Χριστάκη Ν. Ματθαίου ν. Μάριου Παπασάββα, Αρ. Αγ. 4002/10, 16/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A619 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ Αρ. Αγ. 4002/10 Μεταξύ: Χριστάκη Ν. Ματθαίου Ενάγοντα - και - Μάριου Παπασάββα Εναγομένου Ημερομηνία: 16 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χρ. Ηλιοφώτου για Α. Κλεάνθους Για Εναγόμενο: κ. Π. Πετράκης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας, δικηγόρος στο επάγγελμα, αξιώνει με την αγωγή του το ποσό των €1.708,60 πλέον Φ.Π.Α. ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής για τις υπηρεσίες, τις οποίες είχε προσφέρει προς τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες του θέσεις, κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2007, ο Εναγόμενος του ανέθεσε έναντι αμοιβής, την υπεράσπιση του στην Αίτηση Διαζυγίου αρ. 57/07, του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο Ενάγοντας παρείχε υπηρεσίες στον Εναγόμενο, ήτοι μελέτη και επεξήγηση της νομικής πλευράς της υπόθεσης, δύο
(2)τουλάχιστον μακράς διάρκειας συναντήσεις, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ετοιμασία και καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, πληρωμή όλων των σχετικών τελών και εμφανίσεις ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η απαίτηση του στηρίζεται σε προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου, κατά τον τερματισμό των υπηρεσιών του Ενάγοντα. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος ανέλαβε να καταβάλει για την αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών του προς αυτόν το ποσό των £1.000 (€1.708,60), πλέον Φ.Π.Α μέσα σε δύο ημέρες από τη σύναψη της συμφωνίας. Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι της πιο πάνω υποχρέωσης. Ο Εναγόμενος, στην Υπεράσπισή του εγείρει προδικαστικές ενστάσεις ότι ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του καθότι το θέμα της αμοιβής δικηγόρου από πελάτη διέπεται από ειδική νομοθεσία και κανονισμούς και εν πάση περιπτώσει το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συνήψε οιανδήποτε συμφωνία με αυτόν για αμοιβή €1708.60. Εκφράζει την θέση ότι, έστω και εάν ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως, εν πάση περιπτώσει το ποσό που διεκδικεί είναι υπερβολικό. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στο Δικαστήριο κατέθεσαν μόνο ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος, έκαστος προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων του. Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία τους, αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας των δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να μην απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Μαρτυρία Ενάγοντος Ο Ενάγοντας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ήταν και είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, διατηρώντας προς τούτο δικηγορικό γραφείο στη Λευκωσία. Τον Φεβρουάριο του 2007, ο Εναγόμενος του ανέθεσε την υπεράσπιση του στην Αίτηση Διαζυγίου αρ. 57/2007 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στο εξής θα αναφέρεται χάριν συντομίας ως «Αίτηση Διαζυγίου»). Αντίγραφο της Αίτησης Διαζυγίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Μετά από οδηγίες του Εναγομένου, ο Ενάγοντας καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην Αίτηση Διαζυγίου (Τεκμήριο 2). Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στον Εναγόμενο με ζήλο και σε πλήρη συνεννόηση μαζί του. Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούσαν επεξήγηση στον Εναγόμενο της νομικής πλευράς της υπόθεσης, μελέτη , δύο
(2)τουλάχιστον μακράς διάρκειας συναντήσεις με τον Εναγόμενο, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ετοιμασία και καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπάντησης, πληρωμή όλων των σχετικών τελών και εφτά εμφανίσεις ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η συνεργασία μεταξύ τους ήταν άριστη. Τον Ιανουάριο 2008, ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στο γραφείο του και του είπε ότι αδυνατούσε, λόγω οικονομικών προβλημάτων, να καταβάλει δικηγορικά έξοδα και ότι θα συνεχίσει ο ίδιος την Υπεράσπιση του στην Αίτηση Διαζυγίου. Το ίδιο έγινε ξεχωριστά για κάθε υπόθεση που ο Ενάγοντας χειριζόταν ως δικηγόρος του Εναγομένου. Ειδικότερα όμως για την Αίτηση Διαζυγίου, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο όπως καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ. 1000 ήτοι €1.708,60 πλέον ΦΠΑ. Ήταν όρος της εν συμφωνίας ότι το ως άνω ποσό θα καταβαλλόταν από τον Εναγόμενο τοις μετρητοίς μέσα σε 2 μέρες. Κάλεσε πολλές φορές τον Εναγόμενο όπως εξοφλήσει το εν λόγω ποσό αλλά ο τελευταίος δεν έχει καταβάλει τίποτε μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου για 25 χρόνια και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με υποθέσεις Οικογενειακού Δικαστηρίου. Του υποβλήθηκαν ερωτήσεις που άπτονται της νομικής πτυχής της υπόθεσης και ειδικότερα σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.59 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Του υπεβλήθη η θέση ότι με βάση την Δ.59 έπρεπε να είχε προβεί σε ψήφιση των δικηγορικών του εξόδων. Ο μάρτυρας απάντησε επανειλημμένα ότι η απαίτηση του εδράζεται στην συμφωνία με τον Εναγόμενο που έγινε τον Ιανουάριο του 2008 και αρνήθηκε ότι έπρεπε να προβεί σε διαδικασία ψήφισης. Του υπεβλήθη περαιτέρω η θέση ότι έστω και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, γραπτή ή προφορική, η οποία δεν τηρείται, η μόνη διέξοδος του δικηγόρου είναι να προβεί σε ψήφιση και να παρουσιάσει τη συμφωνία αυτή στον Πρωτοκολλητή. Ο Ενάγοντας διαφώνησε βεβαίως επαναλαμβάνοντας την θέση περί συμφωνίας τον Ιανουάριο του
- Σε σχέση με την υπογραφή διοριστηρίου, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι όταν τον διόρισε ο Εναγόμενος δεν υπήρχε διοριστήριο δικηγόρου. Όταν επρόκειτο να καταχωρηθεί η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, τότε απαιτείτο από το Οικογενειακό Δικαστήριο να υπάρχει υπογεγραμμένο διοριστήριο. Τότε ο Ενάγοντας τηλεφώνησε επανειλημμένες φορές τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και άνθρωποι από το γραφείο του, στον Εναγόμενο καλώντας τον να προσέλθει να υπογράψει διοριστήριο. Εν τέλει, ο Εναγόμενος προσήλθε στο Πρωτοκολλητείο του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπου, στην παρουσία της δικηγόρου Κυριακής Βιολάρη, υπέγραψε τον τύπο διορισμού δικηγόρου, πιστό αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επί αυτού φαίνεται ότι ο εναγόμενος μονόγραψε το σημείο του διοριστηρίου όπου αναφέρεται ότι· «Δεν έχω κάμει οιανδήποτε ρητήν συμφωνίαν μετά του εν λόγω δικηγόρου σχετικώς προς την αμοιβήν του αλλά θα πληρώσω αυτόν συμφώνως προς τας κλίμακας των Δικαστικών θεσμών» Υπεβλήθη στον Ενάγοντα η θέση ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής ο Εναγόμενος επανειλημμένως τον ικέτευε γραπτώς να ψηφίσει τα έξοδα των διαφόρων αγωγών για να τα πληρώσει. Του υπεδείχθη επιστολή ημερομηνίας 20.7.2007, η οποία φέρεται να απεστάλη προς τον ίδιο (Τεκμήριο 4). Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι έλαβε αυτή την επιστολή και επέμεινε στο ότι έγινε συμφωνία με τον Εναγόμενο τον Ιανουάριο του
- Ο Ενάγων μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητός στα όσα ανέφερε. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Απεναντίας ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε μέχρι τέλους ότι συνήψε συμφωνία με τον Εναγόμενο κατά την παράδοση του φακέλου της Αίτησης Διαζυγίου. Μαρτυρία Εναγομένου Μετά το πέρας της υπόθεσης του Ενάγοντος, κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης ο Εναγόμενος. Ανέφερε ότι στην Αίτηση Διαζυγίου τον εκπροσώπησε ο Ενάγοντας. Σε κάποια στιγμή της εν λόγω υπόθεσης ήθελε να αλλάξει δικηγόρο και ήθελε να πάρει τους φακέλους της εν λόγω Αίτησης αλλά και άλλων που ήταν σε εξέλιξη προκειμένου να τις αναθέσει σε άλλο δικηγόρο της αρεσκείας του. Δεν είχε κάποια ειδική συμφωνία με τον Ενάγοντα σε σχέση με την αμοιβή του τελευταίου, πέραν από αυτό που αναγραφόταν στο διοριστήριο. Το μόνο που είπε στον Ενάγοντα είναι ότι θέλει τους φακέλους του και να ψηφιστούν τα έξοδα στο Πρωτοκολλητείο. Εντούτοις, δεν έγινε ψήφιση των εξόδων. Ανέφερε ότι έδωσε την επιστολή Τεκμήριο 4 στη γραμματέα του γραφείου του Ενάγοντα διότι ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να τον δει. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς παρέδωσε την επιστολή Τεκμήριο 4, αλλά ανέφερε ότι ίσως να ήταν την ίδια ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτή ή εν πάση περιπτώσει σε κοντινή ημερομηνία. Επέμεινε ότι παρέδωσε την επιστολή στη γραμματέα, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομα της, αφού όπως ανέφερε του αρκούσε ότι επρόκειτο για την γραμματέα του Ενάγοντα. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια πότε έληξε η συνεργασία του με τον Ενάγοντα. Ανέφερε ότι πρέπει να ήταν κάποια στιγμή ανάμεσα στα έτη 2007 και
- Δεν θυμόταν επίσης πότε και πόσους δικηγόρους διόρισε να τον εκπροσωπήσουν στην Αίτηση Διαζυγίου μετά που απεσύρθη ο Ενάγοντας. Σε ερωτήσεις κατά πόσον έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα για την Αίτηση Διαζυγίου, ανέφερε ότι κατά καιρούς πλήρωσε διάφορα ποσά, αλλά δεν ξέρει ποιο ποσό σχετίζεται με την Αίτηση Διαζυγίου, καθότι δεν του δόθηκε ποτέ κατάσταση λογαριασμού στην οποία να αναφέρεται τι πλήρωσε και για ποιο σκοπό. Μετά τον Ενάγοντα, τον εκπροσώπησε άλλος δικηγόρος με τον οποίο έγινε ειδική διευθέτηση, διότι είναι στενός φίλος του αδελφού του. Το γεγονός ότι για να αναλάβει ο επόμενος δικηγόρος έπρεπε να πληρωθεί ο προηγούμενος, του δημιούργησε σοβαρά προβλήματα, διότι ενώ ο ίδιος ζητούσε να ψηφιστούν τα έξοδα για να πληρώσει, ο Ενάγοντας ολιγωρούσε με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει τις υποθέσεις του. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν ανακριβής και αόριστος στις απαντήσεις του σε σχέση με τις συνθήκες τερματισμού της συνεργασίας που είχε με τον Ενάγοντα καθώς και σε σχέση με το πως παρέλαβε εν τέλει τον φάκελο της Αίτησης Διαζυγίου. Είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος και αναμένετο να μπορούσε να διαφωτίσει πλήρως σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Εντούτοις, δεν ήταν άμεσος στις απαντήσεις του, ενώ με περισσή ευκολία απέδιδε την λήθη του σε σχέση με σημαντικές πτυχές της υπόθεσης, στην παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος και στην κακή ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο λόγω των οικογενειακών του προβλημάτων. Δεν θυμόταν καν ποιο δικηγόρο, ή πόσους δικηγόρους διόρισε μετά που απεσύρθη ο Ενάγοντας από την εκπροσώπηση του. Ούτε θυμόταν ποια ποσά είχε καταβάλει στον Ενάγοντα σε σχέση με τις υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν. Γενικά και αόριστα ανέφερε ότι κατέβαλε διάφορα ποσά χωρίς όμως να γνωρίζει τι πλήρωσε. Από την άλλη όμως, παρουσιαζόταν επίμονος και φαινόταν να θυμάται πολύ καλά διάφορα γεγονότα τα οποία το βοηθούν στο να θέσει την υπεράσπιση του στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος ήταν επίμονος ότι δεν είχε κάνει καμία άλλη συμφωνία με τον Εναγόμενο πέρα από όσα αναγράφονται στο διοριστήριο. Όταν σε κάποιο στάδιο ηγέρθη το ζήτημα παραλαβής των φακέλων, ο Εναγόμενος ήταν κατηγορηματικός ότι παρακαλούσε τον Ενάγοντα να προβεί σε ψήφιση εξόδων. Εντούτοις, στην επιστολή που ισχυρίζεται ότι έδωσε στον Ενάγοντα, περί τον Ιούλιο του 2007 δεν γίνεται καμία αναφορά σε διαδικασία ψήφισης εξόδων, αν και ο Εναγόμενος ανέφερε ότι γνώριζε περί της διαδικασίας ψήφισης πριν ακόμα αναθέσει στον Ενάγοντα την εκπροσώπηση του. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος δεν έδωσε ποτέ απάντηση, στο ερώτημα, πως εν τέλει παρέλαβε τον φάκελο και διόρισε νέους δικηγόρους αφού, κατά κοινή παραδοχή όλων, ο Ενάγοντας ουδέποτε προέβη σε ψήφιση εξόδων. Για όλους του πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και λαμβάνοντας υπόψη μου την συνολική παρουσία του Εναγομένου στο εδώλιο του μάρτυρα καταλήγω στο να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Ο Ενάγοντας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, δικηγόρος και ασκούσε το επάγγελμα του στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος τον Φεβρουάριο του 2007 του ανέθεσε την υπεράσπιση του στην Αίτηση Διαζυγίου αρ. 57/07 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία ηγέρθη εναντίον του. Ο Ενάγοντας επεξήγησε στον Εναγόμενο τη νομική πτυχή της υπόθεσης και ακολούθως ο Εναγόμενος έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα να καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην εν λόγω Αίτηση. Για να καταχωρηθεί η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ο Εναγόμενος υπέγραψε τύπο διορισμού δικηγόρου επί του οποίου αναφέρεται ότι δεν έχει κάμει οιανδήποτε ρητή συμφωνία με τον Ενάγοντα σχετικώς προς την αμοιβή του αλλά θα τον πληρώσει σύμφωνα με τις κλίμακες των Δικαστικών Θεσμών. Ο Ενάγοντας εμφανίστηκε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην εν λόγω Αίτηση, συνολικά 7 φορές. Περαιτέρω είχε με τον Εναγόμενο 2 μακρές συνεδριάσεις και διάφορες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις. Πλήρωσε δε τα σχετικά τέλη στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Τον Ιανουάριο του 2008, ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στο γραφείο του και του είπε ότι, λόγω οικονομικών προβλημάτων, αδυνατούσε να καταβάλει δικηγορικά έξοδα και ότι θα συνεχίσει ο ίδιος την Υπεράσπιση του στην πιο πάνω υπόθεση. Τότε ο Ενάγοντας συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο όπως ο τελευταίος καταβάλει στον Ενάγοντα εντός δύο ημερών το ποσό των Λ.Κ. 1000 ήτοι €1.708,60 πλέον ΦΠΑ τοις μετρητοίς. Παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα κανένα ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η βασική θέση του Εναγομένου, εκφρασθείσα δια στόματος του ευπαίδευτου συνηγόρου του, είναι ότι η Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί για την ψήφιση εξόδων ανάμεσα σε δικηγόρο και πελάτη, αποστερεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Είναι ειδικότερα η θέση του Εναγομένου, ότι εκ της συνδυασμένης ανάγνωσης και ερμηνείας των Θεσμών 3,17,21,24,25, 28(ii)(a), 34 και 35 της Διαταγής 59, προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτό να εισάγεται οποιαδήποτε αγωγή από δικηγόρο εναντίον πελάτη σε σχέση με δικηγορικά έξοδα σε δικαστική υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος διόρισε τον Ενάγοντα να τον εκπροσωπήσει στην Αίτηση Διαζυγίου με την υπογραφή του τύπου διορισμού δικηγόρου (retainer) - Τεκμήριο
- Το retainer είναι η πράξη με την οποία ένας διάδικος εξουσιοδοτεί κάποιο δικηγόρο να εμφανιστεί σε κάποια διαδικασία και να τον εκπροσωπήσει. Απαιτείται δε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας να καταχωρείται ταυτόχρονα με την καταχώριση Κλητηρίου Εντάλματος (Δ.2 Θ.14) ή την Εμφάνιση στην αγωγή (Δ.
- Θ.11). Ειδικότερα σε σχέση με διαδικασία η οποία γίνεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο εφαρμογή έχουν οι περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1990 (2/1990) οι οποίοι, για ότι εδώ αφορά, προνοούν (βλ. Καν. 5.3) ότι:
(3)Όταν καθ' ου η αίτηση, που διαμένει στην Κύπρο, εκπροσωπείται από δικηγόρο, τότε η Έκθεση Υπεράσπισης δε θα γίνεται δεκτή για καταχώρηση από τον Πρωτοκολλητή εκτός εάν αυτή συνοδεύεται από τύπο διορισμού δικηγόρου, επιμαρτυρούμενος όταν ο καθ' ου η αίτηση είναι αγράμματος, από Πρωτοκολλητή, Πιστοποιούντα Υπάλληλο ή δυο ικανούς μάρτυρες που δεν είναι δικηγορικοί υπάλληλοι. Για την καταχώρηση του τύπου διορισμού δικηγόρου στο Οικογενειακό Δικαστήριο χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με τους ίδιους κανονισμούς (βλ. Καν. 5.4), οι τύποι 4 και 12Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αντίστοιχα. Επί των εν λόγω τύπων αναγράφονται μεταξύ άλλων τα εξής (σε ελεύθερη μετάφραση) τα εξής: (η) «Δεν έχω κάμει οιανδήποτε ρητή συμφωνία με τον εν λόγω δικηγόρο αναφορικά με την αμοιβή του αλλά θα πληρώσω αυτόν σύμφωνα με τις κλίμακες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας» ή (η) Έχω κάνει την ακόλουθη ρητή συμφωνία με τον εν λόγω δικηγόρο αναφορικά με την αμοιβή του. (Εκθέστε τους συμφωνηθέντες όρους αμοιβής) Καλείται δε, ο εκάστοτε εκπροσωπούμενος διάδικος, να διαγράψει αναλόγως του τι ισχύει σε κάθε περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος διέγραψε την δεύτερη επιλογή και μονόγραψε δίπλα από την επιλογή στην οποία αναφέρεται δεν έχει γίνει οποιαδήποτε ρητή συμφωνία. Εφόσον ο τύπος διορισμού δικηγόρου αποτελεί προαπαιτούμενο για καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης, είναι αναγκαίο να εξεταστεί η φύση και ο σκοπός του εν λόγω εγγράφου. Σχετική καθοδήγηση ως προς τούτο λαμβάνω από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed. Vol. 36 όπου στην par. 84 αναφέρονται τα εξής: «Meaning of retainer. The act of authorising or employing a solicitor to act on behalf of a client constitutes the solicitor's retainer by that client; consequently the giving of a retainer is equivalent to the making of a contract for the solicitor's employment, and the rights and liabilities of the parties under that contract will depend partly on any terms which they have expressly agreed, partly on the terms which the law will infer or imply in the particular circumstances with regard to matters on which nothing has been expressly agreed, and partly on such statutory provisions as are applicable to the particular contract. By the giving and acceptance of the retainer the solicitor acquires his authority to act for and bind the client, and the client becomes bound both personally as between himself and his solicitor (
- a)and as between himself and third parties with whom the solicitor deals within the limits of his authority on behalf of his client (b).» Στην παράγραφο 98 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι: «Period of retainer. The general rule is that a solicitor when retained by a client undertakes to finish the business for which he is retained (o). Thus, a retainer is, speaking generally, an entire contract, that is to say, a contract to do certain business (p), to finish that business, and to be remunerated at the completion of the business; the consequence is that remuneration cannot be recovered on a quantum meruit where the solicitor withdraws without legal justification (q), nor, of course, can costs be recovered in these circumstances (r). This general rule applies to retainers to conduct or defend ordinary actions (
- s)or arbitrations (t), and to the transaction of conveyancing business remunerated by scale (u); but the rule is not an absolute one and yields to special circumstances.» Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω ότι ο τύπος διορισμού δικηγόρου δεν είναι τίποτα περισσότερο ούτε και λιγότερο από μια συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, με την οποία δεσμεύεται αφενός ο δικηγόρος να εκπροσωπήσει τον πελάτη μέχρις ότου παυθεί από τον τελευταίο, ή μέχρι την αποπεράτωση της εργασίας την οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει, αφετέρου δε ο πελάτης δεσμεύεται ότι θα πληρώσει τον δικηγόρο με βάση την συμφωνία η οποία καταγράφεται επί του διοριστηρίου και δεσμεύεται έναντι τρίτων από τις πράξεις του εν λόγω δικηγόρου στα πλαίσια της εντολής. Στην παρούσα περίπωση, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 προκύπτει ότι τα μέρη συμφώνησαν αρχικώς ότι τα δικηγορικά έξοδα θα υπολογίζονταν δυνάμει των Δικαστικών Κανονισμών. Στην συνέχεια όμως, διαφοροποίησαν την αρχική συμφωνία και συμφώνησαν ότι ο Ενάγοντας θα πληρωθεί συγκεκριμένο ποσό για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον Εναγόμενο στην Αίτηση Διαζυγίου αρ.57/07 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επισημαίνω στο παρόν στάδιο, ότι ο περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικός Κανονισμός του 1990 προνοεί στον Καν.9 ότι για διαδικασία που αφορά λύση γάμου εφαρμόζονται, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού και του Νόμου, οι περί Γαμικών Διαφορών Κανονισμοί (Δ.Ν. II 296) με τις σχετικές τροποποιήσεις. Αν και κανένας εκ των συνηγόρων δεν με παρέπεμψε, εντούτοις, στους τελευταίους αυτούς κανονισμούς γίνονται πρόνοιες σε σχέση με έξοδα και ειδικότερα, για ότι εδώ αφορά, σχετικά είναι τα Άρθρα 87,89,90 και 92 τα οποία παραθέτω αυτούσια: « 87. All bills of costs shall be referred to the Chief Registrar for taxation and may be taxed by him without any special order for that purpose. Such bills shall be filed in the registry. Notice of the time appointed for taxation will be forwarded to the party filing the bill at the address furnished by such party who shall give the other party or parties to be heard on the taxation thereof at least one clear day's notice of such appointment and shall at the same time or previously deliver to him or them a copy or copies of the bill to be taxed. 89. The bill of costs of any advocate will be taxed on his application as against his client after sufficient notice given to the person or persons liable for the payment thereof, or on the application of such person or persons after sufficient notice given to the advocate. 90. In divorce and matrimonial causes advocates shall be entitled to charge and be allowed costs at the rates set forth in Μέρος ΙΙ από το εκάστοτε εν ισχύι Παράρτημα Β του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού για πολιτικές αγωγές μεταξύ δέκα και πενήντα χιλιάδες ευρώ, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, proceedings in the first instance being treated as if they were matters before the District Court. 92. Upon the Chief Registrar's certificate as to costs being signed an order of the Court for payment of the amount within seven days or such other time as the Court or a Judge shall direct may issue.» Η αναφορά στον κανονισμο 90 ανωτέρω, ότι ο δικηγόρος σε περίπτωση διαζυγίου θα δικαιούται να χρεώνει και θα του επιτρέπονται έξοδα σύμφωνα με το Παράρτημα Β του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού για πολιτικές αγωγές μεταξύ δέκα και πενήντα χιλιάδες ευρώ, δεν πρέπει και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι δεν επιτρέπεται δικηγόρος και πελάτης να συμφωνήσουν κάτι διαφορετικό όσον αφορά την αμοιβή του πρώτου. Ο ίδιος ο τύπος διορισμού δικηγόρου αφήνει στα μέρη δύο επιλογές. Η μία είναι να συμφωνήσουν όπως η πληρωμή γίνει με βάση τις κλίμακες των Δικαστικών Θεσμών ενώ η άλλη η πληρωμή να γίνει με βάση οποιαδήποτε άλλη συμφωνία η οποία καταγράφεται επί του διοριστηρίου. Εξάλλου, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Στην απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή Των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/2014 ημερομηνίας 31.10.2014 αφού έγινε επισκόπηση της νομολογίας σε σχέση με την ελευθερία του συμάλλεσθαι, λέχθηκαν τα εξής από την πλήρη ολομέλεια του Δικαστηρίου: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303).» Στην Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419, αποφασίστηκε ότι, θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι τα μέρη στην συμφωνία διορισμού δικηγόρου μπορούν να καθορίσουν με τον τρόπο που οι ίδιοι επιθυμούν το περιεχόμενο της. Μπορούν δε, να το πράξουν τούτο κατά την υπογραφή του τύπου διορισμού δικηγόρου, αλλά μπορούν επίσης διαφοροποιήσουν το περιεχόμενο της αρχικής συμφωνίας και να συνάψουν μια νέα συμφωνία κατά τον τρόπο που οι ίδιοι επιθυμούν. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του αειμνήστου Τάκη Ηλιάδη, Δικηγορική Δεοντολογία, 2007 σελ.111 με παραπομπή στα Advocates Rules, Chapter 3, Δ.Ν. Τομ. ΙΙ 3 και ειδικότερα στον Κανονισμό 10 αυτών, «στην Κύπρο ο δικηγόρος έχει απόλυτη ελευθερία να διαπραγματευθεί με τον πελάτη το θέμα των εξόδων του που μπορεί να περιλαμβάνει τον καθορισμό τους με συνολικό ποσό, με προμήθεια επί τοις εκατό, σε μεγαλύτερη τιμή ή ακόμα και σε μικρότερη από ό'τι δικαιούται.» Στην παρούσα περίπτωση αυτό που συνέβη ήταν ότι η αρχική συμφωνία που περιλαμβανόταν στον Τύπο Διορισμού Δικηγόρου αντικαταστάθηκε με συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού. Η νέα συμφωνία έγινε κατά τον χρόνο τερματισμού των υπηρεσιών του Ενάγοντος οπότε δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για διορισμό δικηγόρου με ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή (special retainer), αλλά για νέα συμφωνία της οποίας το αντάλλαγμα είναι η αποδέσμευση από την προηγούμενη συμφωνία (novation). Αναφορικά με τη σημασία της νέας συμφωνίας (novation), σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Σχετικά είναι επίσης τα άρθρα 62 και 63 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕφ.149. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 25η έκδοση, Τόμος 1, παρ. 1488, αναφέρεται ότι: «Novation is a generic term which signifies "that there being a contract in existence, some new contract is substituted for it, either between the same parties (for that might
- be)or between different parties; the consideration mutually being the discharge of the old contract". In particular, however, it denotes that rescission of one contract and the substitution of another in which the same acts are to be performed by different parties. The same principles apply as in any other case of rescission by subsequent agreement.» Στην Coudounaris (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Συμφωνούμε με τη θέση του συνήγορου των εφεσιβλήτων. Για την ύπαρξη νέας σύμβασης πρέπει να συνυπάρχουν δύο στοιχεία. Πρώτα πρέπει να υπάρχει η απαλλαγή από την προηγούμενη οφειλή και η αντικατάστασή της ή με νέα οφειλή ή με νέο οφειλέτη. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, το Δικαστήριο για να δεχτεί ότι υπάρχει αυτή η αλλαγή πρέπει να υπάρχει η πρόθεση για αντικατάσταση ή υποκατάσταση του νέου χρέους με τη διαγραφή του παλαιού χρέους.» Στην προκειμένη περίπτωση αυτό ακριβώς έχει συμβεί. Οφείλω στο σημείο τούτο να επισημάνω ότι η πρόθεση των μερών για αντικατάσταση της παλαιάς συμφωνίας (animus novandi) προκύπτει ως λογική συνέπεια της νέας συμφωνίας. Εξάλλου εάν ο Εναγόμενος ήθελε να επιμείνει στην προγενέστερη συμφωνία θα μπορούσε να το είχε πράξει. Μάλιστα δε ο Κανονισμός 89 των περί Γαμικών Διαφορών Κανονισμών (ανωτέρω) του έδινε το δικαίωμα να αποταθεί ο ίδιος για ψήφιση των εξόδων εφόσον δεν προέβαινε ο Ενάγοντας. Το ίδιο δικαίωμα δίδουν στον Εναγόμενο οι κανονισμοί 5 έως 7 των Advocates Rules (ανωτέρω). Εν τούτοις προτίμησε να συνάψει νέα συμφωνία εις αντικατάσταση της παλαιάς. Μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, προχωρώ να εξετάσω τα επιχειρήματα του Εναγομένου σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Παρά την ισχύ ειδικών διατάξεων σε σχέση με τα έξοδα που ανευρίσκονται στους περί Γαμικών Διαφορών Κανονισμούς, εντούτοις κάποιες διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Πετράκης θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής σε περιπτώσεις ψήφισης εξόδων στο Οικογενειακό Δικαστήριο, δυνάμει του Κανονισμού 11 των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Κανονισμών που προνοεί ότι «Για διαδικασία που αφορά οποιοδήποτε άλλο θέμα για το οποίο δεν γίνεται ειδικότερη πρόνοια στον Κανονισμό αυτό, εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας». Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον οι εν λόγω διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή και των περί Γαμικών Διαφορών Κανονισμών εμποδίζουν κάποιο δικηγόρο από του να καταχωρήσει αγωγή για δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με δικαστική διαδικασία. Ο κ. Πετράκης αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στους Θ.Θ. 21,24,25, 28(ii)(
- a)και (b), 34 και 35 της Διαταγής 59. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων. Είναι η θέση του Εναγομένου ότι από το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων προκυπτει ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούν να ανακτηθούν έξοδα είναι η διαδικασία ψήφισης εξόδων. Δεν θα συμφωνήσω. Οι διατάξεις της διαταγής 59 καθορίζουν με λεπτομέρεια την διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί αν και εφόσον κάποιος αποταθεί στον Πρωτοκολλητή για επιψήφιση εξόδων. Δεν επιβάλλουν όμως υποχρέωση ενός δικηγόρου να αποταθεί στον Πρωτοκολλητή για επιψήφιση των εξόδων του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου αναφέρθηκε περαιτέρω στην Δ.59 Θ.17 και Δ.35 Θ.20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η πρώτη προνοεί ότι οποιοδήποτε μέρος το οποίο είναι δυσαρεστημένο από το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή, μπορεί εντός 7 ημερών να αιτηθεί στο Δικαστήριο αναθεώρηση της ψήφισης. Η δεύτερη προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι έφεση εναντίον διατάγματος που έγινε σε ψήφιση ή σε αναθεώρηση ψήφισης εξόδων δεν θα γίνεται αποδεκτή εκτός κατόπιν άδειας του Εφετείου η οποία δεν θα δίδεται εκτός εάν υποδεικνύεται ότι το διάταγμα είναι αντίθετο με οποιαδήποτε πρόνοια νόμου ή κανονισμού ή βασίζεται σε παρανόηση επί των γεγονότων. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι εάν γινόταν αποδεκτό ότι, μπορεί κάποιος δικηγόρος να προχωρήσει με αγωγή και να εκδώσει απόφαση, τότε θα καθίσταντο ανενεργείς οι εν λόγω διατάξεις που, κατά την θέση του, δίδουν τον τελικό λόγο στο Δικαστήριο επί του οποίου η υπόθεση εκδικάστηκε και στην συνέχεια επιβάλλουν την λήψη άδειας του Εφετείου για καταχώριση έφεσης. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, θεωρώ ότι καμία από τις πιο πάνω διατάξεις δεν αναφέρει ρητώς ότι αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει σε σχέση με τα έξοδα δικηγόρου σε δικαστική διαδικασία έχει ο επιτετραμμένος επί της ψήφισης υπάλληλος ή ο Πρωτοκολλητής. Με άλλα λόγια, καμία από τις πιο πάνω διατάξεις δεν εμποδίζει την καταχώριση αγωγής σε σχέση με δικηγορικά έξοδα. Δεν θα μπορούσε κατά την γνώμη μου να υπάρξει τέτοια ρύθμιση εν όψει των Άρθρων 30 και 151 του Συντάγματος, τα οποία ορίζουν τα ακόλουθα: «30.1. Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται vα προσφύγη δυνάµει του Συντάγµατος. Η σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνοµα απαγορεύεται. 30.2. Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωµάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε Κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δηµοσίας ακροαµατικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αµερολήπτου και αρµοδίου δικαστηρίου ιδρυοµένου διά νόµου. «151.1. H δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της ασκουμένης κατά το έννατον μέρος υπό του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου υπό των δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό Aνωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων δικαστηρίων, τα οποία θα ιδρυθώσι δια νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος.» O περι Δικαστηρίων νόμος ν.14/1960προνοεί περί της δικαιοδοσίας των Επαρχιακών Δικαστηρίων (βλ. άρθρο 22) και δεν θα μπορούσε οποιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός εκδοθείς από το Ανώτατο Δικαστήριο, να στερήσει από το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιοδοσία να αποφασίσει επί κάποιας διαφοράς η οποία με βάση της πρόνοιες του ν. 14/1960 εμπίπτει στην διακιοδοσία του. Τα Advocates Rules τα οποία είχαν θεσπιστεί πριν να τεθεί το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ισχύ (θεσπίστηκαν δυνάμει του παλαιού περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ. 3 ο οποίος αντικαταστάθηκε το 1955 με τον περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ.2.) δεν θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ότι αποστερούν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Εξάλλου, είναι φανερό ότι η χρήση των προνοιών των εν λόγω κανονισμών είναι δυνητική (βλ.Ειδικότερα το άρθρο 2 των εν λόγω κανονισμών όπου αναφέρεται «Every advocate.may apply to the Registrar.»). Ο κανονισμός 16 των Advocates Rules που προνοεί ότι όταν υπάρχει διορισμός συνοδευόμενος από ειδική συμφωνία, αποκλείεται οποιαδήποτε αγωγή πριν καταχωρηθεί αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο ηγέρθη η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας θα καθοριστεί από το Δικαστήριο η εγκυρότητα και λογικότητα της ειδικής αυτής συμφωνίας, δεν μπορεί ούτως ή άλλως να τύχει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η βάση της αγωγής στην παρούσα περίπτωση δεν είναι διορισμός συνοδευόμενος από ειδική συμφωνία αμοιβής. Η βάση της αγωγής είναι νέα σύμβαση. Αντιπαροχή της νέας αυτής σύμβασης δεν είναι οι δικηγορικές υπηρεσίες αλλά η αποδέσμευση (discharge) από την προηγούμενη σύμβαση, ήτοι το διοριστήριο. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει ανοικτό το ζήτημα κατά πόσον ο κανονισμός 16 μπορεί να έχει σήμερα οποιαδήποτε εμβέλεια, εν οψει των συνταγματικών επιταγών που παρέθεσα ανωτέρω. Δεν αποφασίζω όμως επί τούτου αφού ήδη έκρινα ότι ο Κανονισμός 16 δεν αφορά την υπό εκδίκαση περίπτωση. Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την νομολογία αποκλειστική αρμοδιότητα να ρυθμίζει διαδικαστικά ζητήματα, δηλαδή να καθορίζει το πλαίσιο άσκησης των δικαιοδοσιών που παρέχονται στη Δικαστική Εξουσία, έχει η ίδια η Δικαστική Εξουσία (βλ. Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΔΔ 323 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή Των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/2014 ημερομηνίας 31.10.2014). Πλην όμως, η ανάθεση ή η αποστέρηση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων μόνο με νόμο μπορεί να γίνει. Στην Αναφορά 2/2014 (ανωτέρω) η πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney - General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103). ... ... ... Στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 CLR 210 τονίστηκε η μεγάλη σημασία του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν θεωρείται ότι παρεμποδίζεται, νομοθετικά, αν το Νομοθετικό Σώμα προβεί σε κάποιου είδους ρύθμιση του δικαιώματος αυτού, νοουμένου όμως ότι η ρυθμιστική πρόνοια δεν είναι αυθαίρετη ή παράλογη και δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Τα ίδια τα δικαστήρια κρίνουν κατά πόσον κάποιος περιορισμός που τίθεται σε νόμο, συνιστά παραβίαση του προαναφερόμενου δικαιώματος.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι μπορούν στην κατάλληλη περίπτωση να επιβληθούν περιορισμοί ή προαπαιτούμενες διατυπώσεις στην πρόσβαση στο Δικαστήριο. Πλην όμως, όπως ανέφερα και πιο πάνω, όποιοσδήποτε περιορισμός στην πρόσβαση στο Δικαστήριο μόνο μέσω του Νομοθετικού Σώματος μπορεί να επιβληθεί και όχι από την ίδια την Δικαστική Εξουσία. Στην R.C.K. Sports Ltd (Αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, 623, έχει επιχειρηθεί ερμηνεία του όρου "δικαιοδοσία": «Η λέξη 'δικαιοδοσία' έχει πολλές αποχρώσεις ερμηνείας. Μερικοί τείνουν να πουν ότι, οποτεδήποτε δικαστήριο αποφασίσει εσφαλμένα, υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του. Η δήλωση αυτή είναι πολύ ευρεία και αποτελεί υπερβολή. Το δικαστήριο ασκεί την εξουσία του σύμφωνα με το καθορισμένο δικονομικό δίκαιο. Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης." (Βλ. και Thompson v. Shiel [1840] 3 Ir. Eq. R. 135, Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256, 261).» (υπογράμμιση δική μου) Τα πιο πάνω βέβαια δεν σημαίνουν και δεν πρέπει να ερμηνευθούν ότι τα ένδικα μέσα που προνοούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν μπορούν να συνυπάρξουν με το δικαίωμα για προσφυγή ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Εναπόκειται στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο να αποταθεί εκεί που θεωρεί πρέπον, νοουμένου ότι η επιλογή του δεν αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας κάτι που δεν έχω διαπιστώσει να υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, επαναλαμβάνω ότι στην παρούσα περίπτωση ο ίδιος ο Εναγόμενος θα μπορούσε να προβεί σε αίτημα για επιψήφιση των εξόδων στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή πριν την σύναψη της νέας συμφωνίας. Εντούτοις δεν το έπραξε. Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Έχοντας ήδη καταλήξει ότι ο Ενάγοντας και Εναγόμενος έχουν συμφωνήσει όπως ο τελευταίος καταβάλει στον πρώτο το ποσό των €1.708,60 πλέον ΦΠΑ καθώς επίσης και το ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα κανένα ποσό καταλήγω στο ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την απαίτηση του στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €1.708,60 πλέον Φ.Π.Α. πλέον νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται περαιτέρω υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγομένου τα δικηγορικά έξοδα της παρούσας αγωγής τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................ Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο