Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σωτηρούλλα Α. Παναρέτου κ.α., Αγωγή Αρ. 10912/10, 4/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A595 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 10912/10 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες και
- Σωτηρούλλα Α. Παναρέτου
- Γιάννος Νικηφόρου Γεωργίου
- Βασούλα Ανδρέα Παναρέτου Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου, 2016 Για τους αιτητές - ενάγοντες: κα Αυγούστα Φακοντή, για Γεωργιάδη & Πελίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 3 - εναγόμενους 1 και 3: κ. Χριστόδουλος Ταραμουντάς Για τον καθ' ου η αίτηση 2 - εναγόμενο 2: κ. Στέλιος Σ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 14.4.2016 για τροποποίηση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος) Εισαγωγή Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.12.2010 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, και με αυτήν οι ενάγοντες ζητούν το ποσό των €34.976,21 εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, πλέον τόκους και έξοδα. Θέση των εναγόντων είναι ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 15.10.2009, συμφώνησαν να παρέχουν στην εναγομένη 1 δάνειο και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις, βάσει της οποίας άνοιξαν και/ή συνέχισαν τη λειτουργία του υπ' αρ. 11-12-523782 λογαριασμού προς όφελος της εναγομένης
- Περαιτέρω, θέση των εναγόντων είναι ότι οι εναγόμενοι 2 και 3, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 15.10.2009, εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση στην αγωγή και οι ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγομένων. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις 6.10.2011, οπότε και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση. Η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρκετές φορές και στις 4.4.2016, όταν η υπόθεση ήταν και πάλι ορισμένη για ακρόαση, ζητήθηκε αναβολή από πλευράς των εναγόντων, καθότι κατά την προετοιμασία τους για την ακρόαση της αγωγής διαπιστώθηκε ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Δέκα ημέρες αργότερα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 14.4.2016, οι ενάγοντες - αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει και/ή επιτρέπει την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος ως επίσης και της οπισθογραφημένης Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως:
- Σε όλες τις παραγράφους της Έκθεσης Απαιτήσεως, όπου αναφέρεται η λέξη «Ενάγουσα» να αντικατασταθεί με την ονομασία «Marfin Popular Bank Public Co Ltd».
- Να διαγραφεί η παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαίτησης και να προστεθούν ως νέες παράγραφοι τα ακόλουθα: "
- Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στα Αγγλικά Bank of Cyprus Public Company Limited) στο εξής καλούμενη η "Ενάγουσα" είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στη Κύπρο, η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών συμπεριλαμβανομένων της παροχής δανείων και/ή άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων κατέχουσα άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών στην Κύπρο και στο εξωτερικό.
- Η Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διεξήγαγε κατόπιν αδείας και/ή νόμιμα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Από τις 5/4/12 η Marfin Popular Bank Public Co Ltd μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.
- Από την 29ην Μαρτίου 2013 με βάση το διάταγμα του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 5
(1)και 12(a), 7
(1)και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, το οποίο αναφέρεται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 και το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π. 104/13, έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου και του πιο πάνω αναφερόμενου Διατάγματος έχει υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας διαδικασίας"
- Στην τέταρτη γραμμή της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης να διαγραφεί το ποσό "€725,05" και να αντικατασταθεί με το ποσό "€727,05" και στην πέμπτη γραμμή μετά τη φράση "επιτοκίου 10,50%" να προστεθεί η φράση "ετησίως ήτοι 5% βασικό επιτόκιο και 5,5% περιθώριο". Η παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης να αναριθμηθεί ως παράγραφος
- Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, δεύτερη γραμμή, να διαγραφεί ο αριθμός "11-12-523782" και να αντικατασταθεί με τον αριθμό "011-12-523782". Η παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαιτήσεως να αναριθμηθεί ως παράγραφος
- Στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης (α) στο σημείο i. της υποπαραγράφου (β) στη τέταρτη γραμμή μετά τη φράση "10.50 τοις εκατό" να προστεθεί η λέξη "ετησίως". (β) στο σημείο ii. της υποπαραγράφου (β) να διαγραφεί η φράση "και/ή" και να αντικατασταθεί με την λέξη "και", στην τρίτη γραμμή μετά την λέξη "Εναγόμενη" να προστεθεί η φράση "αρ. 1" (γ) να διαγραφεί η υποπαράγραφος (α) (δ) στην υποπαράγραφο (β) να διαγραφούν τα ακόλουθα "(β) Συμφώνως των όρων της Συμφωνίας" και να αναφέρεται ως υποπαράγραφος (α)
- Η παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης να αναριθμηθεί ως παράγραφος
- Στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης, πρώτη γραμμή, να διαγραφούν τα ακόλουθα " 5.Σύμφωνα με τον όρο 5 της Συμφωνίας" και η εν λόγω παράγραφος να γίνει υποπαράγραφος (β) της νέας παραγράφου
- Στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης, τέταρτη γραμμή να διαγραφεί η λέξη "διέπουν" και να αντικατασταθεί με την λέξη "δεσμεύουν". Η παράγραφος 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως να αναριθμηθεί σε παράγραφο
- (α) Η υποπαράγραφος (α) της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης να διαγραφεί και να αντικατασταθεί ως ακολούθως: "(α) Η Τράπεζα δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο." (β) Οι υποπαράγραφοι (β), (γ), (δ) και (ε) της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης να διαγραφούν και να αντικατασταθούν με τις πιο κάτω νέες υποπαραγράφους: «(β) Η Marfin Popular Bank Public Co Ltd δικαιούται, κατά την κρίση της, να μεταβάλει, οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο της, τα περιθώρια, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, το χρόνο καταβολής του, την προμήθεια, οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και/ή έξοδα και γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη μεταβολή και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για την εναγόμενη 1 στην οποία θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτήν, κατά την κρίση της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή στην γραπτή ειδοποίηση. (γ) Ο τόκος είναι πληρωτέος μηνιαίως, κάθε τριμηνία, δύο φορές το χρόνο, ετησίως, ανάλογα με την περίπτωση, κατά τις συνήθεις μέρες χρέωσης της Τράπεζας και κατά την τελική αποπληρωμή της οφειλής, με εξαίρεση τους λογαριασμούς Πιστωτικών Καρτών όπου ο τόκος είναι πληρωτέος κάθε μήνα ή κατά την τελική αποπληρωμή. Σε περίπτωση μη πληρωμής αυτός θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επί αυτού τόκοι και προμήθεια. (δ) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο είναι πέραν του συμφωνημένου ανωτάτου ορίου και/ή σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε οφειλής δανείου τακτής προθεσμίας ως και καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε οφειλόμενης δόσης, η Τράπεζα θα χρεώσει τόκο υπερημερίας επί του καθυστερημένου ποσού από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του. Η Τράπεζα δύναται κατά την κρίση της, να μεταβάλλει τον τόκο υπερημερίας οποτεδήποτε και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για την Εναγόμενη 1, στην οποία θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτήν ή μέσω του διαδικτύου, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή στην γραπτή ειδοποίηση. (ε) Παράλειψη ή άρνηση της Εναγόμενης 1 να καταβάλει οποιαδήποτε δόση με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα της Τράπεζας στις καθορισμένες ημερομηνίες, ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή εν όλω ή εν μέρει, καθιστά τις επηρεαζόμενες Τραπεζικές Διευκολύνσεις, αμέσως πληρωτέες και απαιτητές και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο ή μέρος του ποσού οποιωνδήποτε Τραπεζικών Διευκολύνσεων μαζί με τους τόκους, προμήθεια και δικαιώματα. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά ή με άλλο τρόπο την πληρωμή των Τραπεζικών Διευκολύνσεων πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση τους. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές εν όλω ή εν μέρει, οποιασδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα, και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή οποιωνδήποτε Τραπεζικών Διευκολύνσεων.
- Η πρόταση μετά την υποπαράγραφο (ε) της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης και πριν την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης να διαγραφεί. Πριν την παρ.7 της Έκθεσης Απαίτησης να προστεθεί ως νέα παράγραφος με αρ. 8 η ακόλουθη : «
- Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ θα αναφερθεί στους πλήρης όρους της Συμφωνίας κατά την ακροαματική διαδικασία.»
- Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, γραμμή οκτώ, να διαγραφεί το άρθρο "η" και να αντικατασταθεί με τη λέξη "και". Η παράγραφος 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως να αναριθμηθεί ως παράγραφος
- Μετά την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία έχει ανααριθμηθεί ως παράγραφος 9 να προστεθούν ως νέες παράγραφοι αρ. 10 και 11 τα ακόλουθα:- "
- Η Marfin Popular Bank Public Co Ltd εξήγησε στην εναγόμενη 1 τους όρους της Σύμβασης του επίδικου δανείου πριν την υπογραφή της. Επίσης η Marfin Popular Bank Public Co Ltd εξήγησε στους εναγόμενους 2 και 3 τους όρους της επίδικης Συμφωνίας Εγγυήσεως και της επίδικης συμφωνίας δανείου πριν την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Εγγυήσεως. Έκαστος από τους εναγόμενους 2 και 3 παρέλαβε επιστολή από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd αναφορικά με την παραχώρηση και/ή την συνέχιση της παραχώρησης του ανωτέρω αναφερόμενου δανείου στην εναγόμενη 1 και υπέγραψε δήλωση ότι έχει παραλάβει, μελετήσει και κατανοήσει την επιστολή αυτή προ της υπογραφής από αυτόν της επίδικης σύμβασης εγγύησης αναφορικά με την παραχώρηση του επίδικου δανείου στην εναγόμενη 1 και ότι έχει παραλάβει ταυτόχρονα την "δήλωση περιουσιακών στοιχείων" που ετοίμασε η εναγόμενη
- Έκαστος από τους εναγόμενους 2 και 3 πριν την υπογραφή της πιο πάνω δήλωσης τους και πριν την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Εγγυήσεως αφού είχαν αντιληφθεί πλήρως τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου και της επίδικης Συμφωνίας Εγγυήσεως ενημέρωσε γραπτώς την Marfin Popular Bank Public Co Ltd ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή.
- Η παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης να διαγραφεί.
- Να προστεθούν ως νέες παράγραφοι με αριθμούς 12 και 13 τα ακόλουθα:- «
- Κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης 1 υπογράφτηκε μεταξύ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και της εναγόμενης 1 συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 10/12/09 με την οποία προστέθηκε περαιτέρω εξασφάλιση για την επίδικη συμφωνία δανείου εκχώρηση ασφάλειας ζωής με την Cyprialife, αρ. ασφαλιστικού συμβολαίου 219005 και περαιτέρω αυξήθηκε η δόση του δανείου από €727,05 σε €739,61 και ο αριθμός των δόσεων μειώθηκε σε 58 με την πρώτη δόση πληρωτέα την 24/10/
- Σύμφωνα με την συμπληρωματική αυτή συμφωνία οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας δανείου παρέμειναν σε ισχύ και η συμπληρωματική συμφωνία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 15/10/
- Ήταν όρος της συμπληρωματικής συμφωνίας ότι προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ η συμπληρωματική συμφωνία ήταν να εξασφαλιστεί η γραπτή συγκατάθεση όλων των εγγυητών αναφορικά με τους νέους τροποποιημένους όρους της συμφωνίας. Η συμπληρωματική συμφωνία δεν τέθηκε σε ισχύ αφού δεν δόθηκε η συγκατάθεση των εγγυητών και συνεπακόλουθα ισχύει η αρχική συμφωνία δανείου ημερομηνίας 15/10/09.»
- Οι παράγραφοι 9, 10 και 11 της Έκθεσης Απαίτησης να διαγραφούν και να προστεθούν ως νέες παράγραφοι αρ. 14 και 15 τα ακόλουθα:- «
- Η εναγόμενη 1 κατά παράβαση της συμφωνίας και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να ανταποκριθεί προς τις υποχρεώσεις της και/ή λειτούργησε τον λογαριασμό με καθυστερήσεις και/ή μη ικανοποιητικά και η Marfin Popular Bank Public Co Ltd με επιστολές της ημερομηνίας 7/7/10 κάλεσε τους εναγόμενους 1, 2 και 3 όπως εντός 21 ημερών προβούν στην πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων σε διαφορετική περίπτωση θα τερμάτιζε την λειτουργία του λογαριασμού και θα προχωρούσε στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους και τους πληροφορούσε επίσης ότι ο λογαριασμός θα χρεώνετο με επιτόκιο προς 14% το χρόνο και ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 1ην Ιανουαρίου και 1ην Ιουλίου κάθε χρόνου και ότι σε περίπτωση που γίνει επανόρθωση της παράβασης πριν από την σχετική προθεσμία η παράβαση θα θεωρείται ότι δεν έγινε και η πιο πάνω αύξηση του επιτοκίου δεν θα εφαρμοστεί.
- Οι εναγόμενοι και πάλι παρέλειψαν να ανταποκριθούν προς τις υποχρεώσεις τους και η Marfin Popular Bank Public Co Ltd με επιστολή της ημερομηνίας 30/7/10 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου και απαίτησε από την εναγόμενη 1 την πλήρη εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών. Περαιτέρω η Marfin Popular Bank Public Co Ltd με επιστολή της ημερομηνίας 30/7/10 ειδοποίησε τους εναγόμενους 2 και 3 ότι τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου και απαίτησε από τους εν λόγω εναγόμενους την εξόφληση όλων των οφειλών.»
- Η παράγραφος 12 της Έκθεσης Απαιτήσεως να αναριθμηθεί σε παράγραφο 16 και η παράγραφος 13 της Έκθεσης Απαιτήσεως να αναριθμηθεί σε παράγραφο
- Ότι αναφέρεται μετά την παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης και αρχίζει με τις λέξεις «ΚΑΙ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΑΞΙΟΙ ....» και τελειώνει με τη λέξη «...Φ.Π.Α.» να αριθμηθεί ως παράγραφος
- Β. Διάταγμα ή/και οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παρατείνει το χρόνο καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος για 15 μέρες μετά την σύνταξη του διατάγματος ή/και για τέτοιο χρόνο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα υπό τις περιστάσεις.». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θθ.1 - 5, Δ.48 θθ.1, 2, 4, 7 και 8 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Άντρης Νεοφύτου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, γνωρίζει, ως αναφέρει, καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η ομνύσασα αναφέρει ότι κατά τη λεπτομερή μελέτη του φακέλου της υπόθεσης για προετοιμασία της υπόθεσης για την ακροαματική διαδικασία που ήταν ορισμένη στις 4.4.2016 προέκυψε ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και αμέσως προέβηκαν στην ετοιμασία και καταχώρηση της υπό κρίση αιτήσεως. Λέγει επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία, προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την υπόθεση των εναγόντων. Τα γεγονότα που οι ενάγοντες προτίθενται να εισαγάγουν είναι, λέγει, γνωστά στους εναγομένους 1, 2 και 3, αλλά οι τελευταίοι τα απέκρυψαν με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, γι' αυτό η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επιφέρει ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματα των εναγομένων, ενώ, αντίθετα, αν η Έκθεση Απαίτησης δεν τροποποιηθεί θα υπάρξουν ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματα των εναγόντων. Η ομνύσασα αναφέρει περαιτέρω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής και ότι η αίτηση δεν έγινε με κακοπιστία ή καταχρηστική χρήση των θεσμών, αλλά καλόπιστα και ότι δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, ούτε και τοποθετεί τους εναγόμενους σε χειρότερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν αν η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρείτο εξ αρχής. Περαιτέρω με την τροποποίηση θα εκτεθούν με περισσότερη σαφήνεια και ακρίβεια οι ισχυρισμοί των εναγόντων και είναι απαραίτητη για την ορθή απεικόνιση των θέσεων τους και την ορθή υπεράσπιση των συμφερόντων τους, και είναι, περαιτέρω, προς όφελος των εναγομένων καθότι θα γνωρίζουν επακριβώς τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγόντων ούτως ώστε να προσκομίσουν την κατάλληλη μαρτυρία. Η τροποποίηση είναι απαραίτητη, λέγει, για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Ούτε η ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης επηρεάζεται, ως η ομνύσασα αναφέρει, καθότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 - καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 καταχώρησαν πανομοιότυπες ενστάσεις στην αίτηση, οι μεν εναγόμενοι 1 και 3 στις 30.5.2016, ο δε εναγόμενος 2 την 1.6.2016, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Το όνομα της Ενάγουσας και ο τίτλος της υπό κρίση Αίτησης είναι αυθαίρετος και διαφορετικός από το όνομα της Ενάγουσας και τον τίτλο που αναφέρεται εις όλα τα άλλα δικόγραφα της Αγωγής. Ως εκ τούτου ο τίτλος της Αίτησης είναι αυθαίρετος , παράτυπος, λανθασμένος, αντικανονικός και άκυρος και συνεπακόλουθα η Αίτηση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική και άκυρη.
- Η Αίτηση σκοπεύει στην εισαγωγή υλικού και ισχυρισμών που ήταν σε γνώση της Ενάγουσας πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαιτήσεως.
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε αργά και με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, ολιγωρία, αμέλεια και αδιαφορία και χωρίς οιανδήποτε προς τούτο επαρκή δικαιολογία.
- Δεν συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και είναι αβάσιμη και αστήρικτη.
- Πλήττεται ο σκοπός και η επιδίωξη του Νόμου και του Συντάγματος για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρονικό διάστημα.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας.
- Η Αιτήτρια αντλεί υλικό και ισχυρισμούς από την Υπεράσπιση των Εναγομένων και ζητεί τροποποίηση ισχυρισμών και γεγονότων κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο και παράτυπο, κακόπιστο και καταχρηστικό.
- Η Αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και νέων ισχυρισμών.
- Η Αίτηση και η αιτούμενη τροποποίηση προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αδικία και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων.
- Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική, άκυρη και ανύπαρκτη γιατί καταρτίστηκε από την δικηγόρο Άντρη Νεοφύτου.
- Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει κανένα λόγο και καμία εξήγηση που να δικαιολογεί τον καταρτισμό της από την δικηγόρο Άντρη Νεοφύτου και όχι από την ίδια την Ενάγουσα.
- Η ενόρκως δηλούσα δικηγόρος Άντρη Νεοφύτου έχει μετατρέψει τον εαυτό της σε μάρτυρα της υπόθεσης παράτυπα και αντικανονικά.
- Η ενόρκως δηλούσα δικηγόρος Άντρη Νεοφύτου δεν δύναται να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως.
- Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως είναι ελλιπές και ανεπαρκές και δεν υποστηρίζει την Αίτηση.
- Δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο, ούτε ορθό να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας.». Οι ενστάσεις βασίζονται στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 θθ.1-27, Δ.20 θθ.1-5, Δ.21 θθ.1-15, Δ.25 θθ.1-6, Δ.39 θθ.1-21, Δ.48 θθ.1-12, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και/ή σύμφυτη δικαιοδοσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Σωτηρούλλας Α. Παναρέτου, καθ' ης η αίτηση 1, και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 2 φαίνονται στην ένορκη δήλωση του ιδίου. Αμφότεροι οι ομνύοντες, αναφέρουν ότι το όνομα των εναγόντων και ο τίτλος της αίτησης είναι αυθαίρετα και διαφορετικά από το όνομα των εναγόντων και τον τίτλο που αναφέρεται σε όλα τα άλλα δικόγραφα της αγωγής. Η σχέση, υποστηρίζουν, της Marfin Popular Bank Public Co Ltd με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ή με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ουδέποτε έγινε τροποποίηση και/ή αλλαγή του τίτλου της αγωγής. Συνεπεία τούτου, η αίτηση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική και άκυρη. Οι ομνύοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η αίτηση αποσκοπεί στην εισαγωγή υλικού και ισχυρισμών που ήταν σε γνώση των αιτητών ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα πριν από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και σε κάθε περίπτωση πολύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αφού ανάγονται στο έτος 2009, ενώ δεν καταδεικνύεται σοβαρός ή εύλογος λόγος για τη μη εξ αρχής συμπερίληψη τους στην Έκθεση Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε αργά και με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, ολιγωρία, αμέλεια και αδιαφορία και χωρίς οιανδήποτε προς τούτο επαρκή δικαιολογία, το δε ιστορικό της υπόθεσης (έλευση σχεδόν 5 ετών και 4 μηνών από της καταχωρήσεως της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της αίτησης) δείχνει την εκ μέρους των αιτητών καθυστέρηση και αδιαφορία στην προώθηση των αιτουμένων τροποποιήσεων. Οι ομνύοντες λέγουν επίσης ότι η προβαλλόμενη στην ένορκη δήλωση δικαιολογία για την καθυστέρηση είναι παραπλανητική, αφού η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 7.3.2012 και έκτοτε μέχρι και τις 4.4.2016 ορίστηκε ενδιάμεσα για ακρόαση άλλες 6 φορές ήτοι συνολικά 8 φορές, και σε όλες τις ημερομηνίες που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι αιτητές ήταν ή έπρεπε να ήταν έτοιμοι για Ακρόαση, άρα γνώριζαν ή μπορούσαν να είχαν μελετήσει τον φάκελο της υπόθεσης και να είχαν προβεί στη σχετική διαδικασία τροποποίησης. Οι αιτητές, λέγουν οι ομνύοντες για τους καθ' ων η αίτηση, δεν επέδειξαν τη δέουσα φροντίδα και σπουδή, αλλά αδιαφορία, ολιγωρία και αμέλεια. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρεται (α) πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση, (β) πώς προέκυψε η ανάγκη αυτή και (γ) γιατί η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα, ερωτήματα τα οποία θα έπρεπε να είχαν απαντηθεί προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση τις νομολογιακές αρχές. Οι ομνύοντες απορρίπτουν περαιτέρω ως ψευδή, αυθαίρετο, απαράδεκτο και προκλητικό τον ισχυρισμό των αιτητών ότι τα γεγονότα των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή ήσαν γνωστά στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί τα απέκρυψαν με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Είναι, περαιτέρω, η θέση τους ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας. Οι αιτητές, υποστηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση, αντλούν υλικό και ισχυρισμούς από την Υπεράσπιση και επιδιώκουν την αναπροσαρμογή της υπόθεσης τους στους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης για να διασώσουν την τύχη της αγωγής, η οποία ήταν, πιθανώς, καταδικασμένη σε αποτυχία και απόρριψη. Επιπλέον, αλλάζει εντελώς η βάση της αγωγής και εισάγεται νέα βάση αγωγής εντελώς διαφορετική από την αρχική, καθώς και νέοι ισχυρισμοί, κάτι που συνεπάγεται τον εκτροχιασμό της αγωγής και τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, και την εξ ολοκλήρου μεταβολή του χαρακτήρα της Υπεράσπισης. Η τροποποίηση δεν είναι, λέγουν, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Ως εκ των ανωτέρω, λέγουν περαιτέρω οι ομνύοντες, η εκκρεμοδικία και η αιτούμενη τροποποίηση προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αδικία και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους, επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα τους και τους προκαλεί ζημία και αδικία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι καθ' ων η αίτηση θα περιέλθουν σε εξαιρετική σύγχυση και μειονεξία όσον αφορά την υπόθεση, ως υποστηρίζουν. Περαιτέρω, η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και πλήττεται ο σκοπός και η επιδίωξη του νόμου, του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, είναι η θέση τους ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική, άκυρη και ανύπαρκτη επειδή καταρτίστηκε από τη δικηγόρο Άντρη Νεοφύτου, χωρίς να δίδεται εξήγηση για τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της από την εν λόγω δικηγόρο και όχι από τους ίδιους τους αιτητές. Ούτε η δικογραφία και ο φάκελος της διαδικασίας καταδεικνύουν κάποιο εμφανή ή οποιοδήποτε λόγο ο οποίος εμπόδιζε τους αιτητές να προβούν οι ίδιοι στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Η ενόρκως δηλούσα δικηγόρος έχει μετατρέψει τον εαυτό της σε μάρτυρα της υπόθεσης παράτυπα και αντικανονικά, και, επιπλέον, δεν αναφέρει από πού έλκει την εξουσιοδότηση της, ούτε και δύναται να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως. Καταλήγουν οι ομνύοντες ότι δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο, να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των εναγόντων - αιτητών. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σύνοψη της νομολογίας[2] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ως πρώτο λόγο ένστασης τη θέση ότι πάσχει ο τίτλος της υπό κρίση αίτησης, επειδή αυτός διαφέρει από τον τίτλο που αναφέρεται σε όλα τα υπόλοιπα δικόγραφα της αγωγής, με το όνομα των εναγόντων να είναι διαφορετικό. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εγέρθηκε από τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Στις 14.2.2013 καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων Ειδοποίηση απευθυνόμενη προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία δόθηκε βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (στο εξής «Κεφ. 113»), και της Δ.12 θθ.4 και 5, σύμφωνα με την οποία το όνομα των εναγόντων Marfin Popular Bank Public Co Ltd έχει αλλάξει σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ή, στα ελληνικά, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ από 5.4.2012. Στην Ειδοποίηση επισυνάφθηκε Πιστοποιητικό Αλλαγής Ονόματος το οποίο εκδόθηκε από τον Έφορο Εταιρειών στις 5.4.2012 με βάση το άρθρο 19
(3)του Κεφ. 113. Με το Πιστοποιητικό αυτό, ο Έφορος Εταιρειών πιστοποιεί ότι η Marfin Popular Bank Public Co Ltd έχει αλλάξει το όνομά της με Ειδικό Ψήφισμα σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και ότι το νέο όνομα της εταιρείας καταχωρήθηκε στο Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Αναφέρεται επιπλέον στη ρηθείσα Ειδοποίηση ότι όλα τα μελλοντικά δικόγραφα θα έχουν ως τίτλο το νέο όνομα και σε παρένθεση το παλαιό όνομα ήτοι Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd). Περαιτέρω, στις 14.10.2013 καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων έτερη Ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας ότι με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Ν.17(Ι)/2013(στο εξής «Νόμος 17(Ι)/2013»), όπως τροποποιήθηκε, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως αποκτών πρόσωπο, έχει υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Το αποκτών πρόσωπο, συνεχίζει η Ειδοποίηση, από την ημερομηνία μεταβίβασης που ήταν η 29.3.2013 ανέλαβε όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας διαδικασίας. Υπό το φως των ανωτέρω, σημειώνω τα εξής. Λίγα χρειάζεται να λεχθούν για τη σημασία του τίτλου της αγωγής στα πλαίσια κάποιας δικαστικής αντιδικίας. Σε αυτόν προσδιορίζονται τα διάδικα μέρη, και με την τροποποίηση του μεταβάλλεται το πλαίσιο της αγωγής και επαναπροσδιορίζονται οι αντίδικοι (Γ. Έλληνας κ.α. ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485, 488). Το ζήτημα της υποκατάστασης ενός διαδίκου ρυθμίζεται, γενικά, από τη Δ.12 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ο κανόνας είναι ότι σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης συμφέροντος ή υποχρέωσης σε αγωγή από υφιστάμενο διάδικο σε άλλο πρόσωπο, το άλλο αυτό πρόσωπο οφείλει να εξασφαλίσει διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας και άδεια για τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον τίτλο και στο σώμα της αγωγής (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825). Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου αυτό δεν είναι αναγκαίο. Μία από αυτές είναι όταν πρόκειται για απλή αλλαγή ονόματος εταιρείας που είναι διάδικος σε αγωγή, μετά την έναρξη της αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 19
(4)του Κεφ. 113: «19
(4)Αλλαγή ονόματος από εταιρεία που έγινε βάσει του άρθρου αυτού δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της με το προηγούμενο της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της με το νέο της όνομα.» Στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 421, στα σχόλια για την παλαιά αγγλική διαταγή O.17 r.4 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.12 θ.4, διαβάζουμε τα εξής: «Company changing its Name.—Where a joint stock company, plaintiff or defendant, changes its name under Companies Act, 1948, s. 18,[3] there is no necessity for an order to carry on proceedings in the new name or to amend, as sub-section
(4)provides that such change of name shall not render any legal proceedings defective, and that such proceedings may be continued by or against the company by its new name. A written notice of the change of name should be filed at the Action Department, Central Office or, in District Registry actions, in the District Registry, and a copy served on the other parties to the proceedings, and the new name of the company inserted in all future proceedings instead of the old name.» Συνεπώς, σε περίπτωση που μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης μετά την έναρξη της αγωγής αλλάξει το όνομα της, είναι αρκετή η καταχώρηση γραπτής ειδοποίησης για την αλλαγή του ονόματος της και η επίδοση αυτής της ειδοποίησης στους άλλους διαδίκους. Τούτο είναι αρκετό για να λάβουν οι άλλοι διάδικοι γνώση της τυπικής αυτής αλλαγής που γίνεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 19 του Κεφ. 113, η οποία δεν έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα στην υπόσταση του νομικού προσώπου, ούτε και επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του (βλ. άρθρο 19
(4)του Κεφ. 113, ανωτέρω), αφού το μόνο που αλλάζει είναι το όνομα του νομικού προσώπου. Η σχετική Ειδοποίηση υπάρχει εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε. Αναφορικά, τώρα, με τη δεύτερη αλλαγή του τίτλου της αγωγής, αυτή έγινε μετά την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών που εφαρμόστηκε σε σχέση με τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από την Αρχή Εξυγίανσης, ως αποτέλεσμα του οποίου η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ανέλαβε, ως αποκτών πρόσωπο, από την ημερομηνία μεταβίβασης που ήταν η 29.3.2013 αριθμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, περιλαμβανομένου του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 28
(1)του Νόμου 17(Ι)/2013, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο: «28.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρέμουσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση.» Σύμφωνα, λοιπόν, με την επιφύλαξη του άρθρου 28
(1)του Νόμου 17(Ι)/2013, η οποία παρατέθηκε ανωτέρω, παρά τις διατάξεις οποιωνδήποτε κανονισμών (περιλαμβανομένων, συνεπώς, των Δ.12 και Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), εκεί όπου εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση (εν προκειμένω της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο (εν προκειμένω την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ), σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο Πρωτοκολλητείο. Τούτο έγινε στην παρούσα υπόθεση, με την καταχώρηση της Ειδοποίησης ημερ. 14.10.2013. Των ανωτέρω δοθέντων, και επισημαίνοντας ότι στις ενστάσεις που καταχωρήθηκαν από τους καθ' ων η αίτηση ως ενάγουσα εταιρεία καθορίζεται ούτως ή άλλως η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, κρίση μου είναι ότι ο πρώτος λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώ στην εξέταση των λόγων ένστασης αρ. 5 και 11 έως 14 που αφορούν στην κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λόγω του ότι η ένορκη δήλωση έγινε από τη δικηγόρο Άντρη Νεοφύτου, και σημειώνω τα εξής: Θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι η κα Νεοφύτου έχει μετατρέψει τον εαυτό της σε μάρτυρα της υπόθεσης παράτυπα και αντικανονικά, ενώ ο φάκελος της διαδικασίας αλλά και η ίδια η ένορκη δήλωση δεν καταδεικνύουν κάποιο λόγο που να εμπόδιζε τους αιτητές να προβούν η ίδιοι στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πράγματι πολλές φορές υποδείξει ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του, καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (μεταξύ άλλων, Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, 2 - 3, Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, 334 - 335 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, 1041), η δε ταυτόχρονη ιδιότητα του μάρτυρα και του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση, δυνατό να συνιστά πειθαρχικό αδίκημα (Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, 592 - 593). Σύνοψη της επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογίας και των σχετικών αρχών έγινε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, 93 - 94, ως ακολούθως: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. ...» Στην Πολ. Έφ. 236/10 Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, ημερ. 13.6.2013 λέχθηκε σχετικά ότι: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82).» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην Πολ. Έφ. 234/2011, Investylia Public Company Ltd v. Ιωάννου, ημερ. 7.3.2014. Τέλος, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1203, στη σελ. 1206 επισημάνθηκε ότι δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος και ότι το ασυμβίβαστο, όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση. Η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση έγινε από τη δικηγορική εταιρεία Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους των αιτητών, και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Άντρης Νεοφύτου, η οποία αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στην εν λόγω δικηγορική εταιρεία, ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη προς το σκοπό της όμνυσης της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης και τα πρακτικά, η κα Άντρη Νεοφύτου που προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, δεν υπογράφει την αίτηση ως δικηγόρος, ούτε και χειρίστηκε αυτήν σε οποιοδήποτε στάδιο, ούτε και εμφανίστηκε στα πλαίσια αυτής στο Δικαστήριο, αφού την αίτηση χειρίστηκε η κα Αυγούστα Φακοντή, η οποία ετοίμασε και την αγόρευση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Δεν προκύπτει, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση να εγείρεται θέμα ασυμβίβαστου, αφού η κα Άντρη Νεοφύτου, μάρτυρας στην υπό κρίση αίτηση, δεν χειρίστηκε αυτήν ως δικηγόρος. Πέραν όμως των ανωτέρω, σημειώνω ότι η κα Νεοφύτου αναφέρει ότι γνωρίζει η ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, και εξηγεί στην ένορκη της δήλωση τους λόγους που οδήγησαν στην ανάγκη καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, λόγοι οι οποίοι είναι καθαρά νομικοί, όπως η ανάγκη για δικογράφηση του συνόλου των ισχυρισμών των αιτητών προκειμένου αυτοί να μπορεί να προβληθούν κατά τη δίκη, αλλά και η ανάγκη για επακριβή προσδιορισμό της θέσης των αιτητών, προκειμένου να δυνηθούν οι καθ' ων η αίτηση να προετοιμαστούν καταλλήλως για την υπεράσπιση αυτών, επιπλέον δε, στην ένορκη δήλωση προβάλλονται θέσεις που επίσης είναι νομικές, όπως η θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής. Περαιτέρω, η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την προετοιμασία των δικηγόρων των αιτητών για την ακρόαση της παρούσας αγωγής, και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης από αυτούς του φακέλου της υπόθεσης. Τα πιο πάνω καθιστούν, κατά την κρίση μου, την κα Νεοφύτου κατάλληλο πρόσωπο για να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και απαντούν επίσης στον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση ότι η κα Νεοφύτου δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, με την παράλληλη υπόμνηση ότι και έτσι να είχαν τα πράγματα, τούτο δεν θα μπορούσε να καταστήσει την ένορκη δήλωση αντινομική δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση είναι ενδιάμεση (Δ.39 θ.2[4] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1858). Στη βάση των ανωτέρω, οι λόγοι ένστασης 5 και 11 έως 14 δεν μπορούν να επιτύχουν. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης 2 και 3, η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς, σκοπεύει δε στην εισαγωγή υλικού που ήταν σε γνώση των αιτητών ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα πριν την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης και σε κάθε περίπτωση πολύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν σε γεγονότα που ανάγονται στο έτος 2009 και οι αιτητές, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση, δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή, αλλά αντίθετα επέδειξαν αμέλεια, καθυστέρηση, βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, επειδή από της καταχωρήσεως της αγωγής (28.12.2010) μέχρι της καταχωρήσεως της παρούσας αιτήσεως (14.4.2016) παρήλθαν πέντε χρόνια και σχεδόν τέσσερεις μήνες, ενώ η υπόθεση ορίστηκε ήδη οκτώ φορές για ακρόαση. Υπάρχει, πράγματι, πρέπει να λεχθεί, καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, αφού η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πέραν των πέντε ετών από της καταχωρήσεως του δικογράφου του οποίου επιδιώκεται η τροποποίηση, και τρία, περίπου, έτη μετά την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών στη Λαϊκή Τράπεζα (29.3.2013), γεγονός με το οποίο σχετίζεται μέρος των αιτούμενων τροποποιήσεων. Εντούτοις, στην ένορκη δήλωση της κας Νεοφύτου δίδεται κάποια δικαιολογία για την καθυστέρηση και ως προς το γιατί η αίτηση δεν καταχωρήθηκε ενωρίτερα, αφού η κα Νεοφύτου αναφέρει ότι η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώθηκε κατά τη λεπτομερή μελέτη του φακέλου της υπόθεσης κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης στις 4.4.2016. Πράγματι, ως ορθώς αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση, η αγωγή ήταν και στο παρελθόν ορισμένη για ακρόαση, όμως, σύμφωνα με τα πρακτικά που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου μόνο στις 11.10.2013 καταγράφηκε δήλωση των συνηγόρων των αιτητών ότι ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν την ακρόαση της αγωγής, αφού στις 7.3.2012 η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν κοινού αιτήματος των συνηγόρων των διαδίκων, στις 9.7.2012 η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων των αιτητών, στις 11.12.2014 η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω της αλλαγής δικηγόρου του εναγόμενου 2, και στις 21.2.2013, 6.5.2014 και 7.7.2015 η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Μόλις, συμπληρώνει η κα Νεοφύτου, προέκυψε αναγκαιότητα για τροποποίηση, αμέσως προέβησαν σε ετοιμασία και καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως, η οποία είναι, λέγει, αναγκαία προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που στηρίζουν την υπόθεση των αιτητών με περισσότερη σαφήνεια και ακρίβεια, διαφορετικά, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα μπορεί να τεθεί όλη η μαρτυρία που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Αναμφίβολα προκύπτει, ως σταθερή αρχή της νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.3.2014, η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω, υπάρχει, δε, σημειώνω, πλήρης ταύτιση επί του θέματος με την αρχή της αγγλικής νομολογίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από το δικαστή Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others ν. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, 757, η οποία επικροτήθηκε υπόθεση Nicolaides ν. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, αλλά και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω): «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στη σελ. 432 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης είπε ότι η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Είπε επίσης ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Επίσης στην υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω, καθόσον αφορά και πάλι στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε στη σελ. 1009 ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης. Το Εφετείο πρόσθεσε ότι «εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους». Παρομοίως, στην υπόθεση Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, στη σελ. 2147 λέχθηκε ότι η μερική αδυναμία που συνίστατο στο ότι οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, «εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Ακόμη δε, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε λόγω αμέλειας ή/και λάθους των αιτητών οι οποίοι μπορούσαν να εντοπίσουν ενωρίτερα τα σφάλματα που εντόπισαν στο δικόγραφο τους κατά την προετοιμασία τους για την ακρόαση της 4.4.2016 ή και να μην τα διέπρατταν εξ αρχής, σημειώνω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τροποποίηση δυνατό να επιτραπεί, ακόμη και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου, ανωτέρω). Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθησαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Η πιο πάνω προσέγγιση είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγγλική νομολογία. Το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700, 710-711: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, σελ. 52 στην ίδια δε γραμμή είναι και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 622 στα σχόλια για το αγγλικό O.28 r.1 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.25 θ.1, κάτω από τον τίτλο «General Principles. When Leave to Amend should be Given». Οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση παραπέμπουν προς υποστήριξη των θέσεων τους στις υποθέσεις Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510, και IKOS CIF (ανωτέρω), υποθέσεις που διαφοροποιούνται, όμως, από την παρούσα κατά την κρίση μου. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη, το αίτημα των εκεί εναγομένων για τροποποίηση υποβλήθηκε μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, μετά την προσαγωγή μαρτυρίας 7 μαρτύρων των εναγομένων και μετά την πάροδο πολλών ετών αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση των εναγομένων και η ανταπαίτηση τους, επδιώκοντο ουσιαστικές και εκτεταμένες τροποποιήσεις τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτηση, και ως μόνη δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, προβλήθηκε η αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων, τυχόν δε έγκριση της αίτησης θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση United Sea, και πάλι το αίτημα των εκεί εναγόντων είχε υποβληθεί αφού ακούστηκαν οι μάρτυρες του εναγόμενου (που ήταν το μέρος που προσκόμισε πρώτο μαρτυρία στην υπόθεση εκείνη), και αφού ακούστηκαν οι μισοί περίπου μάρτυρες του ενάγοντα, και ενώ το έγγραφο που έδωσε έναυσμα στο αίτημα για τροποποίηση είχε παραδοθεί στο δικηγόρο των εναγόντων 16 μήνες πριν την υποβολή του αιτήματος και πριν την έναρξη της δίκης, και επειδή τυχόν έγκριση της αίτησης θα έφερνε τον εναγόμενο (που, όπως προαναφέρθηκε είχε ήδη κλείσει την υπόθεση του), αντιμέτωπο με μία εντελώς νέα υπόθεση. Στην υπόθεση IKOS CIF, υπήρχε σε ισχύ απόλυτο προσωρινό διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 για περίπου 3 χρόνια, με τα γεγονότα που επιχειρείτο να προστεθούν να είναι εις γνώση της ενάγουσας εξ αρχής, και με προβαλλόμενο ως λόγο για την αίτηση την αλλαγή δικηγόρου, αλλαγή που είχε, όμως, γίνει πολλούς μήνες πριν την αίτηση τροποποίησης. Όπως το Εφετείο επισήμανε, στην υπόθεση εκείνη τα ίδια τα δεδομένα της υπόθεσης επιμαρτυρούσαν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην αντίδικη πλευρά. Ούτε και η απόφαση στην Πολ. Έφ. 283/2010, Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd, ημερ. 3.7.2014 την οποία επίσης επικαλούνται οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση προσφέρεται, πιστεύω, για συγκρίσεις, καθότι αφορούσε σε αίτημα για τροποποίηση των λόγων έφεσης 4 έτη μετά την άσκηση της έφεσης, όπου επενεργούν και άλλοι παράγοντες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Επειδή, λοιπόν, σύμφωνα με τη νομολογία τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω), και επειδή, παρά το ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2010 η δίκη δεν έχει αρχίσει και συνεπώς η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί πριν την έναρξη της δίκης, δεν είμαι διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση για μόνο το λόγο ότι αυτή υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560 και υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω), με κρίσιμο παράγοντα την ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (υπόθεση IKOS CIF, ανωτέρω), και με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να αποτελούν το δεσπόζοντα παράγοντα στην άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας (υπόθεση Φιλίππου, ανωτέρω). Μέσα στα πλαίσια αυτά θα προχωρήσω να εξετάσω την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και το βαθμό χρησιμότητας αυτής (υποθέσεις Saba & Co, Kayat Trading και IKOS CIF, ανωτέρω), αλλά και τους λοιπούς λόγους ένστασης που αφορούν σε ισχυρισμούς περί ύπαρξης κακοπιστίας από μέρους των αιτητών και περί προσπάθειας εισαγωγής νέας βάσης αγωγής. Μελετώντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις σε αντιπαραβολή με την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, διαπιστώνεται ότι αυτές, παρά την έκταση τους, θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε δύο ομάδες και να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) τροποποιήσεις που σχετίζονται με την απόκτηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ των εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μετά την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στην τελευταία (υποπαράγραφοι 1 και 2 της παρ. Α της αίτησης τροποποίησης), και (β) τροποποιήσεις που σχετίζονται με τη διόρθωση σφαλμάτων που εντοπίστηκαν στην Έκθεση Απαίτησης (υποπαράγραφοι 2 (σελ. 2) έως 16 της παρ. Α της αίτησης τροποποίησης). Με δεδομένο ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εμφαίνεται στον τίτλο της αγωγής ως η ενάγουσα εταιρεία, η πρώτη ενότητα τροποποιήσεων σκοπεύει στην αποσαφήνιση του γεγονότος ότι οι επίδικες συμφωνίες έγιναν και όλη η σχετική αλληλογραφία αντελλάγη με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd (υποπαράγραφος 1), καθώς και στη δικογράφηση των γεγονότων που οδήγησαν στο να συνεχίζεται η παρούσα αγωγή από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (υποπαράγραφος 2). Η δεύτερη ενότητα τροποποιήσεων αποσκοπεί στη διόρθωση σφαλμάτων, άλλων πιο ουσιαστικών, όπως είναι οι τροποποιήσεις που ζητούνται με τις υποπαραγράφους 11, 12 και 13 της παρ. Α της αίτησης τροποποίησης και άλλων λιγότερο ουσιαστικών οι οποίες είτε αφορούν στην τροποποίηση μικροσφαλμάτων που εντοπίστηκαν στην Έκθεση Απαίτησης (όπως είναι οι τροποποιήσεις που επιδιώκονται με τις υποπαραγράφους 2 (σελ. 2 της αίτησης), 3, 4(α), (β) και (δ), 6, 7 και 10 της παρ. Α της αίτησης τροποποίησης) είτε στην ακριβέστερη παράθεση των όρων της συμφωνίας και των γεγονότων της υπόθεσης (όπως είναι οι τροποποιήσεις που επιδιώκονται με τις υποπαραγράφους 8 και 14 της παρ. Α της αίτησης τροποποίησης). Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των δικογράφων στην πολιτική δίκη, όπως αυτή επεξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες αλλά και χρήσιμες προκειμένου, αφενός, να επέλθει τάξη στο δικόγραφο των αιτητών και να μπορέσουν οι αιτητές να εκθέσουν με σαφήνεια και πληρότητα τις θέσεις τους, αφετέρου, να διασφαλιστεί το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να γνωρίζουν επακριβώς την εναντίον τους απαίτηση και να τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν στις θέσεις και τους ισχυρισμούς των αιτητών, αλλά και να προετοιμαστούν κατάλληλα για τη δίκη. Επισημαίνω εξάλλου ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν προβάλλουν τη θέση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες, αλλά, αντίθετα, θέση τους είναι ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγεται νέα βάση αγωγής και νέοι ισχυρισμοί που συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, ισχυρισμούς τους οποίους θα εξετάσω πιο κάτω. Όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη και του λόγου ένστασης 15 στα πλαίσια του οποίου οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση είναι ελλιπές και ανεπαρκές και ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη. Οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν τον ισχυρισμό ότι με την αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και νέων ισχυρισμών που συνεπάγονται εκτροχιασμό της αγωγής από την αρχική της βάση και τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (λόγος ένστασης αρ. 9). Ζητήθηκε από το συνήγορο των καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 3 να τοποθετηθεί επί του ποία είναι η νέα βάση αγωγής της οποίας επιδιώκεται η εισαγωγή με την αίτηση τροποποίησης και εξήγησε ότι αναφέρεται στον ισχυρισμό ότι δεν ισχύει η νέα συμφωνία, με αποτέλεσμα οι δύο συμφωνίες να γίνουν μία. Σύμφωνα με την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 15.10.2009 οι ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν δάνειο και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις στην εναγομένη 1, τις υποχρεώσεις της οποίας εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 15.10.
- Σύμφωνα με την παρ. 8 της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης, στις 10.12.2009 υπεγράφη συμπληρωματική συμφωνία με την εναγομένη 1 για αναπροσαρμογή της καταβαλλόμενης δόσης έναντι του δανείου, με όλους τους άλλους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 15.10.2009 να παραμένουν σε ισχύ. Με την αιτούμενη τροποποίηση (υποπαράγραφοι 12 και 13 της παρ. Α), οι αιτητές επιδιώκουν να δικογραφήσουν με περισσότερη λεπτομέρεια τις πρόνοιες της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερ. 10.12.2009, και να προσθέσουν ότι όρος για να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω συμπληρωματική συμφωνία ήταν να εξασφαλιστεί η γραπτή συγκατάθεση όλων των εγγυητών, η οποία δεν δόθηκε, έτσι η συμπληρωματική συμφωνία ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ουδόλως εισάγεται νέα βάση αγωγής, αλλά αυτή μάλλον περιορίζεται στις συμφωνίες ημερ. 15.10.2009 (τραπεζικών διευκολύνσεων και εγγύησης). Συνεπώς ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να επιτύχει. Ούτε και η ουσία των τροποποιήσεων είναι τέτοια που θα μπορούσε να ευσταθήσει η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της αγωγής από την αρχική της βάση και τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Προσεκτική σύγκριση της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προς το αντίθετο συμπέρασμα είναι που οδηγεί, αφού η βάση της αγωγής εναντίον της εναγομένης 1 παραμένει να είναι η συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ημερ. 15.10.2009, οι όροι της οποίας τίθενται με περισσότερη ακρίβεια, και η παραβίαση αυτής από την εναγομένη 1, και η βάση της αγωγής εναντίον των εναγομένων 2 και 3 παραμένει να είναι η συμφωνία εγγύησης ημερ. 15.10.2009 και η ενεργοποίηση της υποχρέωσης των εναγομένων 2 και 3 κατόπιν της παραβίασης της σύμβασης τραπεζικών διευκολύνσεων από την πρωτοφειλέτιδα - εναγομένη
- Ό,τι κατά τα λοιπά σκοπείται, πέραν βεβαίως της πρώτης ενότητας των αιτούμενων τροποποιήσεων, είναι η ορθή και πληρέστερη παράθεση του περιεχομένου των συμφωνιών που υπεγράφησαν και των επιστολών που στάληκαν προς τους καθ' ων η αίτηση καθώς και η παράθεση κάποιων επιπλέον γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά αλλά και η διόρθωση κάποιων σφαλμάτων που εντοπίστηκαν στην Έκθεση Απαίτησης, χωρίς πάντως να εισάγονται γεγονότα εντελώς διαφορετικά από τα αρχικώς αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης, ως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση. Έπεται ότι ούτε ο ένατος λόγος ένστασης μπορεί να ευσταθήσει. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν επίσης τη θέση ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (λόγος ένστασης 7). Συναφής είναι και ο λόγος ένστασης 8 σύμφωνα με τον οποίο οι αιτητές αντλούν υλικό και ισχυρισμούς από την Υπεράσπιση των εναγομένων και ζητούν τροποποίηση ισχυρισμών και γεγονότων κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο και παράτυπο, κακόπιστο και καταχρηστικό. Ερωτηθείς ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 σε ποιους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης αναφέρεται, είπε ότι αναφέρεται στο σύνολο των ισχυρισμών της Υπεράσπισης και ότι δεν μπορεί να αναφερθεί σε κάτι συγκεκριμένο. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί ύπαρξης κακοπιστίας βαρύνει το διάδικο που τον επικαλείται. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης (ανωτέρω) «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα», ενώ «το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία» (Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817), ακόμη και αν η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια (Κώστας Παφίτης, ανωτέρω). Όπως ανωτέρω αναλύθηκε, με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής, αφού αυτό που σκοπείται είναι η πλήρης παράθεση των πραγματικών θέσεων και ισχυρισμών των αιτητών ως προς την επίδικη διαφορά, ούτως ώστε να μπορούν να προβληθούν κατά τη δίκη. Δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου, στην παρούσα περίπτωση μαρτυρία από την οποία να εξάγεται συμπέρασμα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται κακόπιστα. Το γεγονός ότι οι αιτητές επιδιώκουν μέσω της αίτησης τροποποίησης να καλύψουν κενά και να διορθώσουν σφάλματα που εντόπισαν στην Έκθεση Απαίτησης τους, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, αφού ακριβώς ο σκοπός της τροποποίησης είναι να δοθεί η δυνατότητα στους διάδικους να δικογραφήσουν κατά τρόπο ορθό και ολοκληρωμένο τις θέσεις τους, ούτως ώστε να οδηγηθεί η υπόθεση σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς τους. Σύμφωνα με το δέκατο λόγο ένστασης, η αίτηση προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση. Είναι συγκεκριμένα η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις αυτοί θα περιέλθουν σε εξαιρετική σύγχυση και μειονεξία όσον αφορά την υπόθεση. Είναι καθαρό από τη νομολογία, ότι «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Kayat Trading, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Δεν θεωρώ ότι οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν οποιαδήποτε σύγχυση, αφού οι θέσεις των αιτητών είναι ξεκάθαρες, και δεν διαπιστώνω, επομένως, ότι οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν, ένεκα της τροποποίησης, ανεπανόρθωτη ζημιά, εντός της έννοιας της νομολογίας, δεδομένου ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και δεδομένου περαιτέρω ότι θα δοθεί η ευκαιρία στους καθ' ων η αίτηση να απαντήσουν σε όλους τους ισχυρισμούς των αιτητών μέσω καταχώρησης τροποποιημένης Υπεράσπισης. Όσον αφορά τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι πλήττεται η συνταγματική επιταγή για ταχεία και εντός ευλόγου χρόνου απονομή της δικαιοσύνης (έκτος λόγος ένστασης) σημειώνω ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.12.2010 και η ανησυχία του Δικαστηρίου σε σχέση με τις τυχόν επιπτώσεις από την έγκριση του αιτήματος, είναι δεδομένη, προφανώς δε αυτή προκαλεί κάποια καθυστέρηση στη διαδικασία. Έχω, όμως, την άποψη ότι η όποια καθυστέρηση θα προκύψει λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων, δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), «εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά . ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. . εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Στην παρούσα υπόθεση η καθυστέρηση που θα προκληθεί ένεκα της τροποποίησης δεν θα ήταν ικανή, κατά την κρίση μου, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους, κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος, ούτε και θα μπορούσε να υπερφαλαγγίσει το δικαίωμα των αιτητών που κατοχυρώνεται αντίστοιχα από το Άρθρο 30
(2)και
(3)του Συντάγματος για δίκαιη δίκη και για προβολή των ισχυρισμών τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, σύμφωνα με τους λόγους ένστασης 4 και 16, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, τα οποία δεν είναι ούτε εύλογο, ούτε ορθό να εκδοθούν. Υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς των αιτητών στην υποβολή της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης και κατά τρόπο που η όποια ζημιά τους δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη μου ως προς την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης καθώς και τις συνέπειες που θα έχει για τους αιτητές τυχόν απόρριψη της αίτησης, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και ότι οι καθ' ων η αίτηση θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση ζητήματα, καθώς και την κατάληξη μου ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, από μόνη της και στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου κατά τρόπο που θα επέβαλλε την απόρριψη του αιτήματος, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης, η οποία είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, και με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση των εναγόντων - αιτητών ημερομηνίας 14.4.2016 εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.12.2010, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. [2] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις: Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.
- [3] Σημείωση δική μου: Το άρθρο 18 του αγγλικού Companies Act του 1948 αντιστοιχεί στο άρθρο 19 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- [4] «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο