← Κύπρος

STAN JAMES (CYPRUS) LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4672/16, 11/11/2016

STAN JAMES (CYPRUS) LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4672/16, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A609 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4672/16 Μεταξύ: STAN JAMES (CYPRUS) LTD Ενάγουσας και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγόμενου ­­­_____________________________ Ημερομηνία: 11/11/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ε. Κούσιου για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Α. Κλαϊδη, για ΤΤC Temple Court Chambers. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 6/10/2016 για προσωρινό διάταγμα) Η ενάγουσα/αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια»), στις 6/10/2016 καταχώρησε σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αγωγή κατά του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση (στο εξής καλούμενου «ο καθ' ου η αίτηση») με την οποία αιτείται ως ακολούθως (παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό): «Α. Γενικές και/ή Ειδικές Αποζημιώσεις λόγω πρόκλησης γενικών και ειδικών ζημιών και/ή επέμβασης (trespass) και/ή παράνομης και/ή άνευ άδειας εισόδου και/ή ενόχλησης στο κατάστημα / πρακτορείο της Ενάγουσας επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισινός, Λευκωσία από τις ενέργειες του Εναγομένου κατά την περίοδο 1.4.2015 - 30.9.

  1. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Εναγόμενο να εισέρχεται και/ή να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στο κατάστημα / πρακτορείο της Ενάγουσας το οποίο βρίσκεται επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισινός, Λευκωσία. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Εναγόμενο να επεμβαίνει και/ή να παρεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στην εκτέλεση των εργασιών του καταστήματος / πρακτορείου της Ενάγουσας επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισινός, Λευκωσία. Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Εναγόμενο να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε εξοπλισμό και/ή εγκαταστάσεις του καταστήματος/ πρακτορείου της Ενάγουσας επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισινός, Λευκωσία. Ε: Λογαριασμό για τις εισπράξεις του Εναγόμενου και/ή της Μαρίας Κυριάκου από την Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας. ΣΤ. Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις. Ζ. Νόμιμο τόκο επί όλων των επιδικασθέντων ποσών από την. Η. Έξοδα πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.» Την ίδια μέρα καταχώρησε την υπό εξέταση μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείτο ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση να εισέρχεται και/ή να επεμβαίνει παρεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στο κατάστημα/πρακτορείο της Ενάγουσας - Αιτήτριας το οποίο βρίσκεται επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισινός, Λευκωσίας, μέχρι της εκδικάσεως και/ή της πλήρους αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση να επεμβαίνει και/ή να παρεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στην εκτέλεση των εργασιών της Ενάγουσας - Αιτήτριας και/ή την λειτουργία του καταστήματος / πρακτορείου της επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισινός, Λευκωσίας, μέχρι της εκδικάσεως και/ή της πλήρους αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει και/ή να απαγορεύσει στον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε εξοπλισμό και/ή εγκαταστάσεις του καταστήματος καταστήματος / πρακτορείου της Ενάγουσας - Αιτήτριας το οποίο βρίσκεται επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισινός, Λευκωσίας, μέχρι της εκδικάσεως και/ή της πλήρους αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή και/ή θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη και/ή πρέπουσα και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης.» Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τέθηκε η αίτηση στις 7/10/2016, έκρινε ότι δικαιολογείτο μονομερώς η έκδοση διατάγματος ως η παρ. Α., και εξέδωσε διάταγμα ως η εν λόγω παράγραφος με τη διαγραφή της λέξης «παρεμβαίνει» στην 3η γραμμή της παραγράφου Α. Όταν το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 14/10/2016, ο καθ' ου η αίτηση/εναγόμενος (στο εξής καλούμενος «ο καθ' ου η αίτηση») εμφανίστηκε δια δικηγόρου, και προέβαλε ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του, οπόταν και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας στα πλαίσια της ακρόασης της υπό εξέταση αίτησης δήλωσε ότι δεν επιμένει στην έκδοση διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Β και Γ της αίτησης, αλλά περιορίζει το αίτημα της στην οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 7/10/
  2. Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ. 1,2,8,9,12,13 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60άρθρο 32, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, άρθρα 2, 12, 43, 46, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Κούσιου ημερ. 6/10/2016 (στο εξής καλούμενη «η αρχική Ε/Δ Κούσιου») καθώς και 2 συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του ιδίου οι οποίες καταχωρήθηκαν κατόπιν αδείας, ημερομηνίας 25/10/2016 και 1/11/2016 αντίστοιχα. Με την αρχική Ε/Δ του ο κ. Κούσιος αναφέρει ότι είναι αναπληρωτής Διοικητικός Σύμβουλος του κ. Steve Fisher στο Διοικητικό συμβούλιο της αιτήτριας, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης της αιτήτριας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ενώ όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά αναφέρει πώς περιήλθαν εις γνώση του. Αναφέρει δε πως είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Όπως αναφέρει η αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στη Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία. Είναι αδειούχος αποδέχτης στοιχημάτων ΚΛΑΣΗΣ «Α» και ασχολείται μεταξύ άλλων με τη λειτουργία πρακτορείων στοιχημάτων. Η αιτήτρια, ως αναφέρει, διατηρεί δικό της πρακτορείο στοιχημάτων επί της οδού Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, Παρισσινός, Λευκωσία, υποστατικό το οποίο έχει ενοικιαστεί από την ίδια. Όπως επίσης αναφέρει ο ομνύσας, δυνάμει γραπτής Συμφωνίας Εργοδότησης, ημερομηνίας 27/10/2014, η αιτήτρια προσέφερε εργασία στον καθ' ου η αίτηση ως βοηθό διευθυντή στο πρακτορείο (βλ. Τεκμήριο 1). Ήταν, ως αναφέρει, μεταξύ άλλων, ρητοί όροι της συμφωνίας ότι κατά την εργόδοτηση του ο καθ' ου η αίτηση θα εφάρμοζε πιστά τις οδηγίες που θα του δίδονταν από τους αρμόδιους αξιωματούχους της αιτήτριας εταιρείας και θα εφάρμοζε όλους τους σχετικούς νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω θα φρόντιζε για την πιστή εφαρμογή των κανονισμών της αιτήτριας εταιρείας για πρακτορεία στοιχημάτων, όπως αυτοί έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή. Περαιτέρω ως αναφέρει, ήταν προϋπόθεση της εργοδότησης του ότι θα ακολουθούσε τους κανονισμούς και όρους που εσωκλείονται στο εγχειρίδιο υπαλλήλων, που είχε ήδη παραλάβει, μελετήσει και αποδεχθεί, όπως ρητά δηλώνετο και στη σύμβαση που υπέγραψε. Όπως ο ομνύων αναφέρει, ο καθ' ου η αίτηση κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του κατ' επανάληψη δεν ακολουθούσε τα όσα είχαν συμφωνηθεί και ειδικότερα, μεταξύ άλλων: «α) Κάπνιζε εντός του πρακτορείου και επέτρεπε σε πελάτες του πρακτορείου να καπνίζουν εντός του πρακτορείου, κατά παράβαση των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των σχετικών οδηγιών της εταιρείας. Σημειώνω ότι στην είσοδο του πρακτορείου έχουν τοποθετηθεί σήμανση με την ένδειξη απαγόρευσης του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ, β) Δεν άνοιγε το πρακτορείο την ώρα που έπρεπε να το ανοίγει, κατά παράβαση των οδηγιών της Εταιρείας, γ) Λειτουργούσε το πρακτορείο και δεχόταν στοιχήματα μετά τις 12.00μ.μ κατά παράβαση των οδηγιών της εταιρείας, δ) Κατανάλωνε αλκοολούχα ποτά εντός του πρακτορείου, και προσέφερε και σε πελάτες του πρακτορείου, κατά παράβαση Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των οδηγιών της Εταιρείας, ε) Συμπεριφερόταν απρεπώς στους πελάτες και υπαλλήλους όντας τις περισσότερες φορές υπό την επήρεια αλκοόλ.» Όπως ο ομνύσας αναφέρει παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις της αιτήτριας τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς δυστυχώς, δεν υπήρξε καμία αλλαγή στη συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα η αιτήτρια να προχωρήσει στον τερματισμό της συμφωνίας εργοδότησης του την 30/3/2016 και να απαγορεύσει σε αυτόν να εισέρχεται στο πρακτορείο. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα, αντίγραφο γραπτών προειδοποιήσεων ημερομηνίας 22/3/2016 και 29/3/2016 καθώς και της επιστολής τερματισμού της συμφωνίας εργοδότησης. Όπως επίσης αναφέρει ο ομνύσας, ο καθ' ου η αίτηση είναι ο σύντροφος της Μαρίας Κυριάκου η οποία εργοδοτείται από την εταιρεία ως διευθυντής του πρακτορείου δυνάμει συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 5). Είναι η θέση του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες των παραγράφων 3 (β), (η) και 13 του Τεκμηρίου 5, η Μαρία Κυριάκου θα διέθετε στο πρακτορείο τη μηχανή στοιχημάτων της Λέσχης Ιπποδρομιών που της είχε παραχωρηθεί καθώς και μια μηχανή διάθεσης αναψυκτικών και snack που είχε χωρίς οποιαδήποτε χρέωση και θα λάμβανε το 25% των καθαρών κερδών από τη λειτουργία των πιο πάνω μηχανών. Όπως αναφέρει η Μαρία Κυριάκου ευρίσκεται από τις 15/1/2016 σε αναρρωτική άδεια ασθενείας και δεν είναι βέβαιο πότε θα επανέλθει στην εργασία της. Όπως δε αναφέρει ο κ. Κούσιος, ο καθ' ου η αίτηση με την πρόφαση ότι εκπροσωπεί τη σύντροφο του Μαρία Κυριάκου η οποία ασθενεί και αδυνατεί να ευρίσκεται στο πρακτορείο και του ότι είναι εξουσιοδοτημένος από αυτήν καθώς και τη Λέσχη Ιπποδρομιών, άρχισε να προσέρχεται στο πρακτορείο για να επιβλέπει δήθεν και να λειτουργεί μηχανή της Λέσχης Ιπποδρομίων, τονίζοντας ότι όπως ήταν η θέση της Λέσχης Ιπποδρομιών δεν μπορούσε να λειτουργεί η μηχανή της Λέσχης Ιπποδρομιών χωρίς την παρουσία της Μαρίας Κυριάκου ή τη δική του. Σε μεταγενέστερο στάδιο ως ο ομνύσας αναφέρει, επικοινώνησε ο ίδιος με τη Λέσχη Ιπποδρομιών, η οποία διάψευσε ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον καθ' ου η αίτηση να λειτουργεί τη μηχανή στοιχημάτων της Λέσχης. Περαιτέρω ο ομνύσας αναφέρει ότι επανειλημμένα πληροφόρησε προσωπικά τον καθ' ου η αίτηση ότι ήταν ανεπιθύμητο πρόσωπο στο πρακτορείο και οποιοδήποτε υποστατικό της αιτήτριας εταιρείας και ότι δεν είχε την άδεια της αιτήτριας να εισέρχεται σε αυτό για οποιοδήποτε λόγο. Όπως αναφέρει, ο καθ' ου η αίτηση σε αρκετές περιπτώσεις του ανέφερε ότι θεωρούσε το πρακτορείο δικό του και δεν αναγνώριζε ότι το πρακτορείο ανήκε στην εταιρεία. Όπως εξηγεί ο ενόρκως δηλών, η θέση αυτή του καθ' ου η αίτηση προερχόταν από το γεγονός ότι λειτουργούσε προηγουμένως ο ίδιος με την Μαρία Κυριάκου το συγκεκριμένο πρακτορείο με άλλη εταιρεία στοιχημάτων. Όπως υποστηρίζει είναι κοινώς γνωστό, και το έχει διαπιστώσει και ο ίδιος προσωπικά, ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει πρόβλημα υπερκατανάλωσης αλκοόλ κυρίως τις βραδινές ώρες πράγμα που επηρεάζει τη συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα να γίνεται επιθετικός, βίαιος, να υβρίζει κλπ. Σύμφωνα πάντα με τον κ. Κούσιο ο καθ' ου η αίτηση όχι μόνο προσερχόταν στο πρακτορείο, αλλά επενέβαινε και στη λειτουργία του και προκαλούσε επεισόδια. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι κάπνιζε καθημερινά και κατανάλωνε αλκοόλ εντός του καταστήματος, πράγμα το οποίο διαπίστωσε δύο φορές προσωπικά, ενώ είχε σχετική πληροφόρηση και από τους εργοδοτούμενους στο πρακτορείο αλλά και από το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης το οποίο λειτουργεί στο πρακτορείο. Περαιτέρω αναφέρει ότι σε ημερομηνία που δε σημείωσε, σε μια έξαρση βίας, ο καθ' ου η αίτηση, έσπασε ποτήρια τόσο εντός όσο και εκτός του πρακτορείου και συμπεριφέρθηκε βίαια στον υπάλληλο της αιτήτριας Φειδία Παναγιώτου. Φερόταν βίαια και εκβιαστικά στους εργοδοτούμενους της αιτήτριας εντός του πρακτορείου με αποτέλεσμα οι υπάλληλοι να υποβάλουν την παραίτησή τους λόγω της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση. Ανάγκαζε τους εργοδοτούμενους της αιτήτριας εταιρείας να λειτουργούν το πρακτορείο μετά τις 12.00 για να δέχονται δικά του στοιχήματα σε αγώνες καλαθόσφαιρας της Αμερικής που διεξήγοντο τις πρωινές ώρες. Φερόταν βίαια και υβριστικά σε πελάτες της αιτήτριας με αποτέλεσμα οι πελάτες της αιτήτριας να μειωθούν κάτω από το μισό. Προσωπικά ο ομνύων αναφέρει ότι δέχθηκε παράπονα από τρείς πελάτες της αιτήτριας για την κακή συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω ως αναφέρει στις 18/6/2016 οι υπάλληλοι της αιτήτριας Παναγιώτης Φωτίου και Φειδίας Παναγιώτου που εργοδοτούντο στο πρακτορείο παραιτήθηκαν, λόγω της συμπεριφοράς και των ενεργειών του καθ' ου η αίτηση, όπως οι ίδιοι του ανέφεραν. Χαρακτηριστικά ο Φειδίας Παναγιώτου του ανέφερε ότι παραιτείται, γιατί αν παραμείνει θα καταλήξει στη φυλακή, επειδή λόγω της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση δεν θα αντέξει και θα του επιτεθεί και θα του προκαλέσει σοβαρό κακό. Ως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, η αιτήτρια προσέλαβε δύο νέους υπαλλήλους για να λειτουργούν το πρακτορείο, πιο συγκεκριμένα την 1/7/2016 προσέλαβε τον Αντώνη Κούρρα και στις 2/7/2016 τον Ανδρέα Χαραλάμπους. Και οι δύο υπάλληλοι παραιτήθηκαν στις 30/9/2016 και πάλιν λόγω της συμπεριφοράς και ενεργειών του καθ' ου η αίτηση. Ως ο ομνύσας αναφέρει λόγω της παραίτησης των υπαλλήλων Αντώνη Κούρρα και Ανδρέα Χαραλμπους στις 30/9/2016, η αιτήτρια υποχρεώθηκε να κλείσει αμέσως το πρακτορείο, μέχρις ότου μπορέσει να εργοδοτήσει προσωπικό για την εύρυθμη λειτουργία του. Σημειώνει δε ότι όταν παραιτήθηκαν οι δύο πιο πάνω κατονομαζόμενοι υπάλληλοι, ο ίδιος ο ομνύσας με τη σύζυγο του αναχωρούσαν για το εξωτερικό, απ' όπου επέστρεφαν αργά την Τρίτη 4/10/2016, ενώ ο Γενικός Διευθυντής της αιτήτριας εταιρείας κ. Ian McManus, βρισκόταν σε προγραμματισμένο ταξίδι στην Αγγλία απ' όπου θα επέστρεφε στις 7/10/
  3. Όπως επίσης αναφέρει ο κ. Κούσιος, λίγο πριν την αναχώρηση του στο εξωτερικό στις 30/9/2016 δέχθηκε τηλεφώνημα από αστυνομικό του σταθμού Αγίου Δομετίου ο οποίος τον πληροφόρησε ότι υπήρχε καταγγελία εναντίον της αιτήτριας ότι παρεμπόδιζε την είσοδο στο πρακτορείο και έτσι αποκλειόταν από τη λειτουργία της μηχανής της Λέσχης Ιπποδρομιών. Αμέσως ως αναφέρει απεστάλη σχετική επιστολή στη Μαρία Κυριάκου την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  4. Σημειώνει ότι επικοινώνησε στη συνέχεια με τον αστυνομικό σταθμό Αγίου Δομετίου και ζήτησε όπως μεριμνήσουν ούτως ώστε να μην εισέρχεται ο καθ' ου η αίτηση, αφού τους εξήγησε τις καταστάσεις. Η θέση της αστυνομίας, με την οποία ως αναφέρει διαφωνεί εν πάση περιπτώσει, ήταν ότι ήταν θέμα πολιτικών δικαστηρίων και ότι η ίδια δεν μπορούσε να επέμβει. Όπως επίσης αναφέρει από τον Ιανουάριο του 2016 που ο καθ' ου η αίτηση ανέλαβε τη λειτουργία της μηχανής στοιχημάτων της Λέσχης Ιττποδρομιών Λευκωσίας, εισπράττει όλα τα ποσά των στοιχημάτων από τα οποία αποκόπτει την προμήθεια που αναλογεί. Ποτέ δεν έδωσε λογαριασμό στην αιτήτρια για τα ποσά τα οποία εισπράχθηκαν ως προμήθεια από την Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας και ποτέ δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς την εταιρεία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εταιρείας. Με βάση τα προηγούμενα ποσά που είχαν εισπραχθεί και υπολογίζοντας μια σχετική μείωση στα στοιχήματα λόγω της μείωσης του πελατολογίου ως εκ της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση, υπολογίζει ότι το ποσό των προμηθειών που έχουν εισπραχθεί στην περίοδο Ιανουαρίου 2016-Σεπτεμβρίου 2016 ξεπερνά το ποσό των €20.
  5. Δυστυχώς, όπως αναφέρει, δεν υπάρχει τρόπος να εξακριβωθεί το ποσό, εκτός εάν δοθούν στοιχεία από τον καθ' ου η αίτηση ή τη Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας, η οποία σε επικοινωνία που είχε μαζί της στις 5/10/2016, αρνήθηκε να του δώσει οποιαδήποτε στοιχεία. Σημειώνει δε ότι η Μαρία Κυριάκου απαιτεί από την αιτήτρια €61.722,85 για υπερωρίες και απλήρωτες άδειες, όπως αυτό προκύπτει από επιστολή ημερομηνίας 10/8/2016 που στάληκε από τους δικηγόρους της (βλ. Τεκμήριο 7). Σχετικά με την επιστολή Τεκμήριο 7 σημειώνει ότι δεν έχει αποσταλεί με την επιστολή ο υπολογισμός του ποσού, όπως αναφέρεται στην 4η παράγραφο της επιστολής. Επίσης επισημαίνει ότι η εργοδοσία της Μαρίας Κυριάκου ξεκίνησε την 1/12/2014 και από τις 15/1/2016 ευρίσκεται με αναρρωτική άδεια, και επομένως έχει εργαστεί για περίοδο 13 ½ μηνών με ακάθαρτο μισθό €1.350,00 μηνιαία, δηλαδή με σύνολο απολαβών (ακάθαρτα) περίπου €18.225,00 και διερωτάται πως είναι δυνατόν να απαιτεί για αυτή την περίοδο ποσό €61.722,85 για υπερωρίες και απλήρωτες άδειες. Περαιτέρω επισημαίνει ότι στο Τεκμήριο 7 στην 5η παράγραφο, γίνεται παραδεκτό ότι παρακρατούνται οι προμήθειες από τα στοιχήματα της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας μέχρις ότου καταβληθούν τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά προς την Μαρία Κυριάκου.Παρόμοια επιστολή αποστάληκε και από τους δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση ως αναφέρει. (βλ. Τεκμήριο 8). Υπό το φως των πιο πάνω ο ομνύσας αναφέρει ότι δυστυχώς είναι πεπεισμένος ότι λόγω του προβλήματος υπερκατανάλωσης ποτού, ο καθ' ου η αίτηση θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που περιέγραψε ανωτέρω και ουδέποτε θα πάψει να θεωρεί το συγκεκριμένο πρακτορείο ως δικό του ή έστω δικό τους με την Μαρία Κυριάκου. Είναι επίσης πεπεισμένος ότι κανένας νέος υπάλληλος της αιτήτριας δεν θα παραμένει για πολύ στο συγκεκριμένο πρακτορείο, λόγω της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση. Όπως εν τέλει υποστηρίζει εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, στην πράξη η αιτήτρια δεν θα μπορεί να λειτουργεί το πρακτορείο, γιατί κανένας υπάλληλος δεν θα παραμείνει για πολύ με την παρουσία του καθ' ου η αίτηση, τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του, ενώ δεν θα παραμείνουν αρκετοί πελάτες για να μη ζημιώνει συνεχώς η αιτήτρια από τη λειτουργία του πρακτορείου. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επισημαίνει ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση, ενοχλεί τους υπόλοιπους πελάτες, οι οποίοι συχνά εκφράζουν παράπονα για τα συμβαίνοντα και την ένταση που επικρατεί, και αποχωρούν από το πρακτορείο ζημιώνοντας ανεπανόρθωτα την αιτήτρια. Είναι η θέση του ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο καθ' ου η αίτηση με τη συμπεριφορά του θα συνεχίσει να εκδιώχνει πελάτες, ζημιώνοντας συνεχώς την εταιρεία και θα συνεχίσει να εισπράττει τα ποσά από τα στοιχήματα στη μηχανή στοιχημάτων της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας και τη σχετική προμήθεια και δεν θα καταβάλλει προς την αιτήτρια τα συμφωνηθέντα ποσά. Επίσης είναι η θέση του ότι η ζημιά την οποία υφίσταται η αιτήτρια ως εκ της συμπεριφοράς και ενεργειών του καθ' ου η αίτηση είναι τέτοια, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με αποζημιώσεις. Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25/10/2016 ο ομνύσας αναφέρει σε σχέση με τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι το υποστατικό ενοικιάσθηκε αποκλειστικά επ' ονόματι του κατά ή περί την 23/2/2009, ότι το υποστατικό από τον Σεπτέμβριο του 2014, είναι ενοικιασμένο αποκλειστικά επ' ονόματι της αιτήτριας και επισυνάπτει σχετικά αντίγραφο του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ως Τεκμήριο Α. Όπως αναφέρει η κατοχή του υποστατικού παραδόθηκε από τον Ιδιοκτήτη ελεύθερη στην αιτήτρια, η οποία έκτοτε καταβάλλει το ενοίκιο. Περαιτέρω αναφέρει ότι όπως πληροφορείται ο καθ' ου η αίτηση προτού το υποστατικό ενοικιαστεί στην αιτήτρια, είχε προβλήματα με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού, που οδηγήθηκαν σε αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Επίσης απορρίπτει τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι αυτός και η σύζυγος του λειτουργούν νόμιμη επιχείρηση στο εν λόγω υποστατικό, γεγονός το οποίο ως αναφέρει είναι παντελώς αναληθές. Όπως υποστηρίζει ο καθ' ου η αίτηση, πριν την απόλυση του, όπως και η σύντροφος του Μαρία Κυριάκου, δεν λειτουργούσαν από το Σεπτέμβριο του 2014 οποιαδήποτε επιχείρηση στο υποστατικό ή έστω εντός του υποστατικού, αντιθέτως, ήταν και οι δύο εργοδοτούμενοι της αιτήτριας και παραπέμπει στα Τεκμήρια 1 και 5 της αρχικής του ένορκης δήλωσης, ημερ. 6/10/2016 που είναι οι συμφωνίες εργοδότησης τους. Επισημαίνει επίσης ότι όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 13 του Τεκμηρίου 1 στην ένορκη δήλωση ημερ. 6/10/2016, η κα Μαρία Κυριάκου θα διέθετε ως προϋπόθεση εργοδότησης της, τη μηχανή στοιχημάτων της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας και θα λάμβανε το 25% επί των καθαρών προμηθειών. Ως προς το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς υπερκατανάλωσης αλκοόλ κλπ, ο κ. Κούσιος εμμένει στις θέσεις του ως η αρχική του ένορκη δήλωση και επισυνάπτει φωτογραφίες από τις κάμερες ασφαλείας εντός του πρακτορείου, επεξηγώντας ότι ο ίδιος έχει πρόσβαση προσωπικά στο σύστημα αυτό, ως αξιωματούχος της αιτήτριας. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια προέβη σε αλλαγή της κλειδαριάς και όχι σε κλείσιμο της επιχείρησης της, αναφέρει ότι αυτό είναι αναληθές, και εμμένει στη θέση του ότι το πρακτορείο όντως έκλεισε και δεν λειτουργούσε εφόσον δεν δεχόταν οποιοδήποτε στοίχημα την εβδομάδα που απουσίαζε ο ίδιος και ο κ. MacManus στο εξωτερικό. Για το εν λόγω γεγονός, όπως αναφέρει, ενημερώθηκε γραπτώς και η Αρχή Στοιχημάτων με επιστολή προς αυτή, ημερομηνίας 4/10/2016, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ. Όπως αναφέρει το πρακτορείο επαναλειτούργησε στις 8/10/2016 μετά την πρόωρη επιστροφή του κ. MacManus από το ταξίδι του. Όπως επίσης αναφέρει η αλλαγή της κλειδαριάς του υποστατικού έγινε για το μοναδικό λόγο ότι οι υπάλληλοι που παραιτήθηκαν έφυγαν χωρίς να παραδώσουν τα κλειδιά του Πρακτορείου που κατείχαν και τα ταμεία περιείχαν λεφτά από στοιχήματα που αποδέχτηκε το Πρακτορείο. Χωρίς επιλογή, ως αναφέρει και χωρίς να υπάρχει κάποιος με κλειδιά που μπορούσαν να εμπιστευτούν, εφόσον όπως προανάφερε ο ίδιος και ο κ. MacManus απουσίαζαν, ο κ. MacManus έδωσε εντολή για αλλαγή της κλειδαριάς. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι ο ίδιος έχει νόμιμη εξουσιοδότηση από τη σύντροφο του Μαρία Κυριάκου για λειτουργία της μηχανής Ιπποδρομιών, όπως επίσης και για διεξαγωγή ξεχωριστής επιχειρηματικής δραστηριότητας, αναφέρει ότι αυτά δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο ψευδή. Συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι με βάση το Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης ημερ. 6/10/2016, είναι ξεκάθαρο, ότι η λειτουργία της μηχανής από την κα Μαρία Κυριάκου ήταν όρος της συμφωνίας εργοδότησης της από την αιτήτρια και ότι η λειτουργία της μηχανής Ιπποδρομιών, δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό εντός του Πρακτορείου. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται με βάση τη συμφωνία εργοδότησης Τεκμήριο 5 που αναφέρεται πιο πάνω, θα έπρεπε να καταβάλει στην αιτήτρια το 75% επί των καθαρών προμηθειών από τα στοιχήματα της Λέσχης Ιπποδρομιών στο πρακτορείο, κάτι που από τον Δεκέμβριο του 2014 δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα. Μετά τη μη καταβολή των προμηθειών, η αιτήτρια απαίτησε να της δοθούν οι λογαριασμοί που αφορούσαν την μηχανή, κάτι που δεν έγινε ποτέ μέχρι και σήμερα. Ως προς τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι εάν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα θα σημαίνει την οικονομική καταστροφή και κλείσιμο της επαγγελματικής τους επιχείρησης και ότι δεν είναι δυνατό να λειτουργήσουν σε κάποιο άλλο υποστατικό, αναφέρει ότι αυτά είναι αναληθή και επαναλαμβάνει ότι ουδέποτε η κα Μαρία Κυριάκου ή ο καθ' ου η αίτηση δεν λειτουργούσαν ξεχωριστά επιχειρηματική δραστηριότητα στο υποστατικό της αιτήτριας, αλλά ήσαν και οι δύο εργοδοτούμενοι της. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρει ότι η αιτήτρια έχει ειδοποιήσει την κα Μαρία Κυριάκου ότι δεν επιτρέπει τη λειτουργία της μηχανής της Λέσχης Ιπποδρομιών στο πρακτορείο της. Επίσης αναφέρει ότι η κα. Μαρία Κυριάκου μπορεί να μεταφέρει, εφόσον αιτηθεί στη Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας, τη μηχανή της σε κάποιο άλλο χώρο για να λειτουργήσει και να αποδέχεται στοιχήματα σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας. Τονίζει επίσης ότι η αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 19/5/2016, (βλ. Τεκμήριο ΣΤ), έφερε σε γνώση της κας Μαρίας Κυριάκου την κατάσταση και ότι γνώριζε την κοροϊδία της προς την αιτήτρια και της ζήτησε όπως παραδώσει της αιτήτριας τους λογαριασμούς της μηχανής Ιπποδρομιών και να δώσει εξηγήσεις για τις πράξεις της. Μετέπειτα εφόσον συνεχίστηκε η κατάσταση στάληκε νέα επιστολή προς την κα Μαρία Κυριάκου την 10/10/2016, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ζ, με την οποία και πάλι ζητείται από την κα Μαρία Κυριάκου να προσκομίσει τους λογαριασμούς της μηχανής Ιπποδρομιών, πράγμα που και πάλι δεν έπραξε, με συνέπεια η αιτήτρια να αποστείλει νέα επιστολή την 18/10/2016 που την πληροφορεί ότι τερματίζεται η λειτουργία της εν λόγω μηχανής στο Πρακτορείο και ότι μπορεί να την παραλάβει όποτε αυτή θελήσει. Ως προς τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι έχει συνεισφέρει ουσιαστικά στην αύξηση των εσόδων της επιχείρησης, αναφέρει ότι ακόμη και αν αληθεύει αυτό, δεν διαγράφει το γεγονός ότι στο τέλος λόγω της συμπεριφοράς του καταστρέφει τα πάντα. Ως προς τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι προέβη σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό για παράνομη επέμβαση και αλλαγή της κλειδαριάς, επαναλαμβάνει ότι το υποστατικό ενοικιάζεται από την αιτήτρια και είναι στην κατοχή της, και όχι στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω ως αναφέρει δεν είναι ο καθ' ου η αίτηση που είχε τα κλειδιά αλλά η κα Μαρία Κυριάκου, ως εργοδοτούμενη της αιτήτριας, στην οποία θα δοθούν τα νέα κλειδιά εάν και εφόσον επιστρέψει για εργασία στο Πρακτορείο. Ως αναφέρει δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί άτομο που δεν έχει σχέση με την αιτήτρια θα πρέπει να έχει κλειδιά για το Πρακτορείο ή να μπορεί να εισέλθει στο Πρακτορείο οποτεδήποτε επιθυμεί. Τονίζει δε ότι ουδέποτε είχαν επίσημη ενημέρωση είτε από την κα Μαρία Κυριάκου είτε από τη Λέσχη Ιπποδρομιών ότι ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να λειτουργεί τη μηχανή της Λέσχης Ιπποδρομιών. Όπως δε αναφέρει, η ισχυριζόμενη εξουσιοδότηση προς τον καθ' ού η αίτηση ήρθε σε γνώση τους για πρώτη φορά με την ένσταση του καθ' ου η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνει ότι η αιτήτρια έχει πλέον τερματίσει τη χρήση της μηχανής στοιχημάτων της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας στο Πρακτορείο της. Ως προς τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια μπορεί να προβεί σε διαμόρφωση ή διαχωρισμό χώρων έκαστης επιχείρησης, αναφέρει ότι αν και η διαμόρφωση και ο διαχωρισμός δεν είναι κάτι το αδύνατο, εντούτοις ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι άτομο εμπιστοσύνης ή άτομο που απ' ότι φαίνεται μπορεί να βρίσκεται μέσα στο Πρακτορείο χωρίς να δημιουργεί προβλήματα, γεγονός που όπως ανέφερε, φαίνεται από το βίντεο και τις λήψεις από τις κάμερες ασφαλείας και σε κάθε περίπτωση τονίζει ότι η αιτήτρια δεν προτίθεται να πράξει κάτι τέτοιο. Επίσης αναφέρει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι ο ιδιοκτήτης/δικαιούχος της μηχανής στοιχημάτων της Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας. Δικαιούχος/ιδιοκτήτης είναι η Μαρία Κυριάκου, η οποία μπορεί να διόριζε εάν επιθυμούσε άλλο εκπρόσωπο της. Επίσης αναφέρει ότι ο καθ' ού η αίτηση ποτέ δεν χειρίστηκε τη συγκεκριμένη μηχανή αλλά υπήρχε υπάλληλος που τη χειριζόταν, κάτι που είχε δημιουργήσει και θέματα για το τί θεωρείτο καθαρό ποσοστό. Ως εκ των ανωτέρω και επειδή ως επαναλαμβάνει η ζημιά η οποία υφίσταται η αιτήτρια ως εκ της συμπεριφοράς και ενεργειών του καθ' ου η αίτηση, είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με αποζημιώσεις, αιτείται ως η αίτηση. Με την τελευταία συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερ. 1/11/2016, ο ομνύσας για την αιτήτρια κ. Κούσιος, στην ουσία αρνείται τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση με τους οποίους ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι το επίδικο υποστατικό είχε υπενοικιασθεί δυνάμει υπενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 11/7/2014 προς όφελος της συντρόφου του κας Κυριάκου, αφού όπως ο κ. Κούσιος αναφέρει το εν λόγω υπενοικιαστήριο έγγραφο είχε ακυρωθεί με συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 11/8/2014 το οποίο και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «Α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η Αιτήτρια δεν έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά εις την Ενάγουσα - Αιτήτρια. Β) Τυχόν οριστικοποίησης του εκδοθέν διατάγματος θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις εις τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση. Η έκδοση και/ή η συνέχιση σε ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος έχει ήδη προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή αδικία και/ή θα συνεχίζει να προκαλεί καταπίεση και αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο - Καθ'ου η αίτηση. Γ) Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει έρθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια (he who comes to equity must come with clean hands), καθότι απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Σεβαστό Δικαστήριο και το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Δ) Η Ενάγουσα - Αιτήτρια εμποδίζεται και/ή κωλύεται να ζητά και/ή να δικαιούται στις θεραπείες που αιτείται και η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά μεγαλύτερη από την ισχυριζόμενη βλάβη της Αιτήτριας. Ε) Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται εις την παρούσα αίτηση, καθότι τα κριτήρια που θέτει ο Νόμος δεν ικανοποιούνται διά την έκδοση των διαταγμάτων. ΣΤ) Η Μονομερής αίτηση της Αιτήτριας και το εκδοθέν Διάταγμα ημερομηνίας 07/10/2016 υπόκεινται σε απόρριψη και ακύρωση, καθότι παραβιάζουν τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ζ) Η Αιτήτρια απέκρυψεν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Σεβαστό Δικαστήριο με σκοπό εξαπάτησης του Δικαστηρίου ώστε να πετύχει την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Η) Η Αιτήτρια απέτυχεν να αποδείξει την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης εις αυτή ανεπανόρθωτη ζημιά, σε περίπτωση που δεν γίνει απόλυτο το εκδοθέν αιτούμενο Διάταγμα. Θ) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να γίνει απόλυτο το εκδοθέν Διάταγμα. I) Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι σε περίπτωση οριστικοποίησης του εκδοθέν Διατάγματος θα ισοδυναμεί με την εκδίκαση της αγωγής και την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ότι ο Καθ'ου η αίτηση έχει διαπράξει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Κ) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή και έχουν ως σκοπό να παραπλανήσουν το Σεβαστό Δικαστήριο διά την οριστικοποίηση του Διατάγματος.» Η ένσταση συνοδεύεται από 9 ένορκες δηλώσεις. Οι 8 είναι στην ουσία πανομοιότυπες και πρόκειται για ένορκες δηλώσεις των Νίκου Λοϊζου, Αλέξανδρου Κρητικού, Σταύρου Κοτζιάπασιη, Μενέλαου Δαμιανού, Κυριάκου Χ''Μιχαήλ, Σωκράτη Ζαβρού, Κώστα Παπαθανασίου και Νίκου Μακρυγιώργη, οι οποίοι ως αναφέρουν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τους, ήταν θαμώνες του επίδικου πρακτορείου στοιχημάτων επί της Λεωφόρου Αρχαγγέλου 46, Παρισινός. Όπως επίσης αναφέρουν κατά τους τελευταίους μήνες (κάποιοι από αυτούς κάνουν αναφορά σε 5-6 μήνες, κάποιοι σε 2-3 μήνες) δεν είναι πλέον θαμώνες του εν λόγω πρακτορείου για διάφορους λόγους οι οποίοι όμως, όπως αναφέρουν, σε καμία περίπτωση σχετίζονται με τη συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω αναφέρουν ότι όσες φορές είχαν επισκεφθεί το εν λόγω πρακτορείο, ουδέποτε διαπίστωσαν οποιαδήποτε ασύγγνωστη και ανεπίτρεπτη συμπεριφορά από μέρους του καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω η ένσταση συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση καθώς και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του τελευταίου, η οποία καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας. Με την αρχική ένορκη δήλωση του ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι η γνώση του για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προέρχεται από προσωπική του εμπλοκή και προσωπική του γνώση και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Επί της ουσίας ο καθ' ου η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς του κ. Κούσιου και αναφέρει ότι ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα υπόκεινται σε απόρριψη λόγω έκδηλης παρανομίας και ή παράλειψης της αιτήτριας να συμμορφωθεί με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και πως η αίτηση είναι παράτυπη και στερείται νομικού υποβάθρου. Ο καθ' ου η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για την αιτήτρια με τους οποίους ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια διατηρεί δικό της πρακτορείο στοιχημάτων στο επίμαχο υποστατικό και πως δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 27/10/2014 προσέφερε εργασία στον καθ' ου η αίτηση με όρους αυτούς που αναφέρει ο κ. Κούσιος και ότι ο ίδιος παραβίαζε τους όρους αυτούς για τους λόγους που αναφέρει ο κ. Κούσιος. Αναφέρει μάλιστα ότι η αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο και εσκεμμένα δεν αποκάλυψε τα πραγματικά γεγονότα. Όπως υποστηρίζει το υποστατικό το οποίο λειτουργεί ως πρακτορείο και βρίσκεται επί της Λεωφ. Αρχαγγέλου 46, περιοχή Παρισσινός της επαρχίας Λευκωσίας, αποτελεί υποστατικό το οποίο αρχικά είχε ενοικιασθεί επ' ονόματι του, ως επίσης και της συντρόφου του, Μαρίας Κυριάκου. Επισυνάπτει δε σχετικά ως Τεκμήριο Α αντίγραφο Ενοικιαστήριου Εγγράφου ημερομηνίας 26/07/
  6. Μετέπειτα, ως αναφέρει, το επίδικο υποστατικό ενοικιάσθηκε αποκλειστικά επ' ονόματι του κατά ή περί τις 23/02/
  7. Επισυνάπτει δε σχετικά το Τεκμήριο Β (αντίγραφο του Ενοικιαστήριου εγγράφου ημερομηνίας 23/02/2009). Τονίζει επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύντροφος του λειτουργούσαν το επίδικο υποστατικό ως πρακτορείο αποδοχής στοιχημάτων. Τονίζει περαιτέρω ότι η σύντροφος του Μαρία Κυριάκου είχε συνάψει γραπτή συμφωνία με τη Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας, με την οποία διορίσθηκε ως νόμιμος αντιπρόσωπος της Αρχής, διά την αποδοχή στοιχημάτων. Επισυνάπτει αντίγραφο της σχετικής σύμβασης που επικαλείται ως Τεκμήριο Γ. Όπως υποστηρίζει ως εκ των άνω, διαπιστώνεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύντροφος του λειτουργούν νόμιμη επιχείρηση στο εν λόγω υποστατικό από το έτος 2006 μέχρι την ημερομηνία που εκδόθηκε το απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση αρνείται κατηγορηματικά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της αιτήτριας, περί ασύγγνωστης συμπεριφοράς του, ως επίσης και τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί υπερκατανάλωσης αλκοόλ από τον ίδιο, ενώ δεν αποδέχεται ούτε ότι επέδειξε ή εκδήλωσε υβριστική και βίαια συμπεριφορά στους θαμώνες και εργοδοτούμενους της αιτήτριας. Περαιτέρω ο ομνύσας αρνείται κατηγορηματικά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ότι οι υπάλληλοι της αιτήτριας παραιτήθηκαν ένεκα της συμπεριφοράς του και υποστηρίζει ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι ψευδείς, ανυπόστατοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τονίζει δε ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της αιτήτριας διαψεύδονται από ανεξάρτητη μαρτυρία, ήτοι από τις άλλες ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση. Πέραν των πιο πάνω υποστηρίζει ότι η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και δεν προέβη σε κλείσιμο της επιχείρησης, αλλά προέβη σε αλλαγή κλειδαριάς ώστε να αποτρέψει την είσοδο του, ως επίσης και άλλων υπαλλήλων στο εν λόγω υποστατικό. Περαιτέρω, τονίζει ότι η παρουσία του στο επίδικο υποστατικό γίνεται αποκλειστικά για επαγγελματικούς λόγους και με νόμιμη εξουσιοδότηση της συντρόφου του κας Μαρίας Κυριάκου. Επίσης επισημαίνει ότι αναγκάζεται να επισκέπτεται καθημερινά το εν λόγω υποστατικό για επαγγελματικούς σκοπούς, αφού όπως έχει προαναφέρει η σύντροφος του η κα Μαρία Κυριάκου, λειτουργεί ξεχωριστή επιχειρηματική δραστηριότητα, ήτοι η αποδοχή στοιχημάτων η οποία λειτουργεί νόμιμα στο επίδικο υποστατικό τα τελευταία 11 και πλέον έτη. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο Δ τις τελευταίες, ως αναφέρει, εκδοθείσες μηνιαίες άδειες. Τονίζει δε ότι τα Πιστοποιητικά Άδειας Αντιπροσωπείας της Αρχής Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας ανανεώνονται ανά μήνα, όπως αυτό βεβαιώνεται από έγγραφη Βεβαίωση της αρμόδιας Αρχής, και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ε αντίγραφο βεβαίωσης από τη Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ημερομηνίας 14/10/
  8. Είναι επίσης η θέση του στη βάση συμβουλής από τους δικηγόρους του ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, που επιζητούνται με τις θεραπείες Β και Γ της υπό εξέτασης αίτησης, ως επίσης δεν είναι ορθό και δίκαιο να συνεχίσει να ισχύει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, διότι όπως αναφέρει τυχόν οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος θα σημαίνει την οικονομική τους καταστροφή και ουσιαστικά το κλείσιμο της επαγγελματικής επιχείρησης που διατηρεί μαζί με τη σύντροφο του στο εν λόγω υποστατικό. Περαιτέρω αναφέρει ότι η επαγγελματική επιχείρηση που διατηρεί στο εν λόγω υποστατικό με τη σύντροφο του τα τελευταία 11 και πλέον έτη συνεπάγεται ότι έχουν κύκλο εργασίας και εισοδήματα, και περαιτέρω τονίζει πως έχουν επενδύσει κεφάλαια αφού όπως αναφέρει για την έκδοση της άδειας και αντιπροσωπείας έχουν προσφέρει τραπεζική εγγυητική ύψους €20.000, ενώ έχουν επίσης προβεί σε αγορά εξοπλισμού. Όπως επίσης υποστηρίζει δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν και να διεξάγουν αποδοχή στοιχημάτων σε άλλο υποστατικό καθότι υπάρχουν περιορισμοί από την αρμόδια αρχή στον αριθμό υποστατικών αποδοχής στοιχημάτων, ως επίσης και περιορισμοί αποστάσεων μεταξύ αδειούχων υποστατικών. Τέλος τονίζει ότι η πελατεία που έχουν αποκτήσει δεν είναι εύκολο να τους ακολουθήσει σε άλλη μακρινή απόσταση από το επίδικο υποστατικό. Είναι επίσης η θέση του ότι η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της συντρόφου του Μαρίας Κυριάκου και είναι το υπεύθυνο αρμόδιο πρόσωπο για τη λειτουργία της μηχανής αποδοχής στοιχημάτων της αρμόδιας Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας. Επισυνάπτει προς υποστήριξη της θέσης του αυτής το Τεκμήριο ΣΤ, εξουσιοδότηση από τη σύντροφο του προς τον ίδιο. Είναι η θέση του ότι η παρουσία και εξουσιοδότηση του για τη λειτουργία μηχανής αποδοχής στοιχημάτων έχει γνωστοποιηθεί γραπτώς και «πληροφορικός» στην αρμόδια Αρχή χωρίς ένσταση και ανάκληση της άδειας από την Αρμόδια Αρχή. Είναι η θέση του ότι η αρμόδια Αρχή όπως και η αιτήτρια γνωρίζει ότι η σύντροφος του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και νοσηλεύεται από τον Ιούνιο του 2016 στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, αφού πάσχει από την Νόσο ή σύνδρομο Devic. Επισυνάπτει δε ιατρική έκθεση ως Τεκμήριο Ζ. Είναι η θέση του ότι όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, εκείνο που είναι υψίστης σημασίας, είναι ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος έχει ουσιαστικά τερματίσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Ενώ σε περίπτωση συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, αυτό θα σημαίνει το τελικό κλείσιμο της επιχείρησης τους, αφού το εκδοθέν διάταγμα απαγορεύει την είσοδο του στο εν λόγω υποστατικό εντός του οποίου βρίσκεται η επιχείρηση τους. Τονίζει δε ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει η επιχείρηση τους, αφού το εκδοθέν διάταγμα αφορά ολόκληρο το υποστατικό. Υπογραμμίζει επίσης ότι το εκδοθέν διάταγμα έχει αποκλείσει την πρόσβαση τους στη μηχανή και το χώρο που λειτουργούν την επιχείρηση τους, με συνέπεια να παραβιάζονται τα Συνταγματικά τους δικαιώματα για απόλαυση της ιδιοκτησίας τους. Είναι η θέση του ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα και είναι όπως υποστηρίζει άδικο να συνεχίσει να ισχύει το εκδοθέν διάταγμα, καθότι η αιτήτρια λειτουργεί επιχείρηση μόνο από τον Οκτώβρη του 2014, ενώ η δική τους επιχείρηση λειτουργεί από το
  9. Επίσης υποστηρίζει ότι η αιτήτρια έχει επωφεληθεί από τη λειτουργία της επιχείρησης τους εντός του επίδικου υποστατικού και η επιχείρηση τους έχει συνεισφέρει ουσιαστικά στην αύξηση των εσόδων της επιχείρησης της αιτήτριας. Παραδέχεται ότι έχει προβεί σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, εντούτοις όμως όπως αναφέρει η καταγγελία του αφορούσε την παράνομη επέμβαση στο εν λόγω υποστατικό και την παράνομη αλλαγή της κλειδαριάς. Τονίζει δε ότι κατείχε τα κλειδιά νόμιμα για την είσοδο του στο εν λόγω υποστατικό και η αιτήτρια προέβη στην αλλαγή της κλειδαριάς χωρίς τη συγκατάθεση του. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω και στη βάση των όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, υποστηρίζει ότι είναι αναγκαίο να διατηρηθεί το Status Quo και να διατηρηθούν τα δεδομένα όπως είχαν πριν την έκδοση του διατάγματος. Εν κατακλείδι είναι η θέση του, ότι δεν ήταν αναγκαία η έκδοση του διατάγματος, αφού η αιτήτρια θα μπορούσε να προβεί σε διαχωρισμό χώρων ή διαμόρφωση του χώρου για να στεγάζει την κάθε επιχείρηση. Υπό το φως των πιο πάνω αναφέρει ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για συνέχιση της ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και ως εκ τούτου αιτείται την απόρριψη της επίδικης αίτησης και την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας. Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση αρνείται τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί ενοικίασης του επίδικου υποστατικού αποκλειστικά από την ίδια και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α αντίγραφο Υπενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερ. 11/7/2014 προς τη σύντροφο του. Αναφέρει συναφώς ότι είχε νόμιμο δικαίωμα να εισέρχεται στο επίδικο υποστατικό και η ενάγουσα όφειλε να προβεί σε έξωση της συντρόφου του και του ιδίου με βάση τη σύμβαση υπενοικιάσεως που επικαλείται ώστε να αποκτήσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου υποστατικού. Επίσης αναφέρει ότι η βάση της καταχωρηθείσας αγωγής, που είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού υπάρχει νόμιμη συμφωνία υπενοικιάσεως στη σύντροφο του. Επίσης επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του περί διατήρησης επιχείρησης στο υποστατικό από τον ίδιο και τη σύντροφο του καθώς και τη θέση του ότι η αιτήτρια δε σταμάτησε να λειτουργεί την επιχείρηση, αλλά μόνο προέβη σε αλλαγή κλειδαριάς. Επίσης αναφέρει ότι ο ίδιος πριν την αλλαγή της κλειδαριάς είχε κλειδιά εις γνώση της αιτήτριας γεγονός που καταδεικνύει ότι είχε νόμιμο δικαίωμα να εισέρχεται στο επίδικο υποστατικό. Επίσης αρνείται ότι οι υπάλληλοι της αιτήτριας παραιτήθηκαν εξ αιτίας του ίδιου και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ ένορκη δήλωση πρώην υπαλλήλου της αιτήτριας ημερ. 21/10/2016, η οποία, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Πέραν των πιο πάνω κάνει αναφορά στις καταστροφικές συνέπειες που έχει για τον ίδιο και τη σύντροφο του η συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, και ότι κατ' αντίθεση η αιτήτρια εάν επιτύχει κατά την εκδίκαση της αγωγής μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα κάτι που εν πάση περιπτώσει αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Επίσης υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατό να μετακινηθεί η επιχείρηση τους σε άλλο υποστατικό καθότι στο εν λόγω υποστατικό λειτουργούσαν την επιχείρηση τους εδώ και 11 χρόνια και ότι είναι αναγκαίο να διατηρηθεί το status quo ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί την επιχείρηση τους η οποία ευρίσκεται σε συγκεκριμένο και καθορισμένο χώρο εντός του επίδικου υποστατικού, χωρίς να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επιχείρηση της αιτήτριας. Επίσης επαναλαμβάνει ότι ο ίδιος και η σύντροφος του λειτουργούν νόμιμη και ανεξάρτητη επιχείρηση στο υποστατικό και προς υποστήριξη της θέσης του αυτής επισυνάπτει βεβαίωση της Λέσχης Ιπποδρομιών ημερ. 25/10/2016 (βλ. Τεκμήριο Β). Η διαδικασία Και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομοθεσία και νομολογία και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών γίνεται κατωτέρω στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της αίτησης. Νομική Πτυχή Κρίνω ορθό όπως αρχίσω την εξέταση της υπό κρίση αίτησης από το ζήτημα της παρατυπίας της ενόρκου δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, το οποίο ήγειρε η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση με την αγόρευση της. Συγκεκριμένα ήταν η θέση της ότι ο τίτλος της αρχικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 6/10/2016, στη βάση της οποίας εξεδόθη στην ουσία το επίμαχο διάταγμα, είναι διαφορετικός από τον τίτλο στην αίτηση και στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, γεγονός που την καθιστά παράτυπη αφού δεν πληρεί τα προαπαιτούμενα της Δ.
  10. Κατ' επέκταση ήταν η εισήγηση της ότι και το διάταγμα πάσχει εφόσον λήφθηκε δυνάμει παράτυπης ένορκης δήλωσης. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι δεν τέθηκε θέμα εσφαλμένου ονόματος της ενάγουσας ως εμφανίζεται στο κλητήριο ένταλμα, παρά μόνο η εισήγηση αφορούσε το γεγονός ότι ο τίτλος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, διαφέρει από αυτόν της αγωγής και της αίτησης, καθιστώντας έτσι την ένορκη δήλωση παράτυπη. Προτού προχωρήσω στην εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος με έχει απασχολήσει το κατά πόσον τέτοιο ζήτημα εγείρεται με την ένσταση. Και τούτο διότι αποτελεί υποχρέωση κάθε ενιστάμενου προσώπου η συμμόρφωση με τις διατάξεις της Δ.48 Θ. 4

(1)ως τροποποιήθηκε στις 23/12/1999 και η οποία προβλέπει ότι κάθε «Ειδοποίηση Ένστασης» θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47 και «θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης». Όπως δε έχει νομολογηθεί οι πρόνοιες της διαταγής αυτής είναι επιτακτικές. Σχετικά παραπέμπω στην την υπόθεση Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «... Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» (η έμφαση είναι δική μου) (βλ. επίσης και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου v. Χρίστου Χαρίδη
(2011)1Β Α.Α.Δ 825) Από τα πιο πάνω προκύπτει πως ο κάθε διάδικος που ενίσταται οφείλει να εξειδικεύει τους λόγους που θα προβάλει στην ένσταση του και δεσμεύεται από αυτούς. Ακόμα δε και αν προκύπτουν λόγοι ένστασης μέσα από ισχυρισμούς γεγονότων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους εξετάσει εάν δεν εγείρονται κατά τρόπο σύμφωνο προς τις επιτακτικές διατάξεις της Δ.48 Θ.4
(1)(βλ. Χαρίδη ανωτέρω). Έχω ανατρέξει στους λόγους ένστασης και ο μοναδικός λόγος ένστασης που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει κάποια σχέση με το ζήτημα που ηγέρθη, είναι ο λόγος ένστασης «ΣΤ» με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι «Η Μονομερής αίτηση της Αιτήτριας και το εκδοθέν Διάταγμα ημερομηνίας 07/10/2016 υπόκεινται σε απόρριψη και ακύρωση, καθότι παραβιάζουν τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας». Όμως ο πιο πάνω λόγος ένστασης κατ' αρχάς αναφέρεται μόνο στην αίτηση και το διάταγμα και όχι στην ένορκη δήλωση. Ανεξαρτήτως τούτου κάνει αναφορά γενικά σε παραβίαση θεσμών χωρίς να τους συγκεκριμενοποιεί και χωρίς να κάνει πουθενά αναφορά σε παρατυπία της ένορκης δήλωσης ή έστω σε παρατυπία, στη δε νομική βάση της ένστασης δεν περιέχεται καν η Δ.39 που αφορά τη σύνταξη των ενόρκων δηλώσεων και προς την οποία ο καθ' ου η αίτηση συσχέτισε την παρατυπία που επικαλείται. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι με τη διατύπωση του λόγου ένστασης ΣΤ, ο καθ' ου η αίτηση δε δύναται να θεωρηθεί ότι εκπλήρωσε το καθήκον του, να πληροφορήσει τον αντίδικο και το Δικαστήριο ότι προτίθεται να εγείρει ζήτημα παρατυπίας του τίτλου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Συναφώς και σε συνάρτηση με τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, θεωρώ ότι τέτοιος λόγος ένστασης δεν έχει εξειδικευθεί σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48. Θ.4
(1)για να τίθεται θέμα εξέτασης του και συνακόλουθα δεν προτίθεμαι να εξετάσω τέτοιο ζήτημα. Το επόμενο ζήτημα που κρίνω ορθό να εξετάσω είναι το ζήτημα της καθυστέρησης[1] που ήγειρε η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση με την αγόρευση της και το οποίο συνάρτησε προς το ζήτημα της ανάληψης δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, εν ολίγοις με το ζήτημα του κατεπείγοντος. Κρίνω δε ορθό όπως το εξετάσω πριν υπεισέλθω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, διότι ως έχει πολλάκις νομολογηθεί, για να τίθεται θέμα έκδοσης διατάγματος σε μονομερή βάση κατ' επίκληση του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, πρέπει να καταδειχθεί, ως θέμα δικαιοδοτικό, ότι το ζήτημα είναι κατεπείγον ή ότι συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις[2]. Η δε έλλειψη αυτού του υποβάρθου αποτελεί ανεξάρτητο λόγο ακύρωσης (βλ. σύγγραμμα «Διατάγματα-Injunctions» Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη,
(2016)σελ.19, Stavros Hotel Apartments Ltd κ.α. (Νο. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ 836, Αραβής, Πολιτική Αίτηση Αρ. 101/99 ημερ. 4/8/99, Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου Πολ. Εφ. 52/10, ημερ. 19/3/2014[3]). Άλλωστε στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου v. Martin Coward Πολ. Έφεση 3/2011 και 4/2011 ημερ. 15/1/2013, αναφέρθηκε ρητώς ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Η πλευρά της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι δεν έχει εγερθεί με την ένσταση ζήτημα καθυστέρησης ή ζήτημα κατεπείγοντος για να τίθεται θέμα εξέτασης του. Η επιτακτική υποχρέωση ενιστάμενου προσώπου να εξειδικεύσει τους λόγους ένστασης του ούτως ώστε να γνωρίζει και ο αντίδικος του και το Δικαστήριο ποια ζητήματα θα εγερθούν, έχει επεξηγηθεί ανωτέρω. Πρέπει δε να λεχθεί ότι πράγματι δεν υπάρχει κανένας λόγος ένστασης που να πραγματεύεται το ζήτημα του κατεπείγοντος ή της καθυστέρησης με οποιοδήποτε τρόπο για να τίθεται θέμα εξέτασης του. Το γεγονός και μόνον ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο δε δικαιολογεί κατά την κρίση μου, παρέκκλιση από τα όσα επιτάσσει η Δ.48 Θ. 4
(1), η οποία ως έχει ήδη λεχθεί επιβάλλει την εξειδίκευση όλων των λόγων ένστασης στο σώμα της ένστασης. Υποστήριξη για αυτή μου την κατάληξη αντλώ από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Favero General Trading Ltd.κ.α. v. Medousa Constructions Ltd
(2012)1Γ Α.Α.Δ.2476, Global Maritime Services Ltd κ.α. v. Bulcom Ltd Πολιτική Έφεση 6/10 ημερ. 21/3/2013 όπου το Εφετείο δεν εξέτασε το ζήτημα του κατεπείγοντος, παρόλο ότι αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, επειδή δεν είχε εγερθεί πρωτοδίκως και επομένως θεωρώ πως ούτε και πρωτοδίκως μπορεί να εξετάζεται χωρίς να εγείρεται με τον ορθό δικονομικά τρόπο. Επομένως όλοι οι συναφείς με το ζήτημα αυτό ισχυρισμοί στην αγόρευση του καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να αγνοηθούν. Εάν όμως ήθελε θεωρηθεί ότι το ζήτημα αυτό, κατ' αντίθεση με τα όσα πιο πάνω ανέφερα, μπορεί να εξεταστεί είτε ενόψει του ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, είτε στη βάση του γενικού λόγου ένστασης E, με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται γενικά ότι η αιτήτρια δε νομιμοποιείται στην παρούσα αίτηση καθ' ότι τα κριτήρια που θέτει ο νόμος δεν πληρούνται, σημειώνω τα εξής. Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Χριστόδουλος Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1A ΑΑΔ 203: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι πλέον παγιωμένο ότι μόνο εκεί όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο αδύνατη μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση ώστε να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, σ. 207).» Στην υπό εξέταση περίπτωση, η εισήγηση του καθ' ου η αίτηση περί καθυστέρησης ή απουσίας του στοιχείου του κατεπείγοντος, εδράζεται στο ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας χρονολογούνται τουλάχιστον από το Μάρτιο του 2016, ενώ τον Ιούνιο του 2016 παραιτήθηκαν οι πρώτοι τους υπάλληλοι σύμφωνα με τα όσα οι ίδιοι επικαλούνται και επομένως, συνεχίζει η εισηγηση, υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και προώθηση του αιτήματος τους μονομερώς στις 6/10/2016. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, εφόσον από τα ενώπιον μου στοιχεία φαίνεται ότι στο μεσοδιάστημα από την απόλυση του καθ' ου η αίτηση το Μάρτιο του 2016 και την παραίτηση των πρώτων υπαλλήλων της τον Ιούνιο του 2016, η αιτήτρια επιχείρησε να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια προτού αποταθεί στο Δικαστήριο, αφού προσπάθησε να συνεχίσει τις εργασίες της και να εργοδοτήσει νέο προσωπικό. Φαίνεται μάλιστα να αποτάθηκε στο Δικαστήριο όταν τον Οκτώβριο του 2016 η κατάσταση κλιμακώθηκε με τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, που αφορούσαν μεταξύ άλλων την, κατ' ισχυρισμό της αιτήτριας, συνέχιση της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση με αποτέλεσμα την παραίτηση και άλλων υπαλλήλων, το κλείσιμο της επιχείρησης και τη βλάβη στη φήμη με αντίκτυπο τη μείωση των πελατών του πρακτορείου, καθώς και το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση συνέχιζε να καπνίζει και να καταναλώνει αλκοόλ εντός του πρακτορείου, ενώ κάτι τέτοιο απαγορεύεται από το Νόμο με όλες τις συνέπειες που αυτό μπορεί να συνεπάγετο για την ίδια την αιτήτρια. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια είναι ψευδή, σημειώνω κατ' αρχάς ότι το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι ένας μικρός σχετικά αριθμός θαμώνων ή καλύτερα πρώην θαμώνων του πρακτορείου, φέρεται να διαφωνεί με τις θέσεις του κ. Κούσιου[4] ως προς τη συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να εξουδετερώσει ή να αναιρέσει, στο πρώιμο μάλιστα στάδιο που ευρισκόμαστε το υπόβαθρο επί του οποίου εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, ήτοι τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως προβάλλονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του κ. Κούσιου και δη την ένορκη δήλωση 6/10/2016 και οι οποίοι υποστηρίζονται τουλάχιστον εν μέρη και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται, ήτοι τις επιστολές που απεστάλησαν στον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση, κάποιες μάλιστα και σε ανύποπτο χρόνο. Ούτε και η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι ένας εκ των υπαλλήλων παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους και όχι εξ αιτίας του ίδιου του καθ' ου η αίτηση, δύναται να διαφοροποιήσει τα πράγματα και να καταρρίψει το υπόβαθρο στη βάση του οποίου ενεργοποιήθηκε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς. Και τούτο διότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, πέραν από τον ισχυρισμό για παραίτηση των υπαλλήλων της αιτήτριας και κλείσιμο του πρακτορείου, ήταν και οι ισχυρισμοί για βλάβη στη φήμη και μείωση της πελατεία της αιτήτριας λόγω της ισχυριζόμενης από πλευράς αιτήτριας συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών ότι ο καθ' ου η αίτηση, καπνίζει και καταναλώνει αλκοόλ εντός του πρακτορείου και ενθαρρύνει και άλλους να το πράττουν, ενώ κάτι τέτοιο απαγορεύεται από το νόμο, με όλες τις συνέπειες, ιδιαίτερα τις ποινικές, που αυτό μπορεί να έχει για την αιτήτρια. Επομένως δε θεωρώ ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής ή εν πάση περιπτώσει καθυστέρηση τέτοια που να αναιρεί το στοιχείο του καταπείγοντος ούτε και καταδείχθηκε οτιδήποτε το οποίο να μπορεί να αναιρέσει εν γένει το υπόβαθρο στη βάση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα μονομερώς. Πριν την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα της ισχυριζόμενης παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων που εγείρεται με τους λόγους ένστασης υπό στοιχεία Γ και Ζ (ανωτέρω) και τούτο διότι η επιδίωξη θεραπείας μονομερώς επιφορτίζει τον αιτητή να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη, αφού η παράλειψη αποκάλυψης είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται ως ένα είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και επιφέρει την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Τούτο προκύπτει ευθέως από την Πολ. Εφ. Ε6/2014, Αναφορικά με την αίτηση της Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.α., ημερ. 27/2/2015, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο προβαίνοντας σε μια περιεκτική ανασκόπηση της νομολογίας επί του θέματος ανέφερε τα εξής: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953,
  1. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Όπως επίσης εξηγείται στην ίδια απόφαση:
  2. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)).
  1. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων.
  2. Δεν είναι βέβαια κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. (βλ επίσης και Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188, Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D)
  1. Ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με το ζήτημα αυτό εδράζεται σε σειρά από γεγονότα. Πρώτα φαίνεται να εισηγείται ότι η αιτήτρια απέκρυψε το γεγονός της ενοικίασης του υποστατικού προς τον ίδιο δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου 23/2/
  2. Σε σχέση με αυτό σημειώνω ότι η αιτήτρια έφερε σε γνώση του Δικαστηρίου ότι ο καθ' ου η αίτηση παλαιότερα λειτουργούσε το συγκεκριμένο πρακτορείο με άλλη εταιρεία στοιχημάτων, αλλά εν πάση περιπτώσει το ζήτημα αυτό δεν είναι ουσιώδες, εφόσον ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι το γεγονός το οποίο εν τέλει παρέμεινε αδιαμφισβήτητο για τους σκοπούς τουλάχιστον της παρούσας διαδικασίας, ότι από το 2014 το εν λόγω υποστατικό ενοικιάζεται αποκλειστικά η αιτήτρια. Αισθάνομαι μάλιστα την ανάγκη να πω ότι εάν κάποιος είναι «ένοχος» για παράλειψη αποκάλυψης στα πλαίσια αυτά, αυτός είναι ο καθ' ου η αίτηση ο οποίος επεχείρησε να παρουσιάσει την κατάσταση ωσάν να εξακολουθεί η ενοικίαση του υποστατικού στον ίδιο δυνάμει του πιο πάνω ενοικιαστηρίου εγγράφου του 2009, πράγμα το οποίο, ως διέφάνη με το ενοικιαστήριο έγγραφο που παρουσίασε η αιτήτρια στο όνομα της (βλ. Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση κ. Κούσιου ημερ. 25/10/2016), δεν ισχύει. Στη συνέχεια δε ο καθ΄ ου η αίτηση επιχείρησε να επικαλεστεί υπενοικιαστήριο έγγραφο της συντρόφου του και προσπάθησε με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση να προωθήσει τη θέση ότι στη βάση αυτού λειτουργούν ο ίδιος και η σύντροφος του ανεξάρτητη επιχείρηση, παραλείποντας επιμελώς να αναφέρει ότι, όπως εν τέλει παρέμεινε αδιαμφισβήτητο για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο ακυρώθηκε στις 11/8/2014 με το Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 1/11/2016, ισχυρισμός ο οποίος δεν αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον καθ' ου η αίτηση. Άλλο ζήτημα το οποίο παραπονείται ότι απεκρύβη είναι το ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε το γεγονός ότι ο ίδιος και η σύντροφος του διεξάγουν στο υποστατικό ανεξάρτητη επιχείρηση και ότι ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της συντρόφου του και της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας για τη λειτουργία της επίμαχης μηχανής της Λέσχης Ιπποδρομιών. Η εισήγηση αυτή καθόλου δε με βρίσκει σύμφωνη, αφού η αιτήτρια σε πλήρη συμμόρφωση με το καθήκον της προς πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, μετέφερε στο Δικαστήριο δια της ένορκης δήλωσης του κ. Κούσιου ημερ. 6/10/2016 τη θέση του καθ' ου η αίτηση, ότι δηλαδή ο ίδιος επικαλείται εξουσιοδότηση της Λέσχης Ιπποδρομιών και της συντρόφου του για να λειτουργεί την επίμαχη μηχανή και ότι προβάλλει τα πιο πάνω σαν δικαιολογία για να εισέρχεται στο υποστατικό της αιτήτριας. Παράλληλα δε ως είχε κάθε δικαίωμα και υποχρέωση να πράξει, μετέφερε και τη θέση της ίδιας της αιτήτριας, ότι δηλαδή η μηχανή αποτελεί προϋπόθεση της εργοδότησης της κας Κυριάκου και ότι εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ο κ. Κούσιος διαπίστωσε σε επικοινωνία που είχε με τη Λέσχη Ιπποδρομιών ότι δεν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση. Το γεγονός και μόνο ότι η πλευρά της αιτήτριας δεν ασπάζεται τη θέση του καθ' ου η αίτηση, δεν ισοδυναμεί, με όλο το σεβασμό, με απόκρυψη γεγονότων. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η εξουσιοδότηση της κας Κυριάκου προς τον ίδιο[5] έχει κοινοποιηθεί γραπτώς και «πληροφορικός» στη Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας, η οποία (Λέσχη) συναίνεσε ουσιαστικά στην παραχώρηση στον ίδιο της αντιπροσωπείας, όχι μόνο δε συνοδεύεται από οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή αποδείξεις κοινοποίησης στη Λέσχη, αλλά δε φαίνεται να υποστηρίζεται ούτε από τα στοιχεία τα οποία προέρχονται από τη Λέσχη Ιπποδρομιών και τα οποία επισυνάπτονται από τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση στις ένορκες δηλώσεις του ημερ. 14/10/2016 και 26/10/
  3. Και τούτο διότι τα εν λόγω στοιχεία παρά το ότι είναι πάρα πολύ πρόσφατα και προέρχονται ως έχει ήδη αναφερθεί από την ίδια τη Λέσχη Ιπποδρομιών, εξακολουθούν να αναφέρονται αποκλειστικά στο όνομα της κας Κυριάκου ως αποκλειστικής δικαιούχου της άδειας λειτουργίας της μηχανής της Λέσχης Ιπποδρομιών και δεν κάνουν καμία αναφορά στο όνομα του καθ' ου η αίτηση. Επίσης επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση και τη θέση ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ότι η επιχείρηση της δεν έκλεισε και ότι απλά άλλαξε κλειδαριές. Το γεγονός αυτό το αμφισβήτησε ο κ. Κούσιος με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 25/10/2016 με την οποία επιμένει ότι πράγματι έκλεισε η επιχείρηση, γεγονός για το οποίο μάλιστα ως αναφέρει ενημερώθηκε γραπτώς και η Αρχή Στοιχημάτων με επιστολή ημερομηνίας 4/10/2016 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ, ενώ περαιτέρω επεξηγεί και τους λόγους για την αλλαγή κλειδαριάς. Αρχίζοντας από το ζήτημα της μη αναφοράς από πλευράς αιτήτριας στο ζήτημα της αλλαγής κλειδαριών θεωρώ ότι είναι εντελώς επουσιώδες και επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε πιο πάνω, η όποια παράλειψη αποκάλυψης για να έχει σημασία θα πρέπει να είναι ουσιώδης με την έννοια του να μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση των επίδικων διαταγμάτων σε μονομερή βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το ουσιώδες ήταν ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η επιχείρηση έκλεισε, ισχυρισμός ο οποίος όχι μόνο δεν απεκρύβη, αλλά υποστηρίχθηκε περαιτέρω, αφότου αμφισβητήθηκε με την επιστολή που απεστάλη στην αρχή στοιχημάτων Τεκμήριο Γ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 25/10/
  4. Τονίζω βέβαια ότι δεν προβαίνω σε οποιαδήποτε κατάληξη περί αποδοχής της μιας ή της άλλης εκδοχής επί της ουσίας, αλλά περιορίζομαι στον εντοπισμό στο στάδιο αυτό στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, πράγμα το οποίο υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να καταλήξω ότι συμβαίνει. Ως προς τον ισχυρισμό ότι ψεύδεται η αιτήτρια για το ζήτημα της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση, δεδομένων και των ενόρκων δηλώσεων που επισυνάφθηκαν στην ένσταση από τους θαμώνες οι οποίοι υποστηρίζουν το αντίθετο, σημειώνω ότι σίγουρα δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης των ισχυρισμών στο στάδιο αυτό. Εν πάση περιπτώσει έχω ήδη αναφέρει στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος της καθυστέρησης ότι δε θεωρώ ότι ένας περιορισμένος αριθμός προσώπων σε σχέση με το συνολικό αριθμό πελατών ενός πρακτορείου μπορεί να αναιρέσει και να καταστήσει εξ ολοκλήρου ανεδαφική στο στάδιο αυτό τη θέση της αιτήτριας ως προβάλλεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του κ. Κούσιου και υποστηρίζεται και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται, ήτοι τις επιστολές που απεστάλησαν στον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση αλλά και τις φωτογραφίες από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ως προς τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι ένας εκ των υπαλλήλων της αιτήτριας που παραιτήθηκαν στις 30/9/2016, ήτοι ο Ανδρέας Χαραλάμπους παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους και όχι εξ αιτίας της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση, σημειώνω ότι ακόμη και αν έτσι έχουν τα πράγματα, γεγονός το οποίο δεν δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει τελεσίδικα στο στάδιο αυτό, όπως έχω ήδη επεξηγήσει πιο πάνω, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα μονομερώς είχε ενώπιον του και βασίστηκε σε σειρά από παράγοντες και όχι μόνο στην παραίτηση του εν λόγω υπαλλήλου ή υπαλλήλων της αιτήτριας, και επομένως δε θεωρώ εν πάση περιπτώσει ότι το ζήτημα αυτό θα μπορούσε ούτως ή άλλως να θεωρηθεί τέτοιας σημασίας ώστε να επενεργήσει για να ακυρωθεί για αυτό το και μόνο το λόγο το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα. Στρεφόμενη τώρα στους υπόλοιπους λόγους ένστασης, διαπιστώνω ότι παρά τον αριθμό τους, είναι συναφείς μεταξύ τους αφού άπτονται του ζητήματος της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση ή και τη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Τέτοιοι λόγοι είναι οι λόγοι υπό στοιχεία Α, Β, Δ, Ε, Η, Θ και Κ, (ανωτέρω) οι οποίοι λόγω της συνάφειας τους θα εξεταστούν ενιαία πιο κάτω στα πλαίσια εξέτασης των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, επί του οποίου ουσιαστικά βασίζεται η αίτηση. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[6]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» (βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λογω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή που (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο στάδιο της οριστικοποίησης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης είτε όσον αφορά γεγονότα είτε νομικά σημεία, καταλήγω στα εξής. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Από το κλητήριο ένταλμα είναι σαφές ότι η αγωγή στηρίζεται ουσιαστικά στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε υποστατικό του οποίου η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι νόμιμος κάτοχος δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου (βλ. παρ. 3 της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Κούσιου ημερ. 6/10/2016 και το Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 25/10/2016). Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω ότι εν ολίγοις η μαρτυρία που έθεσε ενώπιον μου η αιτήτρια προς κατάδειξη της πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, περιστρέφεται γύρω από το ότι η ίδια είναι η νόμιμη κάτοχος του υποστατικού στο οποίο στεγάζεται το επίδικο πρακτορείο δυνάμει σύμβασης ενοικίασης (βλ. παρ. 3 της αρχικής ένορκης δήλωσης κ. Κούσιου ημερ. 6/10/2016 και Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 25/10/2016) και στο ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει κανένα νόμιμο δικαίωμα να εισέρχεται εντός του συγκεκριμένου υποστατικού. Συγκεκριμένα είναι η θέση της ότι ο καθ' ου η αίτηση διετέλεσε υπάλληλος της αιτήτριας, πλην όμως για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ημερ. 6/10/2016 που συνοδεύει την αίτηση, η εργοδότηση του τερματίστηκε στις 30/3/2016 και αναφέρθηκε σε αυτόν ότι δεν είναι πλέον επιθυμητό άτομο στο εν λόγω υποστατικό και επομένως θέση της αιτήτριας είναι ότι δε νομιμοποιείται να εισέρχεται στο εν λόγω υποστατικό (βλ. Τεκμήρια 2, 3 και 4 στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 6/10/2016). Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι δύναται να εισέρχεται για να λειτουργεί τη μηχανή της λέσχης Ιπποδρομιών ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της συντρόφου του η οποία είναι η κάτοχος σχετικής άδειας λειτουργίας, αναφέρει ότι η λειτουργία της μηχανής αποτελούσε προϋπόθεση για την εργοδότηση της συντρόφου του καθ' ου η αίτηση σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία εργοδότησης της[7] και ότι εν πάση περιπτώσει η άδεια για λειτουργία και χρήση της εν λόγω μηχανής δόθηκε στη σύντροφο του και όχι στον ίδιο από τη Λέσχη και ότι σύμφωνα με ενημέρωση από τη Λέσχη Ιπποδρομιών, η τελευταία διέψευσε ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον καθ' ου η αίτηση για να λειτουργεί τη μηχανή της λέσχης. Από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση αντιτείνει αφενός το ότι το υποστατικό είχε ενοικιασθεί αποκλειστικά στον ίδιο δυνάμει σύμβασης ημερ. 23/2/2009 και ότι εντός αυτού ο ίδιος και η σύντροφος του λειτουργούν ανεξάρτητη επιχείρηση. Όταν βέβαια στη συνέχεια η αιτήτρια δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρουσίασε το ενοικιαστήριο έγγραφο με βάση το οποίο ενοικιάστηκε προς την ίδια το επίμαχο υποστατικό το 2014[8], προς περαιτέρω τεκμηρίωση του ισχυρισμού που εξ αρχής προέβαλε[9] και ο οποίος αμφισβητήθηκε, ότι δηλαδή το επίμαχο υποστατικό έχει ενοικιαστεί από την ίδια, ο καθ' ου η αίτηση στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερ. 26/10/2016 προώθησε τη θέση ότι υπήρχε σε ισχύ υπενοικιαστήριο έγγραφο προς τη σύντροφο του το οποίο και επεσύναψε ως Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση ημερ. 26/10/2016 και προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος και η σύντροφος του διατηρούν στη βάση αυτού νόμιμη ανεξάρτητη επιχείρηση εντός του εν λόγω υποστατικού, και ότι ο ίδιος δικαιούται να εισέρχεται στο εν λόγω υποστατικό για να λειτουργεί τη μηχανή της Λέσχης Ιπποδρομιών ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της συντρόφου του η οποία ασθενεί. Ως προς το υπενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλέστηκε ο καθ' ου η αίτηση, ο κ. Κούσιος με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 1/11/2016 υποστήριξε ότι το υπενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλέστηκε ο καθ' ου η αίτηση έχει ακυρωθεί με το Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 1/11/2016. Σίγουρα δεν προτίθεμαι να καταλήξω σε εύρημα επί της ουσίας σε σχέση με τα όσα αντιπαραβάλλονται, αλλά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο, και προς διαπίστωση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση, σημειώνω τα εξής. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση περί αποκλειστικής ενοικίασης του υποστατικού στο όνομα του από 23/2/2009, σημειώνω ότι η πλευρά της αιτήτριας προς υποστήριξη του ισχυρισμού που εξ αρχής προέβαλε και ο οποίος αμφισβητήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση, ότι δηλαδή το επίμαχο υποστατικό ενοικιάστηκε στην ίδια, παρουσίασε το σχετικό ενοικιαστήριο του υποστατικού στο όνομα της ημερ. 10/4/2014 και η γνησιότητα αυτού δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό που αντέτεινε ο καθ' ου η αίτηση μετά την επισύναψη αυτού του εγγράφου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 25/10/2016, ήταν το γεγονός ότι υπάρχει «υπενοικιαστήριο έγγραφο» προς όφελος της συντρόφου του η οποία του επιτρέπει να εισέρχεται, πλην όμως σημειώνω ότι σε σχέση με αυτό το ζήτημα παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τουλάχιστον, το ότι το εν λόγω υπενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλέστηκε ο καθ' ου η αίτηση έχει ακυρωθεί από τις 11/8/2014 δυνάμει του Τεκμηρίου Α που επισυνάφθηκε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 1/11/2016, εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός του κ. Κούσιου δεν αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Τούτων δοθέντων και με δεδομένο ότι δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον μου ότι η εργοδότηση του καθ' ου η αίτηση τερματίστηκε το Μάρτιο του 2016, ό,τι απομένει είναι ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι δικαιούται να εισέρχεται προς προώθηση της επιχείρησης που λειτουργεί εκεί, θέση η οποία και πάλιν δεν μπορεί κατά την κρίση μου να αναιρέσει την καλή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης της αιτήτριας, η οποία καταδεικνύεται στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου. Και τούτο διότι ο καθ' ου η αίτηση δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης που να καταδεικνύει ότι ο ίδιος ή η σύντροφος του είχαν δικαίωμα, για να λειτουργούν τη συγκεκριμένη μηχανή ή οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση στο εν λόγω υποστατικό σε οποιαδήποτε άλλη βάση πλην της συμφωνίας εργοδότησης της κας Κυριάκου, (βλ. Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ κ. Κούσιου ημερ. 6/10/2016) από την οποία προκύπτει ότι αποτελούσε προϋπόθεση της εργοδότησης της ίδιας η λειτουργία της εν λόγω μηχανής στο υποστατικό της αιτήτριας. Εν ολίγοις λοιπόν, τα όσα ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει περιστρέφονται γύρω από τη λειτουργία της μηχανής της Λέσχης Ιπποδρομιών, η άδεια για τη λειτουργία της οποίας όμως έχει δοθεί στη σύντροφο του και όχι στον ίδιο. Ως προς το ζήτημα της εξουσιοδότησης του για τη λειτουργία της μηχανής αυτής, ο κ. Κούσιος αναφέρει ότι ως έχει πληροφορηθεί από τη Λέσχη Ιπποδρομιών ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει εξουσιοδοτηθεί για τη λειτουργία της μηχανής (βλ. παρ. 12 της αρχικής του ένορκης δήλωσης ημερ. 6/10/2016) ενώ και το πολύ πρόσφατο έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση ημερ. 26/10/2016, το οποίο προέρχεται από τη Λέσχη Ιπποδρομιών κάνει αναφορά στη Μαρία Κυριάκου (σύντροφο του αιτητή) ως αντιπρόσωπο Ιπποδρομιακών Στοιχημάτων της Λέσχης Ιπποδρομιών και πουθενά δεν κάνει αναφορά στον ίδιο. Εξ άλλου η συμφωνία εργοδότησης της κας Κυριάκου πουθενά δεν αναφέρει ότι η αιτήτρια δεσμεύεται να αποδέχεται οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της κας Κυριάκου για τη λειτουργία της εν λόγω μηχανής, η οποία μηχανή ως αναφέρεται στον όρο 13 αποτελεί προϋπόθεση για την εργοδότηση της ίδιας. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη γίνει δεκτό το ότι η κα Κυριάκου έχει δώσει πράγματι εξουσιοδότηση στον καθ' ου η αίτηση να λειτουργεί τη μηχανή ως το Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση ημερ. 14/10/2016, τούτο δεν μπορεί χωρίς άλλο να διαφοροποιήσει την κατάληξη μου περί κατάδειξης από πλευράς αιτήτριας ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αξίωσης της. Και τούτο διότι κατ' αρχάς η συμφωνία την οποία παρουσίασε ο καθ' ου η αίτηση στη βάση της οποίας δόθηκε η άδεια για τη λειτουργία της μηχανής στη σύντροφο του[10], αναφέρει μεταξύ άλλων στον όρο 7 ότι η ίδια προσωπικά θα πρέπει να επιβλέπει τη λειτουργία της μηχανής και πουθενά δεν κάνει αναφορά σε αντιπρόσωπο. Τουναντίον στον όρο 21 αναφέρεται ότι η συμφωνία αντιπροσωπείας προς την κα Κυριάκου είναι προσωποπαγής και η ίδια δεν έχει δικαίωμα ή εξουσία να την εκχωρήσει μεταβιβάσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσει εκτός με την εκ των προτέρων γραπτή άδεια της Λέσχης Ιπποδρομιών. Περαιτέρω αναφέρεται ότι σε περίπτωση θανάτου του αντιπροσώπου ή σε περίπτωση αδυναμίας του να λειτουργεί την αντιπροσωπεία λόγω πνευματικής και/ή σωματικής ανικανότητας και/ή αναπηρίας η αντιπροσωπεία θα μπορεί να παραχωρηθεί σε ικανό μέλος της οικογένειας του αντιπροσώπου εάν και εφόσον ικανοποιεί τη Λέσχη Ιπποδρομιών ότι έχει την ικανότητα να είναι αντιπρόσωπος ιπποδρομιακών στοιχημάτων, άλλως πως η σύμβαση τερματίζεται. Από όλα δε τα τεκμήρια που παρουσίασε ο καθ' ου η αίτηση, σε κανένα δεν γίνεται αναφορά ότι έχει δοθεί συγκατάθεση της Λέσχης Ιπποδρομιών για την παραχώρηση της αντιπροσωπείας στον καθ' ου η αίτηση καθ' οιονδήποτε τρόπο ή με οποιαδήποτε ιδιότητα. Τουναντίον όλα τα πιστοποιητικά/βεβαιώσεις της Λέσχης Ιπποδρομιών που παρουσίασε[11] κάνουν αναφορά στη κα Κυριάκου και μόνο, γεγονός το οποίο εκ πρώτης όψεως πάντα δε φαίνεται να συνάδει με τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι είχε ενημερώσει τη Λέσχη Ιπποδρομιών και αυτή συναίνεσε στην παραχώρηση της αντιπροσωπείας στον ίδιο, εφόσον εάν κάτι τέτοιο είχε συμβεί θα ανέμενε κάποιος λογικά τούτο να αντικατοπτρίζεται στις βεβαιώσεις και πιστοποιητικά που εξέδωσε και μάλιστα πολύ πρόσφατα η ίδια Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας, πράγμα το οποίο όμως όπως έχω ήδη επεξηγήσει δε συμβαίνει. Ως προς το ζήτημα που έθεσε η πλευρά της αιτήτριας με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 25/10/2016, ότι δηλαδή η αιτήτρια έχει πλέον τερματίσει τη λειτουργία της μηχανής στο υποστατικό της και έχει καλέσει την κα Κυριάκου να την παραλάβει με την επιστολή ημερ. 18/10/2016 Τεκμήριο Ζ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερομηνίας 25/10/2016, θεωρώ ότι η μαρτυρία αυτή δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια αυτά και πιο κάτω επεξηγώ το λόγο. Ως έχει νομολογηθεί[12] αποτελεί κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης σε μεταγενέστερο χρόνο, έτσι ώστε να μεταβληθεί ή να αλλοιωθεί η εικόνα που πρωταρχικά δόθηκε στο Δικαστήριο με την καταχώριση της μονομερούς αιτήσεως και την έκδοση του διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση παρόλο που τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι, είναι σαφές ότι δεν απεκρύβησαν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν είχαν ακόμη λάβει χώρα κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος μονομερώς και παρόλο που δε θεωρώ ότι προβλήθηκαν στη συνέχεια με σκοπό να καλύψουν κάποιο κενό στην υπόθεση της αιτήτριας, εφόσον ως θα διαφανεί και πιο κάτω δεν θεωρώ ότι υπήρχε κάποιο κενό ή παρέλειψη από πλευράς αιτήτριας, εντούτοις παραμένουν γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και δίνουν μια άλλη διάσταση στην απαίτηση της ενάγουσας και συναφώς με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, θεωρώ ορθό όπως μη τα λάβω υπόψη. Τονίζω όμως ότι το γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αξίωσης της ενάγουσας, αφού θεωρώ ότι στη βάση των όσων άλλων έχουν τεθεί ενώπιον μου στο στάδιο αυτό, αναφορά στα οποία έγινε ανωτέρω (εξαιρουμένου του ζητήματος του τερματισμού της λειτουργίας της μηχανής) καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Και για να το θέσω αλλιώς λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των ισχυρισμών που προβάλλονται από τον καθ' ου η αίτηση, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτοί μπορούν να αναιρέσουν την πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας στη βάση των όσων ισχυρίζεται. Σημειώνω βέβαια και επαναλαμβάνω ότι δεν προβαίνω σε οποιοδήποτε τελικό εύρημα επί τούτου, αλλά εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις, κρίνω πως τα όσα αντιπαραβάλλει ο καθ' ου η αίτηση στο στάδιο αυτό, δεν μπορούν, για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα, να οδηγήσουν στην κατάληξη ότι με τα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται στο στάδιο αυτό, δεν έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας των όσων προβάλλει στον περιορισμένο μάλιστα βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως έχει και πιο πάνω ήδη αναφερθεί και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21/10/2011, σύμφωνα με τη νομολογία η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240 (βλ.επίσης και Παπαπετρου v. Παπαπέτρου
(2003)1Β ΑΑΔ 741). Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα - Injunctions» (ανωτέρω) στη σελίδα 131, με αναφορά στη M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ.1791,1799, εν ολίγοις η έννοια της δικαιοσύνης δε συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Επισημαίνεται μάλιστα ότι στην υπόθεση Mitsingas (πιο πάνω) η οποία αφορούσε τις επιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού και επηρεασμού της εμπορικής εύνοιας των αιτητών, κρίθηκε ότι ήταν δύσκολο αυτές να αποτιμηθούν σε χρήμα και να εξακριβωθούν με βεβαιότητα. Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι ότι στην προκειμένη περίπτωση και αυτή η προϋπόθεση πληρούται, με την έννοια ότι η ζημιά και απώλεια που ισχυρίζεται η αιτήτρια συνίσταται στην απώλεια της φήμης ή και της πελατείας της ή και εν γένει σε αδυναμία συνέχισης της επιχείρησης της με τρόπο προσοδοφόρο, χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι προβαίνω σε τελικό εύρημα περί τούτου, εφόσον στο στάδιο αυτό εξετάζω κατά πόσον η ζημιά που επικαλείται η αιτήτρια είναι τέτοιας φύσεως που να πληροί τη σχετική προϋπόθεση που τίθεται στα πλαίσια του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ως προς την εισήγηση της συνόγορου του καθ' ου η αίτηση ότι η ζημιά της αιτήτριας μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα εφόσον και η ίδια αιτείται αποζημιώσεις ως μια εκ των τελικών θεραπειών στην αγωγή, σημειώνω ότι η εισήγηση αυτή παραλείπει εντελώς να λάβει υπόψη τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω σύμφωνα με την οποία στα πλαίσια αυτά λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια, όπως στην προκειμένη περίπτωση είναι η ζημιά στη φήμη και το αντίκτυπο στην πελατεία της αιτήτριας, καθώς και το γεγονός ότι κινδυνεύει και η ίδια η αιτήτρια να κατηγορηθεί για ποινικό αδίκημα δεδομένης της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια συνεχίζει να καπνίζει στο υποστατικό της αιτήτριας και να καταναλώνει αλκοόλ και να παρακινεί και άλλους προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ τούτο απαγορεύεται. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο, από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο τα διατάγματα να παραμείνουν σε ισχύ (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι, και δεν μπορεί να προκαθοριστούν. Εκεί δε όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τα μέτρα εκείνα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum[13]. Ερχόμενη τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας υπό το φως του συνόλου των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι τούτο αδιαμφισβήτητα κλίνει υπέρ της αιτήτριας. Στην κατάληξη μου αυτή δεν παρέλειψα να λάβω υπόψη ότι και οι δύο πλευρές προβάλλουν με ένταση, στην προσπάθεια τους να πείσουν ως προς το που γέρνει το ισοζύγιο, τις ζημιές που θα υποστεί ανάλογα η πλευρά που θα αποτύχει στην παρούσα διαδικασία, αφού δεν θα μπορεί να εξασκήσει την επιχείρηση που η κάθε πλευρά ισχυρίζεται ότι νόμιμα διεξάγει στο εν λόγω υποστατικό. Παρά ταύτα όμως καταλήγω ότι το ισοζύγιο κλίνει αδιαμφισβήτητα υπέρ της αιτήτριας, αφού τα όσα επικαλέστηκε ο καθ' ου η αίτηση προς υποστήριξη της θέσης του ότι δικαιούται να έχει πρόσβαση στο επίμαχο υποστατικό, στηρίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό σε ενοικιαστήρια έγγραφα που ως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο στα πλαίσια τουλάχιστον της παρούσας διαδικασίας έχουν ακυρωθεί, σύμφωνα και με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Τούτων δεδομένων και λαμβανομένου υπόψη του ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο ίδιος ή η σύντροφος του είχαν δικαίωμα, για να λειτουργούν τη συγκεκριμένη μηχανή ή οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση στο εν λόγω υποστατικό σε οποιαδήποτε άλλη βάση πλην της συμφωνίας εργοδότησης της κας Κυριάκου, (βλ. Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ κ. Κούσιου ημερ. 6/10/2016), και με δεδομένο ότι από την εν λόγω συμφωνία προκύπτει ότι η λειτουργία της συγκεκριμένης μηχανής στο υποστατικό της αιτήτριας αποτελούσε προϋπόθεση για την εργοδότησης της ίδιας, ενώ και η σχετική άδεια δόθηκε στην ίδια προσωπικά και όχι στον καθ' ου η αίτηση, έπεται ότι καθ' ου η αίτηση, εάν επηρεάζεται, επηρεάζεται έμμεσα και όχι άμεσα όπως επηρεάζεται η αιτήτρια η οποία υφίσταται η ίδια τη ζημιά για την οποία παραπονείται. Όπως δε έχω ήδη αναφέρει και πιο πάνω στα πλαίσια ανάλυσης της δεύτερης προϋπόθεσης, σε σχέση με τη θέση του καθ' ου η αίτηση περί κοινοποίησης της εξουσιοδότησης της κας Κυριάκου στη Λέσχη Ιπποδρομιών και συναίνεσης της τελευταίας στην παραχώρηση της αντιπροσωπείας στον ίδιο λόγω ασθένειας της συντρόφου του, τα πιστοποιητικά/βεβαιώσεις της Λέσχης Ιπποδρομιών που ο ίδιος παρουσίασε[14], δεν αντικατοπτρίζουν τα λεγόμενα του, αφού κάνουν αναφορά στη κα Κυριάκου και μόνο. Τα πιο πάνω απαντούν και σε τυχόν ισχυρισμό περί επηρεασμού της συντρόφου του καθ' ου η αίτηση από το διάταγμα[15] , το οποίο δεν στρέφεται εναντίον της αλλά μόνο εναντίον του καθ' ου η αίτηση, αφήνοντας σε αυτήν ανοικτές διάφορες εναλλακτικές επιλογές. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι η συμφωνία εργοδότησης της κας Κυριάκου δεν φαίνεται να αναφέρει ότι η αιτήτρια δεσμεύεται να αποδέχεται οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της κας Κυριάκου για τη λειτουργία της εν λόγω μηχανής, η οποία μηχανή ως αναφέρεται στον όρο 13 αποτελεί προϋπόθεση για την εργοδότηση της ίδιας. Ως προς το ζήτημα που εγείρεται με το λόγο ένστασης υπό στοιχείο Ι ανωτέρω, ότι δηλαδή με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η οριστικοποίηση διατάγματος το οποίο είναι πανομοιότυπο με μια εκ των τελικών θεραπειών που αιτείται η ενάγουσα στην αγωγή και ότι συνεπώς τυχόν οριστικοποίηση του θα ισοδυναμεί με εκδίκαση της αγωγής και θα προδίκαζε στην ουσία το αποτέλεσμα της, σημειώνω ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί αφού όπως έχει πολλάκις επισημανθεί το Δικαστήριο δεν προβαίνει στα πλαίσια αυτά σε οποιοδήποτε εύρημα επί της ουσίας, αλλά εξετάζει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε ισχύ των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων στη βάση των ενώπιόν του στοιχείων και εν πάση περιπτώσει ως έχει ξεκάθαρα πλέον νομολογηθεί δεν αποκλείεται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή. Συγκεκριμένα και παρά το ότι πράγματι η νομολογία έχει καθορίσει ότι είναι ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα τα οποία αποφασίζουν τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή[16], η πιο πάνω αρχή δεν αποτελεί άκαμπτο κανόνα, αφού σύμφωνα πάντα με τη νομολογία, παρά το ανεπιθύμητο, δεν αποκλείεται η παραχώρηση διαταγμάτων αντίστοιχων με την τελική θεραπεία, εφόσον τα γεγονότα το επιτρέπουν. Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Avila Management Services κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στις Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11 Penderhill Holdings Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Darya Abramchyk κ.α. ημερ. 13.1.2014. Συνεπώς το γεγονός και μόνο ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι το ίδιο με ένα από αυτά που ζητούνται με την αγωγή δεν αποτελεί λόγο που από μόνος του θα μπορούσε αυτόματα να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας αιτήσεως. Άλλωστε, όπως έχει υποδειχθεί στην T.A. Micrologic Computer Cosnultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802, 1809, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν στον κάθε διάδικο μηχανισμούς αντίδρασης σε περίπτωση αδιαφορίας. Ως προς τον ισχυρισμό ότι διαταράσσεται το status quo ante με την οριστικοποίηση του διατάγματος, σημειώνω ότι ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνη. Και τούτο διότι με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ο εναγόμενος δεν κατέδειξε στο στάδιο αυτό ότι είχε δικαίωμα καθ' οιονδήποτε χρόνο από την ημερομηνία ενοικίασης του υποστατικού στην αιτήτρια το 2014, να κατέχει το εν λόγω υποστατικό, ούτε και κατέδειξε σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και για τους σκοπούς πάντα της παρούσας διαδικασίας ότι η Λέσχη Ιπποδρομιών είχε συναινέσει ή αναγνωρίσει τον ίδιο ως αντιπρόσωπο της για τη λειτουργία της επίμαχης μηχανής και επομένως δε θεωρώ ότι με την έκδοση του διατάγματος διαταράσσεται το status quo. Τουναντίον θεωρώ ότι με την οριστικοποίηση του διατάγματος διατηρείται το status quo, εφόσον από την απόλυση του εναγόμενου και εντεύθεν, στην ουσία ο τελευταίος φαίνεται να εισέρχεται στο εν λόγω υποστατικό χωρίς την άδεια του δικαιούχου του υποστατικού που είναι η αιτήτρια, δυνάμει του ενοικαστηρίου εγγράφου Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 25/10/2016, του οποίου η αυθεντικότητα και η ισχύς δεν αμφισβητήθηκε στα πλαίσια τουλάχιστον της παρούσας διαδικασίας. (βλ. κατ' αναλογία Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α Α.Α.Δ 169, 175-176). Για τους ίδιους δε λόγους που αναφέρονται στα πλαίσια ανάλυσης του ζητήματος του κατεπείγοντος, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε καθυστέρηση που να δύναται να επενεργήσει ούτως ώστε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί εναντίον της αιτήτριας. Ως προς τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» παράγοντας ο οποίος επίσης λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Σύγγραμμα «Διατάγματα-Injunctions» (ανωτέρω) σελ. 151), ο καθ' ου η αίτηση όπως φαίνεται από το λόγο ένστασης Γ, συσχετίζει το ζήτημα αυτό με την απόκρυψη γεγονότων, ζήτημα το οποίο εξετάστηκε ανωτέρω και απερρίφθη. Συνακόλουθα και για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι ουδείς εκ των λόγων ένστασης ευσταθεί και πως υπό τις περιστάσεις πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για τη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και πως λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της οριστικοποίησης του εν λόγω διατάγματος ημερομηνίας 7/10/2016, το οποίο δια της παρούσης καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπερ της αιτήτριας/ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. .............................................................. Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Όπως επεξηγείται στην Πλακίδη v. Nomisko Developers Ltd
(2010)1A A.A.Δ 577 η καθυστέρηση στα πλαίσια αυτά διακρίνεται μεταξύ καθυστέρησης που επενεργεί στην ανάληψη δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6 και καθυστέρηση που λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστή. [2] Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία v. Χαμπή Βάσου Χάμπου κ.α
(2007)1Β Α.Α.Δ 879. [3] Στην υπόθεση Aspis λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377 και Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013). [4] (βλ. τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση ημερ. 14/10/2016) [5] (Βλ. Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση ημερ. 14/10/2016), [6] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» [7] βλ. όρο 13 του Τεκμηρίου 5 στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου ημερ. 6/10/2016, που είναι η σύμβαση εργοδότησης της Μ. Κυριάκου [8] (βλ. Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κούσιου) [9] (βλ. παράγαφο 3 της αρχικής ένορκης δήλωσης κ. Κούσιου) [10] (βλ. Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση ημερ. 14/10/16) [11] (βλ. Τεκμήρια Δ και Ε στην ένορκη δήλωση του καθ' ου ημερ. 14/10/2016 και Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 27.10/2016) [12] (βλ. αναφορικά με την Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201, 214, Stav. Geor. & Son (Scrap Metals) Ltd v. Πλοίου Lipa
(2000)1 A.A.Δ. 1976, 1981, και Βλ. Halbsury's Laws of England, 4η Έκδ., Τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 κάτω από τον τίτλο "No fresh evidence after motion opened") [13] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, όπου το Δικαστήριο υιοθέτησε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρ. 624 και
  1. [14] (βλ. Τεκμήρια Δ και Ε στην ένορκη δήλωση του καθ' ου ημερ. 14/10/2016 και Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 27.10/2016) [15] παράγοντας ο οποίος επίσης λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια αυτά -βλ. Σύγγραμμα «Διατάγματα-Injunctions» (ανωτέρω) σελ. 147 [16] Πολ. Εφ. 85/2010, Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.α., ημερ. 31.1.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.