής ημερομηνίας 22/1/2014 που αποστάληκε προς τον Πρόεδρο του ΚΕΒΕ από τους τότε δικηγόρους της Αιτήτριας επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 2 και περαιτέρω σχετική επιστολή ημερομηνίας 23/1/2014 που αποστάληκε από τον Πρόεδρο του ΚΕΒΕ προς τους δικηγόρους των διαδίκων επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 3. (
  7. x)Στις 20/1/2014 η Αιτήτρια, μέσω των τότε δικηγόρων της απέστειλε στους δικηγόρους της Καθ'ης η Αίτηση, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαιτησίας UNCITRAL, Απάντηση στην Αίτηση για Διαιτησία στα πλαίσια της οποίας προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας Αποκλειστικής Συνεργασίας ήταν παράνομος, ότι τα οφειλόμενα ποσά τα οποία η Καθ'ης η Αίτηση ζητούσε να της πληρωθούν βάσει των τιμολογίων που εξέδωσε προς την Αιτήτρια δεν ήταν πληρωτέα, ότι η Καθ'ης η Αίτηση δήθεν παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Αιτήτριας ή και έναντι πελατών της Αιτήτριας και ότι η Αιτήτρια είχε υποστεί τεράστιες ζημιές για τις οποίες ευθυνόταν η Καθ'ης η Αίτηση. Περαιτέρω οι τότε δικηγόροι της Αιτήτριας σημείωσαν ότι η Αιτήτρια επιθυμούσε να εγείρει Ανταπαίτηση για αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της Συμφωνίας Αποκλειστικής Συνεργασίας και της ευρύτερης εμπορικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και για άλλες θεραπείες. (
  8. xi)Εν όψει του γεγονότος ότι τόσο η Καθ'ης η Αίτηση όσο και η Αιτήτρια ήγειραν (με την Αίτηση για Διαιτησία και την Απάντηση στην εν λόγω Αίτηση αντίστοιχα) ζητήματα και αξιώσεις πέραν των ζητημάτων και αξιώσεων που σχετίζονταν με τη Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας και τον τερματισμό της, κατόπιν συνάντησης και επικοινωνιών μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων και του διαιτητή, Δρα Κύπρου Χρυστοστομίδη, ο Δρ Χρυσοστομίδης ετοίμασε και απέστειλε στους δικηγόρους των διαδίκων Όρους Εντολής (Terms of Reference) αναφορικά με τη διαιτησία οι οποίοι υπογράφηκαν εκ μέρους των διαδίκων από τους δικηγόρους (στο εξής «οι Όροι Εντολής»). Mε τους Όρους Εντολής, υπογραμμένο αντίγραφο των οποίων επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 4, οι διάδικοι: (α) επιβεβαίωσαν το περιεχόμενο του όρου περί διαιτησίας (όρος 9) που περιεχόταν στη Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας , (β) επιβεβαίωσαν την αποδοχή του διορισμού του Δρα Χρυσοστομίδη ως διαιτητή, (γ) συμφώνησαν ότι όλα τα ζητήματα και όλες οι εκατέρωθεν αξιώσεις που εγείρονταν με την Αίτηση για Διαιτησία που είχε επιδοθεί από την Καθ'ης η Αίτηση και την Απάντηση στην εν λόγω Αίτηση που είχε παραδοθεί από την Αιτήτρια, είτε σχετίζονταν με την Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας είτε όχι, θα εξετάζονταν και θα αποφασίζονταν από τον διαιτητή στα πλαίσια της διαιτησίας, (δ) επιβεβαίωσαν ότι δεν θα εγείρονταν οποιεσδήποτε ενστάσεις ως προς την δικαιοδοσία/αρμοδιότητα του διαιτητή, και (ε) συμφώνησαν αριθμό ζητημάτων που αφορούσαν τον τόπο και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας. (xii) Μετά την υπογραφή των Όρων Εντολής, οι διάδικοι προχώρησαν στην παράδοση των δικογράφων που αναφέρονταν στους εν λόγω Όρους. Συγκεκριμένα παραδόθηκαν: Έκθεση Απαίτησης από πλευράς της Καθ'ης η Αίτηση, Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση από πλευράς της Αιτήτριας, Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από πλευράς της Καθ'ης η Αίτηση και Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από πλευράς της Αιτήτριας. Ακολούθως έγινε συνάντηση στα γραφεία του διαιτητή στη Λευκωσία όπου, αφού άκουσε τις απόψεις των δικηγόρων των διαδίκων ο διαιτητής έδωσε οδηγίες για παράδοση γραπτών καταθέσεων των προσώπων που η κάθε πλευρά προτίθετο να καλέσει ως μάρτυρες και ορίστηκαν προκαταρκτικές ημερομηνίες για ακρόαση/αντεξέταση των μαρτύρων. Αμφότερες οι πλευρές παρέδωσαν γραπτές καταθέσεις των προσώπων που πρότειναν να καλέσουν ως μάρτυρες και τα πρόσωπα αυτά παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή σε ημερομηνίες που ορίστηκαν από τον διαιτητή για να δώσουν προφορική μαρτυρία και να αντεξεταστούν. Από πλευράς της Καθ'ης η Αίτηση έδωσε μαρτυρία ο διευθύνων σύμβουλος αυτής κ. Shlomo Bloom ενώ από πλευράς της Αιτήτριας έδωσαν μαρτυρία ο διευθύνων σύμβουλος αυτής κ. Δημήτριος Παρασκευόπουλος, ο εργοδοτούμενος από την Αιτήτρια μηχανολόγος κ. Χρίστος Μπολίνης και ο Οικονομικός Διευθυντής αυτής κ. Δημήτριος Παπαδήμας. Όλοι οι εν λόγω μάρτυρες παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή, έδωσαν προφορική μαρτυρία και αντεξετάστηκαν. Ακροάσεις για σκοπούς παροχής προφορικής μαρτυρίας και αντεξέτασης των μαρτύρων έγιναν στις 4/11/2014, στις 5/11/2014, στις 19/2/2015, στις 20/2/2015, στις 3/3/2015, στις 4/3/2015 και στις 3/4/2015. Σημειώνω ότι αμφότεροι οι διάδικοι συμμετείχαν κανονικά καθ'όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους τους. Σημειώνω επίσης ότι, με τη συμφωνία των δικηγόρων των διαδίκων καθώς και όλων των παρευρισκομένων, οι ακροάσεις που έγιναν ηχογραφήθηκαν και στη συνέχεια ετοιμάστηκαν πλήρη δακτυλογραφημένα πρακτικά τα οποία αποστάληκαν από τον διαιτητή στους δικηγόρους των διαδίκων. (xiii) Κατά την ακρόαση που έλαβε χώρα στις 4/3/2015 (προτού ξεκινήσει η αντεξέταση του κ. Χρίστου Μπολίνη ο οποίος ήταν ο δεύτερος από τους τρεις μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία από πλευράς της Αιτήτριας) ο διαιτητής ανέφερε ότι, εν όψει του μεγάλου όγκου του μαρτυρικού υλικού, θα ήθελε να έχει την ευκαιρία, πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας, να διερευνήσει μαζί με τους διαδίκους το ενδεχόμενο φιλικής διευθέτησης της υπόθεσης. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Αιτήτριας, κ. Δημήτριος Παρασκευόπουλος ο οποίος ήταν παρών, δήλωσε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς της Αιτήτριας και εισηγήθηκε να πραγματοποιηθεί ξεχωριστή συνάντηση για συζήτηση του θέματος αυτού. Απαντώντας ο διαιτητής ανέφερε ότι θα μπορούσε σε πρώτη φάση να συναντήσει την κάθε πλευρά ξεχωριστά προκειμένου να διαπιστώσει εάν υπήρχε πραγματική πιθανότητα κατάληξης σε διευθέτηση. Ο κ. Παρασκευόπουλος απάντησε ότι εκτιμούσε την πρόταση που έγινε από τον διαιτητή («I appreciate your proposal»). Στη συνέχεια η διαδικασία συνεχίστηκε κανονικά με την αντεξέταση και επανεξέταση του κ. Μπολίνη και με την έναρξη της αντεξέτασης του κ. Δημήτριου Παπαδήμα ο οποίος ήταν ο τρίτος μάρτυρας από πλευράς της Αιτήτριας. Επειδή η αντεξέταση του κ. Παπαδήμα δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί, ο διαιτητής όρισε την υπόθεση ξανά στις 9/3/2015 για ολοκλήρωση της αντεξέτασης του κ. Παπαδήμα. Αργότερα οι τότε δικηγόροι της Αιτήτριας υπέβαλαν γραπτώς αίτημα για μετακίνηση της ακρόασης σε άλλη ημερομηνία. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό από τον διαιτητή και η υπόθεση ορίστηκε στις 3/4/2015 για συνέχιση και ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. (xiv) Κατά την ακρόαση που έλαβε χώρα στις 3/4/2015 (κατά την οποία ολοκληρώθηκε τόσο η αντεξέταση όσο και η επανεξέταση του τελευταίου μάρτυρα) ο διαιτητής δεν ήγειρε ξανά ο ίδιος το θέμα της πραγματοποίησης συναντήσεων για διερεύνηση του ενδεχομένου διευθέτησης της υπόθεσης. Το θέμα ηγέρθηκε ξανά από τους τότε δικηγόρους της Αιτήτριας, και συγκεκριμένα από τον κ. Πολύβιο Παναγίδη, ο οποίος απαντώντας σε ερώτηση του διαιτητή αναφορικά με το χρόνο που θα χρειάζονταν οι δικηγόροι των διαδίκων για ετοιμασία τελικών γραπτών αγορεύσεων, ρώτησε τον διαιτητή αν θα πραγματοποιείτο πρώτα συνάντηση για συζήτηση του ενδεχομένου διευθέτησης. Ο διαιτητής απάντησε «Μόνο εάν υπάρχει διάθεση. Αν δεν υπάρχει διάθεση και δεν υπάρχει έστω και λίγη πιθανότητα επιτυχίας, προτιμώ να μη γίνει η συνάντηση». Ο κ. Παναγίδης επιβεβαίωσε ότι η Αιτήτρια από πλευράς της θεωρούσε ότι θα ήταν χρήσιμο να διερευνηθεί το ενδεχόμενο διευθέτησης. Οι δικηγόροι της Καθ'ης η Αίτηση απαντήσαμε ότι η Καθ΄ης η Αίτηση δεν είχε ένσταση στο να διερευνηθεί το ενδεχόμενο διευθέτησης νοουμένου ότι η οποία προσπάθεια για κατάληξη σε διευθέτηση δεν θα προκαλούσε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαδικασίας και στην έκδοση διαιτητικής απόφασης σε περίπτωση αποτυχίας της σχετικής προσπάθειας. Εν όψει της θέσης αυτής καλέσαμε τον διαιτητή να ορίσει ημερομηνία μέχρι την οποία οι δικηγόροι των διαδίκων θα έπρεπε να καταθέσουν τελικές γραπτές αγορεύσεις. Αφού άκουσε τις απόψεις των δικηγόρων των διαδίκων ο διαιτητής έδωσε οδηγίες όπως οι τελικές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων κατατεθούν μέχρι τις 15/6/2015 και εισηγήθηκε όπως οι δικηγόροι των διαδίκων αποστείλουν στο μεταξύ γραπτώς στον ίδιο μέχρι τις 27/4/2015 «άνευ βλάβης» (without prejudice) προτάσεις για διευθέτηση της υπόθεσης, αναφέροντας ότι ο ίδιος θα μελετούσε τις εν λόγω προτάσεις και ότι, σε περίπτωση που θεωρούσε ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα κατάληξης σε διευθέτηση, θα καλούσε τους διάδικους ή και τους δικηγόρους τους σε συνάντηση για συζήτηση του θέματος. Η εισήγηση αυτή του διαιτητή έγινε δεκτή από τους δικηγόρους των διαδίκων. (
  9. xv)Στις 27/4/2015 ο δικηγόρος του γραφείο μας κ. Αλέξανδρος Γαβριηλίδης, ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν από τον διαιτητή, απέστειλε στον διαιτητή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου γραπτή «άνευ βλάβης» πρόταση της Καθ'ης η Αίτηση για διευθέτηση της υπόθεσης. Αντίστοιχη γραπτή «άνευ βλάβης» πρόταση υποβλήθηκε και από τον δικηγόρο της Αιτήτριας κ. Πολύβιο Παναγίδη. (xvi) Στις 26/05/2015 ο δικηγόρος της Αιτήτριας κ. Πολύβιος Παναγίδης απέστειλε στον διαιτητή ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζήτησε να πληροφορηθεί κατά πόσο ο διαιτητής είχε την ευκαιρία να διερευνήσει τη δυνατότητα να γίνει «προσπάθεια διαμεσολάβησης» (mediation effort) στην υπόθεση. Ο δικηγόρος κ. Ναπολέων Ξανθούλης, ενεργώντας εκ μέρους και με οδηγίες του διαιτητή ο οποίος απουσίαζε στο εξωτερικό, απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 26/5/2015 όπου σημείωνε ότι ο διαιτητής εξέταζε τις αντίστοιχες γραπτές προτάσεις για διευθέτηση που είχαν υποβληθεί από τους δικηγόρους των διαδίκων και ότι σκόπευε να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους των διαδίκων μόλις επέστρεφε από το εξωτερικό. Ακολούθως ο κ. Παναγίδης υπέβαλε αίτημα προς τον διαιτητή για παράταση της προθεσμίας για κατάθεση των τελικών γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων κατά δύο μήνες. Οι δικηγόροι της Καθ'ης η Αίτηση υποβάλαμε ένσταση στο εν λόγω αίτημα σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η προθεσμία για κατάθεση των τελικών γραπτών αγορεύσεων είχε καθοριστεί από τις 3/4/2015 , ότι ήταν απόλυτα σαφές ότι οι όποιες προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης θα γίνονταν παράλληλα ώστε να μην προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία και ότι οι δικηγόροι των μερών είχαν και εξακολουθούσαν να έχουν υπεραρκετό χρόνο για ετοιμασία και κατάθεση των τελικών γραπτών τους αγορεύσεων. Στις 27/5/2015 ο κ. Ξανθούλης ενεργώντας κατ'εντολή του διαιτητή, πληροφόρησε τους δικηγόρους των διαδίκων ότι η αρχικά καθορισθείσα προθεσμία για κατάθεση των τελικών αγορεύσεων (15/6/2015) δεν θα παρατεινόταν. Ο κ. Παναγίδης επέμεινε στο αίτημα του για παράταση της προθεσμίας και ζήτησε από τον διαιτητή να αναθεωρήσει την απόφαση του. Εκτυπωμένα αντίγραφα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάγηκαν σε σχέση με το θέμα αυτό κατά την περίοδο μεταξύ 26/5/2015 και 28/5/2015 επισυνάπτονται στην παρούσα ως Τεκμήριο 5. (xvii) Στις 4/6/2015 ο διαιτητής, αφού μελέτησε τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων σε σχέση με το θέμα της παράτασης της προθεσμίας για κατάθεση των τελικών γραπτών αγορεύσεων, ειδοποίησε τους δικηγόρους των διαδίκων ότι αποφάσισε να παρατείνει την προθεσμία για κατάθεση των τελικών γραπτών αγορεύσεων κατά δέκα μέρες και ότι οι τελικές γραπτές αγορεύσεις θα έπρεπε να κατατεθούν μέχρι τις 25/6/2015. Εκτυπωμένο αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος που αποστάληκε από τον διαιτητή επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 6. (xviii) Κατά ή περί τις 12/6/2015 ο διαιτητής είχε σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Γαβριηλίδη κατά τη διάρκεια της οποίας ζήτησε κάποιες διευκρινίσεις αναφορικά με την άνευ βλάβης πρόταση για διευθέτηση που είχε υποβληθεί εκ μέρους της Καθ'ης η Αίτηση. Αντιλαμβάνομαι ότι ο διαιτητής είχε αντίστοιχη τηλεφωνική επικοινωνία και με τον δικηγόρο της Αιτήτριας κ. Παναγίδη. (xix) Στις 15/6/2015 ο διαιτητής ειδοποίησε τους δικηγόρους των διαδίκων ότι, κατόπιν μελέτης των αντίστοιχων προτάσεων για διευθέτηση της υπόθεσης που είχαν υποβληθεί εκ μέρους της Αιτήτριας και της Καθ'ης η Αίτηση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε πιθανότητα φιλικής διευθέτησης της υπόθεσης. Εκτυπωμένο αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος που αποστάληκε από τον διαιτητή επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 7. (
  10. xx)Στις 25/6/2015 οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν πολυσέλιδες γραπτές τελικές αγορεύσεις και ο διαιτητής επεφύλαξε την απόφαση του. (xxi) Στις 19/11/2015 ο διαιτητής παρέδωσε στους δικηγόρους των διαδίκων την επίδικη διαιτητική απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 11/11/2015. Όπως προκύπτει από το αντίγραφο της επίδικης διαιτητικής απόφασης που επισυνάπτεται στην Ε/Δ Μεταξά ως Τεκμήριο 1, η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και καλύπτει το σύνολο των θεμάτων που είχαν εγερθεί στα πλαίσια της διαιτησίας και τα οποία ο διαιτητής κλήθηκε να αποφασίσει (συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που εγέρθηκαν με την Ανταπαίτηση της που εγέρθηκε από την Αιτήτρια). Μεταξύ άλλων ο διαιτητής: (α) απεφάνθη ότι οι αποδειχθείσες ζημιές που η Καθ'ης η Αίτηση υπέστη για σκοπούς σχεδιασμού και κατασκευής του μηχανήματος (assembly machine) που η Αιτήτρια είχε παραγγείλει από την Καθ'ης η Αίτηση κατά το έτος 2009 ανέρχονταν σε Ευρώ 144.665,00 και ότι από το εν λόγω ποσό έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των Ευρώ 74.000,00 και να προστεθεί ποσό Ευρώ 5.000,00 ως εύλογα εργατικά έξοδα με αποτέλεσμα το οφειλόμενο στην Καθ'ης η Αίτηση ποσό να ανέρχεται σε Ευρώ 75.665,00 (βλ. σελ.25 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (β) εξέδωσε διατάγματα για εξέταση του ως άνω μηχανήματος από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα για σκοπούς πιστοποίησης της κατάστασης στην οποία αυτό βρισκόταν και για παράδοση του εν λόγω μηχανήματος στην Αιτήτρια και για καταβολή από την Αιτήτρια στην Καθ'ης η Αίτηση του ποσού των Ευρώ 75.665,00 (βλ. Διάταγμα Α, παράγραφοι
(1)έως
(5)στις σελίδες 140 και 141 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (γ) εξέδωσε, διαζευκτικά προς τα διατάγματα που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (β) πιο πάνω, διάταγμα σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θεωρούσε ότι η εφαρμογή των διαταγμάτων που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (β) πιο πάνω ήταν εμπορικά ανέφικτη (commercially not viable), η Καθ'ης η Αίτηση θα έπρεπε να επιστρέψει στην Αιτήτρια το ½ του ποσού των Ευρώ 74.000,00 που είχε καταβληθεί σε αυτή ως προκαταβολή (ήτοι το ποσό των Ευρώ 37.000,00), (βλ. Διάταγμα Α, παράγραφος
(6)στη σελίδα 141 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (δ) απεφάνθη, κατόπιν λεπτομερούς εξέτασης κάθε ενός εκ των σχετικών τιμολογίων και των εκατέρωθεν ισχυρισμών που προβάλλονταν αναφορικά με αυτά, ότι όλα τα ποσά που αξιώνονταν από την Καθ' ης η Αίτηση βάσει τιμολογίων που είχαν εκδοθεί για μηχανήματα ή και προϊόντα που είχαν δεόντως πωληθεί και παραδοθεί από την Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια (συνολικό ποσό Ευρώ 475.573,00) όντως οφείλονταν και ήταν άμεσα πληρωτέα από την Αιτήτρια στην Καθ'ης η Αίτηση και εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε την Αιτήτρια να καταβάλει στην Καθ'ης η Αίτηση το συνολικό ποσό των Ευρώ 475.573,00 πλέον νόμιμο τόκο προς 5.5% ετησίως από τις 19/12/2013 μέχρι την 31/12/2014 και προς 4% από την 01/01/2015 (βλ. Διάταγμα Β, παράγραφος
(1)στις σελίδες 141 και 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (ε) εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε την Αιτήτρια να καταβάλει το συνολικό ποσό που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (δ) πιο πάνω πλέον τόκους στην Καθ'ης η Αίτηση εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης (βλ. Διάταγμα Β, παράγραφος
(2)στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (στ) απεφάνθη ότι η Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας τερματίστηκε νόμιμα λόγω της αποτυχίας της Αιτήτριας να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και εξέδωσε σχετική διακήρυξη (βλ. παράγραφο Γ
(1)(C
(1)) στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (ζ) απεφάνθη ότι η ευρύτερη εμπορική σχέση μεταξύ της Καθ'ης η Αίτηση και της Αιτήτριας τερματίστηκε νόμιμα και εξέδωσε σχετική διακήρυξη (βλ. παράγραφο Γ
(2)(C
(2)) στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (η) απέρριψε την Ανταπαίτηση που είχε εγερθεί από την Αιτήτρια στην ολότητα της ως επίσης και τις λοιπές αξιώσεις που είχαν εγερθεί από την Καθ'ης η Αίτηση στα πλαίσια της διαιτησίας (βλ. παράγραφο Δ (D) στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (ζ) διέταξε όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. 6. Εν όψει της παράλειψης της Αιτήτριας να καταβάλει στην Καθ'ης η Αίτηση τα ποσά που αναφέρονταν στην παράγραφο
(1)του Διατάγματος Β που εκδόθηκε από τον διαιτητή (σελ. 141 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης) εντός της καθορισθείσας προθεσμίας των 60 ημερών καθώς και της παράλειψης της Αιτήτριας να απαντήσει σε σχετικές επιστολές που είχαν αποσταλεί στους τότε δικηγόρους της από τους δικηγόρους της Καθ'ης η Αίτηση, η Καθ'ης η Αίτηση προχώρησε, στις 25/1/2016, στην καταχώρηση αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Γενική Αίτηση Αρ. 19/2016) με την οποία επιζητεί, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει ή και να επιτρέπει την εγγραφή ή και την εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της εν λόγω αίτησης, η Καθ'ης η Αίτηση καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία ζήτησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης (mareva injunction) εναντίον της Αιτήτριας. Η εν λόγω αίτηση έγινε δεκτή και το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση σχετικού προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 26/1/2016 αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 8. Σημειώνω ότι οι εν λόγω αιτήσεις καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για το λόγο ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας βρίσκεται στην Επαρχία Λεμεσού». Τέλος, αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 7 έως 21 της Ε/Δ Μεταξά, θέτοντας τη δική της θέση σ΄αυτούς και ζητά τη απόρριψη της αίτησης. Σημειώνεται ότι η αίτηση, εν όψει του ότι στους λόγους ακύρωσης περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για ανάρμοστη συμπεριφορά του διαιτητή επιδόθηκε σ΄αυτόν ο οποίος με επιστολή του ενημέρωσε ότι δεν προτίθεται να εμφανισθεί στη διαδικασία. Kατά την ακρόαση της αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάσθηκε και οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια Διεθνούς Εμπορικής διαιτησίας η οποία διέπετο από το περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο Ν.101/87, ο οποίος βασίζεται στο Πρότυπο Νόμο της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Βank Fur Arbeit and Wirtschaft AG
(1999)1 AAΔ 585). Όπως προκύπτει από το άρθρο 34
(2)του πιο πάνω Νόμου διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί εφόσον συντρέχει ένας από τους πιο κάτω λόγους: «34. ......... (α) αν το μέρος που υποβάλλει την αίτηση ακυρώσεως αποδείξει ότι: (ι) ένας από τους συνομολογήσαντες τη συμφωνία περί διαιτησίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 7, εστερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας ή ότι η συμφωνία αυτή περί διαιτησίας δεν είναι έγκυρη κατά το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υπέβαλαν τη συμφωνία ή, ελλειψει σχετικής συμφωνίας των μερών, κατά το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας ή (ιι) δεν του εγνωστοποιήθη, έγκαιρα και κανονικά, το γεγονός του διορισμού διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ότι κατ΄ οποιοδήποτε άλλο τρόπο εστερήθη της ευκαιρίας προς εμφάνιση και ανάπτυξη της υπόθεσής του· ή (ιιι) η διαιτητική απόφαση αναφέρεται σε διαφορά μη προβλεπόμενη ή μη εμπίπτουσα στους όρους της συμφωνίας προς παραπομπή σε διαιτησία ή περιέχει αποφάσεις επί ζητημάτων που εκφεύγουν από τα όρια της συμφωνίας προς παραπομπή σε διαιτησία· αν οι αποφάσεις επί ζητημάτων παραπεμφθέντων σε διαιτησία μπορούν να διαχωρισθούν από τις αποφάσεις επί των μη παραπεμφθέντων, δύναται να ακυρωθεί μόνο το καθ΄ υπέρβαση εξουσίας εκδοθέν μέρος της απόφασης· ή (ιν) η σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου ή η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας έγινε κατά παράβαση σχετικής συμφωνίας των μερών, εκτός αν η συμφωνία αυτή αντίκειται σε επιτακτική διάταξη του παρόντος Νόμου, ή ελλείψει σχετικής συμφωνίας των μερών έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή (β) αν το Δικαστήριο εύρει ότι: (ι) το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι δεκτικό διαιτησίας κατά το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας ή (ιι) η διαιτητική απόφαση προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας
(3)Η αίτηση ακυρώσεως ασκείται σε προθεσμία τριών μηνών από της κοινοποίησης της διαιτητικής απόφασης, άλλως πως είναι απαράδεκτη. Σε περίπτωση που προβάλλεται αίτηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 33, η προθεσμία των τριών μηνών αρχίζει να προσμετράται από την ημέρα που το διαιτητικό δικαστήριο απεφάνθη επί της αίτησης.
(4)Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης ακυρώσεως, έχει διακριτική εξουσία να αναστείλει, κατ΄αίτηση του εντός των μερών, τη διαδικασία ακυρώσεως για τον ορισμένο από το Δικαστήριο χρόνο, για να παρασχεθεί στο διαιτητικό δικαστήριο η δυνατότητα επανάληψης της διαιτητικής διαδικασίας ή της λήψης μέτρων ικανών κατά την κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου να θεραπεύσουν τους λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης» H ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης επιδιώκεται επίσης και δυνάμει του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 λόγω ισχυριζόμενης ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους του διαιτητή και λόγω ισχυριζόμενης ανάρμοστης διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας. Στην υπόθεση P.N.P. Constructions Limited v. Μακάριου Χαραλαμπίδη κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 34/2009, ημερομηνίας 26.6.2012, αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου αυτού λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, προνοεί ότι όπου ο διαιτητής επέδειξε απρεπή συμπεριφορά («κακή συμπεριφορά» στην ελληνική μετάφραση του Κεφ. 4) ή αν η διαδικασία διαιτησίας διεξήχθη αντικανονικά, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει την απόφασή του. Προέχει, βέβαια, η ερμηνεία του όρου. Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι η έννοια της «απρεπούς συμπεριφοράς» δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε θέματα αντικειμενικότητας ή τρόπου διαπροσωπικής λειτουργίας του διαιτητή εν σχέσει με τους διάδικους, αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο που προσεγγίζει τα θέματα που τίθενται ενώπιόν του και τις διαδικασίες που ακολουθεί για την αντιμετώπιση και επίλυση των θεμάτων. Ο όρος «ανάρμοστη συμπεριφορά» έχει ερμηνευτεί επανειλημμένα και περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του διαιτητή ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, Π.Ε. 193/2008, ημερ. 19.5.2010). Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας της «απρεπούς συμπεριφοράς» αναφέρεται στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιόν του διαφορά. Επεκτείνεται όμως ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ελέγχονται δηλαδή και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd, Π.Ε. 240/2007, ημερ. 19.2.2010). Όπως όμως επισημαίνεται στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, ουδέποτε η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2)δεν έχει συμπεριλάβει και την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Τα δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία ειδικά παρείχε τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικά δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά πασιφανή τρόπο εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (Russell on Arbitration, 2007, σελ. 375, παρ. 7-056). ............................. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στη νομολογία μας, αλλά και σε άλλες συγγενείς δικαιοδοσίες, οι περιστάσεις που θα θεωρούνταν απρεπής συμπεριφορά, τείνουν να περιοριστούν αντί να επεκταθούν. Στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, επισημαίνεται η ανάγκη για φειδώ με την οποία τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν παρόμοια θέματα. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ. 4 επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2)». Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 687, στη σελ. 696 επ. λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα για τη εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου. «Εγείρεται προς απάντηση θεμελιακό ερώτημα ως προς τη νομική εμβέλεια του Άρθρου 20 και ιδιαίτερα της φράσης «ανάρμοστη συμπεριφορά» («misconduct»). Το Άρθρο 20 έχει ως εξής: «
  1. Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
  2. Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.... has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd
(1991)3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο).» Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση με αναφορά σε νομολογία ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εφόσον συντρέχει ένας από τους λόγους που εξαντλητικά απαριθμούνται στο άρθρο 34 του Ν.101/87. Πράγματι στη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit und Wirthschaft AG
(1999)1 AAΔ 585 στη οποία παρέπεμψε ο συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «Το άρθρο 6 του ν. 101/87 ορίζει ότι χωρεί προσφυγή στο δικαστήριο κατά διεθνούς διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Τις περιπτώσεις αυτές απαριθμεί εξαντλητικά, πιστεύουμε, το άρθρο 34. Το αντίστοιχο άρθρο του πρότυπου κώδικα είναι το άρθρ. 5 με το οποίο η κυπριακή διάταξη είναι ταυτόσημη. Την ερμηνευτική μας άποψη υποστηρίζει το σύντομο σχόλιο σχετικά με το άρθρο αυτό, που απαντάται στον Russel on Arbitration, 21η έκδοση
(1997), στην παράγραφο Α5-013. Και αξίζει να το παραθέσουμε: «Οf all articles, this most clearly illustrates the tensions between international arbitration and the national courts. Article 5 tries to limit court intervention to specific instances.» Έτσι η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, πλην άλλων λόγων που αναφέρει το άρθρ. 34 και αν «η διαιτητική απόφαση προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας» (άρθρ. 34
(2)(β)(ii)). Οι αλλοδαπές αποφάσεις, που παρέθεσε ο δικηγόρος της εφεσίβλητης, τονίζουν την ανάγκη για αυτοσυγκράτηση κατά την αναθεώρηση από τα κρατικά δικαστήρια των διαιτητικών αποφάσεων. Αξίζει να σταθούμε στο παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση Quintette Coal Ltd v. Nippon Steel Corporation et al. του Εφετείου της British Columbia, ημερ. 24.10.90 σελ. 9 γιατί περιέχει και τους λόγους που επιβάλλουν αυστηρότητα στο ζήτημα αυτό: «The reasons advanced in the cases discussed above for restraint in the exercise of judicial review are highly persuasive. The "concerns of international comity, respect for the capacities of foreign and transnational tribunals, and sensitivity to the need of the international commercial system for predictability in the resolution of disputes" spoken of by Blackmun J. are as compelling in this jurisdiction as they are in the United States or elsewhere. It is meet therefore, as a matter of policy, to adopt a standard which seeks to preserve the autonomy of the forum selected by the parties and to minimize judicial intervention when reviewing international commercial arbitral awards in British Columbia. That is the standard to be followed in this case.»» Έχοντας λοιπόν υπόψη τη πιο πάνω νομολογία αλλά και το λεκτικό της παραγράφου 2 του άρθρου 34 «Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται από το Δικαστήριο μόνο εφόσο συντρέχει ένας από τους ακόλουθους λόγους» σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του σχετικού νόμου «στα ζητήματα που υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου μόνο ως ο παρών Νόμος ορίζει» κρίνω ότι, οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να ακυρωθεί η παρούσα διαιτητική απόφαση καθορίζονται στο άρθρο 34
(2)του πιο πάνω Νόμου. Συμφωνώ επίσης με τη θέση του συνηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση ότι οι πρόνοιες του άρθρου 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου δεν έχουν εφαρμογή στη παρούσα και αυτό προκύπτει από το άρθρο 3
(3)του Ν.101/87 στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου κατ΄ουδένα τρόπο επηρεάζουν άλλους νόμους που τυχόν ορίζουν ορισμένες διαφορές ως μη δεκτικές διαιτησίας ή τον περί Διαιτησίας Νόμον, που εξακολουθεί να ισχύει προκειμένου περί της διαιτησίας διαφορών που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Νόμου» Ως εκ τούτου η αντίθεση θέση των Αιτητών δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ακόμη όμως και αν μπορούσε να εξετασθεί ζήτημα ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή στη παρούσα διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 από τα γεγονότα που εμφαίνονται στη ένορκο δήλωση της κας Κούλλη που συνοδεύει την ένσταση και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί είτε με συμπληρωματική ένορκο δήλωση ή αντεξέταση από την Αιτήτρια εταιρεία και παρέμειναν αναντίλεκτα, δεν προκύπτει ότι έγινε εισήγηση από το διαιτητή για διεξαγωγή «διαμεσολάβησης» ούτε έγινε διαδικασία διαμεσολάβησης, ούτε ξεχωριστές κατ΄ιδίαν συναντήσεις των διαδίκων με τον Διαιτητή πραγματοποιήθηκαν. Ως εμφαίνεται από τη ένορκο δήλωση της κυρίας Κούλλη η εισήγηση του διαιτητή δεν αφορούσε διαμεσολάβηση αλλά διερεύνηση του ενδεχομένου φιλικής διευθέτησης η οποία έγινε στις 4.3.2015 και όχι μεταγενέστερα ως η θέση της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα στις παραγράφους 7 (iii) (a), (b)(i)(
  1. ii)και (iii) της ενόρκου δηλώσεως της η κα Κούλλη διαψεύδει τα όσα αναφέρονται στη ένορκο δήλωση του κ. Μεταξά αναφέροντας τα ακόλουθα τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα: «Ο διαιτητής ουδέποτε εισηγήθηκε να «διεξάγει διαδικασία διαμεσολάβησης» και ουδέποτε πρότεινε οποιαδήποτε «διαδικασία» άλλη από τη διαδικασία της διαιτησίας που προβλεπόταν στους Όρους Εντολής. Απλά πρότεινε να συζητηθεί το ενδεχόμενο φιλικής διευθέτησης και ανέφερε ότι θα μπορούσε σε πρώτη φάση να συναντήσει την κάθε πλευρά ξεχωριστά προκειμένου να διαπιστώσει εάν υπήρχε πραγματική πιθανότητα κατάληξης σε διευθέτηση. Οι οδηγίες που εντέλει δόθηκαν από τον διαιτητή στις 3/4/2015 (κατόπιν παρότρυνσης του τότε δικηγόρου της Αιτήτριας κ. Πολύβιου Παναγίδη) δεν προνοούσαν για πραγματοποίηση «ξεχωριστών και κατ'ιδίαν συναντήσεων» αλλά για υποβολή από τους δικηγόρους των διαδίκων γραπτών «άνευ βλάβης» προτάσεων για διευθέτηση της υπόθεσης. (
  2. i)Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην παράγραφο 14 της Ε/Δ Μεταξά είναι προδήλως αναληθείς και προϊόντα εκ των υστέρων σκέψεων. Όπως εξηγείται λεπτομερώς στις παραγράφους 5(xiii) και 5 (xiv) πιο πάνω, οι εκπρόσωποι της Αιτήτριας όχι μόνο αποδέχθηκαν την εισήγηση του διαιτητή για διερεύνηση του ενδεχομένου εξώδικης διευθέτησης αλλά ενεργά ενεθάρρυναν τον διαιτητή να προχωρήσει στη διευθέτηση συνάντησης ή συναντήσεων για συζήτηση του ενδεχομένου αυτού. Οι ισχυρισμοί ότι η πλευρά της Αιτήτριας «ήταν πολύ διστακτική στο να δεχθεί» την εισήγηση του διαιτητή και ότι «αναγκάστηκαν να [.] αποδεχθούν την πρόταση» επειδή «ήρθε κατά τα τελευταία στάδια της διαιτητικής διαδικασίας» και δεν ήθελαν να τους χαρακτηρίσει ο διαιτητής ως «αδιάλλακτους» στερούνται σοβαρότητας. Όπως έχω ήδη εξηγήσει η σχετική «πρόταση» του διαιτητή δεν έγινε «κατά τα τελευταία στάδια της διαιτητικής διαδικασίας» ούτε «αμέσως πριν την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων και λήψης της τελικής απόφασης» όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο κ. Μεταξάς. Η σχετική «πρόταση» του διαιτητή έγινε κατά την ακρόαση που έλαβε χώρα στις 4/3/2015. Εν πάση περιπτώσει, ο διαιτητής ουδέποτε άσκησε την παραμικρή πίεση στους διαδίκους ή στους δικηγόρους τους να αποδεχθούν την πρόταση του. Αντιθέτως, όπως εξηγείται λεπτομερώς στην παράγραφο 5(xiv) πιο πάνω, κατά την τελευταία ακρόαση που έλαβε χώρα στις 3/4/2015 ο διαιτητής δεν ήγειρε ξανά ο ίδιος το θέμα αυτό. Όταν δε το θέμα ηγέρθηκε από τον δικηγόρο της Αιτήτριας ο διαιτητής δήλωσε ξεκάθαρα ότι θα προτιμούσε να μην γίνει συνάντηση εκτός εάν υπήρχε διάθεση από πλευράς των διαδίκων και πραγματική πιθανότητα κατάληξης σε διευθέτηση. (
  3. ii)Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην παράγραφο 15 της Ε/Δ Μεταξά ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Όπως εξηγείται λεπτομερώς στις παραγράφους 5 (xiv) και 5 (
  4. xv)πιο πάνω, ουδεμία «κατ'ιδίαν συνάντηση» πραγματοποιήθηκε μεταξύ του διαιτητή και εκπροσώπων της Καθ'ης η Αίτηση αφού οι οδηγίες που εντέλει δόθηκαν προνοούσαν για υποβολή γραπτών «άνευ βλάβης» προτάσεων για διευθέτηση. Περαιτέρω είναι απόλυτα σαφές ότι ουδεμία «διαδικασία διαμεσολάβησης» διεξάχθηκε. Ο διαιτητής απλά ζήτησε από τους δικηγόρους των διαδίκων να αποστείλουν γραπτές «άνευ βλάβης» προτάσεις για διευθέτηση της υπόθεσης, μελέτησε τις προτάσεις αυτές και αφού έκρινε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα φιλικής διευθέτησης ενημέρωσε σχετικά τους δικηγόρους των διαδίκων. Αυτό έγινε στα πλαίσια της συμφωνηθείσας διαδικασίας της διαιτησίας και έκδηλα δεν συνιστούσε «διαμεσολάβηση». Εν πάση περιπτώσει, όλα όσα έγιναν, έγιναν (όπως παραδέχεται και ο κ. Μεταξάς) με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο διαδίκων και χωρίς να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο οποιαδήποτε ένσταση. (iii) Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην παράγραφο 16 της Ε/Δ Μεταξά είναι εντελώς αβάσιμοι. Όπως έχω εξηγήσει ουδεμία «διαδικασία διαμεσολάβησης» διεξάχθηκε. Η υποβολή γραπτών «άνευ βλάβης» προτάσεων έγινε στα πλαίσια της συμφωνηθείσας διαδικασίας της διαιτησίας και εκκρεμούσης της κατάθεσης γραπτών αγορεύσεων από τους δικηγόρους των διαδίκων. Ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε πρόταση ή εισήγηση από πλευράς του διαιτητή για εγκατάλειψη της διαδικασίας της διαιτησίας ή για «χρησιμοποίηση του μέσου της διαμεσολάβησης» αντί της διαδικασίας της διαιτησίας.» Με βάση τα πιο πάνω αναμφισβήτητα γεγονότα η θέση των Αιτητών ότι, συντρέχει λόγος ακύρωσης και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 34 για (α) παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (κατά παράβαση του άρθρου 34
(2)(α)(ii)), (β) λόγω διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας κατά παράβαση της συμφωνίας των μερών (κατά παράβαση του άρθρου 34.2(α) (iv)) και (γ) ότι η διαιτητική απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της δημόσιας τάξης (κατά παράβαση του άρθρου 34
(2)(β)ii του πιο πάνω Νόμου), δεν ευσταθεί. Ως ορθά υποδεικνύεται, από το συνήγορο της Καθ΄ης η αίτηση, η Αιτήτρια, για να μπορεί να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση, με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες, πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι ο τρόπος με το οποίο διεξήχθηκε η διαιτητική διαδικασία ή η διαγωγή του διαιτητή παραβιάζει τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης. Όπως επεξηγείται στη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit and Wirtshaft AG (ανωτέρω) «ο όρος «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα κριθεί κατά πόσον υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση αντίθεση προς τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας». Στη ίδια απόφαση αναφέρονται και τα ακόλουθα σχετικά: «Πρέπει να μας απασχολήσει η έννοια του όρου «δημόσια τάξη» και η εμβέλεια της. Τα παρακάτω αποσπάσματα από τον G.H. Treitel «The Law of Contract», 8η έκδοση
(1991)στις σελ. 424 και 425 διαφωτίζουν όχι μόνο για το νοηματικό περιεχόμενο του δόγματος αυτού και τις παραμέτρους του, αλλά δίνουν και σύγχρονα παραδείγματα σχετικά με την εφαρμογή του: «Public policy is a variable notion, depending on changing manners, morals and economic conditions. In theory, this flexibility of the doctrine of public policy could provide a judge with an excuse for invalidating any contract which he violently disliked....................................................... On the other hand, the law does adapt itself to changes in economic and social conditions, as can be seen particularly from the development of the rules as to contracts in restraint of trade. This point has often been recognised judicially ............................................................................... The present attitude of the courts represents a compromise between the flexibility inherent in the notion of public policy and the need for certainty in commercial affairs .................................» Και συνεχίζει στη σελ. 425 με παραδείγματα: «But in some cases (particularly "where the subject-matter is "lawyers" law") judicial intervention may still as a last resort be desirable. The courts may occasionally invalidate a contract even though it is of a kind to which the doctrine of public policy has not been applied before. Such novel applications of the doctrine of public policy are illustrated by decisions to the effect that a moneylending contract is illegal if it imposes quasi-servile obligations on the borrower; that a contract by which a trade journal promises not to comment on the affairs of a company is illegal as it may prevent the journal from exposing frauds perpetrated by the company; that an attempt to contract out of certain statutory provisions governing the liquidation of companies is contrary to public policy; and that the same is true of an attempt to deprive an agricultural tenant of security of tenure where he is entitled to it by statute.» Η νομολογία του Αρείου Πάγου διαπνέεται από παρόμοιες ιδέες όπως προκύπτει από το παρακάτω απόσπασμα του καθηγητή Σπύρου Βρέλλη στο περιοδικό ΙΔΜΕ «Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών» αρ. 9 στη σελ. 424. Εντοπίζει πότε θίγεται η δημόσια τάξη στην περίπτωση που επιδιώκεται η αναγνώριση/κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης: «.....όταν η ανάπτυξη των συνεπειών της αλλοδαπής αποφάσεως, υπό τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να επέλθει, "αντίκειται ευθέως" προς τις κρατούσες στην Ελλάδα θεμελιώδεις αρχές που συνιστούν την έννοια της δημοσίας τάξεως, έτσι ώστε να υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας καταστάσεως που δεν προσαρμόζεται στην ηθική, οικονομική, δικαιολογική και πολιτειακή τάξη της Χώρας.» Παραπέμπουμε επίσης στο σύγγραμμα «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο» Γραμματικάκη και άλλων
(1997)στις σελ. 80-90, όπου τονίζεται ότι πρόκειται για έννοια που ποικίλλει κατά τόπο και χρόνο. και ότι ως ένα βαθμό αποτελεί, όπως και στο Κυπριακό Δίκαιο, μεταβλητή κατάσταση. Είναι ενδιαφέρουσα και η σύντομη ιστορική ανασκόπηση του ζητήματος. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει στην Καναδική υπόθεση Schreter v. Gasmac Inc., ημερ. 13.2.
  1. Είναι απόφαση του δικαστηρίου του Οντάριο, την οποία παρέθεσε ο δικηγόρος της εφεσίβλητης. Κι αυτό γιατί είχε τεθεί θέμα προσβολής της δημόσιας τάξης σε υποθέσεις διεθνούς διαιτησίας με βάση νόμο που είχε ως πρότυπο τον κώδικα των Ηνωμένων Εθνών. Υπογραμμίζει επίσης η υπόθεση τις ομοιότητες που εμφανίζει η έννοια στα διάφορα νομικά συστήματα (σελ. 23-24): «Professor McLeod puts it at p. 621, that the public policy prohibition ought to be invoked only if the judgment involves an act that is illegal in the forum or where the action involves acts repugnant to the orderly functioning of the social or commercial life of the forum. An obvious example would be the enforcement of a gambling debt which would be illegal in Ontario. No such element is asserted in the case at bar, which as I have said is essentially that the California judgment is wrong or is a breach of natural justice. The June 1985 Report also gives some guidance on the intended scope of the public policy ground for refusal of recognition (p.63):
  2. In discussing the term "public policy", it was understood that it was not equivalent to the political stance or international policies of a State but comprised the fundamental notions and principles of justice......
  3. .......It was understood that the term "public policy", which was used in the 1958 New York Convention and many other treaties, covered fundamental principles of law and justice in substantive as well as procedural respects. Thus, instances such as corruption, bribery or fraud and similar serious cases would constitute a ground for setting aside. It was noted, in that connection, that the wording "the award is in conflict with the public policy of this State" was not to be interpreted as excluding instances or events relating to the manner in which an award was arrived at.»» Έχοντας λοιπόν υπόψη την πιο πάνω νομολογία, επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας, από αυτά δεν δικαιολογείται εύρημα ότι υπήρξε ανάρμοστη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, κατά παράβαση των θεμελιώδων αρχών της ηθικής και της δικαιοσύνης, ούτε ότι αυτή διεξήχθη κατά παράβαση της συμφωνίας των μερών ή κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και οι αντίθετοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Εν πάση περιπτώσει ευσταθεί επίσης ο ισχυρισμός της Καθ΄ης η αίτηση ότι στη παρούσα υπόθεση εγείρεται ζήτημα κωλύματος από μέρους της Αιτήτριας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου αλλά και με βάση τις ενέργειες της δεδομένου ότι αποδέχτηκε ο εκπρόσωπος της τη εισήγηση του διαιτητή να διερευνηθεί η πιθανότητα φιλικής διευθέτησης χωρίς ένσταση με τρόπο ώστε να κωλύεται «is estopped» από του να επιζητά ακύρωση της. Ούτε ο ισχυρισμός της Αιτήριας ότι είχε ανεπαρκή χρόνο, να καταθέσει την τελική της αγόρευση και ότι στερήθηκε της ευκαιρίας προς εμφάνιση και ανάπτυξη της υπόθεσης της ευσταθεί ούτε μπορεί να δικαιολογήσει ακύρωση της επίδικης απόφασης γιατί όπως εξηγείται στην ένορκη δήλωση της κας Κούλλη και στα επισυνημμένα Τεκμήρια 5 - 7 τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα:
(1)Οι διάδικοι και οι δικηγόροι τους γνώριζαν από τις 3.4.2015 ότι οι τελικές γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων έπρεπε να κατατεθούν μέχρι τις 15.6.2015.
(2)Οι προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης θα γίνονταν παράλληλα με την ετοιμασία των τελικών γραπτών αγορεύσεων.
(3)Οι δικηγόροι της Αιτήτριας γνώριζαν από τις 27.5.2015 ότι ο διαιτητής δεν ήταν διατεθειμένος να παρατείνει την προθεσμία για κατάθεση των τελικών γραπτών αγορεύσεων παρά το γεγονός ότι οι «άνευ βλάβης» γραπτές προτάσεις που υποβλήθηκαν από τους δικηγόρους των διαδίκων βρίσκονταν ακόμη (σε εκείνο το στάδιο) υπό μελέτη.
(4)Στις 4.6.2015, ο διαιτητής τελικά παρέτεινε την αρχικά καθορισθείσα προθεσμία για κατάθεση των τελικών γραπτών να καταθέσουν τις τελικές γραπτές τους αγορεύσεις μέχρι τις 25.6.15. Υπό τις περιστάσεις, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι είχε ανεπαρκή χρόνο για να ετοιμάσει και να καταθέσει την τελικής της γραπτή αγόρευση δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Τέλος ούτε ο ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με την τελική χρέωση για τις υπηρεσίες του διαιτητή, αποκαλύπτει έγκυρο λόγο για ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 7(x) της ένορκης δήλωσης της κας Κούλλη, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια το επιπλέον ποσό των €20.000= που χρεώθηκε από τον διαιτητή δεν χρεώθηκε αυθαίρετα αλλά με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων (βλ. Τεκμήριο 9) το οποίο επισυνάπτεται στη ένορκο δήλωση της Κας Κούλλη το οποίο αφορά ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία περιλαμβάνεται ηλεκτρονικό μήνυμα του τότε δικηγόρου της Αιτήτριας προς τον διαιτητή ημερομηνίας 23.7.2015, με το οποίο η Αιτήτρια αποδέχθηκε την εισήγηση του διαιτητή για χρέωση του επιπλέον ποσού. Εν όψει των πιο πάνω κανένας λόγος ακύρωσής δεν έχει καταδειχθεί και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν. (Υπ) .............. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.