← Κύπρος

Σταύρος Σταύρου κ.α. ν. Τ.Π. Καντού Εργοληπτική Λτδ, Αρ.Αγωγής: 1251/2014, 14/11/2016

Σταύρος Σταύρου κ.α. ν. Τ.Π. Καντού Εργοληπτική Λτδ, Αρ.Αγωγής: 1251/2014, 14/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A613 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ Αρ.Αγωγής: 1251/2014 Μεταξύ:

  1. Σταύρος Σταύρου
  2. Νατάσα Σταύρου Εναγόντων και Τ.Π. Καντού Εργοληπτική Λτδ Εναγομένης Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για αιτητές/ενάγοντες: κα Δ. Καρή για C.D.C. Messios LLC Για την καθ' ης η αίτηση/εναγόμενη: κ. Δαμιανός για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 19/9/2016 για διαγραφή ένορκης δήλωσης) Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες/αιτητές αιτούνται ως ακολούθως: «[A] Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη ημερομηνίας 26/7/16 που καταχωρήθηκε στις 25/7/16, η οποία καταχωρήθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσιοδότησης για καταχώρηση απαντητικής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που πηγάζει από άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/4/16, 25/5/16 και 16/6/16 για άδεια και/ή διάταγμα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή καταχρηστικώς της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή χωρίς να ληφθεί ή άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη. [Β] Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και/ή δίκαια υπό τις περιστάσεις. [Γ] Έξοδα της παρούσας αίτησης, έξοδα ιδιωτικής επιδόσεως και Φ.Π.Α.» Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, επισημαίνεται ότι η ένορκος δήλωση της οποίας ζητείται η διαγραφή καταχωρήθηκε από την πλευρά της εναγόμενης προς περαιτέρω υποστήριξη της ένστασης, που η τελευταία προέβαλε στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση που καταχώρησαν οι ενάγοντες εναντίον της και η εκδίκαση της οποίας ακόμη εκκρεμεί. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ. 26, Δ.
  3. Θ.3, Δ.39, και Δ.48 Θ.Θ. 2,3,7 και ((j)(ο) και (u), Δ.64 καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Δώρας Καρή, στην οποία η ομνύσασα κάνει αναφορά στο ιστορικό της παρούσας αγωγής για να καταλήξει στο ότι σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου η ένορκος δήλωση της οποίας ζητείται η διαγραφή καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Η πλευρά του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζει ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.27 Θ. 3 και τη Δ.
  4. Θ. 26 το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται κατωτέρω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: Δ.27 Θ.
  5. : «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Δ. 19 Θ.
  6. : «The court or Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may tend to embarrass, or delay the fair trial of the action.» Όπως εξηγείται στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης

(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852, η Δ.27 Θ. 3 διαφέρει από την Δ.19 Θ.
  1. Όπως εξηγείται η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Όπως επίσης επισημαίνεται στην ίδια απόφαση με τη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.
  2. Θ.
  3. Το ουσιώδες όμως για τους σκοπούς της παρούσας είναι το γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές, ως προκύπτει από το λεκτικό τους, εφαρμόζονται και οι δύο σε σχέση με δικόγραφα, αφού η μεν Δ.27 Θ. 3 αναφέρεται ρητά σε "pleading" και η Δ.19 Θ. 26 σε "any matter in any indorsement or pleading" και επομένως και με δεδομένο ότι οι ένορκες δηλώσεις δεν αποτελούν ασφαλώς δικόγραφα (βλ. EL. Fath. Co v. E.D.T. Shipping κ.α.
(1992)1 (B) ΑΑΔ 1255, στη σελίδα 1270), καθίσταται πρόδηλο ότι οι ως άνω διατάξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο για το αίτημα που υποβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση το οποίο αφορά τη διαγραφή ένορκης δήλωσης και όχι δικογράφου. Το ζήτημα βέβαια δεν τελειώνει εδώ εφόσον η αίτηση στηρίζεται και στη Δ.39 η οποία διέπει γενικά το ζήτημα των ενόρκων δηλώσεων και αναφέρει τα εξής στο Θεσμό 18: «
  1. The Court or Judge may order to be struck out from any affidavit any matter which is scandalous and irrelevant» Η πιο πάνω διάταξη είναι πανομοιότυπη με το Order 38 Rule 11 των αγγλικών θεσμών ως ίσχυαν το 1958 και επομένως για την ερμηνεία της καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958 σε σχέση με την ερμηνεία της εν λόγω αγγλικής διάταξης. Στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα στη σελίδα 930 διαβάζουμε τα εξής: «Scandalous matter (
  2. 38, r. 11).
  3. The Court or Judge may order to be struck out from any affidavit any matter which is scandalous, and may order the costs of any application to strike out such matter to be paid as between solicitor and client. " Any matter which is scandalous."—See (n.) " Scandalous", p. 478, and r, 3, (n.) " Scandal, Relevancy " , p.
  4. The Court will only strike out under this Rule matter which is both scandalous and irrelevant (Re Jessop, [1910] W. N. 128, C. Α.). For form of summons, see 13 Court Forms 5-50.» (η έμφαση δική μου) Στη σελίδα 924 του ίδιου συγγράμματος στην οποία γίνεται παραπομπή αναφέρονται τα εξής: "Scandal, Relevancy. - An affidavit must be pertinent and may be offered to be taken off the file if scandalous and irrelevant matter is inserted (Osmaston v. Association of Land Financiers, [1878] W . N. 101; Kerniclc v. Kernick 12 W. R. 335 ; Goddard v. Parr, 3 W.R. 633; Cracknall v. Janson, 11 Ch. D. p. 12), or the scandalous matter may be expunged (Warner v. Mosses, [1881] W.N. 69; and see r. 11). The Court will only strike out matter that is both scandalous and irrelevant, or is otherwise oppressive (per Buckley, L.J., Re Jessop, [1910] W. N. 128, a case in which the C. A. refused to strike out extracts from letters marked " without prejudice " ). As to what is scandalous matter, see (n.) " Scandalous " , p. 478, D. C. P. 333-335, and for forms of application (by notice or summons), P . C. F. p.
  5. The order to expunge is taken to the filing department together with office copy of affidavit, if any. The scandalous matter is then expunged in such a manner as to render the passage entirely illegible. If the whole affidavit is ordered to be taken off the file and destroyed, it is the practice in the filing department to keep the affidavit and the office copy for six months before destroying them; but the Court can and will in a proper case order immediate destruction (Re F., [1913] W . N. 4).» Στη δε σελίδα 478 του εν λόγω συγγράμματος στην οποία επίσης γίνεται παραπομπή αναφέρονται τα εξής υπό τον τίτλο "Scandalous": «" Scandalous."—The Court has a general jurisdiction to expunge scandalous matter in any record or proceeding (even in bills of costs, Re Miller, 54 L, J. Ch. 205). As to scandal in affidavits, see Ο. 38, r.
  6. Allegations of dishonesty and outrageous conduct, etc., are not scandalous, if relevant to the issue (Everett v. Prythergch, 12 Sim. 363; Rubery v. Grant, L. R. 13 Eq. 443). " The mere fact that these paragraphs state a scandalous fact does not make them scandalous " (per Brett, L.J'., in Millington v. Loring, 6 Q. B. D. p. 196). But if degrading charges be made which are irrelevant, or if, though the charge be relevant, unnecessary details are given, the pleading becomes scandalous (Blake v. Albion Assurance Society, 45 L. J. C. P. 663). " The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence, to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed" (per Selborne. L.C., in Christie v. Christie, L. B. 8 Ch. p. 503; and see Cashin v. Cradock, 3 Ch. D. 376; Whitney v. Moignard, 24 Q. B. D. 630). In Brooking v. Maudslay, 55 L.T. 343, plaintiff made allegations in statement of claim of dishonest conduct against defendant, but he stated in his reply that he sought no relief on that ground. The allegations thus became immaterial, and were struck out as scandalous and embarrassing. So in an action on marine policies, a paragraph which purported to state what took place at an official inquiry held by the Wreck Commissioners was struck out as an attempt to discredit the plaintiffs and to prejudice the fair trial of the action (Smith v. The British Insurance Co., [1883] W. N. 232; Lumb v. Beaumont, 49 L.T. 772). One of two co-defendants may apply to strike out scandalous passages from the defence delivered to him by the other (Bright v. Marner, [1878] W. N. 211, Jessel, M.R.). When considering whether a particular passage in a pleading is embarrassing regard must be had to the form of the action. Thus averments in aggravation of damages may be, and often are, made in actions for tort, but cannot (it is submitted) be properly made in actions for breach of contract except in three cases mentioned by Lord Atkinson in Addis
  7. Gramophone Co., Ltd., [1909] A.C. 488, at p. 495.» Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει κατά την κρίση μου ότι για να τίθεται θέμα διαγραφής οποιουδήποτε μέρους ένορκης δήλωσης (ή και ολόκληρης), το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι το μέρος εκείνο είναι ταυτόχρονα και σκανδαλώδες και άσχετο. Τούτου δοθέντος και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης ως και τον ορισμό του όρου scandalous όπως αυτός επεξηγείται στα αποσπάσματα που παρατέθηκαν πιο πάνω, καταλήγω ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση δεν είναι ούτε σκανδαλώδης ούτε και άσχετη με τα επίδικα θέμα της κυρίως αιτησης για συνοπτική απόφαση. Εξ άλλου στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά των αιτητών βασίζει το αίτημα της όχι στηριζόμενη στο περιεχόμενο της επίμαχης ένορκης δήλωσης καθ' αυτό, αλλά στο ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε χωρίς άδεια. Από τα όσα δε πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν προκύπτει ότι παρέχεται ευχέρεια ερμηνείας της φράσης "scandalous and irrelevant" ως να περιλαμβάνει και την περίπτωση όπου ένορκη δήλωση καταχωρείται άνευ αδείας. Έπεται λοιπόν πως ούτε και αυτή η διάταξη μπορεί να στηρίξει το αίτημα των αιτητών. Επομένως και δεδομένου του ότι δεν εντοπίζεται άλλο ουσιαστικό υπόβαθρο για στήριξη του αιτήματος των αιτητών, καταλήγω ότι οι τελευταίοι απέτυχαν να περιλάβουν στην αίτηση τους σχετικό δικονομικό έρεισμα που να δύναται να υποστηρίξει το αίτημα τους. Για τις συνέπειες αυτής της παράλειψης σημειώνω τα εξής. Στην Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ιορδάνους Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 743 τονίστηκε με αναφορά Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120, πως ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Egiazaryan κ.ά v. Denoro Investments Ltd, Πολ. Έφεση 75/11 ημερ.19.2.13 υπεδείχθησαν τα εξής: «.... η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ιορδάνους Λτδ Λοΐζος
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού, Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013.». (η έμφαση δική μου) Δε μου διαφεύγει βέβαια ότι οι αιτητές επικαλούνται και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου στη νομική βάση της αίτησης τους, παρόλο που πρέπει να πω πως καμία αναφορά ή ανάπτυξη του θέματος γίνεται στην γραπτή τους αγόρευση, από την οποία προκύπτει ότι το αίτημα τους εξαντλείται με αναφορά στις πιο πάνω διατάξεις των Θεσμών, οι οποίες για τους λόγους που έχω πιο πάνω εξηγήσει δεν δύνανται να υποστηρίξουν το αίτημα τους. Παρά ταύτα για σκοπούς πληρότητας και εφόσον γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου στη νομική βάση της αίτησης, θα εξετάσω κατά πόσον το αίτημα μπορεί να επιτύχει στη βάση αυτή. Οι αρχές εφαρμογής της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Σοφοκλέους ν Τσεσμέλογλου (Εφ. Αρ. 22/10 ημερ. 14.2.2012), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση αρ. 19/2011 JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis, ημερομηνίας 5.5.2011, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 ΑΑΔ 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι΄ αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120,στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.»" Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, δεν είναι ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο, ως Δικαστήριο δικαίου. Δεν επεκτείνεται δε πέραν του ορίου αυτού, ούτε αποτελεί πηγή δικαίου, ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια η ύπαρξη της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αναγνωρίζεται για να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου και να αποτρέπεται η κατάχρηση των ενώπιον του διαδικασιών. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα άσκησης της σύμφυτης εξουσίας προς αποφυγή αδικίας ή και προς αποτροπή κατάχρησης. Και τούτο όχι διότι αποφασίζω επί της ουσίας ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε με άδεια του Δικαστηρίου. Αλλά διότι κρίνω ότι ακόμα και εάν η θέση των αιτητών είναι ορθή δεν τίθεται θέμα πρόκλησης αδικίας ή κατάχρησης με τη μη ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, εφόσον σύμφωνα με τη σχετική με το θέμα νομολογία, ένορκη δήλωση η οποία λήφθηκε χωρίς άδεια δεν μπορεί ούτως ή άλλως να ληφθεί υπόψη, χωρίς να προκύπτει η ανάγκη για λήψη μέτρων για διαγραφή της από το αντίδικο μέρος (βλ. Χριστάκης Αλεξάνδρου v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφεση 109/2010 ημερ. 11/9/2013, Χριστάκης Αυγουστή κ.α. v. Γεώργιου Πίριλλου
(1997)Α.Α.Δ. 5, 10, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. v. Mariala Construction Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 1129, 1135-1136, Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως το ζήτημα που απασχολεί τους αιτητές, και το οποίο τονίζω ότι δεν αποφασίζω στο στάδιο αυτό, μπορεί να εγερθεί και να αποφασιστεί στο κατάλληλο στάδιο που είναι η ακρόαση της κυρίως αίτησης για συνοπτική απόφαση, στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η επίμαχη ένορκη δήλωση. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/ αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.