Alexander Filippovich Shchukin ν. Rusian Borisovich Rostovtsev, Αρ. Αγωγής: 6310/15, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A652 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6310/15 Μεταξύ: Alexander Filippovich Shchukin, από Rucheynaya street 8, Kurtukovo Village, Novokuznetsk District, Kemerovo Region, 654202 Ρωσική Ομοσπονδία Ενάγοντα - και - 1. Rusian Borisovich Rostovtsev, από Μόσχα, Ρωσική Ομοσπονδία 2. Abacus Limited, από Λευκωσία, Κύπρο 3. Samdel Limited, από Λευκωσία, Κύπρο 4. Price Nominees Limited, από Λευκωσία, Κύπρο Εναγομένων Αίτηση ημερ. 18.12.2015 εκ μέρους του Ενάγοντα για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2016. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κ. Αδαμίδης με κ. Αλ. Γαβριηλίδη για Σκορδή, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ (κ. Αλ. Γαβριηλίδης για να ακούσει απόφαση). Για Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Γ. Χριστοδούλου με κα Μ. Κωνσταντίνου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Ιωαννίδης για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη ΔΕΠΕ (κ. Κ. Φιλίππου για να ακούσει απόφαση). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων με Αγωγή που κατέθεσε στις 18.12.15 αξιώνει εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι από την ημερομηνία που η υπ' αριθμό 1399916 εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους εταιρεία, Merkura Marketing S.A (η "Merkura") κατέστη μέτοχος στην κυπριακή εταιρεία Monarflex Limited με αριθμό εγγραφής HE 143470 (η "Monarflex") ο Ενάγων ήταν ο τελικός δικαιούχος (ultimate beneficiary) αρχικά του 25% και ακολούθως από την 31/10/2008 μέχρι και την 26/01/2011 του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας ΟΟΟ "Shakhta Kyrgayskaya" (με βασικό πολιτειακό αριθμό εγγραφής 1024201887038) (η "SK") ή/και των περιουσιακών στοιχείων της. (Β) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι κατά πάντα χρόνο ενόσω οι κυπριακές εταιρείες Boulart Limited με αριθμό εγγραφής HE 219640 (η "Boulart") και Elftone Limited με αριθμό εγγραφής HE 215631 (η "Elftone") κατείχαν ποσοστό 25% έκαστη στο μετοχικό κεφάλαιο της SK ο Ενάγων ήταν ο τελικός δικαιούχος (ultimate beneficiary) των εταιρειών Boulart και Elftone ή/και του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της SK ή/και της Ρώσικης εταιρείας ΖΑΟ "Shakhtoupravlenie "Taldinskoe-Kyrgayskoe" (με βασικό πολιτειακό αριθμό εγγραφής 1104223001960) (η "STK") που κατέστη θυγατρική εταιρεία της SK ή/και των περιουσιακών στοιχείων αυτών. (Γ) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι κατά πάντα χρόνο ενόσω οι εταιρείες Merkura, Monarflex, Boulart και Elftone ως και οι εταιρείες Zankle Investments Limited από την Κύπρο με αριθμό εγγραφής HE 189722 και Charet Limited από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους είχαν οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο ιδιοκτησιακό ή/και μετοχικό συμφέρον στην SK ή/και την STK αυτές αποτελούσαν ή/και λειτουργούσαν ως οχήματα (vehicles) δια μέσου των οποίων ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 1 κατείχαν ίσο ιδιοκτησιακό συμφέρον στην SK ή/και στην STK ή/και στα περιουσιακά στοιχεία αυτών. (Δ) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1 υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης ή/και δεσμευτικές συμφωνίες ή/και διευθετήσεις αναφορικά με την κατοχή και διαχείριση κάθε εταιρείας που αποτελούσε ή/και λειτουργούσε ως όχημα (vehicle) δια μέσου της οποίας κατεχόταν οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο ιδιοκτησιακό ή/και μετοχικό συμφέρον στην SK ή/και στην STK ή/και αναφορικά με τη διεύθυνση ή/και διαχείριση ή/και οργάνωση ή/και τη δομή της SK ή/και της STK ή/και την κατοχή ή/και διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων αυτών που βασίζονταν στην αρχή ότι ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 1 θα κατείχαν πάντοτε ίσο ιδιοκτησιακό συμφέρον στην SK ή/και στην STK ή/και στα περιουσιακά στοιχεία αυτών. (Ε) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενες 2, 3 και 4 ως παροχείς διοικητικών, εταιρικών ή/και άλλων συναφών ή/και επικουρικών ή/και επάλληλων υπηρεσιών ή/και υπηρεσιών θεματοφύλακα ή/και εμπιστευματοδόχου ή/και εντολοδόχου σε σχέση με τις εταιρείες Monarflex, Boulart και Elftone όφειλαν καθήκοντα πίστης (fiduciary duties) ή/και επιμέλειας ή/και εμπιστοσύνης προς τον Ενάγοντα βάσει των οποίων όφειλαν μεταξύ άλλων να προστατεύουν ή/και να διασφαλίζουν τη διατήρηση του ιδιοκτησιακού συμφέροντος του Ενάγοντα στην SK ή/και στην STK ή/και στα περιουσιακά στοιχεία αυτών. (Στ) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 παραβίασε την ως άνω υπό (Δ) σχέση εμπιστοσύνης ή/και τις ως άνω υπό (Δ) δεσμευτικές συμφωνίες ή/και διευθετήσεις προκαλώντας δολίως και με πρόθεση να καταδολιεύσει τον Ενάγοντα τη μεταβίβαση των μετοχών της SK ή/και της STK ή/και των περιουσιακών στοιχείων αυτών σε εταιρείες ή/και οντότητες που ελέγχονται αποκλειστικά από τον ίδιο. (Ζ) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενες 2, 3 και 4 παραβίασαν τα ως άνω υπό (Ε) καθήκοντα πίστης (fiduciary duties) ή/και επιμέλειας ή/και εμπιστοσύνης που όφειλαν προς τον Ενάγοντα ή/και παρείχαν συνδρομή ή/και υποβοήθησαν τις ως άνω υπό (Στ) ενέργειες και αδικοπραξίες του Εναγομένου 1 με αποτέλεσμα ο Ενάγων να αποστερηθεί δολίως και παρανόμως του ιδιοκτησιακού του συμφέροντος στην SK ή/και στην STK ή/και στα περιουσιακά στοιχεία αυτών. (Η) Δολάρια Η.Π.Α. (USD) $113.000.000,00 ή το ισόποσο σε Ευρώ ως γενικές ή/και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο ή/και για συνομοσία ή/και παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης ή/και για παράβαση σύμβασης ή/και δεσμευτικών διευθετήσεων ή/και για παράβαση καθήκοντος πίστης (fiduciary duty) ή/και επιμέλειας ή/και για παράνομη υποβοήθηση (dishonest assistance) σε σχέση με οποιανδήποτε τέτοια παράβαση. (Θ) Νόμιμο Τόκο. (I) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α..» Την ίδια ημέρα κατέθεσε και μονομερή Αίτηση (την υπό εκδίκαση), με την οποία αξιώνει τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα: «Α. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 1 ή και τους υπαλλήλους ή και τους αντιπροσώπους ή και τους εντολοδόχους αυτού από του να διαθέσουν, πωλήσουν, αποξενώσουν, δωρίσουν, μειώσουν σε αξία ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Εναγομένου 1 ή/και να επιτρέψουν ή/και προκαλέσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τη διάθεση, πώληση, αποξένωση, δωρεά, μείωση της αξίας ή επιβάρυνση οποιουδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Εναγομένου 1 μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Νοείται ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου (Α) τα περιουσιακά στοιχεία του Εναγομένου 1 περιλαμβάνουν: (
- i)κάθε περιουσιακό στοιχείο ευρισκόμενο εντός ή εκτός Κύπρου που ο Εναγόμενος 1 κατέχει ή και ελέγχει είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικώς και είτε είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Εναγομένου 1 είτε είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι τρίτων φυσικών ή/και νομικών προσώπων τα οποία κατέχουν ή/και διαχειρίζονται ή/και ελέγχουν αυτό εκ μέρους ή/και για λογαριασμό ή/και ως εμπιστευματοδόχοι ή/και εντολοδόχοι του Εναγομένου 1, (
- ii)κάθε περιουσιακό στοιχείο ευρισκόμενο εντός ή εκτός Κύπρου του οποίου ή σε σχέση με το οποίο Εναγόμενος 1 είναι ο τελικός δικαιούχος (ultimate beneficiary) ή/και στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο ο Εναγόμενος 1 έχει οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό συμφέρον ή/και το δικαίωμα ή/και τη δυνατότητα να διαχειρίζεται αυτό ή να δίδει οδηγίες ως προς τη διαχείριση αυτού ωσάν να είναι δικό του, (iii) τις μετοχές στο κεφάλαιο και τα περιουσιακά στοιχεία κάθε εταιρείας ή άλλης οντότητας που ανήκει ή/και ελέγχεται (είτε άμεσα είτε έμμεσα) από τον Εναγόμενο 1 συμπεριλαμβανομένων των μετοχών στο κεφάλαιο και των περιουσιακών στοιχείων της Ρώσικης εταιρείας ΟΟΟ "Antratsit Trade" (με βασικό πολιτειακό αριθμό εγγραφής OGRN 5137746244620) η οποία ανήκει ή/και ελέγχεται από τον Εναγόμενο 1, και (
- iv)κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο ευρισκόμενο εντός ή εκτός Κύπρου που ο Εναγόμενος 1 έχει την εξουσία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, να διαθέσει ή να διαχειρίζεται ως εάν να ανήκει στον ίδιο ή και το οποίο κατέχεται ή/και διατηρείται ή και ελέγχεται από τρίτα πρόσωπα σύμφωνα με οδηγίες προερχόμενες, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τον Εναγόμενο 1 συμπεριλαμβανομένου χωρίς περιορισμό οποιουδήποτε λογαριασμού σε οποιαδήποτε τράπεζα ή σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή σε οποιονδήποτε επενδυτικό, τραπεζικό, ασφαλιστικό ή άλλο οργανισμό ή σε οποιοδήποτε επενδυτικό, τραπεζικό, ασφαλιστικό ή άλλο σχέδιο (fund) ή σε οποιαδήποτε εταιρεία ή άλλη οντότητα ή σε οποιοδήποτε εμπίστευμα (trust) ή ίδρυμα (foundation) είτε τέτοιος λογαριασμός διατηρείται στην Κύπρο είτε εκτός Κύπρου. Νοείται περαιτέρω ότι ουδέν των αναφερομένων στην παρούσα παράγραφο (Α) θα εμποδίζει τον Εναγόμενο 1: (
- i)από του να διαθέσει, πωλήσει, αποξενώσει, δωρίσει, μειώσει σε αξία ή επιβαρύνει οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο του εάν κατόπιν τέτοιας διάθεσης, πώλησης, αποξένωσης, δωρεάς, μείωσης ή επιβάρυνσης η συνολική αξία των εναπομεινάντων περιουσιακών του στοιχείων λαμβανομένων υπόψη οποιονδήποτε επιβαρύνσεων θα υπερβαίνει το ποσό των Δολαρίων Η.Π.Α. (USD) $113.000.000,00 ή το ισόποσο σε Ευρώ που αντιπροσωπεύει το ποσό που αξιώνεται από τον Ενάγοντα με την αγωγή υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, (
- ii)από του να χρησιμοποιεί ή και να διαθέτει χρηματικό ποσό μέχρι Ευρώ 10.000 μηνιαίως για κάλυψη των δικηγορικών του εξόδων, (iii) από του να χρησιμοποιεί ή και να διαθέτει περαιτέρω χρηματικό ποσό μέχρι Ευρώ 10.000 μηνιαίως για κάλυψη των εξόδων διαβίωσης του. Β. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 όπως, εντός 14 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος σε αυτόν, καταθέσει στο Δικαστήριο και παραδώσει στους δικηγόρους του Αιτητή ένορκη δήλωση του ιδίου με την οποία να αποκαλύπτει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία που καλύπτονται από την παράγραφο (Α) ανωτέρω και με την οποία να δίδει πλήρη περιγραφή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, της ταυτότητας, της αξίας τους, του τόπου όπου βρίσκονται, τυχόν επιβαρύνσεις πάνω σε αυτά και γενικά κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για το σκοπό του εντοπισμού του αντίστοιχου περιουσιακού στοιχείου. Γ. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη 2 όπως, εντός 14 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος σε αυτήν, καταθέσει στο Δικαστήριο και παραδώσει στους δικηγόρους του Αιτητή ένορκη δήλωση ενός εκ των διοικητικών της "συμβούλων ή άλλου δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτήν προσώπου με την οποία να αποκαλύπτει κάθε πληροφορία που γνωρίζει και κάθε έγγραφο που έχει στην κατοχή της ή/και υπό τον έλεγχο της που αφορά οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Εναγομένου 1 που καλύπτεται από την παράγραφο (Α) ανωτέρω ή/και το οποίο κατεχόταν ή/και κατέχεται ή/και ελεγχόταν ή/και ελέγχεται ή/και ετύγχανε ή/και τυγχάνει διαχείρισης για λογαριασμό ή/και προς όφελος του Εναγομένου 1 ως τελικού δικαιούχου (ultimate beneficiary) από την Εναγόμενη 2 ή/και από οποιοδήποτε ελεγχόμενο ή/και συνδεόμενο με αυτήν φυσικό ή/και νομικό πρόσωπο ή/και από οποιανδήποτε εταιρεία ή άλλη οντότητα ή εμπίστευμα (trust) ή ίδρυμα (foundation) ή σχέδιο (fund) σε σχέση με την οποία ή/και το οποίο η Εναγόμενη 2 ή/και οποιοδήποτε ελεγχόμενο ή/και συνδεόμενο με αυτήν φυσικό ή/και νομικό πρόσωπο παρείχε ή/και παρέχει διοικητικές ή/και εταιρικές ή/και άλλες συναφείς, επικουρικές ή/και επάλληλες υπηρεσίες ή/και υπηρεσίες θεματοφύλακα ή/και εμπιστευματοδόχου ή/και εντολοδόχου και με την οποία ένορκη δήλωση να δίδει πλήρη περιγραφή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, της ταυτότητας, της αξίας τους, του τόπου όπου βρίσκονται, τυχόν επιβαρύνσεις πάνω σε αυτά και γενικά κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για το σκοπό του εντοπισμού του αντίστοιχου περιουσιακού στοιχείου. Δ. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή και να εμποδίζει την Εναγόμενη 2, τους αξιωματούχους ή και υπαλλήλους ή και αντιπροσώπους αυτής από του να πληροφορήσουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εκτός από τους δικηγόρους ή και νομικούς της συμβούλους για σκοπούς λήψης νομικών συμβουλών σε σχέση με την παρούσα διαδικασία) περί της ύπαρξης της παρούσας διαδικασίας ή περί της ύπαρξης ή και του περιεχομένου οποιουδήποτε διατάγματος που επιζητείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ή και περί της ύπαρξης ή και του περιεχομένου οποιασδήποτε αίτησης, ενόρκου δηλώσεως ή οποιουδήποτε δικογράφου ή άλλου εγγράφου που καταχωρήθηκε ή θα καταχωρηθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας μέχρι και την επίδοση του οποιουδήποτε εκδοθέντος στη βάση της παρούσας αίτησης διατάγματος στον Εναγόμενο 1. Ε. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η Νομική βάση της Μονομερούς Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 3, 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32, 41, 42 και 43, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.6 θθ. 1-9, Δ.39, Δ.48 θθ. 1-4, 8 και 9, στο κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.» Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ildar Uzbekov, εκ Λονδίνου, ο οποίος φέρεται να είναι γαμβρός του Ενάγοντα, αφού ως αναφέρει, έχει νυμφευθεί την κόρη του Elena Shchukina, και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Ενάγοντα να ορκιστεί εκ μέρους του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Σε γενικές γραμμές η θέση του Ενάγοντα είναι ότι μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου 1, υπήρξε σχέση εμπιστοσύνης και/ή δεσμευτικές συμφωνίες σε σχέση με την κατοχή και τη διαχείριση κάθε εταιρείας που χρησιμοποιείτο ως όχημα μέσω του οποίου «κατεχόταν οποιοδήποτε συμφέρον στην Εταιρεία SK και/ή στην Εταιρεία STK και/ή σχετικά με τη διεύθυνση, διαχείριση, οργάνωση, δομή της SK και/ή της STK και/ή την κατοχή και/ή τη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων, που βασίζονταν στην αρχή ότι ο Rostovtsev και ο Ενάγοντας θα κατείχαν πάντοτε ίσο μερίδιο/συμφέρον στην SK και/ή στην STK και/ή στα περιουσιακά στοιχεία αυτών». Ο Ενάγων θεωρεί πως αυτές οι συμφωνίες έχουν παραβιαστεί και ο ίδιος έχει εξαπατηθεί από τον Εναγόμενο 1. Σύμφωνα με την παράγραφο 60 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση: «60. Παρόλο που, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, η εχθρική ανάληψη του ελέγχου της διοίκησης της STK (και άλλων οντοτήτων) έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2015, ήταν κατά τον χρόνο εκείνο (δηλαδή τον Ιούλιο του 2015) που κατέστη ξεκάθαρο στον Ενάγοντα, σε εμένα και στους Ρούσους (εσωτερικούς και εξωτερικούς) δικηγόρους (οι «Ρώσοι Δικηγόροι του Ενάγοντα») ότι ο Ενάγων είχε, πέραν πάσης αμφιβολίας, εξαπατηθεί από τον Rostovtsev αφού στη βάση της Δεύτερης Μεταβίβασης της STK και της Τρίτης Μεταβίβασης της STK, η νομική ιδιοκτησίας της STK μεταβιβάστηκε σε οντότητες που ελέγχονται ή/και ανήκουν στον Rostovtsev.» Το Δικαστήριο με Απόφασή του ημερ. 23.12.15 έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση επιδοθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση. Πράγματι αυτή επεδόθη με αποτέλεσμα οι Καθ΄ ων η Αίτηση να εμφανιστούν και να ενστούν στην Αίτηση. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε στις 10.2.16 Ένσταση και οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 καταχώρισαν την ίδια ημερομηνία την δική τους Ένσταση. Δηλώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο ότι εκ παραδρομής η Ένσταση καταχωρίστηκε και εκ μέρους των Εναγομένων 3 και 4, αφού η υπό εκδίκαση Αίτηση δεν στρέφεται εναντίον τους. Η Ένσταση του Εναγόμενου 1 βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «1. Τα κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν την υπό κρίση αγωγή και επακόλουθα την υπό κρίση Αίτηση. 2. Ο Ενάγοντας ψάχνοντας για ευνοϊκές διαδικασίες αποτάθηκε σε διαφορετικές δικαιοδοσίες αποζητώντας τις ίδιες και/ή παρόμοιες θεραπείες (forum shopping) και/ή υπάρχει εναλλακτικό forum, ήτοι τα Ρωσικά Δικαστήρια στα οποία μπορεί να αποταθεί ο Ενάγοντας και/ή στην συμφωνία ημερ. 15/04/2009 υπάρχει ρητή πρόνοια όπως οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των μερών παραπέμπονται σε διαιτησία ενώπιον του Arbitration Tribunal at Non-profit Institution "Moscow Chamber of Arbitration Tribunal". 3. Τα θέματα που εγείρονται σχετικά με την υπό κρίση αίτηση έχουν τεθεί ενώπιον αλλοδαπών Δικαστηρίων και/ή τα αλλοδαπά Δικαστήρια έχουν εκδώσει σχετικές αποφάσεις. 4. Η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών των κυπριακών δικαστηρίων και/ή οι Εναγόμενοι 2,3 και 4 προστέθηκαν στην υπό κρίση αγωγή με μοναδικό σκοπό να προσδώσουν δικαιοδοσία στα κυπριακά Δικαστήρια. 5. Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίων του Εναγόμενου/ Καθ' ου η Αίτηση 1. 6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 και/ή η νομολογία για τη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών απαγορευτικών και/ή προστακτικών διαταγμάτων και/ή Διαταγμάτων τύπου Mareva και/ή Gagging Order και/ή διαταγμάτων αποκάλυψης. 7. Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι ασαφή και/ή τόσο γενικά και/ή παρέχουν διαζευκτικές οδηγίες και ως εκ τούτου καθίσταται αδύνατη η παρακολούθηση τους και/ή η κατανόηση τους και/ή η τήρηση τους και/ή είναι ανεφάρμοστα και/ή παράνομα και/ή αντίκεινται στη Νομολογία και/ή παραβιάζουν τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. 8. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. 9. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία και/ή ο Ενάγοντας βασίζεται στην αγωγή τους σε δόλο και/ή απάτη χωρίς να παρέχουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, οποιουσδήποτε ισχυρισμούς για λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή γεγονότων που δεικνύουν έστω οποιοδήποτε δόλο. 10. Δεν έχει καταδειχθεί ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν έχει καταδειχθεί ανεπανόρθωτη ζημιά. 11. Ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε και/ή δεν αποκάλυψε και/ή παραποίησε και/ή ψεύδεται σε σχέση ουσιώδη γεγονότα στην αίτηση του ημερ. 23/12/2014. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας/Αιτητής: 1. Δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι η Abacus Ltd είχε την διαχείριση των εταιρειών Monarflex, Astamarine και Passonline από την απόκτηση της Mercura το 2007. 2. Απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι η Boulard και η Elfton δεν πλήρωσαν ποτέ το ποσό των USD 6.000.000 χρησιμοποιώντας κεφάλαια του Ενάγοντα, αλλά πλήρωσαν το εν λόγω ποσό μετά που ο Εναγόμενος 1 έγινε ο τελικός δικαιούχος των δύο εταιρειών. 3. Δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τη συμφωνία ημερ. 15/04/2009 σύμφωνα με την οποία ο Ενάγοντας πώλησε τις μετοχές του που κατείχε στις εταιρείες Elftone, Boulart και Libour στον Εναγόμενο 1. 4. Απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος στα πλαίσια της συμφωνίας ημερ. 15/04/2009 πλήρωσε ως προκαταβολή προς τον Ενάγοντα το ποσό των USD 5.000.000. 5. Απέκρυψε από το Δικαστήριο τις πληρωμές που έγιναν από την Besemer Consultancey Ltd εκ μέρους του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα σύμφωνα με την συμφωνία ημερ. 15/04/2009, κατά την περίοδο Φεβρουαρίου 2011 -Ιουλίου 2014. 6. Απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι σύμφωνα με τη συμφωνία ημερ. 15/04/2009 ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε όλα τα τραπεζικά δάνεια της SK καθώς την ευθύνη της αποπληρωμής ποσού USD 37.135.963,34 και USD 4.073.004,47, συνολικά του ποσού των USD 41.208.967,81. 7. Δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τη συμφωνία εξασφάλισης υπ' αριθμό ΖΡ/401-2007 μεταξύ της Promsyuaznak και της Besemer Consultancy Ltd, τη συμφωνία εξασφάλισης υπ' αριθμό ΖΡ/003-06 μεταξύ της Promsyuaznak και της Besemer Consultancy Ltd τη συμφωνία εξασφάλισης υπ' αριθμό ΖΡ/333-2007 μεταξύ της Promsyuaznak και της Besemer Consultancy Ltd. 8. Δεν αποκάλυψε το πιστοποιητικό που εκδόθηκε από την Promzyabank σχετικά με τη συμφωνία ΖΡ/333-2007, δεν αποκάλυψε το πιστοποιητικό που εκδόθηκε από την Promzyabank σχετικά με τη συμφωνία ΖΡ/401-2007, δεν αποκάλυψε το πιστοποιητικό που εκδόθηκε από την Promzyabank σχετικά με τη συμφωνία ΖΡ/003-06. 9. Δεν αποκάλυψε την Απαίτηση του Εναγόμενου 1 προς την εταιρεία SK ύψους 110 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής. 10. Δεν αποκάλυψε την εξουσιοδότηση ημερ. 15/04/2009 με την οποία ο Ενάγοντας/Αιτητής εξουσιοδοτούσε την Abacus Cyprus Ltd να μεταφέρει τις μετοχές του στην εταιρεία Libur προς όφελος του Εναγόμενου 1. 11. Δεν αποκάλυψε την εξουσιοδότηση ημερ. 15/04/2009 με την οποία ο Ενάγοντας/Αιτητής εξουσιοδοτούσε την Abacus Cyprus Ltd να μεταφέρει τις μετοχές του στην εταιρεία Samdel Ltd προς όφελος του Εναγόμενου 1. 12. Δεν αποκάλυψε την εξουσιοδότηση ημερ. 15/04/2009 με την οποία ο Ενάγοντας/Αιτητής εξουσιοδοτούσε την Abacus Cyprus Ltd να μεταφέρει τις μετοχές του στην εταιρεία Elftone προς όφελος του Εναγόμενου 1. 13. Δεν αποκάλυψε αποφάσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου με τις οποίες φαίνεται ότι η LLC Diskorsa ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 πλήρωσε και/ή δικαιούταν να λαμβάνει συγκεκριμένα ποσά και/ή ήταν πιστωτής της εταιρείας SK. 14. Δεν αποκάλυψε αποφάσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου με τις οποίες φαίνεται ότι η Realform Development ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 πλήρωσε και/ή δικαιούταν να λαμβάνει συγκεκριμένα ποσά και/ή ήταν πιστωτής της εταιρείας SK. 15. Δεν αποκάλυψε αποφάσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου με τις οποίες φαίνεται ότι η Besemer Consultants Ltd ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 πλήρωσε και/ή δικαιούταν να λαμβάνει συγκεκριμένα ποσά και/ή ήταν πιστωτής της εταιρείας SK. 16. Δεν αποκάλυψε αποφάσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου με τις οποίες φαίνεται ότι η Besemer Consultants Ltd ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 πλήρωσε και/ή δικαιούταν να λαμβάνει συγκεκριμένα ποσά και/ή ήταν πιστωτής της εταιρείας SK. 17. Δεν αποκάλυψε αποφάσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου με τις οποίες φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 προσωπικά πλήρωσε και/ή δικαιούταν να λαμβάνει συγκεκριμένα ποσά και/ή ήταν πιστωτής της εταιρείας SK. 18. Δεν αποκάλυψε ότι η αναφορά του ελεγκτικού οίκου KPMG η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 13 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Uzbekov ήταν αποκλειστικά προϊόν πληροφόρησης την οποία παρείχε ο ίδιος ο κ. Uzbekov και όχι προϊόν ανάλυσης ανεξάρτητων δεδομένων της αγοράς. 19. Δεν αποκάλυψε ότι ο Ενάγοντας είναι ένας αναγνωρισμένος και ευρέως γνωστός επιχειρηματίας στη Ρωσία και /ή ότι συμπεριλήφθηκε στη λίστα του περιοδικού Forbes λόγω των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. 20. Δεν αποκάλυψε ότι υπήρχε όρος στη συμφωνία 15/04/2009 όπως αυτή δε δημοσιοποιηθεί μέχρι την πλήρη υλοποίηση της. 21. Δεν αποκάλυψε ότι κατά την σχετική για τα τεκμήρια 14(
- b)- 14(
- n)περίοδο και καθ' όλους τους χρόνους μέτοχοι της εταιρείας STK ήταν αρχικά οι εταιρείες Elftone , Boulart, Zankle και Charet και εν συνεχεία οι εταιρείες Nevis, Oracle, Kannon και Talise. 22. Δεν αποκάλυψε τις μαρτυρικές καταθέσεις που συνόδευαν την καταγγελία του στις αρχές τις Ρωσικής Δημοκρατίας ημερ. 15/04/2009 και ότι τα πρόσωπα τα οποία κατέθεσαν δεν είχαν οποιοδήποτε ευθύνη σε περίπτωση ψευδούς κατάθεσης. 23. Δεν αποκάλυψε ότι η ποινική διαδικασία που κατέθεσε στις 15/04/2015 απορρίφθηκε στις 03/12/2015 λόγω έλλειψης εγκληματικών ενεργειών από πλευράς του Εναγόμενου 1. 24. Δεν αποκάλυψε την Αίτηση που καταχώρησε στο Δικαστήριο του Λιχτενστάιν. 25. Δεν αποκάλυψε τη συμφωνία 31/05/2010. 26. Παρουσίασε ως τεκμήρια 25 (α),25 (β) και 40 έγγραφα τα οποία είναι κατασκευασμένα εκ των υστέρων και/ή είναι πλαστά. 27. Στα πλαίσια των υπο στοιχεία (α)-(κστ) ανωτέρω ο Ενάγοντας και/ή ο ενόρκως δηλών προέβηκαν σε ψευδής και/ή παραπλανητικές δηλώσεις. 12. Ο Ενάγοντας/Αιτητής είναι ένοχος υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής και/ή αίτησης. 13. Οι Αιτητές κωλύονται να καταχωρήσουν καθώς και να προωθήσουν την παρούσα Αίτηση αφού μεταξύ άλλων ουδέποτε αμφισβήτησαν την ιδιοκτησία των επίδικων μετοχών. 14. Η αίτηση ημερ. 18/12/2015 συνιστά άκυρο δικονομικό μέτρο και/ή έχει λανθασμένη και/ή ελλειπή νομική βάση και/ή η καταχώρηση της αγωγής παραβιάζει τις πρόνοιες τις Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 15. Η αίτηση δεν στηρίζεται από ικανοποιητική μαρτυρία και/ή συνοδεύεται από ανεπαρκή και/ή ελαττωματική και/ή παράτυπη και/ή παράνομη και/ή ψευδή ένορκη δήλωση. 16. Το ισοζύγιο ευχέρειας γέρνει καταφανώς υπέρ του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1. 17. Όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτη ζημιά κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή ότι η ζημιά τους σε περίπτωση επιτυχίας δεν θα είναι δυνατό να υπολογιστεί. 18. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική και/ή η νομική της βάση πάσχει και/ή είναι ελλιπής. 19. Δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε και/ή εξαιρετικές περιστάσεις έκδοσης του Διατάγματος. 20. Δεν ικανοποιούνται οι αρχές και οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος τύπου Gagging Order. 21. Τα Διατάγματα συγκρούονται με τις πρόνοιες αναφορικά με τη Συνθήκη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για την παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου η οποία κυρώθηκε με το Νόμο Ν. 172/1986.» Και η Ένσταση των Εναγομένων 2 στους ακόλουθους λόγους: «1. Το σεβαστό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής καθότι (α) δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής και/ή καλή συζητήσιμη υπόθεση κατά των Εναγομένων 2, 3 και 4 οι οποίοι είναι οι μόνοι εναγόμενοι που βρίσκονται στην Κύπρο, και (β) δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής και/ή καλή συζητήσιμη υπόθεση για αδικοπραξία που έλαβε χώρα στην Κύπρο. 2. Η αίτηση ημερομηνίας 18/12/2015 είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 3. Το γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση ημερομηνίας 18/12/2015 δεν δικαιολογούν την έκδοση των κατ' αίτηση διαταγμάτων. 4. Η μαρτυρία βασίζεται σε θέματα τα οποία είναι εκτός της προσωπικής γνώσης του ομνύοντα και/ή ο ομνύοντας παραλείπει να αναφέρει την πηγή γνώσης του και/ή αναφέρεται αόριστα σε πηγή γνώσης χωρίς να αποκαλύπτει αυτή. 5. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. 6. Βάσει της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης, ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος της απόδειξης ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στα πλαίσια παρουσίας μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης και ορατής πιθανότητας επιτυχίας. 7. Δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης στον Ενάγοντα/Αιτητή ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων. 8. Ενόψει όλων των γεγονότων, δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα κατ΄ αίτηση διατάγματα. 9. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. 10. Ο Ενάγοντας/Αιτητής καθυστέρησε να διεκδικήσει τις κατ' αίτηση θεραπείες με τρόπο και/ή σε βαθμό που να κωλύεται και/ή να αποκλείεται από του να δικαιούνται στην έκδοση διαταγμάτων. 11. Ενόψει της συμπεριφοράς του ο Ενάγοντας/Αιτητής κωλύεται και/ή να αποκλείεται από του να δικαιούται στην έκδοση διαταγμάτων καθώς αιτείται θεραπείες στην βάση του δικαίου της επιείκειας και/ή δεν έρχεται στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και/ή αποκρύβει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις. 12. Οι θεραπείες που επιζητούνται δυνάμει της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 18/12/2015 είναι πολύ παρόμοιες ή/και πανομοιότυπες με τις θεραπείες που επιζητούνται δυνάμει του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου στην παρούσα αγωγή. 13. Οι ενέργειες του Αιτητή αποτελούν κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών (abuse of process) και/ή προσπάθεια εξεύρεσης φόρουμ και/ή δικαστικής δικαιοδοσίας που να τον εξυπηρετεί (forum shopping) αφού, μεταξύ άλλων, εγείρει τα ίδια και/ή παρόμοια και/ή ταυτόσημα θέματα τόσο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας όσο και στα πλαίσια των διαδικασιών στην Ρωσία και/ή το Liechtenstein που έλαβαν χώρα και/ή συνεχίζουν να λαμβάνουνε χώρα. 14. Η κατ' αίτηση θεραπεία Γ είναι επικουρική (ancillary) της κατ' αίτηση θεραπείας Α και ως εκ τούτου η κατ' αίτηση θεραπεία Γ θα πρέπει να απορριφθεί με την απόρριψη της κατ' αίτηση θεραπείας Α. 15. Οι κατ' αίτηση θεραπείες Β και Γ αλληλοκαλύπτονται αφού επιδιώκουν ουσιαστικά τον ίδιο σκοπό, ήτοι την αποκάλυψη πληροφοριών αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 1. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση όπου η κατ' αίτηση θεραπεία Β εγκριθεί από το Δικαστήριο, η κατ' αίτηση θεραπεία Γ θα καταστεί αχρείαστη και κατά συνέπεια το Δικαστήριο θα πρέπει να την απορρίψει ως καταχρηστική και/ή μη αναγκαία. 16. Αναφορικά με την κατ' αίτηση θεραπεία Γ, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος καθότι, μεταξύ άλλων: i. δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για την έκδοση του επικουρικού διατάγματος αποκάλυψης που επιζητείται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2, ii. δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς και/ή καθόλου η αναγκαιότητα έκδοσης της κατ' αίτηση θεραπείας και/ή ότι είναι αναγκαίες οι πληροφορίες και/ή η αποκάλυψη, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κατ' αίτηση θεραπείας Α, iii. δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε έγκυρος και/ή επιτρεπτός λόγος για τον οποίο επιζητείται η έκδοση του επικουρικού διατάγματος αποκάλυψης. iv. το πραγματικό υπόβαθρο είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του κατ' αίτηση επικουρικού διατάγματος αποκάλυψης, v. η κατ' αίτηση αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κατ' αίτηση θεραπείας Α, vi. δεν έχει καταδειχθεί ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί το κατ' αίτηση επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης για σκοπούς εξυπηρέτησης της δικαιοσύνης. vii. το επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης που επιζητείται είναι αόριστο και/ή γενικό και/ή ασαφές κατά τρόπο που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, viii. το κατ' αίτηση επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης αποτελεί προσπάθεια για αλίευση μαρτυρίας, ix. το επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης που επιζητείται συνιστά στην ουσία εκτεταμένη μορφή αποκάλυψης, x. η αποκάλυψη που επιζητείται είναι υπερβολικά ευρεία και/ή δεν περιορίζεται στον προσδιορισμό περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από την κατ' αίτηση θεραπεία Α, xi. τυχόν αποκάλυψη θα συνεπάγεται παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Καθ'ων η Αίτηση 2, 3 και 4 και/ή παραβίαση της υποχρέωσης τους για εχεμύθεια και/ή παραβίαση των καθηκόντων θεματοφύλακα (fiduciary duties) που οφείλονται από τους Καθ'ων η Αίτηση 2, 3 και 4 προς τους πελάτες τους, xii. τυχόν αποκάλυψη θα ήταν καταπιεστική για τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4, xiii. ενόψει της συμπεριφοράς του Ενάγοντα και/ή της μεγάλης καθυστέρησης για διεκδίκηση οποιασδήποτε θεραπείας, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων, και/ή xiv. η προκειμένη περίπτωση δεν είναι κατάλληλη, ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του κατ' αίτηση επικουρικού διατάγματος αποκάλυψης. 17. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση επικουρικού διατάγματος φίμωσης που επιζητείται με την κατ' αίτηση θεραπεία Δ.» Οι Ενστάσεις υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις. Συγκεκριμένα η Ένσταση του Εναγόμενου 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Lidia Bugrovetskaya από τη Ρωσία, η οποία δηλώνει τα ακόλουθα: «1. Είμαι δικηγόρος και είμαι η υπεύθυνη του Νομικού Τμήματος του Εναγόμενου. Είμαι στην υπηρεσία του Εναγόμενου 1 από το 2009. Έχω προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας ένεκα της θέσης μου καθώς επίσης και από πληροφορίες που έλαβα από τον Εναγόμενο 1 και από έγγραφα που έχω στη κατοχή μου. Για οποιοδήποτε γεγονός δεν έχω προσωπική γνώση αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησης μου. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.» Στην παράγραφο 8 τα ακόλουθα: «8. Ως πληροφορούμαι από τον Εναγόμενο 1 περί το τέλος του Φεβρουαρίου του 2009 λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης όλων των επιχειρήσεων που έχουν δραστηριότητες σχετικές με την παραγωγή άνθρακα (ως εξηγείται στην Ένορκη Δήλωση ΙΟ) και την παγκόσμια πτώση των τιμών του άνθρακα, ο Ενάγοντας πρότεινε όπως ο Εναγόμενος 1 αγοράσει το μερίδιο του στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα συγκεκριμένα στις SK και RN. Τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία με την οποία ο Ενάγοντας πώλησε τις μετοχές του στην Elftone, Boulart και Libur στον Εναγόμενο 1. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 16Α το υπογραμμένο έγγραφο συμφωνίας ημερ. 15/04/2009 στη Ρωσική γλώσσα και ως Τεκμήριο 16Β την Αγγλική του μετάφραση. Η συμφωνία αυτή δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Ενάγοντα ο οποίος δόμησε όλη του την Απαίτηση αποκρύβοντας την απόκρυψη αυτού του ουσιωδώς γεγονότος με το οποίο αποδεικνύεται ότι η απαίτηση του Ενάγοντα είναι παντελώς αβάσιμη. Ο μοναδικός τελικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων εξόρυξης άνθρακα είναι ο Εναγόμενος 1.» Και στην παράγραφο 11, τα ακόλουθα: «11. Στις 15/04/2009 ένα σαρωμένο αντίγραφο της γραπτής συμφωνίας με αντίγραφα των σχετικών επιστολών μεταβίβασης(που περιγράφω στα α), β) και γ) κατωτέρω) υπογράφηκαν από τον Ενάγοντα και στάληκαν από τον Ενάγοντα στην Elena Stebeneva. Οι επιστολές μεταβίβασης ήταν ως ακολούθως: α) Εξουσιοδότηση στην Abacus Cyprus Ltd ημερ. 15/04/2009 με την οποία εξουσιοδότησε την Abacus Cyprus Ltd να μεταβιβάσει 5000 μετοχές USD 1 έκαστη οι οποίες κατέχονταν προς όφελος του από την Libur στον Εναγόμενο 1. Επισυνάπτω αντίγραφο των εν λόγω οδηγιών ως Τεκμήριο 27. β) Την ίδια μέρα εξουσιοδότησε την Samdel Ltd, Εναγόμενη 3, που ήταν συνδεδεμένη με την Abacus εταιρεία όπως μεταβιβάσει 2000 μετοχές €1 έκαστη που κατέχονταν προς όφελος του από την Boulard Ltd στον Εναγόμενο 1. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 28 τις εν λόγω οδηγίες. γ) Την ίδια μέρα εξουσιοδότησε την Price Nominees Limited, Εναγόμενη 4, που ήταν συνδεδεμένη με την Abacus εταιρεία όπως μεταβιβάσει 2000 μετοχές €1 έκαστη που κατέχονταν προς όφελος του από την Elftone στον Εναγόμενο 1. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 29 της εν λόγω οδηγίες. Ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες του Ενάγοντα, η Elena Stebeneva άμεσα προώθησε τις σαρωμένες επιστολές μεταβίβασης στην Abacus και απέστειλε όλες τις πρωτότυπες επιστολές μέσω ταχυμεταφορές αμέσως μετά. Όλα τα ανωτέρω αποκρύφτηκαν επίτηδες από το Δικαστήριο. Θα ήθελα επίσης να σημειώσω ότι τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 25Α και 25Β με την Ένορκη Δήλωση ΙΟ διαφέρουν από τις επιστολές μεταβίβασης που παρουσιάζονται ως Τεκμήρια 27, 28 και 29 με την παρούσα Ένορκη Δήλωση. Οι πρωτότυπες επιστολές που είναι στην κατοχή της Abacus είναι τα Τεκμήρια 27-29 και η Abacus δεν παρουσιάζεται ως ο τελικός δικαιούχος των μετοχών. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση γιατί η Abacus θα μπορούσε να είναι ο τελικός δικαιούχος των μετοχών. Πιστεύω ότι αυτά τα έγγραφα κατασκευάστηκαν και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να εμπλέξουν την Abacus σε μια ισχυριζόμενη «απάτη» που ουδέποτε έλαβε χώρα. Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο 40 της Ένορκης Δήλωσης ΙΟ.» Η Ένσταση των Εναγόμενων 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Γεωργίου, ο οποίος αναφέρει ότι είναι Διοικητικός Σύμβουλος και Μέτοχος της Εναγόμενης 2 Εταιρείας. Στις παραγράφους 36-38 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «
(36)Την 16/4/2009, η Stebeneva απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (αντίγραφο επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 7) επισυνάπτοντας τα 3 έντυπα («οι Επιστολές Μεταβίβασης») (αντίγραφα επισυνάπτονται και σημειώνονται ως Τεκμήρια 7α, 7β και 7γ αντίστοιχα) και ζητώντας από εμάς να προχωρήσουμε στις αλλαγές όσο το δυνατό πιο σύντομα. Και τα 3 έντυπα είχαν ημερομηνία 15 Απριλίου 2009, ορίζοντας τον εναγόμενο 1 ως τον νέο δικαιούχο και ήταν δεόντως υπογεγραμμένα από τον ενάγοντα. Οι πρωτότυπες Επιστολές Μεταβίβασης στάλθηκαν επίσης σε εμάς στην πορεία και μπορώ να επιβεβαιώσω ότι τις κρατούμε στο αρχείο μας.
(37)Στη βάση των οδηγιών αυτών και των Επιστολών Μεταβίβασης, ακυρώσαμε τις δηλώσεις καταπιστεύματος των Boulart, Elftone και Libur οι οποίες ήταν προς όφελος του ενάγοντα. Σφραγίδα με τη λέξη «cancelled» τοποθετήθηκε στην κάθε μια από τις πρωτότυπες δηλώσεις καταπιστεύματος και στα μη-χρονολογημένα έγγραφα μεταβίβασης. Στην συνέχεια εκδώσαμε νέες δηλώσεις καταπιστεύματος και μη-χρονολογημένα έγγραφα μεταβίβασης στο όνομα του εναγόμενου 1 τα οποία και αποστείλαμε στον Magomedov με επιστολή ημερομηνίας 22/4/2009 (επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 8).
(38)Επίσης εκδώσαμε νέες συμφωνίες διορισμού στις οποίες ο εναγόμενος 1 οριζόταν ως ο τελικός δικαιούχος των 3 εταιρειών. Πλήρως υπογεγραμμένα (fully executed) αντίγραφα των εν λόγω επιστολών διορισμού στάλθηκαν στην Stebeneva (μαζί με άλλα έγγραφα) με την επιστολή μας ημερομηνίας 12/5/2009 (επισυνάπτεται με μόνο τα σχετικά επισυναπτόμενα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 9).» Ακολούθησε Αίτηση του Ενάγοντα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, την οποία το Δικαστήριο με Απόφασή του ημερ. 27.5.16 ενέκρινε. Στη συνέχεια μετά που το Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζήτησαν να επιτραπεί και σε αυτούς να καταχωρίσουν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα δεν έφεραν ένσταση και με οδηγίες του Δικαστηρίου καταχώρισαν και αυτοί συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Ουδείς ενόρκως δηλών αντεξετάστηκε. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αγωγής, της Αίτησης και των Ενστάσεων. Το ίδιο ισχύει για το ογκώδες μαρτυρικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων των πολλών Τεκμηρίων) που έχει προσαχθεί στα πλαίσια εκδίκασης της Αίτησης, για τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, και για τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ξεκινώ από τους λόγους Ένστασης των Εναγομένων 1 και 2 οι οποίοι αφορούν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση. Ο κ. Χριστοδούλου με την αγόρευσή του ανέφερε ότι λανθασμένα και/ή παράτυπα προβαίνει σε ένορκες δηλώσεις ο κ. Uzbekov ενώ, κατά τον κ. Χριστοδούλου, έπρεπε να είχε προβεί σε ένορκες δηλώσεις ο ίδιος ο Ενάγων. Τέτοιος άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Αν γινόταν δεκτή η πιο πάνω εισήγηση του κ. Χριστοδούλου θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως ούτε και η Ένσταση του Εναγόμενου 1 υποστηρίζεται από μαρτυρία, αφού η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ενστάσεώς του δεν καταρτίστηκε από τον Εναγόμενο 1 αλλά από τη δικηγόρο κα Lidia Bugrovetskaya, η οποία δηλώνει υπεύθυνη του νομικού τμήματος του Εναγόμενου 1. Στην Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, η ένορκη δήλωση είχε καταρτιστεί από δικηγόρο. Αποφασίστηκε για τους λόγους που εξηγούνται στην Απόφαση, ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης δεν ήταν αντικανονική. Εδώ, στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Uzbekov, που υποστηρίζει την Αίτηση, γίνεται ειδική αναφορά ότι αυτός είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του και για λογαριασμό του. Με την ένορκη του δήλωση αναφέρει τους λόγους που προβαίνει ο ίδιος στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ο κ. Uzbekov δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμόν εξουσιοδότηση. Ο τελευταίος, ανάμεσα σε άλλα, παραπέμπει σε συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη του δήλωση. Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6.6.16, επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Ενάγοντα και περαιτέρω δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση «πολλών εκ των γεγονότων και θεμάτων που αναφέρονται στην παρούσα ένορκη δήλωση και γιατί ο σκοπός της παρούσας ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών και δηλώσεων που παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση LB και στην Ένορκη Δήλωση ΜΓ οι οποίες φέρονται να απαντούν στα όσα αναφέρονται στην Πρώτη Ένορκη Δήλωσή μου.». Μελετώντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του, διαπιστώνω πως αυτός αποκαλύπτει την πηγή γνώσης και των πληροφοριών του εκεί όπου χρειάζεται. Σημειώνεται, για ό,τι εδώ αξίζει, ότι εκείνο που είναι ανεπιθύμητο είναι ο χειρισμός υπόθεσης από δικηγόρο ο οποίος ταυτόχρονα είναι και ομνύων (δες υποθέσεις Rybolovlev κ.ά (πιο πάνω), Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358, και Alexander v. Alexander
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1093). Εν κατακλείδι, οι λόγοι Ένστασης σε σχέση με το πιο πάνω θέμα είναι αβάσιμοι και απορρίπτονται. Δικαιοδοσία Στην Powertools Electro Srl v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2182, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τη σελίδα 2192: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134.» Ο Εναγόμενος 1 εγείρει θέμα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Το ίδιο και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος με συγκεκριμένο λόγο Ένστασης ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύπτεται βάση Αγωγής για αδικοπραξία που έλαβε χώρα στην Κύπρο. Ο κ. Χριστοδούλου αγορεύοντας σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225: «Η ακρόαση αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα προϋποθέτει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής. Είναι όρος για την εξέταση της αίτησης και όχι θέμα της. Το λέγει και το ίδιο το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60. Το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα "εν τη ενασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας". Το παρεμπίπτον διάταγμα αποβλέπει, τελικά, στη διασφάλιση της απονομής πλήρους δικαιοσύνης στην πολιτική διαδικασία και εκδίδεται ή δεν εκδίδεται με δοσμένη τη δικαιοδοσία για εκδίκαση της αγωγής. Αυτή η δικαιοδοσία δεν συμπλέκεται με τους όρους που προαπαιτούνται για την έκδοσή του. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, η πιθανότητα επιτυχίας και οι προοπτικές πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι προϋποθέσεις, θα μπορούσε να λεχθεί και αυτές δικαιοδοτικής φύσης, για την άσκηση της επιμέρους εξουσίας. Δεν αφορούν όμως στη δικαιοδοσία για την εκδίκαση της αγωγής. Αφορούν στην ποιότητα της βάσης της αγωγής και στις ανάγκες της υπόθεσης. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557). Θα παρεμβάλλαμε, μάλιστα, ως προς τις ανάγκες της υπόθεσης, πως και αυτές, εφόσο δεν εντάσσονται στην ουσία της αντιδικίας, επιλύονται ως αυτοτελές θέμα της αίτησης. (βλ. Μυριάνθη Κυριάκου Νικόλα ν. Μιχάλη Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ. 1400.» Πρόκειται για απόσπασμα από την Απόφαση της Μειοψηφίας (Απόφαση του κ. Κωνσταντινίδη). Στην εν λόγω υπόθεση είχαν εκδοθεί δύο Αποφάσεις. Με την Απόφαση της Πλειοψηφίας το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη Απόφαση, όχι όμως με το σκεπτικό του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά με το δικό του σκεπτικό. Η Απόφαση της Μειοψηφίας βρήκε πως: «Το πρωτόδικο δικαστήριο ασχολήθηκε με το δικαιοδοτικό ζήτημα καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του και η πρωτόδικη απόφαση, που στηρίχτηκε στην κρίση πως υπάρχει κρατική ασυλία, πρέπει να παραμεριστεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο, όπως το δήλωσε ρητά, δεν ασχολήθηκε με την "ουσία" του θέματος. Συνεπώς, θα παραπέμπαμε το θέμα για εξέταση της ουσίας του στο Επαρχιακό Δικαστήριο, στο οποίο ανήκει η σε πρώτο βαθμό διάγνωση της συνύπαρξης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 και στη συνέχεια, αν αυτές συνυπάρχουν, η άσκηση διακριτικής εξουσίας. Χωρίς αναφορά στο ζήτημα της κρατικής ασυλίας ή και της εκδικασιμότητας. Το κατά πόσο θα προκρινόταν η κατά προτεραιότητα εξέταση αυτών των ζητημάτων από το αρμόδιο Δικαστήριο, απόκειται στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εδώ, δεν έχει τεθεί από τον Ενάγοντα, και ορθά, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει το θέμα της δικαιοδοσίας στο παρόν στάδιο. Εκ προοιμίου αναφέρω πως συμφωνώ με τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα, οι οποίοι υποστήριξαν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 1 αγνοεί πως ο Ενάγων επικαλείται, ανάμεσα σε άλλα, δόλο εκ μέρους του Εναγόμενου 1 που φέρεται να έχει κατ΄ ουσίαν διαπραχθεί στην Κύπρο. Όπως ορθά ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα: «..Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως αυτή συνοψίζεται πιο πάνω, οι ουσιωδέστερες από τις πράξεις που συνιστούν το σχετικό δόλο διαπράχθηκαν στην Κύπρο. Μεταξύ άλλων: (α) η αποστολή από την Stebeneva (η οποία ήταν μέλος της ομάδας του Εναγομένου 1) των Πλαστογραφημένων Επιστολών Μεταβίβασης στην Abacus καθώς και η παροχή οδηγιών στην Abacus να ενεργήσει στη βάση αυτών και (
- i)να ακυρώσει τις Δηλώσεις Εμπιστεύματος προς όφελος του Ενάγοντα σε σχέση με τις μετοχές στις Boulart και Elftone και (
- ii)να εκδώσει νέες δηλώσεις εμπιστεύματος προς όφελος του Εναγομένου 1 (πράξεις οι οποίες απέληξαν στην οικειοποίηση από τον Εναγόμενο 1 του ουσιαστικού και/ή ωφέλιμου συμφέροντος του Ενάγοντα επί των μετοχών στις Boulart και Elftone και, κατ' επέκταση, του ιδιοκτησιακού συμφέροντος του Ενάγοντα στην SK) έγιναν στην Κύπρο και αποσκοπούσαν να προκαλέσουν ενέργειες (were intended to be acted upon) στην Κύπρο, (β) η ακύρωση των σχετικών Δηλώσεων Εμπιστεύματος προς όφελος του Ενάγοντα και η έκδοση νέων δηλώσεων εμπιστεύματος προς όφελος του Εναγομένου 1 σε σχέση με τις μετοχές στις Boulart και Elftone έγιναν (από τον Όμιλο Abacus) στην Κύπρο, (γ) η αλλαγή της ιδιοκτησιακής δομής της SK και των Boulart και Elftone, η η απόκτηση από τον Εναγόμενο 1 των Υπεράκτιων Ιθυνουσών Εταιρειών, η παρουσίαση του Εναγόμενου 1 ως μόνου ωφέλιμου ιδιοκτήτη (beneficial owner) αυτών και η διενέργεια της Πρώτης Μεταβίβασης της STK, του Καρουζέλ Εταιρικής Διαχείρισης, της Δεύτερης Μεταβίβασης της STK (πράξεις οι οποίες αποσκοπούσαν στο να τεθούν η STK και/ή τα περιουσιακά στοιχεία αυτής εκτός της εμβέλειας και/ή του ελέγχου του Ενάγοντα) έγιναν μέσω ή και ως αποτέλεσμα οδηγιών που δόθηκαν από τον Εναγόμενο 1 ή και από αντιπρόσωπους του στην Abacus και/ή στην First Names στην Κύπρο. Έπεται ότι ο σχετικός δόλος κατ' ουσίαν διαπράχθηκε στην Κύπρο.» Κατ΄ επέκταση τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν χρειάζεται να πω ο,τιδήποτε και για τις άλλες αιτίες Αγωγής, στις οποίες έχουν κάνει αναφορά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα. Σημειώνω απλώς ότι οι βάσεις αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2, 3 κι 4 (Κυπριακές Εταιρείες) είναι ότι ενήργησαν κυρίως κατά παράβαση των συμφωνιών διορισμού τους, των συμβατικών καθηκόντων πίστης και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχαν έναντι του Ενάγοντα. Σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται στην προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και στην Έκθεση Απαίτησης. Η αγόρευση του κ. Χριστοδούλου εστιάστηκε στην παράγραφο (
- h)του Θεσμού 1 της Διαταγής 6 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «1. Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap. 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever- ........................................... (
- h)any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus.» Δεν είναι όμως πάνω σε αυτή τη βάση που ο Ενάγων θεωρεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία. Ούτε είναι πάνω σε αυτή τη βάση που εξασφάλισε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ο Ενάγων θεωρεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή επειδή η Αγωγή βασίζεται σε αστικά αδικήματα που κατ΄ ουσίαν διαπράχθηκαν στην Κύπρο και σε άλλες βάσεις Αγωγής που κατ΄ ουσίαν προέκυψαν στην Κύπρο. Συνεπώς, ο Ενάγων ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή επειδή η Αγωγή στρέφεται και εναντίον Κυπρίων Εναγομένων (Εναγόμενοι 2-4). Ως εκ τούτου, τα όσα ανέφερε ο κ. Χριστοδούλου ουδεμία εφαρμογή έχουν στα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του κ. Ιωαννίδη ότι «η αγωγή στρέφεται κατά της Abacus με μόνο σκοπό να προσπαθήσει ο Ενάγοντας, καταχρηστικά και πλασματικά, να δημιουργήσει επιχειρήματα υπέρ της ανάληψης δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά δικαστήρια». Δεν είναι σε αυτό το στάδιο που θα αποφασιστεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 έχουν διαπράξει τα όσα ο Ενάγων τους καταλογίζει. Τα όσα ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε γύρω από αυτό το θέμα με την αγόρευσή του, με παραπομπή σε συμφωνίες διορισμού, θα εξεταστούν όταν το Δικαστήριο θα εκδικάζει την ουσία της Αγωγής. Συνεπώς δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ότι δεν αποκαλύπτεται ο,τιδήποτε που να δικαιολογεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ούτε έχει οποιαδήποτε βαρύτητα, στο στάδιο αυτό, η θέση του ότι «δεν υπάρχει καν οποιαδήποτε υπόθεση από την πλευρά του Ενάγοντα που να εξηγεί γιατί η Abacus, ένας μεγάλος και σοβαρός οργανισμός η οποιοσδήποτε υπάλληλος της Abacus, θα ήθελε να καταδολιεύσει τον Ενάγοντα». Τέτοιες υποθέσεις δεν έχουν θέση στην παρούσα διαδικασία. Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης του Εναγόμενου 1 ότι ο Ενάγων θα έπρεπε να είχε αποταθεί στα Ρωσικά Δικαστήρια αφού στη Συμφωνία ημερ. 15.4.09 υπάρχει ρητή πρόνοια ότι οι διαφορές των Μερών παραπέμπονται σε Διαιτησία ενώπιον του «Arbitration Tribunal at Non-profit Institution "Moscow Chamber of Arbitration Tribunal"» θα αρκεστώ απλώς να αναφέρω πως πρόκειται περί αβάσιμου λόγου, αφού ο Ενάγων αρνείται ότι υπέγραψε ή ότι συνομολόγησε τέτοια συμφωνία. Δεν εξετάζω τώρα κατά πόσο τα όσα αποδίδονται στον Εναγόμενο 1 (δόλος, παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης κλπ) θα καλύπτονταν από τη Συμφωνία ημερ. 15.4.09, σε περίπτωση που ο Ενάγων παραδεχόταν τη σύναψή της. Κατάχρηση Διαδικασίας Με συγκεκριμένους λόγους Ένστασης οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναφέρουν ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί «κατάχρηση των διαδικασιών των Κυπριακών Δικαστηρίων». Στην Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 250: «Παρόλο που τα επίδικα θέματα της έφεσης δεν είναι επάλληλα με εκείνα της παρούσας διαδικασίας, είναι γεγονός ότι και τα δύο ένδικα μέσα αποβλέπουν στην επίτευξη του ίδιου αντικειμενικού στόχου, δηλαδή στον παραμερισμό και ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. ............. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» Στην Beogradska
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 911 διαπιστώθηκε ότι οι δύο εφέσεις που είχαν καταχωριστεί είχαν τον ίδιο σκοπό. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 923: «Έχουμε διαπιστώσει ότι οι δύο εφέσεις έχουν τον ίδιο σκοπό. Τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.4.94 στη μονομερή αίτηση καθώς και τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 10.3.95. Οι λόγοι έφεσης και στις δύο εφέσεις, παρόλον ότι δεν έχουν διατυπωθεί με το ίδιο λεκτικό, δεν διαφέρουν καθόλου στην ουσία τους. Αντιμετωπίζουν, επομένως, οι εφεσίβλητοι, δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους.» Το Εφετείο στη συνέχεια απέρριψε την μεταγενέστερη Έφεση. Στην Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165, δεν αποκαλύφθηκε σε ενδιάμεση Αίτηση της Ενάγουσας Τράπεζας το γεγονός ότι η τελευταία προωθούσε εκποίηση υποθηκών μέσω Κτηματολογίου που αφορούσαν στο αιτούμενο με την Αγωγή ποσό. Οι Εναγόμενοι υποστήριξαν ότι η καταχώριση Αγωγής συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας. Το Εφετείο σε διαφωνία με αυτή τη θέση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 1171: «Ούτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η προώθηση πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων, ως ισχυρίζεται η εφεσείουσα βασιζόμενη σε σχετική, κατ΄ αυτή, νομολογία. Η νομολογία αναφέρεται σε παράλληλη προώθηση πέραν της μιας διαδικασιών ή πέραν του ενός ενδίκου μέσου (Βλέπε: Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Στην υπόθεση αυτή δεν προωθούντο δύο παράλληλα ένδικα μέσα. Η προώθηση πώλησης των ενυποθήκων κτημάτων από την εφεσίβλητη, μέσω του Κτηματολογίου, ήταν συμβατικό δικαίωμα της.» Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι σήμερα είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία αστικής φύσεως που αφορά στα ίδια επίδικα θέματα είτε στην Κύπρο είτε στην αλλοδαπή. Ο Ενάγων στην Κύπρο έχει καταθέσει μόνον την παρούσα Αγωγή ενώ σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του, έχει προβεί και σε ποινική καταγγελία στην Κύπρο εναντίον και του Εναγόμενου
- Το γεγονός ότι ο Ενάγων έχει προβεί σε ποινικές καταγγελίες εναντίον του Εναγόμενου 1 στην αλλοδαπή, δεν συνιστά κατάχρηση επειδή καταχώρισε και την υπό εκδίκαση Αγωγή. Το αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της αστικής φύσεως διαδικασίας. Περαιτέρω, η δικαστική διαδικασία στον Λιχτενστάιν δεν στρεφόταν εναντίον των ίδιων προσώπων και επικεντρωνόταν στην δεύτερη και τρίτη μεταβίβαση της STK. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας ήταν και τα έγγραφα ημερ. 15.4.09, τα οποία ο Ενάγων θεωρεί ότι είναι πλαστογραφημένα και ότι χρησιμοποιήθηκαν στην Κύπρο για να εξαπατηθεί. Σημειώνεται ότι κατά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής η διαδικασία στο Λιχτενστάιν είχε απορριφθεί, μεταξύ άλλων, και λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 χωρίς να έχει εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα. Για το θέμα αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα όσα παρατίθενται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Uzbekov, ημερ. 6.6.16: «
- Σχετικά με την παράγραφο 15 της Ένορκης Δήλωσης ΜΓ, η Abacus δεν αναφέρθηκε στην αίτηση του Λιχτενστάιν επειδή, όπως με συμβουλεύει το δικηγορικό γραφείο Batliner Gasser το οποίο ενεργούσε για τον Ενάγοντα στο Λιχτενστάιν, η αίτηση του Λιχτενστάιν δεν μπορούσε, για λόγους δικαιοδοσίας, να στρέφεται εναντίον της Abacus. Περαιτέρω όπως εξηγείται στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Μου (βλέπε παραγράφους 73 και 80) ο βαθμός και η φύση της συμμετοχής της Abacus και τα στοιχεία που καταδείκνυαν ύποπτη και έκνομη συμπεριφορά εκ μέρους της ήλθαν στο φως ως αποτέλεσμα των Ενόρκων Δηλώσεων Αποκάλυψης του Belize και της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης των Σεϋχέλλων. Όπως έχω αναφέρει, μεταξύ άλλων, στις παραγράφους 73 και 80 της Πρώτης Μου Ένορκης Δήλωσης, προκύπτει από τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν στο Belize και στις Σεϋχέλλες ότι ο Rostovtsev χρησιμοποίησε άλλους παρόχους εταιρικών υπηρεσιών και υπηρεσιών εμπιστοσύνης (fiduciary services) (ήτοι, την First Names) και όχι την Abacus για να του παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες σε σχέση με τους αγοραστές (Orracle, Nevis, Kannon και Talise) και μετά τη Δεύτερη Μεταβίβαση της STK, επέστρεψε στην Abacus. Στη βάση της Ένορκης Δήλωσης ΜΓ και της Ένορκης Δήλωσης LB τώρα προκύπτει ότι η συμμετοχή της Abacus στο δόλο και ο βαθμός της αμελούς και έκνομης συμπεριφοράς της είναι ακόμα μεγαλύτερος απ' ότι αρχικά θεωρήθηκε.
- Η αίτηση του Ενάγοντα για ενδιάμεση θεραπεία στο Λιχτενστάιν απορρίφθηκε και καμία άλλη ουσιαστική ή άλλου είδους διαδικασία εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων του Λιχτενστάιν ή ενώπιον οποιασδήποτε άλλης αρχής εκτός από μία έφεση στο συνταγματικό δικαστήριο του Λιχτενστάιν αναφορικά με την επιδίκαση εξόδων σε σχέση με την απόρριψη της αίτησης του Ενάγοντα για ενδιάμεση θεραπεία και την ποινική καταγγελία που καταχώρησε ο Ενάγοντας και που αναφέρεται στην παράγραφο 84 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης Μου (για την οποία παρέχω ενημέρωση πιο κάτω). Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον να σημειώσω ότι όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 67Α και 68Α που επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση LB, τα δικαστήρια του Λιχτενστάιν στην πραγματικότητα κατέληξαν ότι ο Ενάγοντας ήταν κατά 50% δικαιούχος της STK (και της STY).
- Σχετικά με την ποινική καταγγελία που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα και η οποία είχε αρχικά απορριφθεί όπως αναφέρεται στην παράγραφο 84 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης Μου, πρέπει να σημειώσω και να ενημερώσω το δικαστήριο ότι η έφεση του Ενάγοντα ήταν τελικά επιτυχής και ότι ως αποτέλεσμα διατάχθηκε η έναρξη ποινικής έρευνας εναντίον του Rostovtsev. Επισυνάπτω στην παρούσα ως Τεκμήριο 8a αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου του Πριγκιπάτου (Princely Court) ημερομηνίας 12/01/2016 μαζί με Αγγλική μετάφραση αυτής και ως Τεκμήριο 8b αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου του Πριγκιπάτου (Princely Court) ημερομηνίας 19/01/2016 μαζί με Αγγλική μετάφραση αυτής. [ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΘΑ ΕΠΑΛΗΘΕΥΘΕΙ ΔΕΟΝΤΩΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΘΑ ΕΠΙΣΥΝΑΦΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ]. Για ευκολία αναφοράς και αναφορικά με τις δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου του Πριγκιπάτου (Princely Court), σημειώνω ότι στις 12/01/2016, το δικαστήριο αρχικά είπε ότι η αίτηση του Ενάγοντα θα έπρεπε να εγκριθεί μόνο εν μέρει, δηλαδή ότι η έρευνα θα άρχιζε εναντίον του Rostovtsev και όχι εναντίον των "αγνώστων μερών". Ωστόσο, κατόπιν αυτού, το δικαστήριο τροποποίησε την απόφαση του στις 19/01/2016, αναγνωρίζοντας ότι ο Ενάγοντας δεν ζήτησε την διεξαγωγή έρευνας εναντίον των "αγνώστων μερών". Έτσι, η αίτηση του Ενάγοντα ήταν επιτυχής στην ολότητα της.» Συνεπώς, δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να εμπόδιζε τον Ενάγοντα να καταχωρίσει την παρούσα Αγωγή. Έπεται ότι οι σχετικοί με το πιο πάνω θέμα λόγοι Ένστασης απορρίπτονται. Άλλοι Λόγοι Ένστασης Δεν με βρίσκουν σύμφωνο ούτε οι θέσεις του κ. Χριστοδούλου ότι ο Ενάγων έχει ενεργήσει με κακοπιστία για να εξασφαλίσει τα αιτούμενα διατάγματα και ασκήσει έτσι πίεση «μέσω της διατάραξης ή ακόμη και παράλυσης μιας πολύ μεγάλης επιχείρησης». Μελετώντας το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα καθώς επίσης και το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, δεν έχει φανεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Ενάγων θεωρεί ότι εξαπατήθηκε κυρίως από τον Εναγόμενο 1 με τη χρήση και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, και όχι μόνο, με αποτέλεσμα να χάσει το συμφέρον του και/ή τα δικαιώματά του στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα, για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Για το θέμα της κακοπιστίας, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω και στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.ά, Πολιτική Έφεση 362/09, απόφαση ημερ. 3.7.14: «Το ενιαίο κλητήριο όπως έχουμε εξηγήσει, ήταν έγκυρο σε σχέση με όλους τους εναγομένους κατά το χρόνο έκδοσης του και επομένως ήταν δυνατή η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο θα επηρέαζε και τους αλλοδαπούς εναγόμενους, εφόσον αυτό τελικά θα τους επιδίδετο μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθά κατά την άποψή μας, έκρινε ότι δεν υπήρχε θέμα κακοπιστίας ή κατάχρησης της διαδικασίας και ότι δεν ετίθετο θέμα συμπερίληψης εικονικά κυπρίων εναγομένων, ώστε να δημιουργηθεί τεχνιέντως θέμα διασύνδεσης των αλλοδαπών εναγομένων με την Κύπρο. Έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των Εφεσιβλήτων-Εναγόντων στο Γενικώς Οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με το μέρος του αγώγιμου δικαιώματος τους και τον τρόπο που όλοι οι εναγόμενοι εμπλέκονταν μεταξύ τους, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή αποκάλυπτε καλή βάση αγωγής. Εν πάση περιπτώσει και να ετίθετο θέμα δικαιοδοσίας έναντι των αλλοδαπών εναγομένων, πέραν της διατάξεως Δ.6 θ.1(h) που θα ήταν χρήσιμες, βοηθητικές θα ήταν και οι πρόνοιες των παραγράφων (c) και (g). (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Τέλος, το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν αξιώνει διατάγματα με τα οποία να δεσμεύεται και η περιουσία των Εναγομένων 2-4, δεν αφαιρεί ο,τιδήποτε από τη δύναμη της υπόθεσης του εναντίον του Εναγόμενου 1, όπως περίπου εισηγήθηκε ο κ. Χριστοδούλου. Ο Ενάγων θεωρεί πως ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η όποια Δικαστική Απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελός του, υπάρχει μόνο για τον αλλοδαπό Εναγόμενο
- Δεν βρίσκω τίποτε επιλήψιμο σε αυτή του την επιλογή. Ούτε από αυτό το γεγονός αποκαλύπτεται ξεκάθαρη κακοπιστία εκ μέρους του Ενάγοντα, ως ήταν η εισήγηση του κ. Χριστοδούλου. Σε σχέση με το κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, σημειώνω απλώς πως δεν υπάρχει αίτημα για αναστολή της διαδικασίας επειδή η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum. Εν πάση περιπτώσει, η θέση του Ενάγοντα είναι, ανάμεσα σε άλλα, ότι έχουν διαπραχθεί αστικά αδικήματα στην Κύπρο. Όπως ορθά ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα με παραπομπή στην υπόθεση The Albaforth
(1984)2 Lloyd's Rep. 91, το θέμα αυτό από μόνο του καθιστά εκ πρώτης όψεως την Κύπρο ως το κατάλληλο forum. Περαιτέρω, εδώ έχει δοθεί μαρτυρία η οποία συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum. Συγκεκριμένα έχει δοθεί μαρτυρία ότι χρησιμοποιήθηκαν στην Κύπρο πλαστά έγγραφα με αποτέλεσμα παράνομα ο Ενάγων να απωλέσει μετοχές του σε Κυπριακές Εταιρείες, και κατ΄ επέκταση να απωλέσει το μερίδιο και/ή ιδιοκτησιακό καθεστώς του στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές. Τα έγγραφα φέρονται να έχουν δοθεί με οδηγίες του Εναγόμενου 1 προς τις Εναγόμενες 2-4 (Κυπριακές Εταιρείες), οι οποίες και τα χρησιμοποίησαν με τον τρόπο που περιγράφεται στη μαρτυρία. Ισχυρισμός για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Οι Εναγόμενοι με συγκεκριμένους λόγους Ένστασης αναφέρουν ότι ο Ενάγων δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν απεκάλυψε και/ή απέκρυψε και/ή παραποίησε και/ή ψεύδεται σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα. Ο κ. Χριστοδούλου αγορεύοντας προς υποστήριξη του πιο πάνω λόγου Ένστασης, παρέπεμψε σε συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία κατά τον ίδιον ο Ενάγων δεν απεκάλυψε. Ήταν η θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της Αίτησης αφού όπως ανέφερε «ο Ενάγων απέκρυψε τόση μαρτυρία αλλά και ορκίστηκε τόσα ψεύδη». Πρόκειται περί αβάσιμου λόγου Ένστασης. Κατ' αρχάς, όπως θα λεχθεί και στη συνέχεια, δεν είναι σε αυτό το στάδιο που αποφασίζεται ποιος διάδικος ψεύδεται. Ως ελέχθη, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η Μονομερής Αίτηση επιδοθεί στους Εναγομένους, όπως και έγινε, με αποτέλεσμα αυτή να παύσει να είναι Μονομερής. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Μιχαήλ (Αρ. 3)
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1943, στην οποία ορθά παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα, και η οποία αφορούσε σε Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Κρίθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι η υποχρέωση ενός Αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων υφίσταται μόνο στην περίπτωση Μονομερούς Αίτησης. Το ίδιο λέχθηκε και στην υπόθεση Rybolovlev κ.ά v. Rybolovleva (πιο πάνω), όπου στη σελίδα 95 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας.» Σημειώνω εδώ πως χρόνια πριν, στην Αγωγή αρ. 1542/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, μεταξύ THE OLD BULL "N" BUSH PUB LIMITED v. Χάρη Κρασσά κ.α., Απόφαση ημερ. 29.5.2003, εξετάστηκε παρόμοιο θέμα από τον τότε Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Μ. Φωτίου. Στη σελίδα 8 της Απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ενόψει του ότι στη δική μας περίπτωση η αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση, ούτως ώστε ουσιαστικά μετατράπηκε σε αίτηση με κλήση, αυτή έπαψε να θεωρείται μονομερής και επομένως δεν εγείρεται (κι ούτε ηγέρθη) θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Έτσι, δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω σχετικά με την εν λόγω υποχρέωση ενός αιτητή όταν αποτείνεται μονομερώς για προσωρινό διάταγμα.» Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται οιοσδήποτε περιορισμός, (βλ. Α.Β.P. Holdings Ltd ν. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Τα ίδια λέχθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια, που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Μάλιστα στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε, πως σήμερα μπορεί πλέον να γίνονται δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από ένα λογαριασμό σε άλλον και από μια χώρα σε άλλη, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελίδα 177 της απόφασης: «Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ΄ αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς». Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Ως γνωστό, οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων είναι οι ακόλουθες. α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) Να υπάρχει ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή και γ) Εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, όπου στη σελ.267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) To ίδιο και στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788, όπου στη σελ.797 τονίστηκε ότι, «Δεν πρέπει, επίσης να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» (Bλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio MΑ.SΤ. Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 799.) Πάρα πολλές αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo (πιο πάνω), Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 C.L.R. 152. Βεβαίως, η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Η πρόνοια του άρθρου αυτού ότι είναι πιθανόν ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά ισοδυναμεί με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, θα πρέπει στο τέλος να εξετάσει και να σταθμίσει όλα τα γεγονότα για να αποφασίσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα (βλ. τις πιο πάνω υποθέσεις Οδυσσέως και Π.Χ"Βασίλη). Στην παρούσα υπόθεση, ο Ενάγων είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσης τους. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τους Εναγομένους, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία του Ενάγοντα όσο και τις θέσεις και τη μαρτυρία των Εναγομένων, και με βάση τα πιο πάνω εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, θα εκδώσει τα διατάγματα, αν όχι, θα απορρίψει την Αίτηση. Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, το 2007 ο Valentin Petrovich Bukhtoyarov (o "Bukhtoyarov"), ο Rostovtsev, ο Boris Vitalyevich Fadeev (o "Fadeev") και ο Ενάγων απέκτησαν ίσο ποσοστό (25% έκαστος) των μετοχών μιας επιχείρησης εξόρυξης άνθρακα στην περιοχή Kemerovo της Ρωσίας. Αυτή η επιχείρηση περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την Εταιρεία SK το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο της οποίας ήταν το ορυχείο άνθρακα Kyrgayskaya. Ο μόνος μέτοχος στην SK ήταν η εταιρεία Monarlfex Limited, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Οι μετοχές στην Monarlfex Limited κατέχονταν από την Merkura Marketing S.A., εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, η οποία με τη σειρά της ανήκε στα τέσσερα πιο πάνω πρόσωπα σε ίσα μερίδια. Η Merkura Marketing S.A. ήταν επίσης η μητρική οντότητα άλλων νομικών προσώπων που κατείχαν μέρος της επιχείρησης εξόρυξης άνθρακα περιλαμβανομένης και της OAO Razrez Novokazanskiy ("RN"). Όλες οι Αποφάσεις που λαμβάνονταν από τα τέσσερα πιο πάνω πρόσωπα υπό την ιδιότητά τους ως τελικών μετόχων της επιχείρησης εξόρυξης άνθρακα, συντάσσονταν από τους υπαλλήλους του Rostovtsev κυρία Elena Alexandrovna Kandaurova (η "Kandaurova") και την επικεφαλής νομική του σύμβουλο κα Lidia Alexandrovna Bugrovetskaya (η «Bugrovetskaya»), και οι δύο διαμένουσες στη Μόσχα, μέσω των πιο πάνω ενδιάμεσων εταιρειών. Τον Οκτώβριο του 2008 ο Bukhtoyarov πώλησε το μερίδιό του στον Ενάγοντα έναντι τιμήματος αγοράς 1,3 δισεκατομμυρίων Ρωσικών Ρουβλιών (RUR), δηλαδή περίπου US$35 εκατομμύρια. Συνεπώς ο Ενάγων απέκτησε το 50% της Merkura και κατ΄ επέκταση της επιχείρησης ορυχείου άνθρακα. Στα τέλη του 2008 ή αρχές του 2009, ο Fadeev μεταβίβασε το 25% των μετοχών του στην επιχείρηση στον Εναγόμενο 1. Σύμφωνα με τις παραγράφους 18 και 19 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση: «18. Εξ όσων πληροφορούμαι από τον Ενάγοντα, ο Rostovtsev έκανε όλες τις διευθετήσεις που αφορούσαν την ιδιοκτησιακή δομή της Επιχείρησης Εξόρυξης Άνθρακα εκ μέρους των συνεταίρων δηλώνοντας ότι καθ' όσον αφορά την Κύπρο θα χρησιμοποιούσε την Abacus, γνωστό παροχέα υπηρεσιών. Μάλιστα πληροφορούμαι από τον Ενάγοντα ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι ο Rostovtsev (ο οποίος διαμένει στη Μόσχα) θα ήταν υπεύθυνος για τα θέματα που αφορούσαν στην διατήρηση του ιδιοκτησιακού μεριδίου των δύο συνεταίρων στην Επιχείρηση Εξόρυξης Άνθρακα μέσω της δομής κατοχής μετοχών που θα δημιουργείτο μέσω, μεταξύ άλλων, της Abacus, για άλλα εταιρικά θέματα καθώς και για τις πωλήσεις άνθρακα στη Ρωσία και στο εξωτερικό, ενώ ο Ενάγοντας (ο οποίος διαμένει στην περιοχή Kemerovo της Ρωσίας) θα ήταν κυρίως υπεύθυνος για την παραγωγή και για άλλα τεχνικά και επιχειρηματικά θέματα. Τα ορυχεία βρίσκονταν στην περιοχή Kemerovo στη Ρωσία που βρίσκεται περίπου 3.600 χιλιόμετρα από τη Μόσχα. 19. Η Monarflex ήταν μια εταιρεία που τελούσε υπό την εταιρική διοίκηση της Abacus. Η Abacus είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών που παρέχει απευθείας ή μέσω εταιρειών που ανήκουν ή ελέγχονταν από αυτήν (οι «Θυγατρικές της Abacus») επαγγελματικές υπηρεσίες σε τοπικούς ή διεθνείς πελάτες στην Κύπρο και στο εξωτερικό που περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε λογιστικές υπηρεσίες, υπηρεσίες εταιρικής διαχείρισης, υπηρεσίες καταπιστευματοδόχου και άλλες υπηρεσίες περιλαμβανομένου και υπηρεσιών φύσεως θεματοφύλακα. Οι Θυγατρικές της Abacus περιλαμβάνουν τις ακόλουθες κυπριακές εταιρείες: την Samdel Limited (HE 114633) (η "Samdel") που είναι η Εναγόμενη 3, την Abacus (Cyprus) Limited (HE 14003) (η ''Abacus Cyprus"), την Price Secretarial Services Limited (HE 67224) ("Price Secretarial"), Altadia Limited (HE 214413) (η "Altadia") και την Price Nominees Limited (HE 69436) (η "Price Nominees") που είναι η Εναγόμενη 4 (όλες μαζί με την Abacus, ο "Όμιλος Abacus"). Αντίγραφο διαδικτυακής έρευνας από την επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών Κύπρου (https://efiling.drcor.mcit.gov.
- cy)που αφορά την Abacus επισυνάπτεται στην παρούσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 6α και αντίγραφα αποτελεσμάτων διαδικτυακής έρευνας από τον Έφορο Εταιρειών Κύπρου αναφορικά με τις Samdel, Abacus Cyprus, Price Secretarial, Altadia και Price Nominees επισυνάπτονται στην παρούσα και σημειώνονται ως Τεκμήρια, 6β, 6γ, 6δ και 6ε αντίστοιχα. Όπως μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει, οι διευθυντές των εν λόγω εταιρειών του Ομίλου Abacus είναι περίπου τα ίδια άτομα.» Κατά τον χρόνο που οι Ενάγων και Εναγόμενος 1 απέκτησαν το 50% έκαστος στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα, είχε συμφωνηθεί προφορικά από τους συνεταίρους να μεταβιβάσουν την επιχείρηση σε νέες Κυπριακές οντότητες. Συγκεκριμένα σε σχέση με την SK: «20. (α) Την 12/11/2008, ο Ενάγοντας (και η κόρη του/σύζυγος μου) υπέγραψαν συμφωνίες με την Abacus σχετικά με τις Κυπριακές εταιρείες Boulart Limited (HE 219640) ("Boulart") και Elftone Limited (HE 215631) ("Elftone") αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται στην παρούσα και σημειώνονται ως Τεκμήριο 7α και Τεκμήριο 7β αντίστοιχα και τις έδωσε στην ομάδα του Rostovtsev (Burgovetskaya και Kandaurova) η οποία ήταν υπεύθυνη για την εν λόγω εταιρική δομή. Όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες συμφωνίες οι οποίες διέπονται από Κυπριακό δίκαιο, η Abacus θα παρείχε υπηρεσίες εταιρικής διαχείρισης, καταπιστευματοδόχου, θεματοφύλακα και άλλες υπηρεσίες σε σχέση με την Boulart και την Elftone των οποίων δύο δικαιούχος ήταν ο Ενάγοντας ενώ ο Ενάγοντας και η κόρη του θα είχαν απεριόριστη εξουσία ως τα καθορισμένα Εξουσιοδοτημένα Πρόσωπα και η κα Elena Alexandrovna Stebeneva ("Stebeneva") η οποία ήταν η οικονομική διευθυντής (financial officer) του Ενάγοντα θα είχε περιορισμένη εξουσία χωρίς εξουσιοδότηση να δίδει εντολές για την πώληση, επιβάρυνση και την οποιαδήποτε μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων της Boulart και Elftone. Οι εν λόγω συμφωνίες επίσης προνοούσαν ότι τα πρόσωπα που θα καθορίζονταν από την Abacus για να ενεργούν ως διευθυντές της Boulart και Elftone θα ενημέρωναν τον Ενάγοντα προτού να εγκρίνουν οποιοδήποτε ψήφισμα ή προτού να ασκήσουν τις εξουσίες τους. Ο Ενάγοντας δεν φαίνεται να είχε λάβει ποτέ αντίγραφα αυτών των συμφωνιών προσυπογραμμένα από την Abacus. Μάλιστα εξ όσων με πληροφορούν ο Ενάγοντας και ο Vernigor, η λήψη των προσυπογραμμένων συμφωνιών θεωρείτο από αυτούς ως μια απλή τυπικότητα εφόσον η Abacus ήδη παρείχε υπηρεσίες σε σχέση με την Monarflex και συνεπώς ήταν μια οντότητα την οποία εμπιστεύονταν. (β) Η Monarflex έπειτα πώλησε στην κάθε μία από τις Boulart και Elftone 25% (σύνολο 50%) της SK. Για να αποκτήσει αυτές τις μετοχές τόσο η Boulart όσο και η Elftone πλήρωσαν στην Monarflex Δολάρια Η.Π.Α. S$6 εκατομμύρια βάσει συμφωνιών αγοράς μετοχών ημερομηνίας 17/11/2008 αντίγραφα των οποίων δια του παρόντος επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8a και Τεκμήριο 8b αντίστοιχα. (γ) Ο Rostovtsev απέκτησε το εναπομείναν 50% της SK μέσω δύο οντοτήτων, της Κυπριακής εταιρείας Zankle Investments Limited ("Zankle") και της Charet Limited ("Charet") των Βρετανικών Παρθένων Νήσων η κάθε μία εκ των οποίων υπέγραψε με την Monarflex ταυτόσημες συμφωνίες με εκείνες που υπογράφηκαν από τις Boulart και Elftone. (δ) Μετά τη μεταβίβαση της SK στις εν λόγω 4 οντότητες, η Monarflex διαλύθηκε. Αντίγραφο αποτελέσματος διαδικτυακής έρευνας από την επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών Κύπρου (https://efiling.drcor.mcit.gov.
- cy)αναφορικά με την Monanfex επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 9.» Κατ΄ ισχυρισμόν πλαστογραφημένα έγγραφα Πρόκειται για συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία, σύμφωνα πάντα με τη θέση των Εναγομένων, ο Ενάγων έχει υπογράψει. Τα έγγραφα αυτά, ως ελέχθη, φέρουν ημερομηνία 15.4.09 και είναι επισυνημμένα ως Τεκμήρια 7(α) - 7(γ) στην ένορκη δήλωση του κ. Μ. Γεωργίου που υποστηρίζει την Ένσταση των Εναγομένων 2. Ενδεικτικά και μόνο παραθέτω αυτολεξεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7(α): «The Secretary Samdel Limited Dear Sirs We hereby authorise Samdel Limited to transfer the 2000 shares of €1 each held in trust for me in Boulart limited to hold in trust for Rusian Rostovtsev. Yours truly Alexander Shchukin Beneficiary» Αντίστοιχο περιεχόμενο υπάρχει στα Τεκμήρια 7(β) και 7(γ) για τις εταιρείες Elftone Limited και Libur Trading Limited. Περαιτέρω ο Ενάγων φέρεται να έχει υπογράψει στις 15.4.09 έγγραφο σύμφωνα με το οποίο αυτός πώλησε στον Εναγόμενο 1 τις μετοχές του στις εταιρείες Elftone, Boulart και Libur. Σχετική είναι η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης ημερ. 10.2.16 της κας Lidia Bugrovetskaya, που υποστηρίζει την Ένσταση του Εναγόμενου 1. Όλες οι πλευρές δέχονται ότι το θέμα αυτό έχει καθοριστική επίδραση στην τύχη της Αίτησης και της Αγωγής. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ουδέποτε υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα και ουδέποτε τα απέστειλε στην Stebeneva. Είναι μάλιστα η θέση του πως δεν γνώριζε για την «ύπαρξη» των εγγράφων αυτών πριν από την καταχώριση των Ενστάσεων των Εναγομένων. Και οι δύο πλευρές έχουν προσκομίσει μαρτυρία πραγματογνωμόνων, υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων, σε σχέση με το κατά πόσο τα εν λόγω έγγραφα είναι ή όχι πλαστογραφημένα. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα σε σχέση με το κατά πόσο τα εν λόγω έγγραφα είναι πλαστογραφημένα, και δεν τίθεται τώρα θέμα ποιος από τους πραγματογνώμονες έχει δώσει πλήρεις λεπτομέρειες των ακαδημαϊκών του προσόντων και της εμπειρίας του, και ποιου πραγματογνώμονα η έκθεση είναι η ορθή, θέματα στα οποία έκαναν αναφορά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Ούτε και βεβαίως στο στάδιο αυτό τίθεται θέμα βάρους απόδειξης της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων και απόσεισης αυτού του βάρους. Σημειώνεται εδώ ότι η θέση του Ενάγοντα, με αναφορά στην υπόθεση Cypromix Concentrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676, είναι ότι το βάρος απόδειξης της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων το φέρουν οι Εναγόμενοι οι οποίοι και επικαλούνται τα εν λόγω έγγραφα. Είναι περαιτέρω η θέση του πως «με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν αποσείσει το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας των σχετικών εγγράφων». Σε σχέση με το θέμα της πλαστογραφίας των εγγράφων, ο κ. Ιωαννίδης με την αγόρευσή του ανέφερε τα ακόλουθα: «
- Η προφανής ομοιότητα (ανεξαρτήτως της αυθεντικότητας) των δύο αντίστοιχων σετ υπογραφών, προκαλεί κενό στη μαρτυρία όσων αφορά την αντίδραση του Ενάγοντα που περιγράφεται από τον Uzbekov όταν του παρουσιάστηκαν οι Επιστολές Μεταβίβασης. Στην παράγραφο 10 της Συμπληρωματικής ΕΔ Uzbekov αναφέρονται τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Έχω θέσει αντίγραφο της Κατ' Ισχυρισμόν Συμφωνίας καθώς και αντίγραφα των Κατ' Ισχυρισμόν Επιστολών Μεταβίβασης ενώπιον του Ενάγοντα ο oποίος απάντησε άμεσα και χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό ότι οι σχετικές υπογραφές στα εν λόγω έγγραφα δεν είναι δικές του. «Αυτές δεν είναι οι υπογραφές μου. Ποτέ δεν έχω υπογράψει τα έγγραφα αυτά, Αυτό είναι εξωπραγματικό (this is crazy)» μου είπε έξαλλος σημειώνοντας ιδιαίτερα ότι ποτέ του δεν έχει δει την Κατ' ΙσχυρισμόνΣυμφωνία (η οποία είναι συνταγμένη στα Ρωσικά) προηγουμένως. Όσον αφορά τις Κατ' Ισχυρισμόν Επιστολές Μεταβίβασης, ο Ενάγοντας ήταν εξίσου απόλυτος ότι οι υπογραφές που φαίνονται στις επιστολές αυτές δεν είναι δικές του. Ο Vernigor και ο Krykov μου επιβεβαίωσαν ότι δεν είχαν δει οποιοδήποτε από τα έγγραφα αυτά προηγουμένως. Και εγώ από την πλευρό μου βεβαιώνω το ίδιο.»
- Εδώ προκύπτει το εύλογο ερώτημα αναφορικά με το πώς ο Ενάγοντας ήταν τόσο σίγουρος ότι δεν είχε υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα και ότι οι υπογραφές δεν ήταν δικές του. Εκφράζει την άποψη αυτή χωρίς να αιτιολογεί που βασίζει την κατάληξη του ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν παρέλθει 7 χρόνια από την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων και τα έγγραφα αυτά και υπογραφές σ' αυτά προσομοιάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις Επιστολές Uzbekov.
- Υπενθυμίζω το σεβαστό Δικαστήριο ότι αναφορικά με τις επιστολές Uzbekov στην παράγραφο 65 της Πρώτης ΕΔ Uzbekov αναφέρονται τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Όταν έδειξα τα αναφερόμενα έγγραφα στον Ενάγοντα το περασμένο καλοκαίρι μου είπε «γιε μου, γνωρίζεις ότι ο Rostovtsev ήταν ένα έμπιστο σε εμένα πρόσωπο και φίλος και είμαι σίγουρος ότι έχω υπογράψει πολλά έγγραφα μετά από παράκληση του και με την διαβεβαίωση του ότι αυτά χρειάζονταν για να με εξασφαλίσουν ή να με επιβεβαιώσουν ως δικαιούχο στην Επιχείρηση Εξόρυξης Άνθρακα, γι' αυτό δεν το θεώρησα ως αναγκαίο να δώσω προσοχή στο περιεχόμενο αυτών των εγγράφων μερικά από τα οποία ήταν στα Αγγλικά και όπως γνωρίζεις, εγώ, ο Vernigor και ο Kryukov δεν μιλούμε Αγγλικά». Η αλήθεια είναι ότι ο Ενάγων δεν θυμάται ούτε γνωρίζει εάν αυτά τα έγγραφα είχαν τελικά δοθεί στην Abacus ή στον Rostovtsev ή σε οποιονδήποτε από την ομάδα του Rostovtsev.»
- Δεν ζητώ από το Δικαστήριο να εξετάσει θέμα αξιοπιστίας κατά πόσο δηλαδή ο Ενάγοντας λέει ή όχι την αλήθεια αναφορικά με την αυθεντικότητα των Επιστολών Μεταβίβασης.
- Εισηγούμαι όμως ότι, ενόψει της ομοιότητας των δύο σετ εγγράφων και των υπογραφών που φέρουν, το χρόνο που παρήλθε από τότε καθώς και της θέσης του Ενάγοντα σε σχέση με τις Επιστολές Uzbekov, όφειλε ο Ενάγοντας να εξηγήσει στο σεβαστό Δικαστήριο γιατί θεωρεί ότι δεν είναι η υπογραφή του (δεν λέει ότι δεν μοιάζει με την υπογραφή του) και γιατί είναι τόσο σίγουρος ότι δεν τα υπέγραψε ποτέ.
- Η έλλειψη τέτοιας επεξηγηματικής μαρτυρίας, υποβάλλω, δημιουργεί κενό στη μαρτυρία του Ενάγοντα σε ένα καίριο σημείο.» Υιοθέτηση των πιο πάνω θέσεων του κ. Ιωαννίδη, ουσιαστικά θα ισοδυναμούσε με αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στο παρόν στάδιο, κάτι που, ως ελέχθη, είναι ανεπίτρεπτο. Δεν συμφωνώ ότι ο Ενάγων όφειλε να είχε «εξηγήσει στο Δικαστήριο γιατί θεωρεί ότι δεν είναι η υπογραφή του». Η θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι υπογραφές που φαίνονται στα συγκεκριμένα έγγραφα, δεν ανήκουν στον ίδιον και ότι αυτά είναι πλαστογραφημένα. Ως αναφέρει, ουδέποτε συνήψε τη συμφωνία που ο Εναγόμενος 1 επικαλείται και «ποτέ του δεν έχει δει την κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία προηγουμένως». Μάλιστα, εμμένει στη θέση του ότι ουδέποτε πώλησε ή μεταβίβασε τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα και/ή συμφέροντα στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα. Το ίδιο ισχύει και για τις ακόλουθες θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων του Ενάγοντα, τις οποίες θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί: «(δ) Η ισχυριζόμενη μέθοδος διαβίβασης των Πλαστογραφημένων Εγγράφων στην Stebeneva Στην παράγραφο 11 της Αρχικής Ε/Δ Bugrovetskaya η Bugrovetskaya ισχυρίζεται ότι «στις 15/04/2009 σκαναρισμένο αντίγραφο της [Πλαστογραφημένης Συμφωνίας] μαζί με αντίγραφα των [Πλαστογραφημένων Επιστολών Μεταβίβασης] [...] υπογραμμένα από τον Ενάγοντα στάλθηκαν από τον Ενάγοντα στην [Stebeneva]» και ότι «ενεργώντας με βάση τις οδηγίες του Ενάγοντα, η [Stebeneva] εγκαίρως προώθησε τα σκαναρισμένα αντίγραφα των [Πλαστογραφημένων Επιστολών Μεταβίβασης] στην Abacus και απέστε^ τις πρωτότυπες [Πλαστογραφημένες Επιστολές Μεταβίβασης] σύντομα στη συνέχεια». Η αναφορά σε «σκαναρισμένο αντίγραφο της [Πλαστογραφημένης Συμφωνίας]» και ο(οι) κατ'ισχυρισμόν τόπος(οι) υπογραφής της Πλαστογραφημένης Συμφωνίας που αναφέρεται(ονται) σε αυτή («Novokuznetsk-Moscow» η απόσταση μεταξύ των οποίων είναι γύρω στα 3.700 χλμ) υπονοεί ότι τέτοιο αντίγραφο στάλθηκε, κατ' ισχυρισμόν, ηλεκτρονικά. Στην Συμπληρωματική Ε/Δ Bugrovetskaya (παρ. 12) η Bugrovetskaya ισχυρίζεται ότι (α) το σκαναρισμένο αντίγραφο της Πλαστογραφημένης Συμφωνίας στάληκε στην Stebeneva μέσω e-mail αλλά αυτό δεν κρατήθηκε στον εξυπηρετητή (server) και (β) τα πρωτότυπα των Πλαστογραφημένων Επιστολών Μεταβίβασης αποστάληκαν μετά την 15/04/2009 στην Stebeneva με ταχυδρόμηση (express mail) και στη συνέχεια η Stebeneva τα απέστειλε στην Abacus μέσω DHL αλλά δεν κρατήθηκε ούτε κατέστη δυνατό να εξασφαλισθεί οποιαδήποτε απόδειξη αποστολής ή παραλαβής. Από τα πιο πάνω θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής: • Ο Εναγόμενος 1 απέτυχε να προσκομίσει οποιανδήποτε μαρτυρία για το ότι σκαναρισμένα αντίγραφα των Πλαστογραφημένων Εγγράφων (υπογραμμένα από τον Ενάγοντα) αποστάληκαν από τον Ενάγοντα στην Stebeneva μέσω e-mail. • Ο Εναγόμενος 1 απέτυχε να προσκομίσει οποιανδήποτε μαρτυρία για το πότε ο ίδιος υπέγραψε την Πλαστογραφημένη Συμφωνία και πότε αυτή αποστάληκε και πώς στον Ενάγοντα. Εν προκειμένω η αναφορά στην παράγραφο 12 της Συμπληρωματικής Ε/Δ Bugrovetskaya ότι ο «Ενάγοντας και η ομάδα του είχαν στα χέρια τους την Πλαστογραφημένη Συμφωνία [...] και κανένας δεν θεώρησε σημαντικό να κρατήσει το e-mail που παραλήφθηκε από την Stebenevav είναι παραπλανητική καθώς δεν ξεκαθαρίζει (πάντα στη βάση των ισχυρισμών του Εναγομένου 1) εάν ο Ενάγοντας είχε ενώπιον του την υπογραφή του Εναγομένου 1 όταν αυτή κατ' ισχυρισμό αποστάληκε σκαναρισμένη (με την υπογραφή του Ενάγοντα) στην Stebeneva. • Ο Εναγόμενος 1 απέτυχε να προσκομίσει οποιανδήποτε μαρτυρία ότι ο Ενάγοντας κατέχει πρωτότυπο ή αντίγραφο της Πλαστογραφημένης Συμφωνίας (υπογραμμένης τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από τον Εναγόμενο 1). • Πολύ περιέργως ενώ μετά το e-mail φάντασμα (phantom e-mail) του Ενάγοντα οι πρωτότυπες Πλαστογραφημένες Επιστολές Μεταβίβασης δήθεν στάληκαν στην Stebeneva, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για το εάν η «πρωτότυπη» Πλαστογραφημένη Συμφωνία (υπογραμμένη από τον Ενάγοντα) αποστάληκε με οποιοδήποτε τρόπο στην Stebeneva. • Ο Εναγόμενος 1 δεν κατέχει «πρωτότυπο» της Πλαστογραφημένης Συμφωνίας και άρα το συμπέρασμα είναι ότι κανένας δεν κατέχει πρωτότυπο της Πλαστογραφημένης Συμφωνίας. Ευσεβάστως και πάλι υποβάλλουμε ότι έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και το γεγονός ότι το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας των Πλαστογραφημένων Εγγράφων το φέρουν οι Εναγόμενοι, οι Εναγόμενοι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν αποσείσει το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας των αναφερόμενων εγγράφων.» Ως ελέχθη, εάν το Δικαστήριο αποφάσιζε σε αυτό το στάδιο ότι τα έγγραφα αυτά είναι ή όχι πλαστογραφημένα, αυτό θα ισοδυναμούσε με Απόφαση επί της ουσίας της Αγωγής, κάτι που είναι απαράδεκτο. Όπως αναφέρθηκε και στην Melouskia Commercial Ltd κ.ά ν. Chumachenko Alisa κ.ά, Πολιτική Έφεση Ε71/13, απόφαση ημερ. 30.9.14: «Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο παράπονο των εφεσειουσών - ότι δηλαδή τα εμβάσματα στους λογαριασμούς τους δεν τεκμηριώνουν αφ΄ εαυτών εκ πρώτης όψεως και εμπλοκή τους στην κατ΄ ισχυρισμό απάτη καθότι τα εμβάσματα αυτά έγιναν για εξόφληση τιμολογίων που είχαν εκδοθεί προηγουμένως - είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς δεν έδωσε βαρύτητα στη θέση αυτή αφού άπτεται της ουσίας και όπως τονίσαμε και σε πρόσφατη μας απόφαση - στην Μilton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd, Πολ. Εφ. 424/11 ημερ. 27.3.14 - στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε με τον ορθό τρόπο το υλικό που τέθηκε ενώπιον του και ορθώς κατέληξε ότι πληρούνταν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου
- » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε σχέση με τις πληρωμές για τις οποίες γίνεται αναφορά στο μαρτυρικό υλικό και επί των οποίων εστίασαν τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, αναφέρω ότι οι θέσεις του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1, είναι διαμετρικά αντίθετες. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι έγιναν για αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης για το οποίο γίνεται αναφορά στη Συμφωνία πώλησης, την οποία ο Ενάγων αρνείται ότι υπέγραψε ή συνήψε. Ο Ενάγων αναφέρει ότι είναι πληρωμές που αφορούσαν μερίδιο στα κέρδη που προέκυψαν από τις εκ μέρους της Kaproben πωλήσεις άνθρακα μετά την εξόρυξή του από την STK και την STY (για τις οποίες πωλήσεις ο Εναγόμενος 1 ήταν μεταξύ άλλων υπεύθυνος στη βάση των δεσμευτικών συμφωνιών και/ή διευθετήσεων μεταξύ αυτού και του Ενάγοντα) και οι οποίες ουδεμία σχέση είχαν ή έχουν με οποιανδήποτε κατ΄ ισχυρισμόν πώληση του ιδιοκτησιακού συμφέροντος του Ενάγοντα στην SK (και μετά στην STK) ή στην RN (και μετά στην STY). Αν αποφάσιζα τώρα ποιος από τους δύο λέγει την αλήθεια, αυτό θα συνιστούσε σφάλμα. Στην υπόθεση Beogradska Banka D.D. (πιο πάνω), διαβάζουμε τα ακόλουθα από τη σελίδα 237: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, πάλιν εσφαλμένα, ρητή αρνητική απάντηση στην εισήγηση, αντί να μετρήσει και αξιολογήσει και το στοιχείο τούτο, για τους σκοπούς μόνο της έκδοσης ή μη του διατάγματος». Συνεπώς, θέτω μεν ενώπιον μου και το εν λόγω μαρτυρικό υλικό, το οποίο όμως προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης ή όχι των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην Beogradska Banka D.D. (πιο πάνω) (Απόφαση Πλειοψηφίας), εξετάστηκε κατά πόσο από το μαρτυρικό υλικό υπήρχε πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. Κρίθηκε ότι τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβω στην παρούσα Απόφαση, ήταν τέτοια με αποτέλεσμα «η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία δεν λειτουργούσε υπέρ της έκδοσης του διατάγματος». Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Για τη δύναμη των δικαιωμάτων του Ενάγοντα, δεν αγνοώ πως όταν ο Ενάγων κατήγγειλε τον Εναγόμενο 1 στις αρμόδιες Ανακριτικές Αρχές της Ρωσίας για το γεγονός της εξαπάτησής του, ο Εναγόμενος 1 δεν επικαλέστηκε τη Συμφωνία ημερομηνίας 15.4.09 «και τα γράμματα εντολής και τις μεταφορές μετοχών στις Εταιρείες». Για το θέμα αυτό παραθέτω τις παραγράφους 21 και 22 από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Uzbekov, ημερομηνίας 6.6.16: «
- Όμως η ιστορία του Rostovtsev στις διαδικασίες στη Ρωσία είναι εντελώς διαφορετική και θεμελιωδώς ασυμβίβαστη με την «Κυπριακή» του ιστορία. Έχω ήδη αναφέρει στην παράγραφο 55 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης Μου ότι κατά ή περί τον Απρίλιο 2015 ο Ενάγοντας καταχώρησε ποινική καταγγελία στη Ρωσία (η «Ρωσική Ποινική Καταγγελία του Ενάγοντα») σε σχέση με την οποία δεν έχουν ακόμα προσαφθεί κατηγορίες εναντίον του Εναγόμενου
- Η γραπτή δήλωση του Ενάγοντα που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Ρωσικής Ποινικής Καταγγελίας του Ενάγοντα έχει επισυναφθεί στην Ένορκη Δήλωση LB ως Τεκμήριο 56Α και η αγγλική μετάφραση της ως Τεκμήριο 56Β. Μετά από μελέτη της Ένορκης Δήλωσης LB και της Ένορκης Δήλωσης ΜΓ κατάφερα να εξασφαλίσω μέσω του Vernigor αντίγραφα των γραπτών δηλώσεων του Rostovtsev και της Stebeneva οι οποίες υποβλήθηκαν στα πλαίσια της διερεύνησης της Ρωσικής Ποινικής Καταγγελίας του Ενάγοντα. Αντίγραφο της αναφερόμενης δήλωσης του Rostovtsev μαζί με μετάφραση της στα Αγγλικά επισυνάπτονται στην παρούσα ως Τεκμήριο 3a (η «Ρωσική Δήλωση Rostovtsev») και αντίγραφο της αναφερόμενης δήλωσης της Stebeneva μαζί με μετάφραση της στα Αγγλικά επισυνάπτονται στην παρούσα ως Τεκμήριο 3b (η «Ρωσική Δήλωση Stebeneva»).
- Εξ όσων φαίνεται από την Ρωσική Δήλωση Rostovtsev, ο Rostovtsev δήλωσε μεταξύ άλλων ότι τον Οκτώβριο 2008 δεν απέκτησε σε ίσο μερίδιο με τον Ενάγοντα διάφορες οντότητες περιλαμβανομένης της SK (και της RN), ότι οποιεσδήποτε δηλώσεις έγιναν από τον Ενάγοντα ως προς το αντίθετο είναι αναληθείς και ότι βασικά του είχαν συστήσει τον Ενάγοντα ως ένα έμπειρο εμπειρογνώμονα στην εξορυκτική παραγωγή (mining production). Ιδιαίτερα, ο Rostovtsev δεν κάνει καμία αναφορά στην Κατ' ισχυρισμόν Συμφωνία και στις Κατ' ισχυρισμόν Επιστολές Μεταβίβασης (όλες ημερομηνίας 15/04/2009) και ισχυρίζεται μόνο ότι απέκτησε το 100% της STK (και STY) το
- Είναι αξιοσημείωτο ότι σύμφωνα με την κατ' ισχυρισμόν Συμφωνία (η οποία αφορά τις SK και RN πριν την αναδιάρθρωση τους σε STK και STY) η φερόμενη ημερομηνία εφαρμογής της κατ' ισχυρισμόν μεταβίβασης είναι κατά ή πριν την 15/04/2009.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω γραπτές δηλώσεις λήφθηκαν κατά παράβαση του Ρωσικού Δικαίου και επομένως δεν είναι αποδεκτές ως μαρτυρία με βάση το Κυπριακό Δίκαιο. Δεν είναι όμως σε αυτό το στάδιο που θα εξεταστούν τέτοιοι ισχυρισμοί. Στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της Αγωγής, αν και εφόσον επιδιωχθεί η κατάθεση των εν λόγω δηλώσεων, οι Εναγόμενοι θα έχουν δικαίωμα να ενστούν στην κατάθεση αυτών και να προβάλουν όποιους λόγους Ένστασης επιθυμούν. Περαιτέρω, στις παραγράφους 31-35 της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Uzbekov, προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: «
- Εξ όσων προσωπικά γνωρίζω, ο Rostovtsev πάντοτε αντιμετώπιζε τον Ενάγοντα ως ίσο συνέταιρο και συνιδιοκτήτη στην STK (καθώς και σε άλλες οντότητες εξόρυξης κάρβουνου). Το γεγονός της κοινής ιδιοκτησίας της STK (καθώς και άλλων οντοτήτων εξόρυξης άνθρακα) από τους δύο συνεργάτες φαίνεται επίσης από τον τρόπο με τον οποίο η διεξάγονταν οι εργασίες των εν λόγω εταιρειών. Ο Ενάγοντας και ο Rostovtsev επέβλεπαν από κοντά τις καθημερινές εργασίες της STK και των άλλων οντοτήτων εξόρυξης άνθρακα, περιλαμβανομένων θεμάτων που αφορούσαν πληρωμές βάσει συμβολαίων με αντισυμβαλλόμενους.
- Για παράδειγμα, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Ενάγοντα και του Rostovtsev ότι ο Rostovtsev θα επέλεγε πέντε υποψήφιους για το Διοικητικό Συμβούλιο της STK περιλαμβανομένου του ιδίου και του Ενάγοντα. Αντίγραφο των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης Μετόχων της STK ημερομηνίας 28/07/2014 συνοδευόμενο από αγγλική μετάφραση επισυνάπτεται στην παρούσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 14α.
- Από την σύσταση της STK κατά ή περί το 2010, ο Ενάγοντας και ο Rostovtsev έχουν από κοινού υπογράψει πολλά εταιρικά έγγραφα τα οποία αναφέρονται και στους δύο τους ως συνιδιοκτήτες της STK (καθώς και άλλων οντοτήτων εξόρυξης κάρβουνου), και περιλαμβάνουν: α. Διαταγή ημερομηνίας 17/11/2011, β. Διαταγή ημερομηνίας 18/11/2011, γ. Συνταχθέντα Πρακτικά Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης Μετόχων της STK ημερομηνίας 18\01\2012, δ. Οδηγία ημερομηνίας 13\03\2012 αναφορικά με έλεγχο λογαριασμών (audit) της STK άλλων οντοτήτων, ε. Οδηγία ημερομηνίας 04/04/2012 αναφορικά με την υποβολή στους μετόχους της STK και άλλων οντοτήτων οικονομικών απολογισμών, στ. Οδηγία ημερομηνίας 4/04/2012 αναφορικά με την υποβολή στους μετόχους λίστας συναλαγών της STK και μιας άλλης οντότητας το 2011; ζ. Οδηγία ημερομηνίας αναφορικά με πρόστιμα για χαμηλής ποιότητας άνθρακα; η. Οδηγία ημερομηνίας 17/04/2014 αναφορικά με τη διαδικασία για την πώληση άνθρακα από την STK και μια άλλη οντότητα εξόρυξης άνθρακα; θ. Πρακτικά της STK και μιας άλλης οντότητας ημερομηνίας 05/06/2012; ι. Οδηγία ημερομηνίας 15/04/2014; ια. Οδηγία ημερομηνίας 31/05/2012; και ιβ. Οδηγία ημερομηνίας 28/02/2014 Αντίγραφα των εν λόγω Αποφάσεων, Πρακτικών, Διαταγών και Οδηγιών συνοδευόμενα από αγγλικές μεταφράσεις τους επισυνάπτονται στην παρούσα και σημειώνωνται ως Τεκμήρια 14β, 14γ, 14δ, 14ε, 14στ, 14ζ, 14η, 14Θ, 14ι, 14κ, 14κκ και 14κλ αντίστοιχα.
- Οι εν λόγω Αποφάσεις, Διαταγές, Πρακτικά και Οδηγίες περιείχαν ρητή ένδειξη ότι ο Ενάγοντας είναι μέτοχος της STK. Εξ όσων με πληροφορεί ο Ενάγοντας και όπως εγώ ο ίδιος καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, οι εν λόγω Αποφάσεις, Διαταγές, Πρακτικά και Οδηγίες, στην έκταση που τους αφορούσαν, τηρούνταν από τους υπαλλήλους της STK.
- Επιπρόσθετα, ο Rostovtsev έστειλε ένα αριθμό επιστολών στον Ενάγοντα όπου αναφερόταν στον Ενάγοντα ως μέτοχο της STK και μίας άλλης οντότητας, περιλαμβανομένων: α. Επιστολής ημερομηνίας 20/02/2012 για την απόκτηση εξοπλισμού, β. Επιστολής ημερομηνίας 04/03/2014 αναφορικά με φορτίο κάρβουνου, γ. Επιστολής ημερομηνίας 01/01/2014 αναφορικά με έλλειψη φορτίου άνθρακα, δ. Επιστολής ημερομηνίας 29/05/2014 αναφορικά με φορτίο άνθρακα; ε. Επιστολής ημερομηνίας 09/09/2014 αναφορικά με προγραμματισμένη παραγωγή άνθρακα για τον Οκτώβριο του 2014; Αντίγραφα των εν λόγω Επιστολών μαζί με μεταφράσεις τους στα αγγλικά επισυνάπτονται στην παρούσα ως δέσμη και σημειώνονται ως Τεκμήριο 15.» Με άλλα λόγια, ο Εναγόμενος 1 φέρεται μετά την κατ΄ ισχυρισμόν αγορά των μετοχών του Ενάγοντα (15.4.09) να συνεχίζει να θεωρεί τον τελευταίο ως μέτοχο-συνέταιρο. Η κα Bugrovetskaya η οποία ορκίζεται εκ μέρους του Εναγόμενου 1, αναφέρει τα ακόλουθα στην παράγραφο 9 της Συμπληρωματικής της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 13.7.16, σε σχέση με την πιο πάνω παράλειψη του Εναγόμενου 1 να κάνει αναφορά στα Έγγραφα που ο Ενάγων θεωρεί ότι είναι πλαστογραφημένα: «
- Απορρίπτω το περιεχόμενο των παραγράφων 21-22 της Δεύτερης Ένορκης δήλωσης που αποτελούν μίγμα διαστρέβλωσης των πραγματικών γεγονότων και της παράνομης λήψης τεκμηρίων. Ο Uzbekov διαστρεβλώνει τα γεγονότα και αναφέρει ανακριβή χωρία από τα έγγραφα που αποκτήθηκαν παράνομα κατά το Ρωσικό νόμο, και εξηγώ: a. Η μαρτυρία του Rostovtsev που αναφέρεται από τον κ. Uzbekov είναι γραμμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν από την αστυνομία. Ο Εναγόμενος 1 έδωσε τις εξηγήσεις του για να απαντήσει τις ερωτήσεις του ερευνητή. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 5Α τη λίστα ερωτήσεων και την Αγγλική της μετάφραση ως Τεκμήριο 5Β. b. Ο Εναγόμενος 1 στις ως άνω επεξηγήσεις του δεν αναφέρει τη συμφωνία ημερ. 15.05.2009 και τα γράμματα εντολής και τις μεταφορές μετοχών στις εταιρείες για τους ακόλουθους λόγους: - Η λίστα του ερευνητή δεν περιείχε τις εν λόγω ερωτήσεις; - Δεν είναι λογικό να αποκαλύψει τις συνθήκες εμπιστευτικών συναλλαγών μεταξύ δυο Ρώσσων υπηκόων σε σχέση με υπεράκτιες εταιρείες και το ποσό της συναλλαγής, ιδιαίτερα, όταν δεν ερωτήθηκε; - Οι κατηγορίες του Ενάγοντα, που προωθήθηκαν μέσω της κατάθεσης του στις αρχές της Ρωσίας ήταν παντελώς αβάσιμες και ανούσιες, συνεπώς η ένσταση δεν απαιτούσε μεγάλο όγκο εγγράφων και αποδείξεων. c. Θα θέλαμε επίσης να επισύρουμε τη προσοχή του Δικαστηρίου σε σχέση με τα πως ο Vernigor απέκτησε τα αντίγραφα των γραπτών καταθέσεων από τον αστυνομικό προ-ερευνητικό φάκελο. Είναι ξεκάθαρο από τα επισυνημμένα της Ένορκης Δήλωσης του κ. Uzbekov ότι κάποιος έβγαλε φωτογραφίες από το φάκελο της αστυνομίας κάτι που είναι παράνομο. Αυτές οι πράξεις είναι παράνομες και τα στοιχεία που λήφθηκαν δεν μπορούν να προσαχθούν κάτω από το Ρωσικό Δίκαιο και ως πληροφορούμαι από τους Λ Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ ισχύει το ίδιο και για το Κυπριακό δίκαιο. Επισυνάπτω γνωμάτευση των Ρώσων Δικηγόρων ως Τεκμήριο 6Α και την μετάφραση της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 6Β.» Και τα ακόλουθα στην παράγραφο 18 της αρχικής της ένορκης δήλωσης σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στις παραγράφους 31-35 της ένορκης δήλωσης του κ. Uzbekov: «
- Αρνούμαι τις παραγράφους 31-39 της Ένορκης Δήλωσης ΙΟ, οι οποίες περιέχουν μια διαστρεβλωμένη παρουσίαση των γεγονότων με μοναδικό σκοπό του Ενόρκως Δηλούντα δημιουργήσει εντυπώσεις στο Δικαστήριο ότι ο Ενάγοντας έχει υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα συγκεκριμένα: a) Ο Εναγόμενος 1, μετά τις 15/04/2009 συμπεριφερόταν στον Ενάγοντα ως τον πρώην συνέταιρο του με τον οποίο είχε γραπτή συμφωνία και ήθελε να εκπληρώσει όλες τις πρόνοιες της συμφωνίας τους. b) Στην παράγραφο 33 ο Ενόρκως Δηλών παρουσίασε αριθμό εγγράφων με τα οποία προσπαθεί να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις για να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ήταν όρος της γραπτής συμφωνίας μεταξύ των μερών ότι θα διατηρούσαν τη συμφωνία μυστική μέχρι την πλήρη εκπλήρωση της, δηλ. μέχρι ο Ενάγοντας να λάβει το πλήρες ποσό της αντιπαροχής για την πώληση των μετοχών. Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στον όρο 8 της συμφωνίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το όνομα του Ενάγοντα φαίνεται στα τεκμήρια 14(b) -
(14n). Ωστόσο, ως με πληροφορεί ο Εναγόμενος 1, ήταν ξεκάθαρο σε εκείνον ότι αυτά τα έγγραφα δεν είχαν οποιαδήποτε νομική ισχύ καθώς οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της STK δεν ήταν εκείνος και ο Ενάγοντας, αλλά καθ' όλους τους χρόνους εγγεγραμμένοι μέτοχοι ήταν εταιρείες από την Κύπρο και τις ΒΠΝ. Αρχικά ήταν οι Elftone, Boulart, Zankle και Charet και στη συνέχεια οι Nevis, Oracle, Kannon και Talise. Προς τούτα παραπέμπω το σεβαστό Δικαστήριο στο Τεκμήριο 13Α της Ένορκης Δήλωσης ΙΟ, στο οποίο φαίνεται ότι στη γενική συνέλευση οι συμμετέχοντες είναι οι τέσσερις εταιρείες και όχι κάποιο φυσικό πρόσωπο.
- c)Ιδιαίτερα θα ήθελα να αναφέρω ότι στις παραγράφους 36-38 ο κ. Shuckin παρουσιάζεται ως ένας αφελής και άπειρος επιχειρηματίας που είχε τις μετοχές του στα χέρια ενός τρίτου χωρίς να εξασκεί οποιοδήποτε έλεγχο. Με όλο το σέβας αυτό είναι εκτός πραγματικότητας για ένα άτομο που αναφέρεται στο Forbes και έχει ένα στρατό επαγγελματικής υποστήριξης. Ως με πληροφορεί ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε είπε στον Ενάγοντα ή τον Ενόρκως Δηλούντα μετά τις 15/04/2009 ότι κατέχει 50%-50% ποσοστό μαζί με τον Ενάγοντα.
- d)Η αλήθεια είναι ότι ο Εναγόμενος 1 λάμβανε όλες τις καίριες αποφάσεις μόνος του σχετικό με μετοχές, απόθεση περιουσιακών στοιχείων και τη στρατηγική της εταιρικής ανάπτυξης. Ο Εναγόμενος 1 και ο Ενάγοντας είχαν καλή σχέση και ο Εναγόμενος 1 αναγνώριζε ότι ο Ενάγοντας ήταν ένας έμπειρος επιχειρηματίας στο χώρο της εξόρυξης άνθρακα. Ο Ενάγοντας ο ίδιος ασχολείτο με τη παραγωγή άνθρακα και είχε εμπειρία στην εξεύρεση ειδικών σχετικά με την εξόρυξη. Παρείχε συμβουλές για θέματα παραγωγής και είχε σημαντικό ρόλο στη παραγωγή άνθρακα από τις STK και STYU. Αυτός είναι ο λόγος που ο Εναγόμενος 1 ήθελε να τον διατηρεί ικανοποιημένο και διατηρούσε όλες του τις υποχρεώσεις σε σχέση με τη συμφωνία. Ο Ενάγοντας όμως καταχράστηκε τη θέση του και παρόλο που νόμιμα και ηθελημένα παρέδωσε το 50% του προσπαθεί τώρα να έχει χρηματικό όφελος παρουσιάζοντας μια κακοστημένη ιστορία.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Δεν εξετάζεται τώρα αν οι πιο πάνω δικαιολογίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Λαμβάνω όμως υπόψη για τη δύναμη των αγώγιμων δικαιωμάτων του Ενάγοντα το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν απεκάλυψε την κατ΄ ισχυρισμόν Συμφωνία πώλησης μετοχών στις Ανακριτικές Αρχές της Ρωσίας, σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων φέρεται να έχει χάσει τα δικαιώματά του και/ή τα συμφέροντα του στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα. Το ίδιο ισχύει και για την εν γένει συμπεριφορά του για την οποία γίνεται αναφορά στις παραγράφους 31-35 της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Uzbekov. Έχοντας ενώπιον μου το κλητήριο ένταλμα, την Έκθεση Απαίτησης και το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, την οποία προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος, βρίσκω ότι ο Ενάγων έχει ικανοποιήσει την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αφού από την προσαχθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι έχει προσκομίσει μαρτυρία από την οποία προκύπτει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Η τελευταία αυτή Απόφαση παραπέμπει και στην υπόθεση T.A. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, όπου στη σελίδα 1809 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το τρίτο ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσο προσήχθη μαρτυρία για συμμετοχή των Η.Π.Α. στις Συμβάσεις τις οποίες η εφεσίβλητη επικαλείται και από τις οποίες θα μπορούσε να αρύεται δικαιώματα στην Κύπρο, θεωρούμε επιτρεπτή την πρωτόδικη άποψη ότι το περιεχόμενο εξειδικευμένων στο θέμα περιοδικών, διεθνούς εμβέλειας - παρουσιάστηκαν φωτοαντίγραφα με ένορκο δήλωση - αποτελούσε αρκετό εκ πρώτης όψεως υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας ασχέτως αν δεν θα γινόταν δεκτό για σκοπούς της δίκης. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Καθυστέρηση Ως ελέχθη, τόσο η πλευρά του Εναγόμενου 1 όσο και του Εναγόμενου 2 θεωρούν ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης ή τέτοια καθυστέρηση, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να μην δικαιούται στις αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες. Στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρόλο που βρήκε ότι υφίσταντο και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, απέρριψε την Αίτηση λόγω καθυστέρησης στην καταχώριση της. Το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη Απόφαση ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα στη σελ. 798: «Η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας, μετά την διαπίστωση της παραβίασης, προσφέρει επαρκή δικαιολογία για την πορεία που έχει υιοθετήσει το πρωτόδικο δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο.» Στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/10, απόφαση ημερ. 19.3.14, το Εφετείο βρήκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια: «. κρίνοντας το ζήτημα μόνο στη βάση της καθυστέρησης και όπως την συνυπολόγισε με αφετηρία την ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν τέτοιες που δικαιολογούσαν με πολλή λεπτομέρεια την αρχική απραξία και τις μετέπειτα ενέργειες της εναγομένης-εφεσείουσας για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Η εφεσείουσα κινήθηκε, μετά τις πληροφορίες που είχαν πάρει, μέσω του Κτηματολογικού Γραφείου, ώστε να έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και με τις εκτιμήσεις που είχε πλέον στα χέρια της, αποτάθηκε στο Δικαστήριο για να πετύχει την έκδοση του διατάγματος προς εξασφάλιση του λαβείν της (Χριστοδούλου, ανωτέρω). Από τη στιγμή που η εφεσείουσα έδωσε εξηγήσεις που δεν αμφισβητήθηκαν, το Δικαστήριο όφειλε να εντάξει το χρόνο που παρήλθε άπρακτος από εκείνη την ημερομηνία και μετέπειτα για να κρίνει το ζητούμενο. Ο χρόνος που διέρρευσε μετά τη λήψη των σχετικών πληροφοριών από την εφεσείουσα και την ολοκλήρωση των απαιτούμενων ενεργειών, όπως τις περιγράψαμε ανωτέρω, που ολοκληρώθηκαν στις 6.5.2009 μέχρι τις 24.6.2009, ήταν εκείνος που έπρεπε πλέον να προσμετρήσει για να κριθεί η καθυστέρηση. Επρόκειτο για ιδιαίτερα μεγάλο ποσό το οποίο μάλιστα σημειώνουμε ότι με την ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε και συνοδεύει την ένσταση δεν αμφισβητήθηκε. Η περιουσία που δεσμεύθηκε ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εφεσίβλητης που η αξία του κάλυπτε την ανταπαίτηση της εφεσείουσας. Με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρχε πιθανότητα σε θεραπεία για ποσό που υπεξαιρέθηκε και οικειοποιήθηκε η εφεσίβλητη και ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνταν, το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει και το ισοζύγιο της ευχέρειας, πράγμα που ορθώς παραπονείται η εφεσείουσα ότι παρέλειψε να το πράξει. Σημειώνουμε ότι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν τίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή ισχυρισμοί ότι η έκδοση ή η οριστικοποίηση του διατάγματος θα προκαλούσε αδικία στην εφεσίβλητη ή ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος και η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων έφεραν την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση. Το θέμα εγείρεται μόνο με το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσίβλητης, η οποία σημειώνουμε ότι δεν ήσκησε αντέφεση, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί.» Κατ΄ επέκταση, οριστικοποίησε το αρχικά εκδοθέν προσωρινό διάταγμα το οποίο το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ακυρώσει. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης, ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε πως η κατ΄ ισχυρισμόν πλαστογραφία έλαβε χώραν τον Απρίλιο του 2009 ενώ η Αγωγή καταχωρίστηκε τον Δεκέμβριο του 2015. Το ουσιώδες όμως εδώ είναι πότε ο Ενάγων πληροφορήθηκε γι΄ αυτήν την πλαστογραφία και όχι πότε έλαβε χώρα αυτή. Και δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι γνώριζε για την εν λόγω πλαστογραφία από το 2009. Ο κ. Ιωαννίδης κατακρίνει τον Ενάγοντα γιατί «Για την περίοδο των 6 και πλέον ετών από το σχετικό χρόνο, ο Ενάγοντας ουδέποτε επικοινώνησε ούτε μια φορά με την Abacus για να ρωτήσει για την κατάσταση της ιδιοκτησίας των (κατά τον ισχυρισμό του) αρκετών εκατομμυρίων που τώρα αξιώνει.». Η πιο πάνω θέση αγνοεί ότι ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι εμπιστευόταν τον Εναγόμενο 1 τον οποίο θεωρούσε φίλο του και έναν από τους στενότερους συνεργάτες του. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την προσαχθείσα μαρτυρία, στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή συνεννόησης, ο Εναγόμενος 1 θα ήταν υπεύθυνος για τα θέματα που αφορούσαν στη διαφύλαξη των περιουσιακών τους συμφερόντων στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα δια των μετοχικών δομών που θα δημιουργούντο καθώς και για άλλα εταιρικά θέματα, ενώ ο Ενάγων θα ήταν υπεύθυνος για τη λειτουργία των ορυχείων, την παραγωγή καθώς και για άλλα τεχνικά και λειτουργικά θέματα. Περαιτέρω, και μετά την κατ΄ ισχυρισμόν πώληση των μετοχών ο Εναγόμενος 1 φέρεται να θεωρούσε τον Ενάγοντα ως μέτοχο-συνέταιρο στην επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα. Συνεπώς, δεν βρίσκω ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του προσμετρά εναντίον της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Επαναλαμβάνω ότι σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, η όποια καθυστέρηση, σε περίπτωση που αυτή υφίσταται, δεν εξετάζεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εντάσσεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης ενώ δεν αγνοείται κατά πόσο από αυτήν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά. Στο τέλος, το Δικαστήριο αφού σταθμίσει όλα τα γεγονότα, θα εξετάσει αν η όποια καθυστέρηση είναι τέτοια που δικαιολογεί την άρνηση των αιτούμενων ενδιάμεσων θεραπειών. Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterp. Ltd κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ΄ όψιν το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων που συνιστούσαν «την αιτία αγωγής των εναγόντων και την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα». Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την πιο πάνω θέση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 287: «. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξ άλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» Στην Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029, εξετάστηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί. Στις σελ. 2040, 2041 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο Χατζηχαμπής, Δ. στην Χριστοδούλου (πιο πάνω) «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία». Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι επεδίωξαν την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους εντός περιόδου μικρότερης των 4 μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης των δικηγόρων των εφεσιβλήτων - 2.1.2000 - προς τον εφεσείοντα. Ισχυρίστηκαν ότι παρά την επίσχεση ήταν δυνατή η πώληση των μετοχών κατ' εφαρμογή του συστήματος της αποϋλοποίησης και ότι «είναι κατεπείγον όπως δοθεί το διάταγμα καθ' ότι ο εναγόμενος θα μπορεί να πωλήσει, μεταβιβάσει και αποξενώσει τις μετοχές». Έχουμε λάβει υπόψη τα σχετικά γεγονότα. Με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατή την πιθανότητα επιτυχίας θεωρούμε ότι η προστασία των δικαιωμάτων των εφεσειόντων καθίστατο επείγον ζήτημα. Επομένως το επίδικο διάταγμα μπορούσε να χορηγηθεί μετά από μονομερή αίτηση. Περαιτέρω θεωρούμε ότι η καθυστέρηση - μικρότερη των 4 μηνών - εξεταζόμενη σε συνάρτηση με τους πιο πάνω δύο παράγοντες - την ουσία της υπόθεσης και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του εφεσείοντα - δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί.» Σημειώνεται ότι στην εν λόγω υπόθεση οι θεραπείες είχαν δοθεί με Μονομερή Αίτηση. Στην Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd,
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 577, η εφεσείουσα θεωρούσε κάποιες συναλλαγές σε σχέση με ακίνητα που έλαβαν χώρα το 2003, παράνομες. Ενώ αυτές ήρθαν σε κάποιο μη καθυστερημένο στάδιο σε γνώση της, δεν καταχώρισε αγωγή. Το 2006 ακολούθησε άλλη παράνομη μεταβίβαση και μόλις η εφεσείουσα πληροφορήθηκε αυτή, καταχώρισε αγωγή και αίτηση χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση. Κρίθηκε ότι αυτή η καθυστέρηση δεν της επέτρεπε να εξασφαλίσει προσωρινή θεραπεία σε σχέση με τις συναλλαγές που έγιναν το 2003 αλλά της επέτρεπε σε σχέση με τη συναλλαγή του 2006. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν και τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ' ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ' ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων επικαλούμενοι την υπόθεση Bacardi (πιο πάνω), ανέφεραν ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί όπως συνέβηκε και στην εν λόγω υπόθεση. Η πιο πάνω θέση τους δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού ουδεμία ομοιότητα έχουν τα γεγονότα της υπόθεσης Bacardi (πιο πάνω) με τα γεγονότα της παρούσας. Εκεί οι Ενάγοντες ενώ γνώριζαν για την παράνομη συμπεριφορά των Εναγομένων, καθυστέρησαν δύο έτη και τέσσερις μήνες να προβούν σε έναρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον τους. Μάλιστα, μέσα σε αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα οι Εναγόμενοι αφέθηκαν να συνεχίζουν τις επίδικες δραστηριότητες. Εδώ, ο Ενάγων ουδέποτε έκλεισε τα μάτια του στην κατ΄ ισχυρισμόν παρανομία. Τουναντίον, αντέδρασε. Με βρίσκουν σύμφωνο τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή έχουν αναφέρει στην αγόρευση τους σε σχέση με την καθυστέρηση και τα οποία βεβαίως βρίσκουν έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Τα παραθέτω: «Πέραν των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω επιθυμούμε να αναφέρουμε και επαναλάβουμε ότι: (α) ο Rostovtsev πάντοτε (και μέχρι τα τέλη του 2014) αντιμετώπιζε τον Ενάγοντα (περιλαμβανομένων χωρίς περιορισμό μέσω γραπτών δηλώσεων και εγγράφων) ως ίσο εταίρο και μέτοχο στην Επιχείρηση Εξόρυξης Άνθρακα (συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό των SK/STK), (β) μετά την Επιδρομή του 2015 όταν ο Εναγόμενος 1 απέκτησε de facto έλεγχο της Επιχείρησης Εξόρυξης Άνθρακα ακολούθησαν διαπραγματεύσεις των μερών οι οποίες δεν είχαν αίσιο τέλος, (γ) μετά από εσωτερική επιθεώρηση και λήψη νομικών συμβουλών ο Ενάγοντας άρχισε τον Αύγουστο του 2015 τις δικαστικές διαδικασίες στο εξωτερικό οι οποίες (και ειδικότερα αυτές στο Μπελίζ και στις Σεϋχέλλες) τουλάχιστο του απέφεραν (στις 25/08/2015 και στις 27/11/2015 με την αποκάλυψη εγγράφων στο Μπελίζ και στις Σεϋχέλλες) σημαντικά στοιχεία (όπως η αποκάλυψη του Καρουζέλ Εταιρικής Διαχείρισης και η απάτη κατά την Πρώτη Μεταβίβαση της STK) στη βάση των οποίων μπόρεσε να προχωρήσει, τον Δεκέμβριο του 2015, με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα. Συνεπώς ο Ενάγοντας σε κάθε περίπτωση δεν είναι υπαίτιος οποιασδήποτε καθυστέρησης και εν πάση περιπτώσει σίγουρα δεν είναι υπαίτιος οποιασδήποτε υπέρμετρης ή άλλου είδους καθυστέρησης ικανής να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας αγωγής και/ή της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα ή που να αποκλείει την έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων ακόμη και στα πλαίσια διαδικασίας δια κλήσεως.» Όπως και στην υπόθεση Τσιαντής, πιο πάνω, με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, βρίσκω ότι η κάποια μικρή καθυστέρηση στην κατάθεση της Αγωγής και της Αίτησης (η οποία καθυστέρηση δεν επέτρεψε στον Ενάγοντα όπως η Αίτηση του εξεταστεί στην απουσία των Εναγομένων), δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την απόρριψη της Αίτησης όταν μάλιστα από αυτήν τη μικρή καθυστέρηση κανένα δικαίωμα των Καθ΄ ων η Αίτηση έχει παραβλαφθεί. Όπως εύστοχα αναφέρθηκε από την τότε Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου κα Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 4935/13, μεταξύ Ροδόλφου Οντόνι ν. Nomato Investments Limited κ.ά, Απόφαση ημερ. 11.3.14: «Η καθυστέρηση στη διεκδίκηση έχει πάντα τη σημασία της και σίγουρα έχει άλλη ισχυρότερη σαφώς δυναμική όταν επιδιώκεται θεραπεία με ex parte αίτηση.» Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, θα αναφέρω απλώς ότι έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η δυσκολία ή η αδυναμία για πλήρη απονομή δικαιοσύνης περιλαμβάνει και άλλα κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «... Σ΄ ότι δε αφορά την τρίτη προϋπόθεση - ότι δηλαδή χωρίς την παγοποίηση των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - παρατηρούμε ότι και αυτό το ζήτημα προσεγγίστηκε από τον ευπαίδευτο Πρόεδρο με υποδειγματικό τρόπο. Συναφώς αφού υπενθύμισε τη σχετική νομολογία (Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen The)
(1983)1 W.L.R. 1412, C. Phasarias (Auto Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, Μ & Ch. Mitsingas Trading v. Timberland
(1997)2 (Γ) A.A.Δ. 1794 και Κυρισάββας κ.α. ν. Κίζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245) έκρινε πως «. η οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος παγοποίησης είναι απολύτως απαραίτητη και αναγκαία εφόσον, σε περίπτωση που δεν καταστεί απόλυτο το διάταγμα παγοποίησης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αποξένωσης των ποσών καθώς και απενεργοποίησης των εν λόγω λογαριασμών και συνεπώς βάσιμος κίνδυνος ότι δικαστική απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των Αιτητριών θα παραμείνει ανικανοποίητη». Θεωρούμε απολύτως ορθό το υπό αναφορά σκεπτικό, το οποίο και υιοθετούμε. Σ΄ ότι δε αφορά το «παράπονο» των εφεσειουσών ότι δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση καθότι η παγοποιηθείσα περιουσία είναι πολύ μικρή σε σχέση με την απαίτηση των εφεσιβλήτων και επομένως δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της προϋπόθεσης αυτής, περιοριζόμαστε απλώς να παρατηρήσουμε ότι η θέση αυτή δεν συνοδεύεται από την αναμενόμενη σοβαρότητα. Και αυτό καθότι υιοθέτηση της θα οδηγούσε στην παραλογία ότι επειδή οι εφεσίβλητες δεν κατόρθωσαν να παγοποιήσουν τους επίδικους λογαριασμούς έγκαιρα απώλεσαν και τη δυνατότητα παγοποίησης τους με το αιτιολογικό ότι τα ποσά που υπήρχαν σ΄ αυτούς δεν ήταν ικανοποιητικά για την πλήρη ικανοποίηση μιας ενδεχόμενης απόφασης προς όφελός τους.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Έχω θέσει ενώπιον μου όλες τις αιτούμενες θεραπείες. Ανάμεσα σε αυτές υπάρχει και αξίωση για USD$113.000.000,00. Η αξίωση αυτή αφορά στις ζημιές που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί από την επιχείρηση εξόρυξης άνθρακα, στην οποία θεωρεί ότι είχε ιδιοκτησιακό συμφέρον 50%. Συγκεκριμένα ο Ενάγων θεωρεί ότι συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς των Εναγομένων απώλεσε το μερίδιο/ιδιοκτησιακό συμφέρον του στην STK. Με δεδομένο ότι θεωρεί ότι η καθαρή αξία της επιχείρησης εξόρυξης άνθρακα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν USD$226.000.000,00, αξιώνει το πιο πάνω ποσό. Θεωρεί ότι ο ουσιώδης χρόνος κατά τον οποίο