Αδελφοί Πέτρου Γαλακτοκομικά Προϊόντα Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4154/08, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A650 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4154/08 Μεταξύ: Αδελφοί Πέτρου Γαλακτοκομικά Προϊόντα Λτδ Ενάγουσας Και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Π. Αγγελίδης με κ. Θ. Αγγελίδη και κ. Γ. Αγγελίδη Για Εναγόμενο: κ. Α. Χριστοφόρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας μαζί με κα Μ. Βασιλείου, ασκούμενη δικηγόρο ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους που προήλθε συνεπέια δυσφήμισης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση των πωλήσεων προϊόντων που διέθετε προς πώληση η Ενάγουσα τόσο στην κυπριακή αγορά όσο και στο εξωτερικό, κατά τα έτη 2006 και
- Η Ενάγουσα αξιώνει περαιτέρω ειδικές αποζημιώσεις ύψους €18.000 για παράνομη κατάσχεση και καταστροφή τυροκομικών προϊόντων της Ενάγουσας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα ασχολείτο με την κατασκευή και πώληση διαφόρων γαλακτοκομικών προϊόντων τόσο στην κυπριακή αγορά, όσο και στο εξωτερικό. Την 20.2.2006 και την 21.2.2006, ανευρέθηκαν στις αποθήκες της Ενάγουσας, 2164 κιλά και 782 γραμμάρια τυριά τα οποία, κατ' ισχυρισμό των αρμοδίων υπαλλήλων του Κράτους, ήταν ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση και τα οποία κατασχέθηκαν. Παρά τις διαμαρτυρίες και ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι τα κατασχεθέντα τυριά ήταν κατάλληλα για διάθεση ή για την κατασκευή άλλων προϊόντων, οι αντιπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας προέβησαν στην καταστροφή της πιο πάνω αναφερόμενης ποσότητας τυριών. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι όλα τα κατασχεθέντα τυριά ήταν κατάλληλα για διάθεση και/ή εμπορεύσιμα και είναι η θέση της ότι οι αντιπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας κατέστρεψαν όλες τις ποσότητες, χωρίς να προβούν στις αναγκαίες αναλύσεις και/ή χωρίς να ελεγχθούν από επιστημονικής και υγειονομικής άποψης τα προϊόντα. Περαιτέρω, δεν πληροφόρησαν την Ενάγουσα και/ή τους αντιπροσώπους αυτής ότι θα προέβαιναν σε καταστροφή των τυριών. Είναι γενικά η θέση της Ενάγουσας ότι οι αντιπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας ενέργησαν χωρίς επαγγελματισμό και/ή βεβιασμένα και/ή κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών. Από την διάθεση και/ή την πώληση των καταστραφέντων ποσοτήτων τυριών οι Ενάγοντες θα αποκόμιζαν €18.000 ως κέρδος, το οποίο απώλεσαν. Περαιτέρω από την παρατεταμένη δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία την οποία υπέστη η Ενάγουσα ότι διαθέτει τυριά ακατάλληλα για κατανάλωση και/ή ότι θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και/ή ότι τα υποστατικά της είναι ακατάλληλα και/ή δεν τηρούνται οι κατάλληλες υγειονομικές συνθήκες, η Ενάγουσα υπέστη απώλεια κέρδους καθότι μειώθηκαν σημαντικά οι πωλήσεις προϊόντων που παράγει και/ή εισάγει για πώληση. Παρατίθεται αυτούσια στο δικόγραφο της Ενάγουσας η, κατ' ισχυρισμό, κακόβουλη δήλωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου κ. Γ. Λιλλίκα ημερομηνίας 22.2.2006 η οποία έχει ως ακολούθως: «.Τέλος όσον αφορά ένα σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ», το οποίο αναφέρεται στην κατάσχεση και στην καταστροφή ακατάλληλων τυριών, θέλω να πω ότι μετά από πληροφόρηση που είχαν οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και οι Υγειονομικές Υπηρεσίες του κράτους από το Σύνδεσμο Καταναλωτών, για πιθανή διοχέτευση από συγκεκριμένο γαλακτοκομείο σε υποστατικά παρασκευής τροφίμων, ληγμένων ή και ακατάλληλων τυριών, προέβησαν αμέσως σε εκτενή διερεύνηση του θέματος με επιτόπου επισκέψεις και επιθεωρήσεις. Σαν αποτέλεσμα αυτών των επιθεωρήσεων, ανεβρέθησαν εντός του γαλακτοκομείου «Αδελφοί Πέτρου» στη Λάρνακα 2089 κιλά διαφόρων τύπων τυριών, κυρίως ευρωπαϊκής προέλευσης, τα οποία ήταν ληγμένα και τα οποία κρίθηκαν ως ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Γι' αυτό κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν. Παράλληλα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας διενήργησαν ελέγχους στην αγορά, καθώς και σε υποστατικά τροφίμων όπου γίνεται επεξεργασία τυριών για παρασκευή διαφόρων τροφίμων, όπως αρτοποιεία, πιτσαρίες κλπ. Σαν αποτέλεσμα αυτών των ελέγχων, βρέθηκε σε συγκεκριμένο αρτοποιείο ποσότητα 57 κιλών ληγμένων και ακατάλληλων τυριών, ποσότητα που προέρχεται από το πιο πάνω γαλακτοκομείο και η οποία δεσμεύτηκε και καταστράφηκε. Οι έρευνες συνεχίζονται από τις δύο αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους και θέλω να καθησυχάσω τους Κύπριους καταναλωτές ότι οι έλεγχοι είναι καθημερινοί, συστηματικοί, καλύπτουν όλα τα είδη τροφίμων και σε κάθε περίπτωση που οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες κρίνουν ότι πιθανόν να τεθεί σε κίνδυνο η υγεία του καταναλωτή, η εφαρμογή των νόμων θα είναι αυστηρότατη.» Στην συνέχεια ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος απάντησε σε ερωτήσεις των δημοσιογράφων και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «Έχουν ζητηθεί και γραπτώς από το συγκεκριμένο γαλακτοκομείο - και είναι υποχρεωμένο με βάση το Νόμο - να δώσει πλήρη στοιχεία για τα καταστήματα στα οποία έχει πωλήσει μέρος από αυτή την παρτίδα, για να γίνουν όλοι οι έλεγχοι και να αποσυρθούν από την αγορά. Αλλά νομίζω ότι και μόνο η αναφορά του ονόματος του γαλακτοκομείου που είναι ο προμηθευτής, αποτελεί σημαντική προστασία για τους Κύπριους καταναλωτές οι οποίοι μπορούν να αποφεύγουν, εν πάση περιπτώσει την αγορά συγκεκριμένων τυριών από το συγκεκριμένο γαλακτοκομείο.» Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, έγιναν περαιτέρω δυσφημιστικά σχόλια από την εφημερίδα «Σημερινή» στις 23.2.2006, τρία άλλα δυσφημιστικά δημοσιεύματα από την εφημερίδα «Πολίτης» στις αρχές Μαρτίου και ένα δημοσίευμα από την εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» ημερ.25.2.
- Με την υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος παραδέχεται το περιεχόμενο των δηλώσεων του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, αλλά ισχυρίζεται ότι αυτό δεν ήταν κακόβουλο ή κακόπιστο αλλά βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα, αποτελούσε έντιμο σχόλιο και αποσκοπούσε στην προστασία της υγείας των καταναλωτών και προκλήθηκε μετά από δημοσίευμα εφημερίδας που δεν είναι διάδικος. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι κατά την 20.2.2006, μετά από πληροφορία που δόθηκε στον προϊστάμενο του Τομέα Κτηνιατρικής Δημόσιας Υγείας, έγιναν επιστάμενοι έλεγχοι των ψυκτικών αποθηκών της Ενάγουσας όπου εντοπίστηκαν διάφορα εισαγόμενα τυριά με έντονη μούχλα, ή με ανώμαλο μη φυσιολογικό χρωματισμό, ή εύθραυστα, ή ληγμένα, ή αλλοιωμένα και χωρίς σήμανση, ή έδειχναν ότι αφαιρέθηκε η συσκευασία του κατασκευαστή καθώς και το κερί που ήταν περιτυλιγμένο και επανακατασκευάστηκαν. Τα τυριά αυτά, ήταν ανάμεικτα με άλλα τυριά τα οποία δεν εμφάνιζαν οποιεσδήποτε αλλοιώσεις. Συγκεκριμένα, είχαν εντοπιστεί περίπου 2089 κιλά και 232 γραμμάρια τυριά που δεν συμμορφώνονταν προς τις πρόνοιες της νομοθεσίας και τα οποία κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν από Λειτουργούς των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Περίπου 55 κιλά από τα τυριά αυτά είχε εντοπιστεί από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες στο αρτοποιείο Σεμιραμις Λτδ. Κατά την κατάσχεση ενημερώθηκε αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος της Ενάγουσας ότι η τελευταία είχε το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση κατά της απόφασης του Κτηνιατρικού Λειτουργού σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Περαιτέρω, τα έντυπα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία καταστροφής, υπογράφονται και από αντιπροσώπους της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου κάθε πράξη του Εναγομένου ήταν νόμιμη ως διοικητική πράξη η οποία δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα. Είναι συνεπώς η θέση του Εναγομένου, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγξει τη νομιμότητα των πράξεων του Εναγομένου. ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ/Ή ΑΝΑΝΤΙΛΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά το μεγαλύτερο τους μέρος, τα γεγονότα που αφορά η παρούσα αγωγή είναι παραδεκτά ή δεν έχουν αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε από τα μέρη και παράλληλα υποστηρίζονται από έγγραφη μαρτυρία η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί. Προτού προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που έδωσε ο κάθε μάρτυρας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα γεγονότα εκείνα που είναι αποδεκτά από τους διαδίκους, ώστε η παράθεση της μαρτυρίας κατωτέρω, να περιοριστεί μόνο σε όσα επίδικα ζητήματα τελούν υπό αμφισβήτηση ή διαφωνία. Ειδικότερα, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία κατασκευάζει, εισάγει και εμπορεύεται τυροκομικά προϊόντα. Στις 20.2.2006 υπάλληλοι του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος επισκέφθηκαν τις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και προχώρησαν στην κατακράτηση 3665 κιλών γαλακτοκομικών προϊόντων για σκοπούς διερεύνησης της καταλληλότητας τους. Εξέδωσαν δε σχετική Κοινοποίηση Κατακράτησης (Τεκμήριο 8). Την ίδια ημέρα, ήτοι την 20.2.2006, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, εξέδωσαν έντυπο Κατακράτησης για Σκοπούς Καταστροφής 900 κιλών και 117 γραμμαρίων διαφόρων τυριών (Τεκμήριο 13) και στην συνέχεια Πιστοποιητικό Καταστροφής της αυτής ποσότητας τυριών (Τεκμήριο 14). Η διερεύνηση συνεχίστηκε και την 21.2.2006 κατα την οποία οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες εξέδωσαν έντυπο Κατακράτησης για Σκοπούς Καταστροφής 1189 κιλών και 115 γραμμαρίων (Τεκμήριο 9), καθώς επίσης και Πιστοποιητικό Καταστροφής της ίδιας ποσότητας τυριών (Τεκμήριο 10). Συνολικά, κατα τις δύο πιο πάνω ημερομηνίες κατακρατήθηκαν και καταστράφηκαν από το Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών 2089 κιλά και 232 γραμμάρια τυριών που βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας. Επίσης λήφθηκαν και κρατήθηκαν άλλα 75 κιλά και 650 γραμμάρια τυριών ως τεκμήρια (ως αναφέρεται επί του Τεκμηρίου 10). Εναντίον των εν λόγω αποφάσεων του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε ένσταση ούτε και προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στις 22.2.2006 η εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Μας ταϊζουν σάπια τυριά» και «Στο πιάτο κατέληγαν ληγμένα τυριά» στο οποίο γίνεται αναφορά ότι δύο τόνοι ακατάλληλων τυριών έτοιμα να διοχετευθούν στην αγορά εντοπίστηκαν σε γαλακτοκομείο στην Λάρνακα και ότι το θέμα διερευνάται από τις Κτηνιατρικές και Υγειονομικές Υπηρεσίες του Κράτους (Τεκμήριο 1 και 1Α). Αναφορά γίνεται επίσης και στο ότι οι υγειονομικές υπηρεσίες εντόπισαν ποσότητα παραποιημένων και ληγμένων τυριών σε φούρνο στη Λευκωσία. Ακολούθησε την ίδια ημέρα το ανακοινωθέν του τότε Κυβερνητικού Εκπροσώπου κ. Γιώργου Λιλλήκα, όπως αυτό εκτέθηκε πιο πάνω. Ακολούθησαν τις επόμενες μέρες δημοσιεύματα στα οποία γινόταν αναφορά ότι στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας εταιρείας εντοπίσθηκαν 2089 κιλά ακατάλληλων τυριών, ενω κάποια μικρή ποσότητα από την ίδια παρτίδα εντοπίστηκε σε φούρνο στην Λευκωσία. Ειδικότερα στην εφημερίδα «Πολίτης», ημερομηνίας 23.2.2006 υπάρχει σχετικό δημοσίευμα με τίτλο «Βρέθηκαν κι άλλα ληγμένα τυριά» στο οποίο αναφέρεται ρητώς ότι πηγή πληροφόρησης για το εν λόγω δημοσίευμα είναι η εφημερίδα Φιλελέυθερος («...όπως έγραψε χθες η εφημερίδα Φιλελεύθερος...» (Τεκμήριο 2). Επίσης στην εφημερίδα «Σημερινή» ημερομηνίας 23.2.2006 (Τεκμήριο 3) υπάρχει άρθρο με τίτλο «Δηλητήριο στα στομάχια μας». Ακολούθησε δεύτερο δημοσίευμα στην εφημερίδα «Πολίτης» την 1.3.2006 (Τεκμήριο 4) στο οποίο γίνεται αναφορά ότι καταστράφηκαν μαρτυρίες λόγω ισχυριζόμενης καθυστέρησης των αρμοδίων υπηρεσιών να καταγγείλουν την υπόθεση με τα ληγμένα τυριά στην Αστυνομία. Επίσης, υπηρξε νέο δημοσίευμα και στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» ημερομηνίας 25.2.2006 με τίτλο «Γέμισαν τις Χωματερές» στο οποίο δεν έχω εντοπίσει καμία αναφορά στην Ενάγουσα (Τεκμήριο 5). Σχετικά δημοσιεύματα δημοσίευσε τέλος η εφημερίδα «Πολίτης» και στις αρχές Μαρτίου 2006 (Τεκμήρια 6 και 6Α ) στα οποία γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά ότι το ζήτημα θα τεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης. Σε κανένα από τα πιο πάνω δημοσιεύματα (Τεκμήρια 3 μέχρι 6) δεν υπάρχει οιαδήποτε αναφορά σε σχέση με την ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Μόνο επί του τεκμηρίου 2 υπάρχει ειδική στήλη κάτω από τον τίτλο «Καθυσηχάζει ο εκπρόσωπος», αναφορά σε δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Εναντίον της Ενάγουσας εταιρείας αλλά και εναντίον του Διευθυντή της κ. Γεώργιου Πέτρου, καταχωρήθηκε την 1.8.2006 η Ποινική Υπόθεση 12492/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με την κατηγορία κατοχής ακατάλληλων τυριών με σκοπό την πώληση (Τεκμήριο 11). Η ποινική υπόθεση εκδικάσθηκε και το Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 22.1.2008 αθώωσε την Ενάγουσα εταιρεία. (Τεκμήριο 11Α). Ειδικότερα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11Α προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο εν λόγω αποτέλεσμα μετά την δήλωση της κατηγορούσας αρχής ότι δεν προτίθεται να παρουσιάσει μαρτυρία προκειμένου να αποδείξει ότι τα τυριά προορίζονταν για πώληση. Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο κατέληξε ότι ελλίπει το συστατικό στοιχείο του «σκοπού προς πώληση» και αθώωσε την Ενάγουσα εταιρεία και τον Διευθυντή της. Τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία πηγάζουν είτε από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Προχωρώ ευθύς αμέσως να παραθέσω και να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μου, προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν 4 μάρτυρες (Μ.Ε.). Για τον Εναγόμενο κατέθεσε 1 μάρτυρας (Μ.Υ.). Πιο κάτω παραθέτω όσο το δυνατόν πληρέστερα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα και στην συνέχεια, στην βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του καθενός, καταγράφω τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Μάρτυρες Ενάγουσας Πρώτος κατέθεσε ο Γεώργιος Πέτρου (ΜΕ1), Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να δικαιολογήσει κάθε πράξη και ενέργεια της Ενάγουσας εταιρείας προκειμένου να επιρρίψει ολόκληρη την ευθύνη για την οικονομική κάθοδο της Ενάγουσας στις διάφορες υπηρεσίες του Κράτους. Συνυπολογίζοντας και συνεκτιμόντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε συνδυασμό με την εν γένει παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων. Ειδικότερα, καταγράφω τα ακόλουθα: Ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι στο ανακοινωθέν του τότε Κυβερνητικού Εκπροσώπου, όπως αυτό εκτέθηκε πιο πάνω, γίνεται αναφορά στο όνομα της Ενάγουσας και ότι μετά από αυτό ακολούθησαν τα διάφορα δημοσιεύματα που αναπαρήγαγαν ότι η Ενάγουσα πωλούσε ακατάλληλα και επικίνδυνα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ο Μ.Ε. 1 κατέβαλε έντονη προσπάθεια να διασυνδέσει τα δημοσιεύματα των Τεκμηρίων 2 μέχρι 6 με την ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Πουθενά όμως στα εν λόγω τεκμήρια δεν γίνεται αναφορά στο ανακοινωθέν του Κυβερνητικού εκπροσώπου, πλην από το Τεκμήριο 2 όπου, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, φαίνεται να παρατίθεται η ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου (αν και επισημαίνω ότι το Τεκμήριο 2 αποτελείται από αντίγραφο το οποίο φαίνεται να μην αποτελεί ολόκληρο το φύλλο της εφημερίδας και στο οποίο μόνο ένα μικρό μέρος του ανακοινωθέντος του Κυβερνητικού εκπροσώπου μπορεί να αναγνωσθεί). Έντονη ήταν επίσης η προσπάθεια του Μ.Ε.1 να διασυνδέσει την οικονομική ζημιά της Ενάγουσας με τις ενέργειες των οργάνων του Κράτους και ειδικότερα με την ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Εντούτοις, κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 παραδέχτηκε ότι τα δημοσιεύματα που αφορούσαν την Ενάγουσα ξεκίνησαν από την δημοσίευση της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» στις 22.2.2006 (Τεκμήριο 1). Σημειώνεται ότι η παραδοχή αυτή έρχεται και σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, ότι δηλαδή όλα ξεκίνησαν από την ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου (βλ. παράγραφο 14(α) της Έκθεσης Απαίτησης). Ο Μ.Ε.1 συμφώνησε ακολούθως ότι καθοριστική και αποκλειστική αιτία της μείωσης της κερδοφορίας οφειλόταν στα δημοσιεύματα Τεκμήριο 1 έως
- Εξέφρασε την γνώμη ότι τα δημοσιεύματα έγιναν μετά από ενημέρωση των εφημερίδων από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες χωρίς όμως να είναι σε θέση να τεκμηριώσει την τελευταία αυτή θέση. Σε κάθε περίπτωση ανέφερε ότι η Ενάγουσα, δεν κινήθηκε νομικά εναντίον των διάφορων εφημερίδων διότι δεν ήθελαν να προκαλέσουν την δημοσιότητα μέσω των εν λόγω μέσων ενημέρωσης. Ο Μ.Ε.1 αναφέρε ότι κάθε έκδοση της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» έχει μέσο όρο κυκλοφορίας 15.000 φύλλα, της εφημερίδας «Πολίτης» 8.000 φύλλα και της εφημερίδας «Σημερινή» 5.500 φύλλα. Αναφέρθηκε επίσης στην αναγνωσιμότητα της κάθε εφημερίδας όπως του την μετέφεραν διάφοροι επικοινωνιολόγοι τους οποίους δεν κατονόμασε. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι οι αναφορές στους εν λόγω αριθμούς έγιναν κατά προσέγγιση και ότι δεν γνωρίζει την κυκλοφορία των εν λόγω εφημερίδων. Ο Μ.Ε.1 παρουσίασε σχετική κατάσταση ως Τεκμήριο 12 όπου φαίνεται ότι, για τα έτη 2006 και 2007 η εταιρεία υπέστη απώλειες κερδών £114,550 ήτοι €195,881.
- Στην 2η σελίδα του Τεκμηρίου 12 αναφέρεται η αξία αγοράς των καταστραφέντων προϊόντων, που ανέρχεται στις €24,769.
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε πελάτες εντός Κύπρου που σταμάτησαν να αγοράζουν τυροκομικά προϊόντα από την Ενάγουσα. Την ίδια εποχή οι ανταγωνιστές της Ενάγουσας στην ελληνική αγορά δυσφημούσαν την Ενάγουσα διανέμοντας αντίγραφα των εφημερίδων που αναφέρθηκαν πιο πάνω με αποτέλεσμα την μείωση στις εξαγωγές των τυροκομικών προϊόντων της Ενάγουσας στην Ελλάδα. Και πάλι καμία αναφορά στο ανακοινωθέν του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Σε σχέση με τα τυριά που ανευρέθηκαν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, ο μάρτυρας προσπάθησε αρχικά να πείσει ότι τα τυριά ήταν τοποθετημένα σε χώρο όπου υπήρχε σήμανση ότι δεν είναι προς πώληση. Εντούτοις, αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε επιστολή που η Ενάγουσα απέστειλε στον Επαρχιακό Κτηνιατρικό Λειτουργό Λάρνακας, ημερομηνίας 21.2.2006 (Τεκμήριο 17) στην οποία υπάρχει χειρόγραφη σημείωση, σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα παραδέχεται ότι «κατά λάθος έχουν σταλεί στην εταιρεία Semiramis 55Kg τυρί». Εν πάση περιπτώσει, η θέση του είναι ότι δεν αποδεικνυόταν ότι τα τυρία ήταν ακατάλληλα, καθώς δεν έγιναν προηγουμένως μικροβιολογικές αναλύσεις. Η αναγραφή στα εν λόγω τυριά ήταν «Ανάλωση πριν από..», που κατά τον μάρτυρα, δεν σημαίνει ότι το τυρί είναι ληγμένο ή ότι δεν μπορεί να το φάει κάνεις. Του υποδείχθηκε ότι τα Τεκμήρια 8, 9, 10, 13, 14 και 15 δεν αναφέρονται μόνο σε ληγμένα τυριά αλλά και σε τυριά χωρίς σήμανση, αλλοιωμένα, εκτός της κανονικής τους συσκευασίας, με μούχλα και ανώμαλο σχήμα και δεν έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις. Εξάλλου η προσπάθεια του να αιτιολογήσει ότι κανένα από τα τυριά δεν ήταν ακατάλληλο έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος είχε συμβουλεύσει την Ενάγουσα να αποδεχτεί την καταστροφή όσων τυριών έφεραν μούχλα ή ήταν αλλοιωμένα ή είχαν ανώμαλο σχηματισμό και μη φυσιολογικό χρωματισμό. Τέλος, ο Μ.Ε.1, αν και παραδέχτηκε ότι τα έντυπα κατακράτησης για σκοπούς καταστροφής υπεγράφησαν από υπαλλήλους της Ενάγουσας εταιρείας, αρνήθηκε ότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε για το δικαίωμα υποβολής ένστασης στην κατακράτηση, την κατάσχεση και καταστροφή. Παρ' όλα αυτά, στην συνέχεια ανέφερε ότι είχαν αρχικά πρόθεση να υποβάλουν Ένσταση αλλά οι υπάλληλοι που διενεργούσαν τον έλεγχο, τους απειλούσαν λέγοντας τους ότι δεν έχουν τέτοια επιλογή. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 κρίνεται ως ασαφής και συγκεχυμένη. Πως γίνεται να απαιτεί αφενός να ενημερωθεί για το δικαίωμα υποβολής ένστασης και να εκφράζει παράπονο για το ότι δεν ενημερώθηκε, ενώ ταυτόχρονα να υποστηρίζει ότι γνώριζε για το δικαίωμα Ένστασης αλλά εμποδίστηκε να το ασκήσει; Σε κάθε περίπτωση, η διερεύνηση έγινε σε χρονικό διάστημα δύο ημερών κατά το οποίο η Ενάγουσα θα μπορούσε κάλλιστα με ηρεμία να καθορίσει τα επόμενα βήματά της και να αποφασίσει κατά πόσον θα ασκήσει οποιαδήποτε Ένσταση επί των αποφάσεων των οργάνων του Κράτους. Αντ' αυτού η θέση του μάρτυρα ήταν ότι αναγκάστηκαν εν τέλει να υπογράψουν τα έντυπα για να αποφύγουν την δημοσιότητα και επειδή όσοι ήταν παρόντες, εκπροσωπόντας την εταιρεία, καταλήφθηκαν από πανικό λόγω της εισόδου των υπαλλήλων των υπηρεσιών για έλεγχο. Ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό, και τα χαρτιά υπέγραφε η γυναίκα του με τον διευθυντή πωλήσεων οι οποίοι δεν ήξεραν καλά τους κανονισμούς και τους Νόμους. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο κτηνίατρος Ανδρέας Ορφανίδης. Σε όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του ενασχόλησης ήταν υπάλληλος στο Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και στο τέλος της καριέρας του ήταν λειτουργός της Eυρωπαϊκής Eπιτροπής, για εξέταση των κτηνιατρικών νομοθεσιών των χώρων που εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το
- Το 2006, του είχε ζητήσει η Ενάγουσα συμβουλή κατά πόσον οι πράξεις των αρμοδίων αρχών, σε σχέση με την καταστροφή των τυριών, ήταν νόμιμες ή όχι. Ο Μ.Ε.2 εξέτασε τα έγγραφα που του απέστειλε η Ενάγουσα και εξέδωσε τη γνωμάτευσή του, με βάση την οποία θεωρεί ότι στο μεγαλύτερο μέρος των πράξεων της, η αρμόδια αρχή είχε υπερβεί την εξουσία που είχε βάσει του Νόμου. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσιάστηκε από την πλευρά της Ενάγουσας ως πραγματογνώμονας. Ένας πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του (βλ.Georghios Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis
(1983)1C.L.R. 663, Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1A.A.Δ. 576). Ο πραγματογνώμονας πρέπει όμως να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα τον καθιστούν ως ειδικό να εκφράσει γνώμη για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα ή γνώσεις για να εκφέρει γνώμη δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αφού όπως λέχθηκε κατ' επανάληψη στη νομολογία και επαναλήφθηκε στην Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011 ημερομηνίας 24.1.2013 το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Αν και ο Μ.Ε.2 ήταν σε γενικές γραμμές σταθερός στις θέσεις του, εντούτοις θεωρώ ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ως προς την καταλληλότητα των καταστραφέντων τυριών. Τούτο διότι όλη η έρευνα του βασίστηκε σε όσα του αναφέρθηκαν από την Ενάγουσα. Δεν εξέτασε ποτέ ο ίδιος τα τυριά και οι αναφορές του ήταν θεωρητικές χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων. Λαμβάνοντας υπόψη μου τη συνολική παρουσία του εν λόγω μάρτυρα στο εδώλιο και ειδικότερα τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κρίνω ότι η προσπάθεια του ήταν περισσότερο να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας παρά να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα επιστημονικά και πραγματικά εκείνα στοιχεία για εξαγωγή ευρημάτων. Γενικά η θέση του Μ.Ε.2 ήταν ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες προχώρησαν, με σπουδή που δεν αιτιολογείται και από τις περιστάσεις, σε επιθεώρηση και χαρακτηρισμό των προϊόντων σαν ακατάλληλων για κατανάλωση. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 8,9,10,13 και 14 ως τα έγγραφα που του υποδείχθηκαν από τους Ενάγοντες. Αναφέρθηκε σε κάθε ένα από αυτά ξεχωριστά. Γενικά ανέφερε ότι πρόκειται για έγγραφα που δεν είχαν καν την όψη ή την υπόσταση επίσημου εγγράφου. Κατά την θέση του, η ορθή διαδικασία στην παρούσα περίππτωση θα ήταν να εκδοθεί πιστοποιητικό - απόφαση με την οποία να χαρακτηρίζονται τα προϊόντα σαν ακατάλληλα για κατανάλωση, ούτως ώστε να αποκτάται εξουσία της κατακράτησης τους για σκοπούς καταστροφής. Για να γίνει η τεχνική επεξεργασία, και να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα περί ακαταλληλότητας πρέπει να γίνει δειγματοληψία και να γίνει μικρόβιολογική και άλλη ανάλυση διαδικασία που θα απαιτούσε τουλάχιστον 2 ‑ 3 μέρες. Επεσήμανε ότι το πιστοποιητικό καταστροφής Τεκμήριο 10 εκδόθηκε 15 λεπτά μετά που εκδόθηκε το Τεκμήριο
- Το ίδιο επεσήμανε και σε σχέση με το πιστοποιητικό καταστροφής ημερομηνίας 20.2.2006, Τεκμήριο 14, κάτι που δείχνει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε ανάλυση. Σε σχέση με τον χαρακτηρισμό των προϊόντων ως ληγμένων ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η έννοια «ληγμένα» δεν απαντάται πουθενά στην νομοθεσία. Ο σωστός χαρακτηρισμός είναι «με ξεπερασμένη την ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας». Ένα τρόφιμο το οποίο έχει ξεπεράσει την ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας δεν χαρακτηρίζεται αυτόματα σαν ακατάλληλο για κατανάλωση, αλλά έχει την έννοια ότι πέραν της ημερομηνίας εκείνης συνήθως μπορεί να υπάρξει μία υποβάθμιση της γεύσης, του αρώματος ή και του χρώματος του. Σε σχέση με αυτά που χαρακτηρίζονται σαν «αλλοιωμένα», είχε συστήσει στην Ενάγουσα την αποδοχή της καταστροφής των. Για τα άλλα που ο χαρακτηρισμός ήταν «ληγμένα» ή «χωρίς σήμανση ή αφαίρεση της συσκευασίας» δεν υπήρξε παραβίαση οποιουδήποτε κανονισμού, νοουμένου ότι ήταν στο εργοστάσιο και όχι εκτεθειμένα σε υπεραγορά. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Ε.2 επανέλαβε ότι η μελέτη που έκανε για τους ενάγοντες βασίστηκε μόνο επί των εντύπων τα οποία του είχαν αποστείλει. Συμφώνησε ότι στο Τεκμήριο 9 γίνεται αναφορά σε έντονη μούχλα που σημαίνει ότι στην επιφάνεια θα υπάρχει κάποια επικάλυψη από ανάπτυξη μούχλας. Σε υποβολή ότι η μούχλα στο τυρί δημιουργεί τοξίνες, οι οποίες είναι καρκινογόνες απάντησε ότι εξαρτάται από τη μούχλα. Γι' αυτόν τον λόγο, σύστησε στην ενδιαφερόμενη εταιρεία να δεχτεί την καταστροφή όσων τυριών, αίτια καταστροφής ήταν η έντονη μούχλα έστω και αν δεν προσδιοριζόταν η μούχλα. Σε σχέση με τον ανώμαλο σχηματισμό και μη φυσιολογικό χρωματισμό ενός τυριού ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι, αυτός προκαλείται όταν το τυρί εκτεθεί στον αέρα χωρίς κάλυψη, χωρίς προστασία της αφυδάτωσης κατά της φυματίωσης, ή όταν έχει διαδοχικά εκτεθεί σε διαφορετικές θερμοκρασίες. Χαλά την ευχαρίστηση που αποκομίζει ο καταναλωτής όταν καταναλώνει ένα τέτοιο τυρί αλλά δεν σημαίνει ότι αυτό κατέστη επικίνδυνο. Συμφώνησε εν πάσει περιπτώσει, ότι η σύσταση του ήταν να γίνει δεκτή η καταστροφή τους έστω και χωρίς προσδιορισμό οποιουδήποτε είδους μικροβίου που μπορεί να προκάλεσε την αλλοίωση. Έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με την αναγραφή «ληγμένα» στο Τεκμήριο
- Ο Μ.Ε.2 επανέλαβε ότι η κατοχυρωμένη στη κοινοτική νομοθεσία διατύπωση της αναγραφής της χρονικής ένδειξης πάνω στη συσκευασία προπαρασκευασμένων τροφίμων είναι «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από», και στην αγγλική είναι «best before....». Υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι τα τυριά έχουν ημερομηνία λήξης που εξυπακούει ότι από εκείνη την ημερομηνία δεν μπορούν να καταναλωθούν. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η τότε ισχύουσα νομοθεσία, δεν έχει στη φρασεολογία της, την έννοια ληγμένα αλλά έχει την έννοια που υπάρχει στους περί Σήμανσης, Παρουσίασης και Διαφήμισης Τροφίμων Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 262/02, ήτοι τελική ημερομηνία ανάλωσης με την οποία σημαίνονται τα μικροβιολογικώς εξαιρετικά αλλοιώσιμα τρόφιμα, στα οποία όμως δεν ανήκουν τα τυριά. Για τα υπόλοιπα τρόφιμα, μεταξύ των οποίων είναι και τα τυριά υπάρχει υποχρέωση αναγραφής ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας. Του υπεβλήθη η θέση ότι ένας έμπειρος κτηνίατρος, χρησιμοποιώντας την εμπειρία του και κατάλληλες συσκευές μπορεί να διαπιστώσει την κατάσταση που έχουν τα τυριά και ήταν συνεπώς λογικό για τον κτηνίατρο να διατάξει την κατάσχεση και καταστροφή όλων αυτών των τυριών. Ο Μάρτυρας απάντησε ότι στη διαδικασία επιθεώρησης μπορεί να γίνει μακροσκοπικός έλεγχος κατά τον οποίο μπορεί να διαπιστωθούν ορισμένες αλλοιώσεις πολύ εμφανείς. Από την άλλη υπάρχει και η εργαστηριακή εξέταση. Στην προκειμένη περίπτωση ο Μ.Ε.2 συμβούλευσε την Ενάγουσα να δεκτεί την καταστροφή τυριών που έφεραν αλλοιώσεις διαπιστώσιμες μακροσκοπικά, αλλά όχι για αυτά που η περιγραφή ήταν απλά «ληγμένα». Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Μιχάλης Πέτρου ο οποίος έχει σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων ενώ παρακολουθεί το πρόγραμμα λογιστικής ACCA. Είναι εμπορικός διευθυντής στην Ενάγουσα, στην οποία εργάζεται από παιδική ηλικία. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο
- Επεξηγώντας την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 12, ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι το έτος 2005 υπήρχε μια αύξηση στα έσοδα της εταιρείας η οποία ανερχόταν στο 51%. Το έτος 2006 η άυξηση ανήλθε στο 11,91% και το 2007 στο 14,23%. Ήταν η θέση του ότι αυτό οφείλεται στις επίδικες δημοσιεύσεις που επηρέασαν το πελατολόγιο της εταιρείας. Μιλώντας με απόλυτους αριθμούς, ο μάρτυρας εξήγησε ότι το 2006, με βάση τις προβλέψεις της προηγούμενης χρονιάς, αναμένονταν έσοδα ύψους 4,799,066, αλλά λόγω της κατάστασης που δημιουργήθηκε, τα έσοδα περιορίστηκαν σε 3,553,
- Υπήρχε δηλαδή απώλεια εσόδων ύψους 1.245,
- Το 2007 αναμένονταν έσοδα ύψους 5.482,047 αλλά τα έσοδα περιορίστηκαν σε 4.059,267 συνεπώς απώλεια εσόδων ύψους 1.422,
- Τα πιο πάνω μεταφράζονται κατά τον μάρτυρα σε απώλεια καθαρού κέρδους £39,761 για το 2006 και £75.003 για το 2007, ήτοι συνολικά Λ.Κ. 114,
- Στην δέυτερη σελίδα του τεκμηρίου 12 αναγράφεται το είδος, τα κιλά και η αξία των τυριών που καταστράφηκαν η οποία ανέρχεται σε €24,769.
- Η αξία αφορά το χρονικό διάστημα που έγινε το δημοσίευμα. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το 2006 που αφορά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 15 ετών. Στην εταιρεία εργαζόταν από την ηλικία των 10 ετών μαζί με τον πατέρα του. Το Τεκμήριο 12 το συνέταξε σε συνεργασία με τους λογιστές της Ενάγουσας και με βάση στοιχεία που λήφθηκαν από τους ισολογισμούς της εταιρείας. Το 2005, η Ενάγουσα είχε προβεί σε αναβάθμιση και αυτοματοποίηση της παραγωγής με εφαρμογή συστημάτων ποιότητας κάτι που οδήγησε το 2005 σε ανοδική πορεία. Η ίδια ανοδική πορεία αναμενόταν και τα επόμενα χρόνια και ειδικότερα η εξαγωγή χαλλουμιού κάτι στο οποίο ειδικευόταν η Ενάγουσα. Η μέιωση των ετών 2006 και 2007 οφειλόταν κυρίως στην μείωση των εξαγωγών, καθότι οι ανταγωνιστές εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός και κυκλοφόρησαν διάφορα δημοσιεύματα στο εξωτερικό για να πλήξουν μιαν ανερχόμενη εταιρεία. Ο εν λόγω μάρτυρας δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και επεξήγησε με επάρκεια το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Επίσης η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Ως Μ.Ε.4 κλήθηκε και κατέθεσε ο Πολύδωρος Μυλόρδος εκπρόσωπος της πιτσαρίας με το όνομα «Alpha Pizza». Αυτός ανέφερε ότι το 2006 είχαν επηρεαστεί οι εργασίες της πιτσαρίας λόγω της δημοσίευσεων ότι κυκλοφορούν ληγμένα τυριά στην αγορά. Όταν στην πιτσιαρία τους είδαν ότι εμπλεκόταν η Ενάγουσα εταιρεία, σταμάτησαν αμέσως την συνεργασία μαζί της. Από το 2009 και μετά, όταν και δημοσιεύτηκε ότι αθωώθηκε η Ενάγουσα, επανήρχισαν την συνεργαία τους η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι με τον Γιώργο Πέτρου γνωρίζονται από το 1995 μέσα από την συνεργασία τους στην Toronto Pizza και από το 2000 όταν ο Μ.Ε.4 δημιούργησε την Alpha Pizza. Ο Μ.Ε.4 δεν έκανε καμία αναφορά στην ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Σε κάθε περίπτωση, η σύντομη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, παρέμεινε αναντίλεκτη. Μάρτυρας Εναγομένου Μετά το πέρας της υπόθεσης της Ενάγουσας, κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης ο Γεώργιος Κυριακίδης, ο οποίος τον Φεβρουάριο του 2006 ήταν Κτηνιατρικός Λειτουργός Α' και υπηρετούσε στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Στις 20.2.2006, μετά από πληροφορία που δόθηκε στον Προϊστάμενο του Τομέα Κτηνιατρικής Δημόσιας Υγείας για παρουσία ακατάλληλων τυριών στο γαλακτοκομείο των Εναγομένων στη Λάρνακα, προχώρησαν σε επισταμένους ελέγχους των ψυκτικών αποθηκών του εν λόγω γαλακτοκομείου όπου εντόπισαν διάφορα εισαγόμενα τυριά. Άλλα είχαν έντονη μούχλα, άλλα ανώμαλο μη φυσιολογικό χρωματισμό, άλλα ήταν εύθραυστα ή ληγμένα ή αλλοιωμένα και χωρίς σήμανση και άλλα έδειχναν ότι αφαιρέθηκε η πρώτη συσκευασία του κατασκευαστή καθώς και το κερί που ήταν περιτυλιγμένο και επανασυσκευάστηκαν. Τα τυριά αυτά, ήταν ανάμεικτα με άλλα τυριά τα οποία από την εμφάνιση δεν έφεραν οποιεσδήποτε αλλοιώσεις. Τα αλλοιωμένα τυριά θα έπρεπε να φυλάγονταν ξεχωριστά και να επισημαίνονταν έτσι ώστε να διασφαλιζόταν ότι δεν επρόκειτο να διατεθούν κατά λάθος στην αγορά. Μικρή ποσότητα, συγκεκριμένα 55 κιλά από τα τυριά αυτά είχε εντοπιστεί από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες στο αρτοποιείο Σεμίραμις Λτδ. Οι Ενάγουσα εταιρεία παραδέχτηκε ότι πώλησε κατά λάθος την εν λόγω ποσότητα τυριών στο συγκεκριμένο αρτοποιείο. Κατά την κατάσχεση είχε λεχθεί στον εκπρόσωπο του γαλακτοκομείου ότι η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση κατά της απόφασης του Κτηνιατρικού Λειτουργού σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Υγιεινής Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Διάθεσής τους στην Αγορά καθώς και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμο (Ν. 150(I)/2003). Εντούτοις η Ενάγουσα δεν υπέβαλε Ένσταση. Τα έντυπα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία καταστροφής, υπογράφονται και από εκπροσώπους του γαλακτοκομείου. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι τα τυριά που καταστράφηκαν δεν συμμορφώνονταν προς τις πρόνοιες του άρθρου 7 του Ν.54(Ι)/96 που αναφέρει ότι «απαγορεύεται η πώληση κατά τρόπο που επηρεάζει δυσμενώς τον αγοραστή, οποιουδήποτε τροφίμου το οποίο δεν είναι της φύσης ή της ουσίας ή της ποιότητας που ζητεί ο αγοραστής». Τα εν λόγω τυριά με τις αλλοιώσεις που είχαν διαπιστωθεί, σε καμία περίπτωση δεν παρασκευάστηκαν για να διατεθούν προς τους καταναλωτές. Το γεγονός ότι τα τυριά αυτά ήταν ανάμεικτα με άλλα τυριά που δεν ήταν αλλοιωμένα, δεν αποθηκεύονταν ξεχωριστά και δεν έφεραν σήμανση που να υποδεικνύει προς το προσωπικό ότι αυτά δεν μπορούν να διατεθούν στην αγορά για να αποφευχθούν λάθη, καταδεικνύει ότι αυτά μετά από κάποιο χειρισμό που γινόταν στο επίπεδο της εγκατάστασης, αποστέλλονταν στην αγορά, πράγμα το οποίο έγινε στην περίπτωση του Αρτοποιείου Σεμίραμις. Αντεξεταζόμενος, παραδέχτηκε ότι δεν έγινε χημική επεξεργασία ή ανάλυση για τα τυριά. Ήταν η θέση του όμως ότι για να αποσυρθεί ένα προϊόν από την αγορά υπάρχουν πολλοί λόγοι όπως για παράδειγμα θέμα σήμανσης, ή θέμα συσκευασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε ανάλυση. Στην προκειμένη περίπτωση κατασχέθηκαν μόνο όσα τυριά παρουσίαζαν κάποιο πρόβλημα. Κατά την επανεξέταση του ο μάρτυρας, διευκρίνισε ότι μπορεί να γίνουν είτε χημικές, είτε μικροβιολογικές εξετάσεις. Εάν όμως κάτι είναι εμφανές μακροσκοπικά, δε χρειάζεται ούτε μικροβιολογική, ούτε χημική εξέταση. Στην προκειμένη περίπτωση η μούχλα που υπήρχε στα συγκεκριμένα δεν ήταν φυσιολογικό χαρακτηριστικό για τα συγκεκριμένα τυριά και συνεπώς όποιαδήποτε άλλη εξέταση θα ήταν πλεονασμός. Υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι στα τυροκομεία και γενικά στο εμπόριο των τροφίμων δεν υπάρχουν «ληγμένα» αλλά υπάρχει η ένδειξη «Best Before...» που σημαίνει ότι δεν είναι ακατάλληλα μετά την παρέλευση της ημερομηνίας που αναγράφεται. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι, η σήμανση που δίνεται πάνω στα γαλακτοκομικά προϊόντα έχει διάφορες διαβαθμίσεις. Ο κατασκευαστής έχει το δικαίωμα να επιλέξει μια εκ των διαβαθμίσεων η οποία πρέπει να συνάδει με το προϊόν το οποίο παρασκευάζει. Μια από τις σημάνσεις την οποία μπορεί να αναγράψει είναι η «λήξη μέχρι .». Σε σχέση με την σήμανση «ανάλωση κατά προτίμηση πριν..», ανέφερε ότι ο παρασκευαστής έχει το δικαίωμα να την χρησιμοποιήσει νοουμένου ότι μετά από εργαστηριακές αναλύσεις τις οποίες θα κάμει ο ίδιος θα αποδείξει στην αρμόδια αρχή της χώρας προέλευσης ότι το προϊόν το οποίο έχει παράξει έχει χρόνο ζωής πέρα από την ημερομηνία που αναφέρεται πάνω στη σήμανση. Εάν ο ίδιος παρασκευαστής τοποθετήσει στην συσκευασία την ημερομηνία λήξης, αποφασίζει ουσιαστικά ότι μετά την ημερομηνία που φέρει το προϊόν του, αλλοιώνονται είτε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, είτε τα κριτήρια ασφάλειας. Στην προκειμένη περίπτωση τα τυριά που ανευρέθηκαν και στα οποία δεν είχε αφαιρεθεί το περιτύλιγμα και η σήμανση είχαν ημερομηνία λήξης η οποία ήταν παλαιότερη της ημερομηνίας της επιθεώρησης. Τέλος ο Μ.Υ ανέφερε ότι η τακτική που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις ήταν να ζητείται από τον παραγωγό να εκδώσει ανακοίνωση με την οποία να ενημερώνει ότι συγκεκριμένη παρτίδα με τα προϊόντα της να μην καταναλωθεί. Στην περίπτωση που ο παραγωγός δεν προβεί από μόνος του στη σχετική ανακοίνωση τότε προβαίνουν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες στην σχετική ανακοίνωση. Δεν θυμάται εάν αυτή η τακτική ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Ο Μ.Υ μου έκανε θετική εντύπωση. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητός στα όσα ανέφερε και επεξήγησε με σαφήνεια στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο έγινε ο έλεγχος στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Τέλος, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχω ήδη καταγράψει σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου τα ευρήματα τα οποία προκύπτουν από τις αδιαμφσβήτητες και αναντίλεκτες θέσεις των διαδίκων και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής και δεδομένης της αξιολόγησης που προηγήθηκε, καταλήγω περαιτέρω σε εύρημα ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους προέβησαν σε μακροσκοπικό έλεγχο των τυριών που ανευρέθηκαν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και έκριναν ότι τα τυριά τα οποία κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν ήταν ακατάλληλα για κατανάλωση. Σε σχέση με τα τυριά τα οποία κρίθηκαν ως ληγμένα, τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι ο ίδιος ο παρασκευαστής είχε αναγράψει επί της συσκευασίας την ημερομηνία τελικής κατανάλωσης. Σε κάθε περίπτωση, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο πόσα από τα τυριά που κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν, είχαν ξεπεράσει την ημερομηνία που αναγραφόταν επ' αυτών ως ημερομηνία τελικής κατανάλωσης. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ανάμεσα στα τυριά που κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν υπήρχε ποσότητα τυριών τα οποία ήταν αλλοιωμένα ή είχαν μούχλα ή είχαν μη φυσιολογικό χρωματισμό. Σε σχέση με αυτά, τα διάδικα μέρη συμφωνούν ως προς το ότι καλώς κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν, αφού ο Μ.Ε.2 είχε και ο ίδιος συστήσει την αποδοχή της καταστροφής. Η αξία των τυριών που καταστράφηκαν ανέρχεται σε €24,769.38 αν και σημειώνω ότι στην έκθεση Απαίτησης το ποσό που απαιτείται ανέρχεται σε €18,
- Σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών γνωστοποιήθηκαν στην Ενάγουσα την ίδια μέρα που φέρουν τα σχετικά έντυπα (Τεκμήρια 9,10,13 και 14) τα οποία είναι υπογεγραμμένα από εκπρόσωπο της Ενάγουσας. Εναντίον των εν λόγω αποφάσεων δεν ασκήθηκε Ένσταση ή προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Συνεπεία της δημοσιοποίησης του όλου ζητήματος από τις εφημερίδες η Ενάγουσα απώλεσε σημαντική πελατεία τόσο εντός όσο και εκτός Κύπρου. Η Ενάγουσα δεν παρουσίασε μείωση εσόδων, αλλά αύξηση. Εντούτοις, ανατράπηκαν οι προβλέψεις που είχε κάνει σε σχέση με την κερδοφορία της, βάση των οποίων είχε επενδύσει χρήματα. Ειδικότερα, ενώ το έτος 2005 η Ενάγουσα είχε άυξηση εσόδων κατά 51% και ανέμενε την ίδια αύξηση για τα επόμενα έτη, εντούτοις το έτος 2006 η άυξηση ανήλθε στο 11,91% και το 2007 στο 14,23%. Τούτο μεταφράζεται σε απώλεια αναμενόμενου ή προβλεφθέντος καθαρού κέρδους ύψους Λ.Κ. 114,
- Ο κυριότερος λόγος της ανατροπής των προβλέψεων ήταν η μείωση στις εξαγωγές η οποία οφείλεται σε ενέργειες ανταγωνιστών της Ενάγουσας στο εξωτερικό και δεν συσχετίζεται με το ανακοινωθέν του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δύο ζητήματα χρήζουν εξέτασης στην παρούσα περίπτωση. Το πρώτο είναι, κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται να ανακτήσει το ποσό των €18.000 το οποίο απαιτεί με την Έκθεση Απαίτησης της για παράνομη κατάσχεση και καταστροφή τυροκομικών προϊόντων. Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι, κατά πόσον οι δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου αποτελούν δυσφήμιση ή επιζήμια ψευδολογία που να αιτιολογεί την παροχή αποζημιώσεων. Α) Η κατάσχεση και καταστροφή των τυροκομικών προϊόντων Το άρθρο 9 του περί Υγιεινής Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Διάθεσής τους στην Αγορά καθώς και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμο (Ν. 150(I)/2003), όπως ίσχυε και κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοεί, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «9.-
(1)Οι επίσημοι κτηνίατροι και οι κτηνιατρικοί επιθεωρητές, που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 8, έχουν εξουσία ελεύθερης πρόσβασης σε όλους τους χώρους των εκμεταλλεύσεων και εγκαταστάσεων και εγκεκριμένων εγκαταστάσεων, με σκοπό την άσκηση των κτηνιατρικών ελέγχων που αφορούν με οποιονδήποτε τρόπο τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
(2)Κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται από τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο επίσημος κτηνίατρος, εφαρμόζοντας καθορισμένους όρους, διαδικασίες και κριτήρια, δύναται να - (α) Προβαίνει σε κατασχέσεις: (i) τροφίμων ζωικής προέλευσης, τα οποία επιθεώρησε και αποφάσισε ότι είναι ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, ... ... .... (ζ) επιβάλλει την καταστροφή τροφίμων ζωικής προέλευσης που έχουν χαρακτηριστεί ως ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση σύμφωνα με τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου·» Το άρθρο 10 του ιδίου νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «10.-
(1)Κάθε υπεύθυνος επιχείρησης τροφίμων ο οποίος, δεν ικανοποιείται από απόφαση ληφθείσα σύμφωνα με τις παραγράφους (α), και (ζ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 9, μπορεί με την καταβολή του σχετικού τέλους, τηρουμένου του εδαφίου
(5)του παρόντος άρθρου, να προσβάλει με ένστασή του προς το Διευθυντή την απόφαση αυτή, εντός εικοσιτεσσάρων ωρών από την γραπτή κοινοποίηση της σ' αυτό» Επίσης ο περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμος Ν. 54(I)/1996, ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο προνοεί στα άρθρα 14 και 14Α, τα εξής: 14.-
(1)Κάθε εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 14Α σε κάθε εύλογο χρόνο- (α) Να εισέλθει, να επιθεωρήσει, να ερευνήσει και να διενεργήσει έλεγχο σε οποιοδήποτε υποστατικό ή/και άλλο χώρο, εκτός από κατοικία, στο οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι παράγεται, παρασκευάζεται, μεταποιείται, συντηρείται, καθαρίζεται, συσκευάζεται, αποθηκεύεται, διανέμεται, τυγχάνει χειρισμού, διατίθεται, πωλείται ή κατέχεται ή εκτίθεται ή προσφέρεται προς διάθεση ή πώληση οποιοδήποτε αντικείμενο αναφορικά με το οποίο εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ή Διάταγμα ή Κανονισμοί, που εκδίδονται βάσει αυτού, ή υποχρεωτικό πρότυπο ή Κοινοτικός Κανονισμός ή Κοινοτική Απόφαση, να εξετάσει οποιοδήποτε τέτοιο αντικείμενο να πάρει δείγμα ή δείγματα του με την καταβολή εύλογου τιμήματος, να εξετάσει οτιδήποτε για το οποίο έχει εύλογη αιτία πιστεύει ότι χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την εν λόγω παραγωγή, παρασκευή, μεταποίηση, συντήρηση, καθαρισμό, συσκευασία, αποθήκευση, διανομή, χειρισμό, διάθεση, πώληση ή κατοχή ή προσφορά ή έκθεση προς διάθεση ή πώληση, να εξετάσει οποιαδήποτε μέθοδο που εφαρμόζεται στο υποστατικό ή άλλο χώρο σε σχέση με τις προαναφερόμενες εργασίες και οποιαδήποτε μέθοδο ελέγχου που εφαρμόζεται στο υποστατικό ή άλλο χώρο καθώς και τα αποτελέσματα αυτής, να προβεί σε δικούς του ελέγχους για αξιολόγηση των προαναφερόμενων μεθόδων ελέγχου και των αποτελεσμάτων τους, και να ελέγξει τα πρόσωπα που απασχολούνται στο υποστατικό ή άλλο χώρο: Νοείται ότι για τα δείγματα τροφίμων ζωικής προέλευσης στους χώρους παραγωγής δεν καταβάλλεται οποιοδήποτε τίμημα. . . . . (δ) να κατακρατεί ή να δεσμεύει για όσο χρόνο είναι αναγκαίος, οποιοδήποτε αντικείμενο, αναφορικά με το οποίο ή σε σχέση με το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι έχει παραβιασθεί οποιαδήποτε πρόνοια του παρόντος Νόμου ή Διατάγματος ή Κανονισμών, που εκδίδονται βάσει αυτού, ή υποχρεωτικού προτύπου ή Κοινοτικού Κανονισμού ή Κοινοτικής Απόφασης και να διατάξει να παραμείνει ή να μεταφερθεί το εν λόγω αντικείμενο σε οποιοδήποτε μέρος θα υποδείξει, (ε)να καταστρέφει οποιοδήποτε αντικείμενο, αναφορικά με το οποίο εφαρμόζεται παρών Νόμος ή Διάταγμα ή Κανονισμοί, που εκδίδονται βάσει αυτού, ή υποχρεωτικό πρότυπο ή Κοινοτικός Κανονισμός ή Κοινοτική Απόφαση, εφόσον αποδειχθεί ότι είναι ακατάλληλο με βάση το άρθρο 6, 14Α.—
(1)Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες έχουν την εξουσία άσκησης των κτηνιατρικών ελέγχων στα υποστατικά τροφίμων ζωικής προέλευσης, μέσω του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ο οποίος εξουσιοδοτεί προς τούτο κτηνιατρικούς λειτουργούς. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ασκούν βάσει του παρόντος Νόμου μόνο την προαναφερόμενη εξουσία. Το άρθρο 17Β
(1)του ιδίου νόμου προνοεί για δικαίωμα Ένστασης κάθε ενδιαφερομένου σε σχέση με αποφάσεις για κατακράτηση και καταστροφή τροφίμων ζωικής προέλευσης. Το παραθέτω αυτούσιο: 17Β.-
(1)Κάθε πρόσωπο, το οποίο δεν ικανοποιείται από απόφαση ληφθείσα βάσει του άρθρου 14
(1)(δ) ή (ε) ή
(4)(α) ή του άρθρου 16Α
(2)(α) ή
(3)(α) του παρόντος Νόμου ή του Άρθρου 54 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004, δικαιούται με την καταβολή του σχετικού τέλους και τηρουμένου του εδαφίου
(6)του παρόντος άρθρου να προσβάλει με ένστασή του προς το Διευθυντή την απόφαση αυτή, εντός 3 εργάσιμων ημερών από την γραπτή κοινοποίησή της σε αυτό. Οι εξουσίες εισόδου σε υποστατικά περιγράφονται επίσης με λεπτομέρεια στους Περί Υγιεινής του Γάλακτος και των Προϊόντων με Βάση το Γάλα (Παραγωγή, Παρασκευή και Εμπορία) και Ελέγχου των Υποστατικών Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 457/2004 (βλ. άρθρα 13 και 14). Στην προκειμένη περίπτωση είναι κοινώς αποδεκτό ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε ένσταση εναντίον της απόφασης για κατάσχεση και καταστροφή των επίδικων προϊόντων, είτε δυνάμει του άρθρου 17(Β) του Ν. 54(Ι)/1996 είτε δυνάμει του άρθρου 10 Ν. 150(I)/2003. Και τούτο παρά το γεγονός ότι η απόφαση, τόσο για την κατάσχεση, όσο και για την καταστροφή, περιήλθε σε γνώση της Ενάγουσας εταιρείας, αντιπρόσωποι της οποίας προσυπέγραψαν και τα σχετικά πιστοποιητικά τα οποία εκδόθηκαν από το Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών κατα τα πρότυπα των εντύπων που προνοούνται στους σχετικούς Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 457/2004, ήτοι τα έντυπα των Παραρτημάτων Ι, Κ και Μ των εν λόγω κανονισμών. Έτι περισσότερο, δεν έχει ασκηθεί εναντίον των αποφάσεων και πράξεων των οργάνων του Κράτους προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι πάγια θέση της νομολογίας ότι η αναθεωρητική και πολιτική δικαιοδοσία δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Η εγκυρότητα εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μέτα την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματος η αρμοδιότητα τούτη μετατέθηκε στο νεοσυσταθέν Διοικητικό Δικαστήριο (βλ. τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο, Ν. 131(Ι)/2015). Αν η εκτελεστή διοικητική πράξη δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο, η απόφαση διατηρεί καθ' όλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Εκτελεστή είναι η διοικητική πράξη που δημιουργεί έννομα δικαιώματα και έννομες υποχρεώσεις, δηλαδή έννομα αποτελέσματα και συνίσταται στη δημιουργία, τροποποίηση, μεταβολή ή κατάργηση κάποιας νομικής κατάστασης. Στην Sevastides v. Electricity Authority of Cyprus
(1963)2 C.L.R. 497 υποδεικνύεται ότι για να αποφασιστεί κατά πόσο μια απόφαση ενός δημόσιου οργανισμού είναι απόφαση εντός της έννοιας του άρθρου 146.1 του Συντάγματος πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη όχι μόνο η φύση και ο χαρακτήρας της απόφασης αλλά κυρίως οι εξουσίες που παρέχονται και τα καθήκοντα που επιβάλλονται στο εκάστοτε πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικά οι λειτουργίες του καθώς και η συγκεκριμένη φύση της απόφασης, πράξης ή παράλειψης. Αν η απόφαση έχει ως πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημόσιου σκοπού εμπίπτει εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, άλλως σε εκείνη του ιδιωτικού δικαίου. (βλ. Antoniou & Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623) Στην παρούσα περίπτωση οι πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του Κράτους αφορούν θέμα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική τους ευχέρεια και αποτελεί άσκηση μονομερούς εξουσίας για προαγωγή δημοσίου σκοπού ήτοι την προστασία της δημόσιας υγείας. Συνεπώς, κρίνω ότι οι πράξεις αυτές εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου και από την στιγμή που γνωστοποιούνται στον διοικούμενο καθίστανται εκτελεστές διοικητικές πράξεις και δεν μπορούν να ελεγχθούν από το παρόν Δικαστήριο. Μια διοικητική πράξη καθίσταται εκτελεστή όταν εξωτερικευθεί και γίνει έτσι γνωστή η βούληση της διοίκησης (Χατζηκυριάκος ν. Δημοκρατίας,
(1994)4 Α.Α.Δ. 2269, Zachariades v. Republic
(1984)3 C.L.R. 1193). Από εκείνο χρονικό σημείο αρχίζει μάλιστα και η προθεσμία για την προσβολή της στο αρμόδιο Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον των αποφάσεων κατάσχεσης και καταστροφής των τυριών δεν έχει καταχωρηθεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί σε πληθώρα αποφάσεων, όπως μεταξύ άλλων στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, το Άρθρο 146 του Συντάγματος, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, απέκλειε την εξέταση άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως από οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης. Εφόσον η διοικητική πράξη με την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση και η καταστροφή των τυριών δεν ακυρώθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 146 του Συντάγματος αυτή τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει στα δικαιώματα της Ενάγουσας. (βλ. επίσης Νίτσα Κυριάκου κ.ά. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 589, Ζήνωνα Ζ. Χρήστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Marketrends Financial Services Ltd ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 223.) Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τη νομιμότητα των πράξεων κατάσχεσης και καταστροφής των επίδικων τυριών. Κατ' επέκταση δεν μπορεί να αποδόσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις υπέρ της Ενάγουσας σε σχέση με την καταστροφή των τυριών. Τέτοιες αποζημιώσεις θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποδοθούν, μόνο δυνάμει του άρθρου 146.6. του Συντάγματος που προαπαιτεί όμως την κύρηξη μια εκτελεστής διοικητικής απόφασης ως άκυρης, κάτι το οποίο δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Β) Δυφήμιση Η έννοια της δυσφήμισης δίδεται από τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που έχει ως ακολούθως: «17
(1). Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης περιλαμβανόμενης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους.» Ως προκύπτει από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην περίπτωση που το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με αγωγή για δυσφήμιση θα πρέπει να εξισορροπήσει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης αφενός, και το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας, υπόληψης και καλής φήμης του ανθρώπου αφετέρου. Η σύγχρονη τάση, ως τούτη προκύπτει από τις πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου κλίνει προς τον περιορισμό του δικαιώματος στην φήμη ενός προσώπου, προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης. Τονίστηκε δε ότι, κάθε δημοσίευμα θα πρέπει να εξετάζεται υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν όταν τούτο διενεργήθηκε. (βλ. σχετικά τις Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ κ.α. ν. Κώστα Γενάρη
(2011)1Γ Α.Α.Δ 1952, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 856, ο Φιλελεύθερος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδης κ.α ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2008 ημερομηνίας 17.7.2014) Σύμφωνα με το σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, σελίδα 62: «Για να επιτύχει ο Ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) ότι τούτο αναφερόταν σ' αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύτηκε.» Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει, ως ανέφερα, αμφισβήτηση ως προς το ότι οι δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου έγιναν. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι το δημοσίευμα που, κατ' ισχυρισμόν, είναι δυσφημιστικό, όντως περιήλθε στην αντίληψη των αναγνωστών ή ακροατών. (βλ. Gatley on Libel and Slander 11th Ed. Par. 6.14 page 177.). Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στην Ενάγουσα. Στην προκειμένη περίπτωση η δήλωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου αναφέρεται ονομαστικά στην Ενάγουσα, επομένως δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής όποιουδήποτε κριτηρίου για να διαπιστωθεί εάν όντως η Ενάγουσα είναι το πρόσωπο που υποδεικνύεται μέσα από τις λέξεις. Εξάλλου το γεγονός ότι οι δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου αφορούσαν την Ενάγουσα δεν έχει σε κανένα στάδιο αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο. Προχωρώ συνεπώς, να εξετάσω ευθύς αμέσως κατά πόσον το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, ως η Ενάγουσα διατείνεται. Στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης ν. Νικόλα Παπαδόπουλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 102, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις, της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων, δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίδεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο Ενάγων, δε μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο, αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όχι μόνον την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση.» Καθίσταται επομένως ξεκάθαρο ότι, σημαντικό για το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, είναι το τι πραγματικά, στα μάτια του μέσου συνετού πολίτη, αποδίδεται, με αυτό, στον εκάστοτε Ενάγοντα ή Ενάγουσα. (βλ. Μιχάλης Ατταλίδης ν. Χρίστου Ροδούλη,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1690). Στην υπόθεση εκδόσεις Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497 αναφέρονται τα ακόλουθα με παραπομπές στον Gatley: «Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: . . . Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shah v. Standard Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος· αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ' ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές.» Στην παρούσα περίπτωση, ανατρέχοντας στις δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, διαπιστώνω ότι εμπεριέχουν δυσφημιστικό περιεχόμενο υπό την έννοια ότι τείνουν στα μάτια του μέσου λογικού πολίτη να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη της Ενάγουσας στο επάγγελμα και την εργασία της. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, έγινε εκτενής διερεύνηση με επιτόπου επισκέψεις και επιθεωρήσεις στο γαλακτοκομείο της Ενάγουσας και βρέθηκαν τυριά τα οποία ήταν ληγμένα και τα οποία κρίθηκαν ως ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Γι' αυτό κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν. Από περαιτέρω ελέγχους διαπιστώθηκε ότι από αυτή την ποσότητα κάποιο μικρό μέρος διοχετεύθηκε στην αγορά. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος συσχετίζει το θέμα με κίνδυνο στην υγεία του καταναλωτή, και σχολιάζει τέλος ότι οι Κύπριοι καταναλωτές μπορούν να αποφεύγουν, την αγορά συγκεκριμένων τυριών από το συγκεκριμένο γαλακτοκομείο. Εκ της φύσεως του ένα γαλακτοκομείο έχει ως κύριο σκοπό εργασιών την πώληση και διάθεση τυριών στο κοινό. Όταν γίνεται αναφορά ότι κατόπιν ερευνών κρίθηκε από αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους ότι τέτοια επιχείρηση διέθετε (και όχι απλά είναι υπό υποψία ότι διέθετε) ακατάλληλα τυριά στην αγορά τότε εξ αντικειμένου το δημοσίευμα τείνει να επηρεάσει με δυσμένεια την εργασία του εν λόγω γαλακτοκομείου. Στον Gatley on Libel and Slander 11th Ed. σελίδα 71 par. 2.26 αναφέρονται τα εξής: «Any imputation which may tend to injure a person's reputation in a business, employment, trade, profession, calling or office carried on by him is defamatory. To be actionable, words must impute to the claimant some quality which would be detrimental, or the absence of some quality which is essential, to the successful carrying on of his office profession or trade.» Στην par. 2.29 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται ότι: «It is defamatory to impute that a person is unfit for his profession or calling owing to want of ability, mental stability, learning or some other necessary qualification, or he has been guilty of any dishonest or disreputable conduct or any other misconduct or inefficiency therein.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι οι δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου έχουν δυσφημιστικό περιεχόμενο. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι δηλώσεις αυτές μπορούν να δικαιολογηθούν είτε με βάση την υπεράσπιση της αλήθειας, είτε με βάση την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, που έχουν προωθηθεί από τον Εναγόμενο. Υπεράσπιση της αλήθειας Το άρθρο 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση ότι τo δημοσίευμα για τo oπoίo έγινε η αγωγή ήταv αληθές. Ο Εναγόμενος ο οποίος προβάλλει την υπεράσπιση της αληθείας (justification), θα πρέπει να δικογραφήσει και να αποδείξει πως τα όσα η Ενάγουσα θεωρεί ως δυσφημιστικά, είναι αληθή ή επί της ουσίας αληθή. Η υπεράσπιση της αληθείας, στην περίπτωση που ορισμένο δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο πρόσωπο, πετυχαίνει εφ' όσον τόσον οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσον και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα τα οποία εξάγονται από το δημοσίευμα αυτό αποδεικνύονται αληθή ή επί της ουσίας αληθή (Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1124). Η υπεράσπιση της αληθείας αφορά μόνον σε δηλώσεις γεγονότων και όχι σε σχόλια (Τ.Μ.P. Agents v. SABA and Co. (T.M.P.)
(2007)1 (A) Α.Α.Δ. 448). Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 11th Ed. σελ. 318 par. 11.7 αναφέρεται ότι, όπου το επίδικο δημοσίευμα περιέχει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς γεγονότων και γνώμης, πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων είναι αληθείς και ότι η γνώμη είναι ορθή: «If the libel contains defamatory statements both of fact and of opinion, the defendant, under a plea of justification, must prove that the statements of fact are true and that the statements of opinion are correct.» Στην απόφαση Χρυσόστομος Φιλίππου ν. 1. Εκδόσεις Αρκτίνος ΛΤΔ και 2. Γιάννη Παπαδόπουλου
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1124 λέχθηκαν τα εξής꞉ «Η υπεράσπιση της αλήθειας, όταν ένα δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο άτομο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πετυχαίνει μόνον όταν τόσο οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσο και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα που εξάγονται από αυτό, αποδεικνύονται αληθή από τον εναγόμενο (Δέστε Glafx Ltd v Loizia
(1984)1 CLR 729). Το βάρος που έχει ο εναγόμενος (το οποίο αποσείεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων) είναι να αποδείξει την αλήθεια των λέξεων υπό τη φυσική και συνήθη τους έννοια. Η υπεράσπιση αυτή πετυχαίνει αν ο εναγόμενος αποδείξει ότι η ουσία των δυσφημιστικών λέξεων είναι αληθής (Δέστε: Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, παραγ. 33.11, σελ. 997).» Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι ο Εναγόμενος έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε επί τους ώμους του. Και τούτο διότι έχει αποδείξει επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του. Μάλιστα δε η μαρτυρία που έχει προσκομίσει η ίδια η Ενάγουσα συνηγορεί υπέρ της υπεράσπισης της αλήθειας. Ειδικότερα ο Μ.Ε.2 κ. Ορφανίδης ανέφερε ότι ο ίδιος είχε συστήσει στην Ενάγουσα να αποδεχθεί την καταστροφή τυριών τα οποία είχαν μη φυσιολογικό σχηματισμό και έντονη μούχλα. Αποδέχεται δηλαδή η Ενάγουσα την ακαταλληλότητα έστω κάποιων από τα τυριά τα οποία διατηρούσε στις εγκαταστάσεις της. Πολύς λόγος έγινε για τα τυρία τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως «ληγμένα». Έστω και εάν γινόταν δεκτή η θέση της Ενάγουσας ότι η ορθή αναφορά θα ήταν «με ξεπερασμένη την ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας» και πάλιν δεν θα άλλαζε η ουσία του θέματος. Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου v. Καψού
(2009)1(Β) A.A.Δ. 1175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, Αρθρο
- Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pumplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2) [1998] 1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεσηReynolds v. Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο έχει προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Το κεντρικό σημείο του δημοσιεύματος είναι η κατοχή και η διάθεση στην αγορά τυριών τα οποία κρίθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Που είναι το ψευδές σε αυτή την αναφορά του Κυβερνητικού Εκπροσώπου; Την 20.2.2006 και την 21.2.2006 υπάλληλοι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών επισκέφτηκαν τις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας εταιρείας και προχώρησαν σε κατάσχεση και καταστροφή ποσότητας τυριών τα οποία κρίθηκαν ακατάλληλα. Υπενθυμίζω ότι η Ενάγουσα δεν αμφισβήτησε τις αποφάσεις αυτές με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Κατά παραδοχή της Ενάγουσας κάποια ποσότητα πωλήθηκε κατά λάθος στο αρτοποιείο Σεμιραμις. Περαιτέρω, η αθώωση της Ενάγουσας από το ποινικό Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου ήταν ψευδείς. Κατ' αρχήν, το ποινικό Δικαστήριο στην απόφαση του, αθώωσε την Ενάγουσα εταιρεία κατά στάδιο της στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, επειδή απουσίαζε μαρτυρία σε σχέση με την πρόθεση πώλησης των τυριών και όχι επειδή αυτά ήταν κατάλληλα. Εν όψει των πιο πάνω η υπεράσπιση της αλήθειας επιτυγχάνει. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου Εάν η αναφορά του Κυβερνητικού Εκπροσώπου ότι το κοινό θα μπορούσε να αποφεύγει την αγορά προϊόντων από το γαλακτοκομείο της Ενάγουσας, ήθελε θεωρηθεί ως σχόλιο επί γεγονότων, τότε αυτό θα μπορούσε να κριθεί υπό το φως των αρχών που αφορούν την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Σύμφωνα με το άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149: «
- Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση- . (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος: Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται: Νοείται περαιτέρω ότι η βάσει της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνει αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του Νόμου αυτού.». Το άρθρο 21
(2)του ιδίου Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «
(2)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει από πρόσωπο εντός της έννοιας του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, αν καταδειχθεί ότι- (α) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές· ή (β) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού· ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου δια το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο.». Στην υπόθεση Πετρίδης ν. Εκδοτικού Οίκου ΔΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Πολ. Έφεση 232/2009, ημερομηνίας 18.7.2013, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "Η σύγχρονη διατύπωση της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, την οποία και υιοθετούμε, εντοπίζεται στην υπόθεση Spiller & Anor v. Joseph & Anors [2010] UKSC 53, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση, όπως συνοψίζονται στην Wai Chun Paul v. Albert Cheng [2001] E.M.L.R. 31 από τον δικαστή Lord Nicholls of Birkenhead στο ακόλουθο απόσπασμα: «[i] First, the comment must be on a matter of public interest. .. [ii] Second, the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere, for example, justification or privilege. Much learning has grown up around the distinction between fact and comment. For present purposes it is sufficient to note that a statement may be one or the other, depending on the context. Ferguson J gave a simple example in the New South Wales case of Myerson v. Smith's Weekly
(1923)24 SR (NSW) 20, 26 : 'To say that a man's conduct was dishonourable is not comment, it is a statement of fact. To say that he did certain specific things and that his conduct was dishonourable is a statement of fact coupled with a comment.' [iii] Third, the comment must be based on facts which are true or protected by privilege: see, for instance, London Artists Ltd v Littler [1969] 2 QB 375 , 395. If the facts on which the comment purports to be founded are not proved to be true or published on a privilege occasion, the defence of fair comment is not available. [iv] Next the comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, the facts on which it is based. [v] Finally, the comment must be one which could have been made by an honest person, however prejudiced he might be, and however exaggerated or obstinate his views: see Lord Porter in Turner v Metro- Goldwyn- Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All ER 449 , 461, commenting on an observation of Lord Esher MR in Merivale v Carson
(1888)20 QBD 275 , 281. It must be germane to the subject-matter criticised. Dislike of an artist's style would not justify an attack upon his morals or manners. But a critic need not be mealy-mouthed in denouncing what he disagrees with. He is entitled to dip his pen in gall for the purposes of legitimate criticism: see Jordan CJ in Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 , 174. These are the outer limits of the defence. The burden of establishing that a comment falls within these limits, and hence within the scope of the defence, lies upon the Defendant who wishes to rely upon the defence. [vi] A Defendant is not entitled to rely on the defence of fair comment if the comment was made maliciously» Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου « «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης», 2013, σελ.. 237, αναφέρεται ότι «Στο δίκαιο της δυσφήμισης, και ειδικά αναφορικά με την εφαρμογή της υπεράσπισης του έντιμου σχολίου, το «δημόσιο συμφέρον» συνιστά μια ιδιαίτερα ρευστή έννοια. Το εάν ένα ζήτημα αποτελεί ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος κρίνεται από υπόθεση σε υπόθεση από το Δικαστήριο, ανάλογα με τις κοινωνικές αντιλήψεις και ευαισθησίες κατά το χρόνο εκδίκασης της αγωγής για δυσφήμιση.». Όπως επίσης αναφέρουν οι Αρτέμης & Ερωτοκρίτου στο Σύγγραμμά τους «Αστικά Αδικήματα», στη σελ. 69, «Η έννοια του δημοσίου ενδιαφέροντος δεν μπορεί να υποβληθεί σε στενούς περιορισμούς. Καλύπτει κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει και απασχολεί το ευρύ κοινό.». Έτσι και στην παρούσα περίπτωση το θέμα αφορά και επεκτείνεται σε όλους τους πολίτες οι οποίοι επιθυμούν να γνωρίζουν οτιδήποτε μπορεί να επηρεάσε την υγεία τους ή την δημόσια υγεία ευρύτερα. Το σχόλιο του Κυβερνητικού Εκπροσώπου βασίζεται επί αληθών γεγονότων, ήτοι ότι στο συγκεκριμένο γαλακτοκομείο εντοπίστηκαν τυριά τα οποία κρίθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κράτους ως ακατάλληλα. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου, μεταξύ άλλων, τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 21
(2)του Κεφ. 148 και υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε το οποίο να οδηγεί στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος κακοπιστίας ή κακοβουλίας εκ μέρους του Κυβερνητικού Εκπροσώπου και κατ' επέκταση του Εναγομένου. Η επίδικη ανακοίνωση δεν εκδόθηκε κακόβουλα ή σκόπιμα για να βλάψει τα συμφέροντα της Ενάγουσας, αλλά ο αποκλειστικός σκοπός της ήταν η διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και, ειδικότερα, η περιφρούρηση της δημόσιας υγείας. Γ. Επιζήμια Ψευδολογία Το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας εδράζεται στο άρθρο 25 του ΚΕΦ. 148. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας είναι (α) η δημοσίευση δήλωσης, (β) η δήλωση να είναι ψευδής και (γ) να γίνεται κακόβουλα. και να αφορά το επάγγελμα ή τα αγαθά ή τον τίτλο κυριότητας άλλου. Συνίσταται δε όταν κάποιος προκαλεί ζημιά σε άλλο κάνοντας ψευδείς και επιζήμιες δηλώσεις. Έχοντας πάντα κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν έχουν αποδειχθεί ούτε τα συστατικά στοιχεία της επιζήμιας ψευδολογίας. Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί ούτε ότι η επίδικη ανακοίνωση είναι ψευδής ούτε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας ή ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος ενήργησαν με κακή πίστη με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει, είναι ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι αληθές και ότι έγινε χωρίς κακοπιστία, αλλά με σκοπό τη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα την περιφρούρηση της δημόσιας υγείας μέσω της ενημέρωσης του κοινού. ΖΗΜΙΕΣ Έχει απορριφθεί κάθε βάση αγωγής που η Ενάγουσα υποστήριξε με την αξίωση της. Το ζήτημα των αποζημιώσεων δεν είναι πλέον χρήσιμο για την τελική ετυμηγορία του δικαστηρίου. Επικουρικά όμως και δη για σκοπούς ύπαρξης του αναγκαίου υποβάθρου σε περίπτωση ανατροπής της κατάληξης μου οφείλω περαιτέρω να επισημάνω ότι, η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει ειδική ζημιά σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό δυσφημιστική δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα έχει αποτύχει να διασυνδέσει την ανατροπή των προβλέψεων της κερδοφορίας της με την επίδικη ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Όλη η μαρτυρία της Ενάγουσας αφορούσε γενικά την δημοσιότητα που έλαβε το συμβάν αλλά δεν οφείλεται κατ' αποκλειστικότητα στις δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Η δημοσιοποίηση του ζητήματος έγινε μέσω της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» στις 22.2.2006 και προτού ο Κυβερνητικός εκπρόσωπος προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση. Ακολούθησε η δήλωση του Κυβερνητικου εκπροσώπου και ακολούθως δημοσίευματα στις διάφορες εφημερίδες. Ο ίδιος ο Μ.Ε.3 δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η μεγαλύτερη απώλεια οφείλεται σε μείωση των εξαγωγών. Η μείωση των εξαγωγών οφείλεται κατά κύριο λόγο στις ανταγωνιστικές, ενδεχομένως αθέμιτες, ενέργειες ανταγωνιστών της Ενάγουσας στο εξωτερικό. Δεν έχει διασυνδεθεί η ισχυριζόμενη απώλεια της Ενάγουσας με τις ενέργειες του Εναγομένου. Πέρα από τα πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει τα δημοσιέυματα που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 2 μέχρι 6 να αναπαράγουν τις δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. Ούτε έχουν διασυνδεθεί τα εν λόγω δημοσιεύματα με την επίδικη ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εν όψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο