← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Χαραλάμπους ν. ΦΑΡΜΑ ΑΝΔΡΕΑ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8304/11, 17/11/2016

Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Χαραλάμπους ν. ΦΑΡΜΑ ΑΝΔΡΕΑ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8304/11, 17/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A621 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8304/11 Μεταξύ: Ανδρέας Χαραλάμπους Αιτητής και ΦΑΡΜΑ ΑΝΔΡΕΑ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ Καθ' ης η αίτηση Αναφορικά με τον περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (ακύρωση) Νόμου Κεφ.62 -και- Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Χαραλάμπους Αιτητής -και-

  1. ΦΑΡΜΑ ΑΝΔΡΕΑ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ
  2. Ανδρέα Γεωργίου Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 17/11/2016 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: κ. Κούτρας, για Δ. Κούτρα & Σια Για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Ποσνακίδης για Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε ---------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 23/9/2016 για προσωρινό διάταγμα) Με αίτηση ημερ. 23/9/2016 (στο εξής καλούμενη «η κυρίως αίτηση») ο αιτητής αιτήθηκε ως ακολούθως: «Α. Την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή των οχημάτων υπ' αρ. εγγραφής KWQ 646 και ΚΜΕ 719 τα οποία έγινε από την καθ' ης η αίτηση 1 στον καθ' ου η αίτηση
  3. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται η επανεγγραφή των οχημάτων υπ' αρ. εγγραφής KWQ 646 και ΚΜΕ 719 στην καθ' ης η αίτηση 1 ως και η εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνση επί των εν λόγω οχημάτων. Γ Νόμιμο Τόκο. Δ Έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η εν λόγω αίτηση βασίζεται στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ.62, άρθρα 2-5, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 53-62 και 91Α - 91Δ, στον Περί ακίνητης ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224, άρθρα 4 και 9, στη Δ.1-Δ.48 Θ. 1-4 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στους κανόνες της επιείκειας ως και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στο Νόμο 14/60, άρθρα 29, 31 και
  4. Την ίδια μέρα ο αιτητής καταχώρησε και την υπό εξέταση μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο ως ακολούθως: «Α) Την έκδοση προσωρινού διατάγματος εμποδίζοντας τον καθ' ου η αίτηση αρ. 2, τους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους αυτού από του να πωλήσει, διαθέσει, επιβαρύνει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει, από την κυριότητα του τα οχήματα υπ' αρ. εγγραφής KWQ 646 και KM Ε 719 μέχρι εκδίκαση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Οιανδήποτε ετέρα θεραπεία. Γ) Έξοδα.» Το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της αιτήσεως στις 18/10/2016, έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση διατάγματος ως η παρ. Α της αίτησης μονομερώς και εξέδωσε σχετικό διάταγμα ορίζοντας το επιστρεπτέο στις 25/10/2016 ημερομηνία κατά την οποία ο καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε δια δικηγόρου και αιτήθηκε όπως του παρασχεθεί χρόνος για ένσταση, τόσο στην κυρίως αίτηση όσο και στην υπό κρίση αίτηση, η οποία οδηγήθηκε εν τέλει σε ακρόαση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται επί της Δ.48 Θ.2, στο Κεφ.6 άρθρα 4 και 9, στο Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31, 32, στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ.62, άρθρα 2-5, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 53-62 και 91Α - 91Δ, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224, στους κανόνες της επιείκειας ως και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για τα οποία δύναται να ορκισθεί θετικά. Ως αναφέρει στις 26/3/2012 εξεδόθη απόφαση υπέρ του εναντίον της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, για το ποσό των €95.054, πλέον τόκους και έξοδα. Ως περαιτέρω αναφέρει στις 14/7/16 εξεδόθη ένταλμα κινητών (βλ. Τεκμήριο 2) το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο, στο οποίο γινόταν αναφορά ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
  5. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντος ότι στις 16/9/2016 το Τμήμα Οδικών Μεταφορών τους ειδοποίησε ότι τα επίδικα οχήματα μεταβιβάσθηκαν από την καθ' ης η αίτηση εταιρεία 1 στον καθ' ου η αίτηση 2 ο οποίος είναι διευθυντής αυτής με πρόθεση την καταδολίευση (βλ. Τεκμήριο 3). Είναι η θέση του ότι η καθ' ης η αίτηση 1 με δόλιο τρόπο και με πρόθεση την καταδολίευση, υπαιτίως αποξένωσε όλη την κινητή της περιουσία, την οποία μεταβίβασε στο διευθυντή της καθ' ου η αίτηση αρ.
  6. Όπως αναφέρει στη βάση συμβουλής που έλαβε από το δικηγόρο του, το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του αρ. 4 του Κεφ. 62, να ακυρώσει τις δόλιες μεταβιβάσεις και να διατάξει την επανεγγραφή και/ή τη μεταφορά τους στο όνομα της καθ' ης η αίτηση αρ.1, προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης η οποία εξεδόθη εναντίον της. Ως περαιτέρω αναφέρει, υπάρχει έκδηλος κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης των επίδικων οχημάτων από τον καθ' ου η αίτηση αρ. 2, προκειμένου να αποφύγει την κατάσχεση των ανωτέρω οχημάτων. Εξ ου και αιτείται όπως ο καθ' ου η αίτηση αρ. 2 εμποδιστεί από το να αποξενώσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνει τα ανωτέρω οχήματα μέχρι εκδικάσεως της κυρίως αίτησης. Ως έχει ήδη αναφερθεί οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση, με την οποία προέβαλαν τους κάτωθι λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους για σκοπούς εύκολης αναφοράς:
  7. Η Αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη.
  8. Η Αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή είναι παράτυπη και/ή δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων.
  9. Δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων Διαταγμάτων και/ή δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  10. Ελλείπει το πραγματικό ή/και το νομικό υπόβαθρο της αίτησης για την έκδοση ή/και διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος ή/και η αίτηση του αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αντικανονική η/και καταχρηστική ή/και καταπιεστική ή/και ανεπαρκής ή/και αδικαιολόγητη.
  11. Τα επίδικα οχήματα είναι γεωργικά οχήματα και ως εκ τούτου εμπίπτουν στην εκ του νόμου εξαιρούμενη περιουσία που δύναται να κατασχεθεί και/ή εκποιηθεί για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης και/ή για εξυπηρέτηση του εξ' αποφάσεως χρέους.
  12. Τα επίδικα γεωργικά οχήματα είναι αναγκαία για την εργασία των Καθ' ων η αίτηση και ως εκ τούτου εμπίπτουν στην εξαιρούμενη περιουσία που δύναται να κατασχεθεί και/ή εκποιηθεί για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης και/ή για εξυπηρέτηση του εξ' αποφάσεως χρέους.
  13. Το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας που ο αιτητής παρουσιάζει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση στηρίχθηκε σε ένορκη δήλωση όπου η ενόρκως δηλούσα Δώρα Κούτρα δεν ήτο άτομο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα τα οποία ανέφερε στην ένορκη της δήλωση και ούτε αναφέρει την πηγή της γνώσης και των πληροφοριών της ειδικότερα όσο αφορά την αναφορά της ότι τα επίδικα οχήματα ήτο ιδιοκτησία της Καθ'ης η αίτηση
  14. Η αίτηση είναι καταχρηστική καθ' ότι το εξ' αποφάσεως ποσόν είναι εξασφαλισμένο καθώς επίσης υπάρχουν άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο Ενάγων-Αιτητής παρέλειψε να ακολουθήσει.
  15. Ως εκ των πιο πάνω ζητούμε απόρριψη της Αίτησης του Ενάγοντα-Αιτητή με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.41 και Δ.48 Θ. 1 - 4, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 9 και 16, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ.62, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224, στους κανόνες της επιείκειας και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2, Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Είναι δε ως αναφέρει δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και γνωρίζει προσωπικά και πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, για τα δε νομικά θέματα έλαβε τη συμβουλή του δικηγόρου του. Ως ο ομνύσας αναφέρει έχει διαβάσει τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στην ένσταση, συμφωνεί με αυτούς και τους υιοθετεί. Ως περαιτέρω αναφέρει έχει διαβάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή και αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα χωριστά τους ισχυρισμούς του που περιέχονται σε αυτήν, εκτός από αυτούς τους οποίους ρητά παραδέχεται πιο κάτω. Όπως αναφέρει η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη. Επίσης αναφέρει, στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε από το δικηγόρο του, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή δεν πληρούνται οι τυπικές ή και νομικές προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων και/ή δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  16. Επίσης είναι η θέση του και πάλιν στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε, ότι ελλείπει το πραγματικό και το νομικό υπόβαθρο για την έκδοση ή και τη διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος και περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι η αίτηση του αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αντικανονική, καταχρηστική καταπιεστική, ανεπαρκής και αδικαιολόγητη. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι τα επίδικα οχήματα είναι γεωργικά οχήματα και είναι αναγκαία για την εργασία του και τις εργασίες τις καθ' ης η αίτηση 1, και αποτελούν συναφώς περιουσία που δε δύναται, ως εκ του νόμου, να κατασχεθεί και εκποιηθεί για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης και για εξυπηρέτηση του εξ αποφάσεως χρέους. Όπως επίσης αναφέρει στη βάση νομικής συμβουλής, το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας που ο αιτητής παρουσιάζει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση στηρίχθηκε σε ένορκη δήλωση όπου η ενόρκως δηλούσα Λώρα Κούτρα δεν ήταν άτομο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα τα οποία ανέφερε στην ένορκη της δήλωση, εφόσον δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης και των πληροφοριών της, ειδικότερα όσον αφορά την αναφορά της ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
  17. Τέλος αναφέρει ότι η αίτηση είναι καταχρηστική καθ' ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο και ότι περαιτέρω υπάρχουν άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο αιτητής παρέλειψε να ακολουθήσει. Η διαδικασία Κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομοθεσία και νομολογία και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις που προέβαλαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, προς αποφυγή επαναλήψεων. Νομική Πτυχή Οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Με τους λόγους ένστασης 1, 2 (εν μέρει) και 4 (εν μέρει) εγείρεται ζήτημα λανθασμένης νομικής βάσης, παρατυπίας και αντικανονικότητας της αίτησης. Με την αγόρευση τους οι καθ' ων η αίτηση δεν συγκεκριμενοποιούν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους πιο πάνω λόγους ένστασης για να μπορεί και το Δικαστήριο να αντιληφθεί που οι σχετικοί ισχυρισμοί εδράζονται. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητείται προσωρινό διάταγμα για μη πώληση, διάθεση, επιβάρυνση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξένωση των δύο οχημάτων που αναφέρονται στην αίτηση. Η δε αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου[1] και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται τα σχετικά γεγονότα που την υποστηρίζουν και επομένως καμία παρατυπία δεν εντοπίζεται, ούτε και τίθεται ζήτημα λανθασμένης νομικής βάσης της αίτησης ή και αντικανονικότητας αυτής. Είναι βέβαια γεγονός ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), όπως τροποποιήθηκε, προϋποθέτει αιτία αγωγής εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα «Injunctions» του David Bean, 8η Έκδ., σελ. 4, παρ. 1.04: «There is one overriding requirement: The applicant must have a cause of action in law entitling him to substantive relief. An injunction is not a cause of action (like a tort or a breach of contract) but a remedy (like damages)» Στην προκειμένη περίπτωση το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε σε συνάρτηση με την κυρίως αίτηση με την οποία, ως έχει ήδη αναφερθεί, σκοπείται η ακύρωση κατ' ισχυρισμό δόλιας μεταβίβασης στην οποία προέβη η καθ' ης η αίτηση 1 που είναι εξ αποφάσεως χρεώστης του αιτητή και η οποία κυρίως αίτηση βασίζεται στο Κεφ.
  18. Στη δε υπόθεση Ιωακείμ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)

(2003)1 Α.Α.Δ. 198, αναφέρεται ότι η αίτηση, δυνάμει του Κεφ. 62, ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Παρόλο δε που δικονομικά εντάσσεται στα πλαίσια της αγωγής, πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, «sui generis» η οποία κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών[2]. Επομένως θεωρώ πως η σχετική προϋπόθεση για ύπαρξη αιτίας αγωγής πληρούται[3]. Εφόσον δε η κυρίως αίτηση διαθέτει πρωτογενή χαρακτήρα ο τίτλος της αίτησης είναι ορθό να διαφοροποείται ανάλογα, όπως πράγματι διαφοροποιείται στην προκειμένη περίπτωση, για να σηματοδοτείται η νέα διαδικασία. (βλ. σχετικά Ιωακείμ κ.α. v Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1) )
(2003)1 Α.Α.Δ. 198). Με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης καθώς και εν μέρει με τους λόγους ένστασης 2 και 4 που αναφέρθηκαν και πιο πάνω, εγείρεται ζήτημα μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση του διατάγματος και επομένως, λόγω της συνάφειας τους οι εν λόγω λόγοι ένστασης θα εξεταστούν πιο κάτω ενιαία στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, επί του οποίου στην ουσία στηρίζεται η αίτηση. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[4]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται στην υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» (βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή που (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο στάδιο της οριστικοποίησης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης είτε όσον αφορά γεγονότα είτε νομικά σημεία, καταλήγω στα εξής. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως έχει ήδη λεχθεί το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε σε συνάρτηση με την κυρίως αίτηση με την οποία σκοπείται η ακύρωση κατ' ισχυρισμό δόλιας μεταβίβασης στην οποία προέβη η καθ' ης η αίτηση 1 που είναι εξ αποφάσεως χρεώστης του αιτητή και η οποία κυρίως αίτηση βασίζεται στο Κεφ. 62. Δεδομένου δε του ότι ως έχει ήδη αναφερθεί[5], αίτηση δυνάμει του Κεφ. 62, ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα και αποτελεί αυτόνομη διαδικασία που κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών και έχει ως σκοπό της, να καταστήσει κάποια περιουσία, η οποία υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα ήταν διαθέσιμη, διαθέσιμη προς εκτέλεση με σκοπό την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους[6], κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Άλλωστε και οι καθ' ων η αίτηση με την αγόρευση τους παραδέχονται ότι αυτή η προϋπόθεση πληρούται (βλ. σελ. 2 της γραπτής αγόρευσης των καθ' ων η αίτηση[7]). Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 62 επί του οποίου εδράζεται η κυρίως αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων ότι κάθε δωρεά, πώληση ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν από αυτόν τα χρέη του, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη έναντι του εν λόγω πιστωτή. Ο αιτητής προς κατάδειξη της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αξίωσης του στην κυρίως αίτηση, προέβαλε αφενός το γεγονός ότι ο ίδιος εξασφάλισε απόφαση εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1/εναγόμενης στα πλαίσια της αγωγής 8304/2011 για το ποσό των €95,054 πλέον τόκους και έξοδα ως το Τεκμήριο 1 το οποίο επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση και αφετέρου το ότι η καθ' ης η αίτηση 1 ήταν ιδιοκτήτρια κάποιων οχημάτων μεταξύ των οποίων και τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΚWQ646 και ΚΜΕ719, τα οποία σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 (επιστολή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών), το οποίο επίσης επισυνάπτει, μεταβιβάστηκαν στον καθ' ου η αίτηση 2 την 1/9/
  1. Από την αντίπερα όχθη οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι τα επίδικα οχήματα είναι γεωργικά οχήματα τα οποία είναι αναγκαία για την εργασία του καθ' ου η αίτηση 2 αλλά και της καθ' ης η αίτηση 1 και εμπίπτουν στην κατηγορία περιουσίας που εξαιρείται και δε δύναται να κατασχεθεί και εκποιηθεί για εκτέλεση δικαστικής απόφασης. Επίσης και ενώ δεν αρνούνται ξεκάθαρα ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 1, ισχυρίζονται ότι η κα Κούτρα η οποία προβαίνει στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας δεν ήταν άτομο που θα μπορούσε να ορκισθεί θετικά περί του ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
  2. Επίσης εισηγούνται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, εφόσον το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο και υπάρχουν και άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο αιτητής παρέλειψε να ακολουθήσει. Σίγουρα δεν προτίθεμαι να καταλήξω σε εύρημα επί της ουσίας σε σχέση με τα όσα αντιπαραβάλλονται, αλλά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο, και προς διαπίστωση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση, σημειώνω τα εξής. Το γεγονός της έκδοσης απόφασης υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 στην αγωγή 8304/2011 δεν αμφισβητήθηκε και εν πάση περιπτώσει προκύπτει και από το περιεχόμενο του φακέλου που είναι ενώπιον μου. Ως προς το ζήτημα της ιδιοκτησίας και αποξένωσης των μηχανημάτων με αρ. εγγραφής ΚWQ646 και ΚΜΕ719 θεωρώ ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 είναι επαρκές για να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της κυρίως αίτησης για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης. Σημειώνω ότι στην επιστολή Τεκμήριο 3 η οποία προέρχεται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και έχει ως θέμα «Οχήματα τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο αρχείο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και βρίσκονται στην ιδιοκτησία της εταιρείας Φάρμα Ανδρέα Π. Γεωργίου Λτδ», αναφέρεται ότι τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΚWQ646 και ΚΜΕ719 έχουν μεταβιβαστεί την 1/9/2016 στον Ανδρέα Γεωργίου. Τα πιο πάνω καθιστούν αχρείαστη την καθ' οιονδήποτε τρόπο εξέταση των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση περί του ότι η κα Κούτρα η οποία προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση εντάλματος για την εκποίηση κινητής περιουσίας, δεν είχε προσωπική γνώση του εάν η καθ' ης η αίτηση 1 ήταν ιδιοκτήτρια οχημάτων, ως αναφέρει, εφόσον ως έχω ήδη αναφέρει το Τεκμήριο 3 καλύπτει το ζήτημα για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Εξ άλλου το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για την αξιολόγηση μαρτυρίας, αφού ως έχει ήδη αναφερθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας θα περιοριστεί απλώς στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Ως προς τον ισχυρισμό ότι η καθ' ης η αίτηση 1 δεν είχε γνώση για την έκδοση απόφασης, σημειώνω ότι αυτό δεν είναι ουσιώδες για τους σκοπούς του Κεφ. 62, αφού το άρθρο 4 του Νόμου αναφέρει μεταξύ άλλων ότι δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου οποιαδήποτε δωρεά, μεταβίβαση, διάθεση κλπ, η οποία θεωρείται δόλια δυνάμει του άρθρου 3 του νόμου και η οποία έγινε πριν ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδεικτεί. Η δε καθ' ης η αίτηση 1 ως εμφαίνεται και από το φάκελο του Δικαστηρίου, είχε γνώση για την καταχώρηση της αγωγής 8304/2011 εναντίον της, αφού αυτή της επεδόθη νομότυπα εξ ου και ακολούθησε η έκδοση απόφασης στην απουσία της, δεδομένης της επιλογής της να μην καταχωρήσει εμφάνιση. Ως προς τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση περί του ότι τα εν λόγω οχήματα είναι οχήματα που εξαιρούνται από τα οχήματα που δύνανται να κατασχεθούν προς ικανοποίηση χρέους, θεωρώ ότι αυτά αποτελούν ζητήματα ουσίας που θα εξεταστούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και εν πάση περιπτώσει δεν είναι ισχυρισμοί που μπορούν να αναιρέσουν την πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στη βάση των όσων ισχυρίζεται, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνω βέβαια και επαναλαμβάνω ότι δεν προβαίνω σε οποιοδήποτε τελικό εύρημα επί τούτου, αλλά εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις, κρίνω πως τα όσα αντιπαραβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση στο στάδιο αυτό, δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάληξη ότι με τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται στο στάδιο αυτό, δεν έχει καταδείξει την πιθανότητα επιτυχίας των όσων προβάλλει, στον περιορισμένο μάλιστα βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως έχει και πιο πάνω ήδη αναφερθεί και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240 (βλ. επίσης και Παπαπέτρου v. Παπαπέτρου
(2003)1Β ΑΑΔ 741). Στην Οξύνος v. Λου
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1066, τονίστηκε ότι σε τελική ανάλυση, η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, σε συνάρτηση με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση δέχομαι ότι και αυτή η προϋπόθεση πληρούται με την έννοια ότι εάν και εφόσον ο καθ' ου 2 αποξενώσει περαιτέρω τα ως άνω οχήματα υπάρχει κίνδυνος αφενός να καταστεί άνευ αντικειμένου η κυρίως αίτηση του αιτητή η οποία στρέφεται κατά των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και περαιτέρω να παραμείνει ανικανοποίητη η απόφαση που ο αιτητής νομότυπα εξασφάλισε. Ως προς τους ισχυρισμούς ότι η αίτηση είναι καταχρηστική εφόσον το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο και υπάρχουν και άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο αιτητής παρέλειψε να ακολουθήσει, θεωρώ ότι αυτά αποτελούν γενικούς ισχυρισμούς που δεν δύνανται να ανατρέψουν τους κινδύνους που προαναφέρθηκαν. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον, από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο τα διατάγματα να παραμείνουν σε ισχύ (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι, και δεν μπορεί να προκαθοριστούν. Εκεί δε όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τα μέτρα εκείνα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum[8]. Ερχόμενη τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας υπό το φως του συνόλου των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι τούτο αδιαμφισβήτητα κλίνει υπέρ του αιτητή. Και τούτο διότι με το εν λόγω διάταγμα δεν επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η χρήση των οχημάτων από τον κάτοχο τους, για να τίθεται θέμα επηρεασμού του καθ' ου η αίτηση 2 ο οποίος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι χρησιμοποιεί τα εν λόγω οχήματα για τους σκοπούς της εργασίας του ή και για τους σκοπούς των εργασιών της καθ' ης η αίτηση 1. Αντίθετα όμως εάν η εν λόγω περιουσία αποξενωθεί υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να καταστεί άνευ αντικειμένου η κυρίως αίτηση ή και να παραμείνει ανικανοποίητη η απόφαση που νομότυπα εκδόθηκε. Εξ άλλου και αν ακόμη ήθελε κριθεί ότι όλοι οι παράγοντες είναι ίσοι η έκδοση του διατάγματος διατηρεί το status quo και δεν το ανατρέπει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι ουδείς εκ των λόγων ένστασης ευσταθεί και πως υπό τις περιστάσεις πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για τη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και πως λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης του εν λόγω διατάγματος ημερομηνίας 7/10/2016, το οποίο δια της παρούσης καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. .............................................................. Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα εξής: 32.—
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» [2] Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Κατά τη γνώμη μας η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Και για την οποία ισχύει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης των έξι εβδομάδων. Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, όπως προελέχθη, για το σκοπό που συζητούμε, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών.» [3] Για την έκδοση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια αίτησης δυνάμει του Κεφ. 62, βλ. Γεν. Αίτηση 707/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) ημερ.27/4/2010. [4] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» [5] (βλ. Ιωακείμ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1) (ανωτέρω)) [6] Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην υπόθεση Αδάμου ν. Κίτσιου
(1978)1 J.S.C. 12: "The object of the provisions of Cap.62 is to make property, otherwise not so available, available in execution for the satisfaction of a judgment-debt. It presupposes the existence of a judgment-debt. It is, in the final analysis, a mode of execution. Any doubt on the subject should be removed on a consideration of the procedure laid down in s.4, Cap.62, for the avoidance of a fraudulent transfer that can only be achieved by application after judgment in the cause of the action where judgment is given." [7] Αναφέρεται συγκεκριμένα : «Θεωρούμε ότι πέραν της πρώτης προϋπόθεσης που θέτει το άρθρο 32, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καμία άλλη από τις προϋποθέσεις πληρείται» [8] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, όπου το Δικαστήριο υιοθέτησε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρ. 624 και 625. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.