Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Παναγιώτη (Πανίκου) Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 8332/13, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A608 Αρ. Αγωγής: 8332/13 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd, από Λευκωσία Ενάγουσας και
- Παναγιώτη (Πανίκου) Στυλιανού, από την Λευκωσία
- Σίμου (Συμεών) Στυλιανού, από την Λευκωσία
- Δημήτρη Χατζηαργυρού, από την Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημ. 24.3.2016 υπό εναγομένου 1 - αιτητή για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2016 Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κα Κυριακή Παπαδοπούλου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: Κος Γαβρίλης Αμπίζας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.5.14 εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης για το ποσό των €391.121,39 πλέον τόκους και έξοδα. Διατάχθηκε επίσης η πώληση ενός ενυπόθηκου ακινήτου του εναγομένου 1, προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ακολούθησε στις 24.3.16, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης εκ μέρους του εναγομένου 1, με την οποία ζητά τον παραμερισμό της ως άνω ερήμην εκδοθείσας απόφασης εναντίον του. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.17 Θ.10 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου 1 - αιτητή. Σε αυτήν, αναφέρει ότι το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε του επιδόθηκε και βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν πληροφορήθηκε λίγες μέρες πριν από τρίτα πρόσωπα ότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Μετά από έρευνα του δικηγόρου του στον φάκελο της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, αναφέρεται από ιδιώτη επιδότη ότι στις 23.1.14 άφησε στην παρουσία του το κλητήριο χωρίς την υπογραφή του. Ήταν εντούτοις η θέση του αιτητή ότι στις 23.1.14 απουσίαζε στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Σερβία όπου είχε συμμετάσχει σε κλινικό πρόγραμμα φυσικής ιατρικής θεραπείας από 20.1.14 μέχρι 26.1.
- Επισυνάφθηκε επί του προκειμένου σχετικό πιστοποιητικό (τεκμ. Β) στην ένορκη δήλωση της αίτησης όπου γίνεται αναφορά στην διοργάνωση του εν λόγω σεμιναρίου. Στη συνέχεια, ο αιτητής αναφέρεται σε αλληλογραφία που είχε με την ενάγουσα μετά την πιο πάνω ημερομηνία σε σχέση με το επίδικο χρέος, στην οποία ουδέποτε τον ενημέρωσαν ότι καταχώρησαν αγωγή ή ότι εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση εναντίον του. Ο αιτητής αναφέρει περαιτέρω ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή γιατί ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ή έλαβε οποιαδήποτε γνώση περί τούτου. Επιπλέον οι όροι για δικαίωμα της ενάγουσας να αυξομειώνει τους τόκους είναι άκυροι αφού αντιβαίνουν στην υφιστάμενη νομοθεσία. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα δεν μπορεί να αιτείται οποιαδήποτε θεραπεία για τόκους, στη βάση αυτών των παράνομων όρων. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση και ο αιτητής δεν έδωσε καμία δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί για μη παραλαβή του κλητηρίου, χαρακτηρίστηκαν ως ψευδείς. Επιπλέον υποστηρίζεται στους λόγους ένστασης ότι ο αιτητής επέδειξε περιφρονητική στάση για την δικαστική διαδικασία με το να αρνηθεί να παραλάβει και υπογράψει τα έγγραφα επίδοσης της αγωγής. Την ένσταση συνοδεύουν τέσσερεις ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη υπογράφεται από τον Μιχαλάκη Κωνσταντίνου, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Αναφέρει ότι παραλήφθηκε στις 23.1.14 στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας, ταχυδρομικός φάκελος ο οποίος περιείχε το κλητήριο που επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 με τη σημείωση στην πίσω πλευρά της φράσης «δεν παραλήφθηκε - επιστρέφεται». Προκύπτει κατά τον ομνύοντα από τα πιο πάνω ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός ότι το κλητήριο δεν επιδόθηκε στον αιτητή ως επίσης και ο ισχυρισμός ότι με έκπληξη πληροφορήθηκε λίγες μέρες πριν, την έκδοση απόφασης εναντίον του. Επισυνάπτεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο 2, επιστολή των εναγόντων ημ. 17.8.15 προς τον αιτητή, με την οποία του επαναλάμβαναν την έκδοση απόφασης εναντίον του στις 12.5.
- Στην εν λόγω επιστολή, επισυνάφθηκε μαζί με άλλα έγγραφα και αντίγραφο της υπό κρίση απόφασης. Ο αιτητής με επιστολή του ημερομηνίας 25.8.15 προς τους ενάγοντες τους ευχαρίστησε για την αποστολή των εν λόγω εγγράφων (τεκμ. 3). Το πιστοποιητικό που παρουσίασε ο αιτητής κατά τον ενόρκως δηλούντα δεν αποδεικνύει τη συμμετοχή του στο εν λόγω σεμινάριο. Ούτε έχει αποδειχθεί η απουσία του αιτητή εκτός Κύπρου με ικανοποιητική μαρτυρία όπως είναι π.χ. η σφράγιση του διαβατηρίου του. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι το κλητήριο ένταλμα ήταν εις γνώση του αιτητή από την επίδοση του στις 23.1.14 και ως εκ τούτου κανένα δικαίωμα δεν του έχει αποστερηθεί. Αναφέρεται στη συνέχεια στην ένορκη δήλωση ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με την αίτηση είναι ανυπόστατοι και αόριστοι και ο αιτητής ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους ενήμερος τόσο για τις επιστολές τερματισμού της σύμβασης όσο και για το οφειλόμενο ποσό. Όσον αφορά τη συμφωνία για τους τόκους, αυτή δεν αντίκειται στη νομοθεσία και οι όροι της έχουν συμφωνηθεί από τον αιτητή. Πέραν τούτου, οι ισχυρισμοί όπως παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της αίτησης παρέμειναν αόριστοι αφού δεν δόθηκε καμία λεπτομέρεια ή στοιχείο σε ποια νομοθεσία αντίκεινται οι όροι για το επιτόκιο. Την ένσταση συνοδεύει επίσης ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη Χριστόδουλου Κοιλαρά. Αναφέρει ότι κατά τις 30.12.13 επισκέφθηκε την οικία του εναγομένου 1 που βρίσκεται σε αγροτικό δρόμο μεταξύ των χωριών Πέρα Ορεινής και Καμπιών στην επαρχία Λευκωσίας. Φθάνοντας στο χώρο, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατο να εισέλθει στην αυλή για να κτυπήσει την κύρια είσοδο της οικίας για το λόγο ότι ο χώρος ήταν περιφραγμένος και στην αυλή κινούνταν σκύλοι. Για καλή του τύχη μετά από μερικά λεπτά, άνοιξε η κύρια είσοδος της οικίας και είδε δύο άντρες και μία γυναίκα να κατευθύνονται προς την έξοδο του περιφραγμένου χώρου. Αφού αντιλήφθηκε ότι το ζευγάρι ήταν επισκέπτες, κατευθύνθηκε προς το τρίτο πρόσωπο που παρέμεινε στο χώρο και τον ρώτησε αν ήταν ο εναγόμενος
- Αφού του απάντησε θετικά, ο ενόρκως δηλών του ανέφερε την ιδιότητα του και του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα. Όταν ο εναγόμενος 1 το διάβασε, του το επέστρεψε πίσω αναφέροντας ότι δεν το παραλαμβάνει και τον απείλησε ότι αν δεν εγκαταλείψει το χώρο θα αφήσει τους σκύλους ελεύθερους. Ο ενόρκως δηλών τότε τρομοκρατήθηκε, του άφησε το κλητήριο ένταλμα και έτρεξε προς το αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν σταθμευμένο σε κοντινό σημείο. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, αντίγραφο του κλητηρίου το οποίο άφησε στον αιτητή. Το εν λόγω αντίγραφο είναι όπως αναφέρει, το πρωτότυπο κλητήριο που άφησε στο εναγόμενο 1 και το οποίο ο δικηγόρος της ενάγουσας, τον πληροφόρησε ότι είχε επιστραφεί στο γραφείο του με ταχυδρομείο. Την ένσταση συνοδεύει επίσης ένορκη δήλωση της Μαρίας Λένα που είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας ως Υποδιευθύντρια του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών. Αναφέρει ότι στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 8875/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ των εναγομένων 3 και 1 στην παρούσα αγωγή, κλήθηκε στις 18.11.15 ως μάρτυρας. Κατά την εν λόγω ημερομηνία όπου έδωσε μαρτυρία στην ποινική υπόθεση, παρών στο Δικαστήριο ήταν και ο εναγόμενος 1 στην παρούσα, ο οποίος ήταν και ο κατηγορούμενος. Στην εν λόγω μαρτυρία της, αναφέρθηκε και στην παρούσα αγωγή. Επισύναψε επίσης στην ένορκη της δήλωση αλληλογραφία μεταξύ του τμήματος της και του αιτητή, την οποία όπως αναφέρει ο αιτητής επιλεκτικά δεν παρουσίασε στην ένορκη του δήλωση. Τόσο η μαρτυρία της στο ποινικό Δικαστήριο όπου ο αιτητής ήταν παρών όσο και η εν λόγω αλληλογραφία, καταδεικνύουν κατά την ομνύουσα ότι ο αιτητής γνώριζε για τα δικαστικά μέτρα που κινήθηκαν εναντίον του στην παρούσα αγωγή. Τέλος, με την ένσταση επισυνάπτεται τέταρτη ένορκη δήλωση της Αθανασίας Αμπίζα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Αναφέρει ότι ειδοποιήθηκε από τον ιδιώτη επιδότη για την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο
- Επισύναψε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 1, την σχετική ειδοποίηση επίδοσης από τον επιδότη. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ήταν παρούσα όταν λήφθηκε στις 28.1.14 ταχυδρομικός φάκελος, ο οποίος ανοίχθηκε από τον κ. Γαβρίλη Αμπίζα. Διαπίστωσαν ότι περιείχε το κλητήριο της αγωγής που επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 στις 23.1.
- Στην πίσω πλευρά του φακέλου είχε αναγραφεί η φράση «δεν παρελήφθη - επιστροφή». Επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 2 αντίγραφο του εν λόγω φακέλου αφού το πρωτότυπο είναι καταχωρημένο στο φάκελο του Δικαστηρίου στη διαδικασία της αίτησης για απόφαση. Αγορεύσεις Η συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση της, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης, επαναλαμβάνοντας τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής δεν έλαβε γνώση για την αγωγή που κινήθηκε εναντίον του. Στη συνέχεια, η συνήγορος απάντησε στους ισχυρισμούς που αναφέρονται στις 4 ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση. Ισχυρίστηκε ότι όσα αναφέρει ο επιδότης στην ένορκη του δήλωση για προσωπική επίδοση του κλητηρίου στον αιτητή είναι ανυπόστατα, καθότι ο αιτητής εκείνη την περίοδο βρισκόταν στη Σερβία. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το πιστοποιητικό που κατατέθηκε στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Η συνήγορος κατέθεσε στη γραπτή της αγόρευση επιπλέον πιστοποιητικό του Συνδέσμου Ολιστικής Υγείας «Αμφικτιονία» από την οποία προκύπτει ξεκάθαρα όπως είπε ότι ο αιτητής απουσίαζε στο εξωτερικό με έξοδα του Συνδέσμου. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση της κυρίας Λένα, η συνήγορος ανέφερε ότι η απόφαση στην ποινική υπόθεση η οποία επισυνάφθηκε με την εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέρει ότι αυτή απάντησε θετικά στην μαρτυρία της για την ύπαρξη αγωγής και όχι για την ύπαρξη απόφασης. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση της κυρίας Αμπίζα, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν αναφέρεται ποιος απέστειλε τον ταχυδρομικό φάκελο με το πρωτότυπο κλητήριο. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι όλες οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, περιέχουν ισχυρισμούς αβάσιμους και ατεκμηρίωτους που δεν θα πρέπει να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στη νομολογία που ρυθμίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.27 θ.
- Ήταν η θέση της ότι ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή και έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις επιταγές της νομολογίας σε σχέση με το θέμα αυτό. Έχει επίσης αποδείξει ότι η μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο ήταν δικαιολογημένη αφού κατά την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό επίδοσης, απουσίαζε στο εξωτερικό. Επιπλέον, ο αιτητής ξεκάθαρα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ενημερώθηκε για την απόφαση λίγες μέρες προηγουμένως. Η συνήγορος δέχθηκε στο σημείο αυτό ότι εκδόθηκε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης, διάταγμα παραλαβής εναντίον του αιτητή στις 23.4.14 και διάταγμα πτώχευσης στις 19.9.16, μετά δηλαδή την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ήταν όμως η θέση της συνηγόρου ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, ο αιτητής νομιμοποιείται να προωθεί τις υποθέσεις του, ενημερώνοντας μόνο τον Διαχειριστή της περιουσίας του, κάτι το οποίο έπραξε. Ο συνήγορος της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, επανέλαβε όλους τους λόγους ένστασης αλλά και τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στις 4 ενόρκους δηλώσεις που τη συνοδεύουν. Τα γεγονότα κατά τον συνήγορο καταδεικνύουν ότι το κλητήριο επιδόθηκε δεόντως στον αιτητή και αυτός επέδειξε περιφρονητική στάση έναντι της διαδικασίας με το να μην την παραλάβει και αργότερα να την επιστρέψει σε ταχυδρομικό φάκελο. Η παράλειψη του να εμφανιστεί στην αγωγή ήταν εσκεμμένη, όπως αδικαιολόγητη και καθυστερημένη είναι εν πάση περιπτώσει, και η υπό κρίση αίτηση. Επιπλέον δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή και ο αιτητής ουδόλως απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών, ο συνήγορος έκανε εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει ερήμην εκδοθείσα απόφαση. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οποιαδήποτε μαρτυρία ή έγγραφο επισυνάπτεται με την αγόρευση της συνηγόρου του αιτητή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Το μαρτυρικό υλικό που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο είναι αυτό που επισυνάπτεται με τις ένορκες δηλώσεις. Προκύπτει δε αναντίλεκτα από αυτές ότι ο αιτητής είχε λάβει γνώση για την αγωγή αλλά και για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του. Οποιαδήποτε γεγονότα αναφέρονται στην αγόρευση της συνηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σε αυτό το στάδιο. Όσον αφορά την πτώχευση, ο συνήγορος ανέφερε ότι ο αιτητής παραδέχτηκε την πτωχευτική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του σε άλλη υπόθεση. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι με βάση τον Νόμο, χρειάζεται γραπτή εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη, ώστε ο αιτητής να συνεχίσει την παρούσα διαδικασία. Ο αιτητής δεν επισύναψε καμιά τέτοια εξουσιοδότηση και ο ισχυρισμός της συνηγόρου του στην αγόρευση της ότι ειδοποιήθηκε ο Διαχειριστής της περιουσίας του δεν είναι από μόνος του αρκετός. Νομική πτυχή Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης. Η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται επίσης με την ανάγκη τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων (βλ Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26). Από την άλλη όπως έχει νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου (βλ. Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου ( βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αυτό που προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει επίσης ότι σε περιπτώσεις κακής επίδοσης της αγωγής ή ακόμα περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου 1Α Α.Α.Δ.
(1997)247, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντικανονική επίδοση εκθεμελιώνει τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae). Συμπεράσματα Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι το κατά πόσον ο αιτητής νομιμοποιείται να καταχωρήσει και συνεχίσει την παρούσα διαδικασία δεδομένου ότι είναι παραδεκτό από πλευράς του ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα παραλαβής στις 23.4.14 και διάταγμα πτώχευσης στις 19.9.
- Ο Περί Πτωχεύσεως Νόμος (Κεφ. 5), έχει τροποποιηθεί ριζικά από τον Νόμο 61(Ι)/
- Η διαδικασία πτώχευσης έχει με τον νέο Νόμο απλουστευθεί, αφού καταργήθηκε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη και αντικαταστάθηκε με την έκδοση απευθείας διατάγματος πτώχευσης. Έχουν επίσης τροποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, οι προδικαστικές προϋποθέσεις για καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης. Επιπλέον σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 9, μετά την έκδοση του διατάγματος κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση, ο πτωχεύσας δύναται να προβάλει υπεράσπιση ή οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, μετά από σχετική εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη ή του Διαχειριστή. Στην παρούσα περίπτωση, η αίτηση παραμερισμού κατατέθηκε στις 24.3.2016, πριν την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης ημ. 19.9.16 αλλά πολύ μετά τις 23.4.14 όπου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του αιτητή. Η ύπαρξη του διατάγματος παραλαβής στις 23.4.14 καταδεικνύει ότι η καταχώρηση της πτωχευτικής διαδικασίας έγινε με το παλαιό καθεστώς πριν δηλαδή την τροποποίηση του Κεφ. 5 με τον τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/
- Σε αυτήν την περίπτωση, ο αιτητής δεν εδικαιούτο δυνάμει των παλαιών διατάξεων του Κεφ. 5 να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση αφού ήταν σε ισχύ διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και οιαδήποτε διαδικασία θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέσω του αρμόδιου Παραλήπτη-Διαχειριστή. Ο αιτητής όμως παράτυπα και κατά παράβαση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ημ. 13.4.14, καταχώρησε στις 24.3.2016 την παρούσα αίτηση για παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφαση εναντίον του. Κατά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης δεν είχε εκδοθεί ακόμα το τελικό διάταγμα πτώχευσης ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή του τροποποιημένου άρθρου 9.3 όπως ισχυρίστηκε η συνήγορος του αιτητή. Ως εκ τούτου, η καταχώρηση της αίτησης από την στιγμή που υπήρχε εν ισχύ διάταγμα παραλαβής είναι εξ' αρχής άκυρη. Όπως δε έχει νομολογηθεί, εξ' αρχής άκυρα δικονομικά μέτρα δεν μπορούν εκ των υστέρων να επιβιώσουν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τύμβιος κ.α ν. Λιβέρα
(1991)1 Α.Α.Δ. 615 και Empson v. Smith
(1966)1 Q.B.D. 426,439, όπου ο Δικαστής Diplock τονίζει ότι οποιοδήποτε άκυρο νομικό διάβημα δεν είναι ο μυθικός φοίνικας που μπορεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες του. Αλλά έστω και αν δεχθούμε ότι εφαρμόζονται στην παρούσα οι διατάξεις του άρθρου 9 όπως τροποποιήθηκαν με τον Νόμο 61(Ι)/15 και πάλιν η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε παράτυπα από τον εναγόμενο
- Σύμφωνα με το τροποποιημένο άρθρο 9.3 του Κεφ. 5, η έναρξη οιασδήποτε διαδικασίας από τον πτωχεύσαντα μπορεί να γίνει μόνο μετά από σχετική εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη ή του Διαχειριστή. Δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είτε με ένορκη δήλωση είτε με οιονδήποτε άλλο τρόπο που να αποδεικνύει ότι ο αιτητής, έχει πάρει εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη ή τον Διαχειριστή της περιουσίας του να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Η απλή δήλωση της συνηγόρου του στην αγόρευση της ότι ο αιτητής συμμορφώθηκε με αυτήν την προϋπόθεση δεν συνιστά βέβαια μαρτυρία που να μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ούτε εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου τέτοια εξουσιοδότηση όπως εισηγήθηκε η συνήγορος του αιτητή. Γεγονός παραμένει ότι είτε με τις παλαιές είτε με τις καινούργιες διατάξεις του Κεφ. 5, ο αιτητής δεν έχει τηρήσει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε να νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Αυτό γιατί η αίτηση δεν καταχωρήθηκε από τον Παραλήπτη - Διαχειριστή ως προβλεπόταν στις καταργηθείσες διατάξεις του Κεφ.5 και επίσης δεν λήφθηκε η σχετική εξουσιοδότηση που προβλέπεται στις νέες διατάξεις του Κεφ. 5 όπως τροποποιήθηκαν από τον Νόμο 61(Ι)/15 Κεφ.
- Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση είναι εξ' αρχής άκυρη αφού δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Περί Πτωχεύσεως Νόμου πριν την καταχώρηση της. Ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί για μόνο αυτό τον λόγο. Παρόλα αυτά και ενόψει πιθανότητας ανατροπής σε δεύτερο βαθμό της πιο πάνω διαπίστωσης μου για αντικανονικότητα της αίτησης, θεωρώ σκόπιμο όπως εξετάσω και την ουσία των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, καταδεικνύει ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει τον ισχυρισμό ότι δεν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Το πιστοποιητικό για το σεμινάριο στην Σερβία που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης δεν καταδεικνύει την συμμετοχή του αιτητή σε αυτό. Το πιστοποιητικό του Συνδέσμου Ολιστικής Υγείας «Αμφικτιονία» που επισυνάφθηκε στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου για τον αιτητή δεν μπορεί βέβαια να συνιστά μαρτυρία. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της καθ' η αίτηση, η αγόρευση συνηγόρου δεν συνιστά μαρτυρία ούτε παρέχεται η δυνατότητα καταχώρησης τεκμηρίων με τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Από την άλλη πλευρά, η καθ' ης η αίτηση συνόδευσε την ένσταση της με ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, ο οποίος αναφέρεται με λεπτομέρεια στα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή. Σημειώνεται ότι δεν υπήρξε κανένα αίτημα αντεξέτασης του ιδιώτη επιδότη από πλευράς αιτητή ώστε να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός του για προσωπική επίδοση του κλητηρίου σε αυτόν. Όσον αφορά το ζήτημα της προβληθείσας υπεράσπισης, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή, είναι αόριστοι και δεν στοιχειοθετούν συζητήσιμη υπόθεση ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Συγκεκριμένα δεν δόθηκε καμία λεπτομέρεια ή στοιχείο σε ποια νομοθεσία αντίκεινται οι όροι για το επιβληθέν επιτόκιο. Επιπλέον, προκύπτει από την αλληλογραφία που κατατέθηκε με τις ενόρκους δηλώσεις της ένστασης ότι ο αιτητής ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους ενήμερος τόσο για τις επιστολές τερματισμού της σύμβασης όσο και για το οφειλόμενο ποσό. Πέραν των πιο πάνω, ακόμη και αν αποδεικνυόταν συζητήσιμη υπεράσπιση, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο αιτητής επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Ο αιτητής δεν εμφανίστηκε στην αγωγή παρότι το κλητήριο του επιδόθηκε σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη, στις 30.12.
- Επιπλέον σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ο αιτητής έλαβε γνώση για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του. Αυτό προκύπτει τόσο από την αλληλογραφία που επισυνάπτεται με τις ένορκες δηλώσεις της ένστασης όσο και από την απόφαση του Δικαστηρίου στην ποινική υπόθεση 8875/11 Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω έγγραφα ότι ο αιτητής γνώριζε τουλάχιστον από τον Αύγουστο του 2015 ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του (βλ. τεκμήρια 2 & 5 της Ε/Δ του Μιχαλάκη Κωνσταντίνου που συνοδεύει την ένσταση). Η καταχώρηση της αίτησης αρκετούς μήνες μετά στις 24.3.2016 δεν δικαιολογήθηκε με οιονδήποτε τρόπο. Η παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί στην αγωγή όπως και η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης, συνιστά κατά την κρίση μου συμπεριφορά που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους:
- Η αίτηση καταχωρήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ.5) αφού είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του αιτητή στις 23.4.14 και στην συνέχεια διάταγμα πτώχευσης στις 19.9.
- Δεν έχει αποδειχθεί από τον αιτητή ο ισχυρισμός του για κακή ή καθόλου επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής.
- Ο αιτητής δεν έχει αποδείξει συζητήσιμη υπόθεση ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή.
- Ο αιτητής με την παράλειψη του να εμφανιστεί στην αγωγή και με την μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση του στην προώθηση της παρούσας αίτησης, έχει επιδείξει συμπεριφορά που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή - εναγομένου 1 και υπέρ της καθ' ης η αίτηση ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο