LAIKI CYPRIALIFE LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6492/09, 3/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A593 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ:Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 6492/09 Μεταξύ: LAIKI CYPRIALIFE LTD Ενάγουσα και
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- ΑΡΙΣΤΟΥΛΛΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 3/11/2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Αστραίου, για Τάσσο Παπαδόπουλο και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους: κα Νικολάου, για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, είναι δεόντως εγγεγραμμένη ασφαλιστική εταιρεία στην Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία. Με ειδικό ψήφισμα έγινε αλλαγή του ονόματος της, το οποίο καταχωρήθηκε στο αρχείο του εφόρου εταιρειών στις 19.7.2013, Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος 1, εξασφάλισε πιστοποιητικό εγγραφής ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και ενεγράφη ως ασφαλιστικός σύμβουλος στον κλάδο γενικής φύσεως και στον κλάδο ζωής, για την ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ, για την περίοδο 11.7.2005‑ 10.7.2008, Τεκμήριο 9, με βάση το άρθρο 170
(1)(α) (IV ) του περί Aσκήσεως Aσφαλιστικών Eργασιών και άλλων συναφών θεμάτων Ν.35
(1)/2002, ως τροποποιήθηκε μέχρι τις 11.3.2005, o οποίος καταργήθηκε με τον νόμο 38
(1)/16, ημερομηνίας 11.4.
- Κατόπιν πρότασης του τότε διευθυντή πωλήσεων, Χρυσόστομου Παρασκευόπουλου, της ενάγουσας, ο οποίος γνώριζε τον εναγόμενο 1, ο οποίος είχε εικοσαετή πείρα στον ασφαλιστικό τομέα και με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο παρελθόν για κάποιο χρονικό διάστημα σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, αφού ο εναγόμενος 1, τερμάτισε την συνεργασία του με την ΜΙΝΕΡΒΑ στις 15/1/06 και αφού υπέβαλε αίτηση στην ενάγουσα για συνεργασία, ως αναφέρεται στο προοίμιο του Τεκμηρίου 2, η ενάγουσα στις 16.3.2006 υπέγραψε, Σύμβαση Ασφαλιστικού Συμβούλου, (στο εξής Σ.Α.Σ.) με τον εναγόμενο 1, η οποία συναποτελείτο από το Παράρτημα Α, το οποίο αφορούσε τα καθήκοντα, κανονισμούς, υποχρεώσεις και κώδικα επαγγελματικής συμπεριφοράς ασφαλιστικού συμβούλου της, το Παράρτημα Β, το οποίο ήταν ο πίνακας προμηθειών και ίσχυε για νέα προαγωγή από 1.3.2002, τους Κανονισμούς Λειτουργίας Φιλοδωρήματος Παραγωγής, το Παράρτημα Β.
- I, το οποίο αφορούσε τα καθήκοντα και ή υπηρεσίες και ή υποχρεώσεις του διευθυντή υποκαταστήματος, το Παράρτημα Β.2 II, το οποίο αφορούσε τις υπερπρομήθειες διευθυντή υποκαταστήματος μαζί με τον πίνακα υπερπρομηθειών διευθυντή υποκαταστήματος, το Παράρτημα Β.2.III, το οποίο αφορούσε τους κανονισμούς λειτουργίας φιλοδωρήματος διατηρησιμότητας για διευθυντή υποκαταστήματος, μαζί με τον πίνακα φιλοδωρήματος διατηρησιμότητας διευθυντή υποκαταστήματος και το Παράρτημα Β.2 IV το οποίο αφορούσε τους κανονισμούς λειτουργίας μηνιαίου φιλοδωρήματος παραγωγής για διευθυντή υποκαταστήματος, μαζί με τον πίνακα καθορισμού μηνιαίου φιλοδωρήματος παραγωγής, Τεκμήριο 2, στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αναφορά, κατωτέρω, στα μέρη και στον βαθμό αυτής που είναι αναγκαία για την επίλυση της επίδικης διαφοράς, με ταυτόχρονο διορισμό του εναγόμενου 1, διευθυντή υποκαταστήματος στην Πάφο, όπου και θα δραστηριοποιείτο. Συνάμα με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, η ενάγουσα, την ίδια ημερομηνία, 16.3.2006, υπόγραψε Συμφωνία Οικονομικής Ενίσχυσης (στο εξής Σ.Ο.Ε) με τον εναγόμενο 1, για την οποία υπεγράφη εγγυητήριο έγγραφο από τους εναγόμενους 2, 3, και 4, Τεκμήριο
- Στη Σ.Ο.Ε. και στο εγγυητήριο επίσης θα γίνει αναφορά κατωτέρω στην έκταση που χρειάζεται για να αποφασίσει το Δικαστήριο για τη μεταξύ των διάδικων διαφορά. Φαίνεται ότι όσον αφορά τη Σ.Ο.Ε και το εγγυητήριο, είχε προηγηθεί άλλη συμφωνία ημερομηνίας 1.3.2006, με την οποία επισυνάπτετο και έγγραφο με θέμα: " Προϋποθέσεις στρατολόγησης, ″ ημερομηνίας 28.2.2006, το οποίο υπέγραψε ο εναγόμενος 1, Τεκμήριο 15, η οποία συμφωνία, προφανώς, ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε από τη συμφωνία Τεκμήριο 3, άσχετα εάν η μόνη διαφορά είναι η περίοδος ισχύς της. Ο εναγόμενος 1, με την υπογραφή των δύο συμφωνιών στις 16/3/06, έλαβε από την ενάγουσα, ως χρηματοδότηση (υπερπρομήθεια), κατ' εφαρμογή της πρόνοιας του άρθρου 4 της Σ.Ο.Ε., το ποσό των ΛΚ2.000 ήτοι €3.417,20 με επιταγή ημερομηνίας 16/3/06 η οποία εξαργυρώθηκε την επόμενη ημέρα, Τεκμήριο
- Το ίδιο ποσό, βάσει της ίδιας πρόνοιας της Σ.Ο.Ε., κατεβλήθηκε από την ενάγουσα στον εναγόμενο 1 με τον ίδιο τρόπο (επιταγή) στις 9/5/06, 8/6/06, 6/7/06, 2/8/06, 6/9/06, 10/10/06, 8/12/06, 4/1/07, 6/2/07 και 9/3/07, οι οποίες εξαργυρώθηκαν στις αντίστοιχες ημερομηνίες που εμφαίνονται στο Τεκμήριο
- Στις 3/4/07 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ1.000 ήτοι €1.708,60 με επιταγή, ενώ το αυτό ποσό κατεβλήθηκε από την ενάγουσα στον εναγόμενο 1, στις 8/5/07, με επιταγή, οι οποίες εξαργυρώθηκαν στις αντίστοιχες ημερομηνίες που εμφαίνονται στο Τεκμήριο
- Ακολούθως, σε κάθε μία από τις δύο ημερομηνίες 11/6/07 και 4/7/07, η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο 1, το ποσό των ΛΚ2.000 ήτοι €3.417,20 με επιταγές οι οποίες εξαργυρώθηκαν επίσης στις αντίστοιχες ημερομηνίες που εμφαίνονται στο Τεκμήριο
- Τοιουτοτρόπως το συνολικό ποσό που η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο 1 ανήλθε στις ΛΚ28.000, ήτοι €47.840,84, Τεκμήριο
- Το ποσό αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο 1, αλλά απεναντίας κατά την αντεξέταση του ρητώς, ανάφερε ότι δεν αμφισβητεί την είσπραξη του εκ μέρους του. Επίσης ο εναγόμενος 1, κατά παράβαση των προνοιών της Σ.Α.Σ. εισέπραξε, κατά την περίοδο Μαρτίου 2006 - Οκτωβρίου 2007, από πελάτες της ενάγουσας στα πλαίσια ασφαλιστικών συμβολαίων τύπου «Γενικού Κλάδου», το ποσό των ΛΚ172,75, ήτοι €295,
- Το ποσό αυτό εκτός από τη γενική άρνηση που περιέχεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και του ισχυρισμού της παραγράφου 14 ότι δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό, υπό τις περιστάσεις που καταγράφονται, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, σε ουδεμία αναφορά προέβει και ως εκ τούτου η μαρτυρία της Μ.Ε.1 για την οφειλή αυτού του ποσού παρέμεινε αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη . Έτσι το συνολικό ποσό οφειλής του εναγομένου 1 προς την ενάγουσα, πριν την αφαίρεση των προμηθειών που ο εναγόμενος 1 δικαιούτο, ήτοι ΛΚ2.770,59, Τεκμήριο 8, ανήρχετο στις ΛΚ28.172,
- Αφαιρουμένου του ποσού των ΛΚ2.770,59, ο εναγόμενος 1 οφείλει το ποσό των ΛΚ25.402,16 Τεκμήριο 19, ήτοι €43.402,
- Η διαφορά μεταξύ των διάδικων προέκυψε, όταν η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 2.10.2007, προς τον εναγόμενο 1, Τεκμήριο 4, με βάση το άρθρο 11 (α) (IV), (III), της Σ.Α.Σ., Τεκμήριο 2, τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία Σ Α.Σ, από τις 17.10.2007, δίνοντας του την προβλεπόμενη, από το άρθρο 11.(α) του Τεκμηρίου 2, προθεσμία των δεκαπέντε
(15)ημερών, αναγράφοντας τους ακριβείς λόγους τερματισμού, (αν και κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν χρειάζετο γιατί, ως είναι το λεκτικό του άρθρου 11(α) της Σ.Α.Σ., από μόνη της η γραπτή προειδοποίηση των δεκαπέντε
(15)ημερών ήταν αρκετή αφού, οι άλλοι λόγοι για τους οποίους μπορούσε να τερματισθεί η σύμβαση ήταν επί πλέον της προθεσμίας), οι οποίοι συνίσταντο,
(1)στη μη εξασφάλιση της εγγραφής του εναγόμενου 1 στο μητρώο εγγραφής ασφαλιστικών συμβούλων που τηρεί το γραφείο Έφορου Ασφαλίσεων, (στο εξής Έφορος) όπως προβλέπεται από τον αναφερθέντα, ως άνω, Ν.35
(1)/2002, ως τροποποιήθηκε μέχρι τις 11.3.2005 και
(2)λόγω μη κάλυψης των στόχων παραγωγής και στρατολόγησης της ομάδας, όπως προνοείται στη Σ.Ο.Ε και την πολιτική πωλήσεων (Κώδικας Υπηρεσίας), αναφέροντας του συνάμα ότι θα επικοινωνούσε μαζί του αναφορικά με τον τρόπο διευθέτησης του χρεωστικού του υπόλοιπου. Πράγματι, η ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 6.11.2007, Τεκμήριο 5, πληροφόρησε τον εναγόμενο 1, ότι το ποσό που όφειλε σε αυτήν ανήρχετο στις £25.402,16 πλέον τόκους και τον παρακαλούσε όπως επικοινωνήσει μαζί της για τη διευθέτηση της οφειλής του. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα για διευθέτηση της οφειλής του, η ενάγουσα απευθύνθηκε στους δικηγόρους της, οι οποίοι με συστημένη επιστολή ημερομηνίας 11.9.2008, Τεκμήριο 6, τον καλούσαν όπως εντός 7 ημερών καταβάλει το ποσό των £25.402,16, ήτοι € 43.402,17, διαφορετικά θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα, όπως και έγινε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 4.11.2009, με την οποία η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €43.402.17, (£25.402,16. ) δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ή και δανείου ή και γραμμάτιου, ή και χρηματοδότησης ή και ως υπόλοιπο δυνάμει προκαταβολών ή και δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ή και σαν επιδόματα δυνάμει συμφωνίας ή και άλλως πως ή και δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. (Unjust Enrichment) ή και για παράβαση του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, τόκων 9% ετησίως, επί του ως άνω αναφερθέντος ποσού, από 17.10.2007 μέχρι εξόφλησης ή και νόμιμων τόκων και έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Ο εναγόμενος 1, αλλά και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 αντέδρασαν σ' αυτό το δικαστικό διάβημα με την καταχώρηση κοινής υπεράσπισης και ανταπαίτησης εκ μέρους του εναγόμενου 1, αρνούμενοι την αξίωση της ενάγουσας και προβάλλοντας ότι ουδέν ποσό οφείλουν, για τους λόγους που αναγράφονται στην έκθεση υπεράσπισης και δεν χρειάζεται τώρα να αναφερθούν, ενώ ο εναγόμενος 1, ανταπαιτεί το ποσό των € 152.578,11 που απώλεσε λόγω της λύσης της συμφωνίας με τη ΜΙΝΕΡΒΑ, και το ποσό των € 37.589, 23 που θα λάμβανε από την ενάγουσα ως υπερπρομήθειες 16% για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του για δύο
(2)έτη. Ανάλογες ήταν και οι εισηγήσεις των δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις τους. Από τη μια, με βάση τη μαρτυρία της Ανδρούλλας Αριστοδήμου, Μ.Ε.1., προΐστάμενη υποστήριξης πωλήσεων από το έτος 2000 στην ενάγουσα και τη μαρτυρία του Πόλυ Μιχαηλίδη, Μ.Ε.2, τότε γενικού διευθυντή της ενάγουσας και σήμερα γενικού διευθυντή ανάπτυξης εργασιών και εταιρικών υποθέσεων της ιθύνουσας εταιρείας C.N.P. Cyprus Insurances Holding Ltd, ο δικηγόρος της ενάγουσας πρόταξε την μη εξασφάλιση ή μεταφοράς της άδειας ασφαλιστικού συμβούλου εκ μέρους του εναγόμενου 1 στην ενάγουσα και την μη επίτευξη του στόχου παραγωγής, αλλά λήψης της χρηματοδότησης που του κατέβαλε η Ενάγουσα με βάση την Σ.Ο.Ε., χωρίς να πληρώσει ο εναγόμενος 1 την οφειλή της αξίωσης της έκθεσης απαίτησης, απορρίπτοντας βέβαια τα όσα ο εναγόμενος 1 επικαλέστηκε στη μαρτυρία του ως εκ των υστέρων σκέψεις και κατασκευάσματα για να μην καταβάλει την οφειλή του, με επιπλέον σχολιασμό για το ανεδαφικό της αναταπαίτησης. Από την άλλη, ο δικηγόρος των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 πρόβαλε την μη δικογράφηση εκ μέρους της ενάγουσας, ως λόγου τερματισμού των δύο συμφωνιών, τη μη εξασφάλιση άδειας ασφαλιστικού συμβούλου, εκ μέρους του εναγομένου 1, για την οποία, ως η θέση της υπεράσπισης, αποτελούσε υποχρέωση της ενάγουσας. Επίσης ότι η συμφωνία ήταν άκυρη εξ' υπαρχής, εξ' αυτού και μόνο του λόγου, δηλαδή ότι όταν υπογράφετο η μεταξύ τους συμφωνία δεν είχε άδεια εν ισχύ, ασφαλιστικού συμβούλου, ο εναγόμενος 1. Ενώ αποδίδει αμέλεια και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της ενάγουσας προς αυτόν σε σχέση με την εξασφάλιση άδειας ασφαλιστικού συμβούλου από τον εναγόμενο 1 και την απώλεια της άδειας ασφαλιστικού συμβούλου του εναγομένου 1 που είχε για την Μινέρβα, όπως και την απώλεια των εισοδημάτων του απ' αυτή. Έπειτα, κατά την θέση του, αν και η ενάγουσα από νωρίς γνώριζε ότι η Έφορος αρνήθηκε να εκδώσει άδεια ασφαλιστικού συμβούλου στον εναγόμενο 1 για την ενάγουσα, όπως έτυχε ενημέρωσης απ' αυτή, με τη συμπεριφορά της, αφού η συμφωνία υπογράφηκε στις 16/3/06 και ο τερματισμός έλαβε χώρα στις 17/10/07, αποδέχθηκε τη συνέχιση της Σ.Α.Σ. και της Σ.Ο.Ε. με διαφορετικούς όρους, όπως π.χ. την αποδοχή της όποιας παραγωγής έγινε εκ μέρους του. Τέλος σε ό,τι αφορά τους εγγυητές της Σ.Ο.Ε., εναγόμενους 2, 3 και 4, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι εφόσον αυτοί δεν ενημερώθηκαν για τη συνέχιση της συμφωνίας με διαφορετικούς όρους, έπαυσε να ισχύει η εγγύηση. Πρώτα να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν κάποιος διάδικος επικαλείται αμέλεια ή απάτη ή ψευδείς παραστάσεις, στο δικόγραφο του πρέπει να παρατίθενται με λεπτομέρεια και σαφήνεια αυτές και όπου γίνεται επίκληση διαφορετικών υπερασπίσεων, όπως στην περίπτωση μας, που οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 επικαλούνται αμέλεια και ψευδείς παραστάσεις, αυτές πρέπει να διατυπώνονται ξεχωριστά και με σαφήνεια τι αποδίδεται στον άλλο διάδικο ως αμέλεια και τι ως ψευδείς παραστάσεις. Στη συγκεκριμένη, υπό εξέταση υπόθεση, οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 στην παράγραφο 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η οποία αποτελείται από
(18)ισχυρισμούς, αδιακρίτως και χωρίς να ξεχωρίζουν ποιοι από αυτούς αποτελούν αμέλεια και ποιοι ψευδείς παραστάσεις, συλλήβδειν και ανάμεικτα αποδίδουν στην ενάγουσα αμέλεια και ψευδείς παραστάσεις. Κανονικά το Δικαστήριο, έστω και αν η ενάγουσα δεν προέβει σε κάποιο διαδικαστικό διάβημα, ένεκα αυτής της δικογραφικής σύγχυσης και σύμπλεξης της αμέλειας με τις ψευδείς παραστάσεις, θα πρέπει να μην προχωρήσει στην εξέταση τους, αφού δεν διαχωρίστηκαν ούτε κατά την αγόρευση της δικηγόρου των εναγομένων 1, 2, 3 και 4, εντούτοις το Δικαστήριο θα εξετάσει τους ισχυρισμούς υπό το φως και των δύο ζητημάτων, αμελείας και ψευδών παραστάσεων. Επιλαμβανόμενο το Δικαστήριο, ως πρώτο θέμα, της θέσης της υπεράσπισης ότι δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, ως λόγος τερματισμού της Σ.Α.Σ, η μη εξασφάλισης άδειας ασφαλιστικού συμβούλου εκ μέρους του εναγομένου 1 για την ενάγουσα, ο οποίος αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού της ημερομηνίας 2/10/07, Τεκμήριο 4, διαπιστώνεται ότι, στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά στην Σ.Α.Σ., ενώ στην παράγραφο 3 σε συγκεκριμένους όρους απ' αυτή, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα που είχε έκαστος εξ' αυτών να τερματίσει την συμφωνία με σχετική ειδοποίηση τερματισμού δεκαπέντε
(15)ημερών, επιφυλάσσοντας να αναφερθεί κατά την δικάσιμο στο πλήρες κείμενο της Σ.Α.Σ. και στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης γίνεται ρητή αναφορά για παράβαση όρων ή/και εξ΄ υπακουόμενων όρων της Σ.Α.Σ. και της Σ.Ο.Ε., με ειδική αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 2/10/07, Τεκμήριο 4, στην οποία αναφέρεται, ως ένας από τους δύο λόγους τερματισμού, η μη εξασφάλιση άδειας ασφαλιστικού συμβούλου εκ μέρους του εναγομένου 1 για την ενάγουσα, χωρίς την οποία, ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να ασκήσει εργασίες ασφαλιστικού συμβούλου και η ενάγουσα να προσφέρει διά μέσου της, σε αυτόν, την άσκηση τέτοιων εργασιών, ως καταδεικνύεται από το άρθρο 169
(1)(γ)
(2),
(4)και
(7)του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και άλλων Συναφών Θεμάτων Ν. 35
(1)/2002, ως τροποποιήθηκε, αναφορά στην οποία θα γίνει και κατωτέρω όπως και άλλων άρθρων από τον εν λόγω νόμο. Εάν ο εναγόμενος ήθελε περισσότερες λεπτομέρειες θα μπορούσε να υποβάλει σχετική αίτηση, πράγμα που δεν έπραξε και ως εκ τούτου, παρόλο που κατά την κρίση του Δικαστηρίου η αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 2/10/07, Τεκμήριο 4, παρέπεμπε ευθέως και στο λόγο αυτό τερματισμού, η παράγραφος 9 καλύπτει πλήρως και τον ισχυρισμό γι' αυτό το λόγο τερματισμού. Έπεται ότι αυτή η θέση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Το Δικαστήριο, πριν καταπιαστεί με την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, όπως έχει τεθεί εκ μέρους των δύο πλευρών, κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί στις σχετικές πρόνοιες του Ν.35
(1)/2002, ως τροποποιήθηκε, μέχρι και το χρόνο που μας ενδιαφέρει, έτσι ώστε από τη μια να απαντώνται κάποια θέματα αναγκαία για την κρίση της ουσίας και από την άλλη να τίθεται το υπόβαθρο της επίλυσης της διαφοράς. Οι σχετικές, με την υπόθεση, διατάξεις του Ν.35
(1)/2002 εντοπίζονται στο μέρος ΧΙΙ υπό τον τίτλο «ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ», το οποίο περιλαμβάνει τέσσερα κεφάλαια και εκτείνεται από το άρθρο 164 εώς το άρθρο 192 Α. Σύμφωνα με το άρθρο 175
(3)η αίτηση προς εγγραφή φυσικών προσώπων σε ένα από τα οικεία μητρώα (εννοείται του άρθρου 170) υποβάλλεται από τα αιτούμενα την εγγραφή τους στο αντίστοιχο μητρώο φυσικά πρόσωπα και συνοδεύεται (άρθρο 175
(3)(α)) (για την περίπτωση του ασφαλιστικού συμβούλου, ως αυτό ορίζεται στο άρθρο 168) από δήλωση της ασφαλιστικής επιχείρησης, για λογαριασμό της οποίας θα ενεργεί το αιτούμενο την εγγραφή του φυσικό πρόσωπο, ότι συμφωνεί με την προτεινόμενη εγγραφή. Σύμφωνα με το άρθρο 169
(1)(γ) για την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης (στην περίπτωση μας ασφαλιστικού συμβούλου) απαιτείται η προηγούμενη σύναψη συμβάσεως διαμεσολάβησης (στην περίπτωση μας ασφαλιστικού συμβούλου). Από τον συνδυασμό των δύο αυτών άρθρων, προφανώς ο εναγόμενος 1, για να εξασφαλίσει άδεια ασφαλιστικού συμβούλου στον κλάδο γενικής φύσης και στον κλάδο ζωής, από την Έφορο, άρθρο 176, για την περίοδο 11/7/2005 εώς 10/7/2008, Τεκμήριο 9, άρθρο 177, υπέβαλε αίτηση ο ίδιος η οποία συνοδεύετο από δήλωση της ΜΙΝΕΡΒΑΣ για λογαριασμό της οποίας θα ενεργούσε, και ενέργησε, για δε την άσκηση των εργασιών διαμεσολάβησης (ασφαλιστικός σύμβουλος) σύναψε σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου σύμφωνα με το άρθρο 169
(1)(γ). Συνάγεται δε ότι, αν και εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, εναντίον του εναγομένου 1 στις 26/3/04, ως η μαρτυρία του εναγομένου 1, αυτό δεν έπαιξε ρόλο για την έκδοση αδείας ασφαλιστικού συμβούλου στον εναγόμενο 1 για λογαριασμό της ΜΙΝΕΡΒΑΣ, στην οποία εργάζετο από το Μάρτιο του 2002, σύμφωνα πάλι με τη δική του μαρτυρία, δυνάμει της οποίας εξάγεται ότι είχε τριετή άδεια, άρθρο 177, η οποία αναενώθηκε για την περίοδο 11/7/05 εώς 10/7/08, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 175 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 177
(2)που προβλέπει την ανανέωση. Προνοείται στο άρθρο 169
(3)ότι η σύμβαση διαμεσολάβησης δύναται να αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα αυτού που θα ασκεί τις εργασίες διαμεσολάβησης προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Προβλέπεται δε στο άρθρο 169
(4)ότι η σύμβαση διαμεσολάβησης τίθεται σε ισχύ, όσον αφορά την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης, από την ημερομηνία εγγραφής του προσώπου που θα ασκεί τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης, σε ένα από τα μητρώα του άρθρου 170 του Νόμου. Νοείται ότι, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης διαμεσολάβησης, το πρόσωπο που θα ασκεί τις εργασίες διαμεσολάβησης είναι ήδη εγγεγραμμένο σε ένα από τα μητρώα του άρθρου 170 του Νόμου, τότε η σύμβαση διαμεσολάβησης τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία καταχώρισης στο σχετικό Μητρώο της δήλωσης του προσώπου για λογαριασμό του οποίου θα ασκούνται οι εργασίες διαμεσολάβησης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 175
(7)οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, δηλαδή 175
(1)-
(6), ισχύουν και στην περίπτωση αιτήσεως που αφορά σε πρόσωπο που ήδη είναι εγγεγραμμένο σε ένα από τα μητρώα (στην περίπτωση μας του ασφαλιστικού συμβούλου άρθρο 170
(1)(α) (iv)) και επιθυμεί επέκταση της εγγραφής του, προκειμένου να εκπροσωπεί και άλλα πρόσωπα ή να ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης και στον κλάδο γενικής φύσεως εκτός από τον κλάδο ζωής, στον οποίο ήδη ασκεί εργασίες, ή αντιστρόφως. Οι προϋποθέσεις εγγραφής φυσικών προσώπων περιέχονται στα άρθρα 171 και 172 καθώς και σε κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του Ν35
(1)/2002, ενώ η απόρριψη της αίτησης για εγγραφή προβλέπεται στο άρθρο 178 και η διαγραφή από το μητρώο προνοείται στο άρθρο 179. Μια από τις περιπτώσεις διαγραφής από το μητρώο αποτελεί και η πρόνοια του άρθρου 179(η) που είναι η παραβίαση, σε σημαντικό βαθμό, από τον εγγεγραμμένο των όρων της σύμβασης διαμεσολάβησης, περιλαμβανομένων των όρων οικονομικής συνεργασίας με την ασφαλιστική επιχείρηση. Μετά την σύντομη παράθεση των σχετικών άρθρων του Ν.35
(1)/02, και κάποιες διαπιστώσεις δεδομένων σε σχέση με αυτά, το Δικαστήριο επανέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ισχυρισμός του εναγομένου 1, ως το δεύτερο θέμα που επιλαμβάνεται το Δικαστήριο, ότι οι συμφωνίες Σ.Α.Σ. και Σ.Ο.Ε. ήταν εξ' υπαρχής άκυρες καθότι δεν κατείχε άδεια ασφαλιστικού συμβούλου κατά τον χρόνο υπογραφής τους στερείται πραγματικού και νομικού στηρίγματος και βάθρου, αφού από το Τεκμήριο 9, διαπιστώνεται ότι κατείχε άδεια ασφαλιστικού συμβούλου για την περίοδο 11/7/05 εώς 10/7/08, άσχετα εάν ήταν για λογαριασμό της ΜΙΝΕΡΒΑΣ, κάτι που καταδεικνύει ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις εγγραφής ως ασφαλιστικός σύμβουλος ο εναγόμενος 1, ενώ οι ως άνω δύο συμβάσεις υπεγράφησαν στις 16/3/06, δηλαδή όταν ήταν σε ισχύ η άδεια του εναγομένου 1, ως ασφαλιστικού συμβούλου, ενώ για την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης απαιτείται η προηγούμενη σύναψη σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου με ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας ασφαλιστικής εταιρείας δήλωση ότι ο ασφαλιστικός σύμβουλος θα ενεργεί για λογαριασμό της πρέπει αναγκαία να συνοδεύει την υποβολή αίτησης για έκδοση άδειας ασφαλιστικού συμβούλου. Δεν αμφισβητήθηκε, ούτε τέθηκε ποτέ θέμα από τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, είτε στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης είτε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η αίτηση που υπέβαλε ο εναγόμενος 1 για εγγραφή του ως ασφαλιστικός σύμβουλος για την ενάγουσα, στην Έφορο, δεν συνοδεύετο από δήλωση της ενάγουσας ότι αυτός θα ασκούσε εργασίες ασφαλιστικού συμβούλου για λογαριασμό της. Απεναντίας συνάγεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι όλα τα αναγκαία στοιχεία συνόδευαν ή περιλαμβάνοντο στην αίτηση και το μόνο θέμα που προέκυψε ήταν αυτό με τη ΜΙΝΕΡΒΑ. Επομένως ο εναγόμενος 1 κατείχε άδεια ασφαλιστικού συμβούλου κατά τον χρόνο κατάρτισης και σύναψης της Σ.Α.Σ. με την ενάγουσα και ότι χρειάζετο ήταν η μεταφορά της για λογαριασμό της ενάγουσας η οποία έπρεπε να τύχει της έγκρισης της Εφόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις που ήδη έχουν αναφερθεί, η οποία έγκριση αποτελεί γεγονός ότι δεν δόθηκε από την Έφορο, στο χρόνο που θα αναφερθεί κατωτέρω σε άλλο μέρος της απόφασης. Ως εκ τούτου με βάση την αναφερθείσα επιφύλαξη του άρθρου 169
(4), αφού ο εναγόμενος 1 ήταν ήδη εγγεγραμμένος ως ασφαλιστικός σύμβουλος στο μητρώο του Εφόρου σύμφωνα με το άρθρο 170, η Σ.Α.Σ. τέθηκε σε ισχύ τουλάχιστον από τον Ιούνιο του 2006, ανεξάρτητα βεβαίως της νομιμότητας που περιεβάλλετο η Σ.Α.Σ. και η Σ.Ο.Ε., από τις 16/3/06 που υπεγράφησαν από την ενάγουσα και τον εναγόμενο 1 και το εγγυητήριο από τους εναγομένους 2, 3 και 4. Εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι η άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης (στην περίπτωση μας ασφαλιστικού συμβούλου) χωρίς την προηγούμενη σύναψη σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου και όχι η σύναψη σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, η οποία βεβαίως σύμβαση δεν θα τεθεί σε ισχύ πριν την καταχώρηση της αναφερθείσας δήλωσης από την ασφαλιστική εταιρεία και θα παύσει να ισχύει αν το φυσικό πρόσωπο δεν εξασφαλίσει άδεια ασφαλιστικού συμβούλου για την συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία, από το χρόνο απόρριψης της αίτησης ή διαγραφής από την Έφορο, όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση, ως πιο κάτω εξηγείται. Έπεται ότι αυτή η θέση, δηλαδή ότι οι δύο ως άνω συμβάσεις ήταν άκυρες εξ' υπαρχής, δεν μπορεί να ευσταθήσει και απορρίπτεται. Παράλληλα και ταυτόχρονα καταδεικνύεται, ως το τρίτο θέμα που επιλαμβάνεται το Δικαστήριο, ότι η θέση του εναγομένου 1 ότι ήταν υποχρέωση της ενάγουσας η εξασφάλιση άδειας ασφαλιστικού συμβούλου γι' αυτόν, δεν ευσταθεί, αφού εφαρμόζεται το άρθρο 169
(4)και κατ' επέκταση το άρθρο 175
(3)(α) αλλά και αφού σύμφωνα με το άρθρο 175
(7)ισχύουν οι προηγούμενες διατάξεις, ήτοι, μεταξύ άλλων, το άρθρο 175
(3)(α), σύμφωνα με το οποίο η αίτηση πρέπει να υποβληθεί από το ίδιο το φυσικό πρόσωπο, και όχι από άλλο, που επιδιώκει την έκδοση αδείας ασφαλιστικού συμβούλου στο όνομα του, αφού συνεχίζουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις, που αναφέρθηκαν ανωτέρω και δεν άλλαξε οτιδήποτε που να δικαιολογεί την απόρριψη ή τη διαγραφή του από το μητρώο. Προφανώς, διέλαθε της προσοχής του, όπως και της δικηγόρου του, ότι η θέση του που στηρίζεται, λανθασμένα, στο άρθρο 178
(3), αφού αυτό αναφέρεται στην απόρριψη της αίτησης για εγγραφή και δεν έχει παράγραφο
(3), ίσως γιατί διάβασε το αρχικό κείμενο πριν τις τροποποιήσεις μέχρι το 2005, η υποχρέωση υποβολής της αίτησης από την ασφαλιστική εταιρεία αναφέρεται σε συνδεδεμένο ασφαλιστικό σύμβουλο, άρθρο 170
(1)(α)(ν) με βάση το άρθρο 175
(4). Συνεπώς καμιά υποχρέωση για εξασφάλιση αδείας ασφαλιστικού συμβούλου στο όνομα του εναγομένου 1 είχε η ενάγουσα. Επομένως απορρίπτεται και αυτή η θέση της υπεράσπισης. Τα υπόλοιπα θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα εξεταστεί είναι οι ισχυρισμοί για αμέλεια (τέταρτο θέμα) και για ψευδείς παραστάσεις (πέμπτο θέμα) εκ μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1, το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς της ενάγουσας (έκτο θέμα) και ή αρχή δέσμευσης της ενάγουσας από τις ενέργειες της, τα οποία τρία αυτά θέματα θα εξετασθούν μαζί, καθώς και ως έβδομο θέμα ο αδικαιολόγητος πλουτισμός άρθρο 70 του ΚΕΦ. 149 η αποκατάσταση άρθρο 65 του ΚΕΦ. 149. Επίσης ως όγδοο θέμα η εγγύηση και τέλος ένατο θέμα η ανταπαίτηση. Πριν προχωρήσω στο τέταρτο, πέμπτο και έκτο θέμα τα οποία θα εξετασθούν ταυτόχρονα ένεκα του τρόπου δικογράφησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης κρίνω ορθό όπως καταγραφούν οι αρχές που διέπουν τα τρία αυτά θέματα. ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Οι ψευδείς παραστάσεις, τις οποίες επικαλoύνται οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 ότι έγιναν εκ μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 και καταγράφονται στην παράγραφο 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, προϋποθέτουν τα ακόλουθα: (α) Παράσταση γεγονότος (β) Η ενάγουσα γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε πίστη ότι ήταν αληθής ή απερίσκεπτα (γ) ΄Εγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο εναγόμενος 1 βασιζόμενος σ΄ αυτή (δ) Ο εναγόμενος 1 ενήργησε με βάση αυτή και (ε) Υπέστη ζημιά (α) Η παράσταση πρέπει να αφορά γεγονός όχι απλή έκφραση γνώμης. Η παράσταση συνήθως γίνεται προφορικά ή γραπτώς αλλά μπορεί να γίνει και με διαγωγή. (β) Κριτήριο για να χαρακτηριστεί ή καταταγεί μία δήλωση ότι αποτελεί ή όχι ψευδή παράσταση είναι κατά πόσο η ενάγουσα είχε έντιμη και γνήσια πεποίθηση ότι η δήλωσή της ήταν αληθής. Η απερισκεψία υποδηλώνει την έλλειψη τέτοιας πεποίθησης εκτός αν η ενάγουσα ειλικρινά πίστευε στο αληθές της δήλωσής της, με την έννοια που η ίδια αντιλαμβανόταν, έστω και λανθασμένα. (γ) Η παράσταση πρέπει να έγινε με την πρόθεση να ενεργήσει ο εναγόμενος 1 βασιζόμενος σ΄ αυτή. Επομένως, εάν δεν εξαπατηθεί, δεν δικαιούται σε αποζημίωση. Επίσης ο εναγόμενος 1 πρέπει να είναι το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν η δήλωση και όχι άλλος. (δ) Ο εναγόμενος 1 πρέπει να βασίστηκε στην παράσταση και σαν αποτέλεσμά της να ενήργησε βασιζόμενος σ΄ αυτή. (ε) Ο εναγόμενος 1 να υπέστει ζημιά η οποία αποδεικνύεται. ΑΜΕΛΕΙΑ Το αστικό αδίκημα της αμέλειας εμπεριέχεται στο άρθρο 51 εδάφιο 1 του Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια» Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή για αμέλεια είναι τα ακόλουθα τρία:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ο εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. ΚΩΛΥΜΑ (ESTOPPEL) Στο σύγγραμμα του κ. Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (μια πρακτική προσέγγιση) αναφέρονται και τα ακόλουθα στις σελίδες 90, 101, 103 και 104: «Σύμφωνα με το Noke΄s Introduction to Evidence 3rd edition p.208 το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός, ενώ σύμφωνα με τον Phipson on Evidence 12th Edition p.912 είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από το να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μία από τις πιο κάτω μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record) (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct). Γίνεται κατανοητό ότι μας ενδιαφέρει η περίπτωση (γ). (γ) ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του η τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους, και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη του, δεν θα επιτραπεί στον συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτήν (βλ. Χατζηγιάννης v. Γενικός Εισαγγελέας
(1970)1 C.L.R. 32). Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ v. Πολυδωρίδης κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, 76 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δεν θα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο ενάγων τον είχε απαλλάξει". Η επίκληση του δόγματος του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς μπορεί να γίνει μόνο όταν το πρόσωπο που προβαίνει στην υπόσχεση ή τη διαβεβαίωση αναμένει ότι ο άλλος συμβαλλόμενος θα ενεργήσει σε αυτή, ή ανεξάρτητα από την πρόθεσή του ή συμπεριφορά του θα οδηγούσε ένα λογικό άνθρωπο να ενεργήσει πάνω σε αυτή (βλ. Freeman v. Cooke
(1848)2 Exch. 654 και Mahmoud v. Christou
(1947)17 C.L.R. 139). Το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς έχει διάφορα είδη:
(1)Κώλυμα λόγω παραστάσεων (estoppel by representation)
(2)Κώλυμα λόγω υποσχέσεων (promissory estoppel)
(3)Περιουσιακό κώλυμα (propertary estoppel) ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ Όταν ένα πρόσωπο με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μία διαβεβαίωση για ένα γεγονός με απώτερο σκοπό να επηρεάσει ένα άλλο ή διαφοροποιήσει τη θέση του προς βλάβη του και το άλλο πρόσωπο πραγματικά διαφοροποιεί τη θέση του, τότε το πρόσωπο εμποδίζεται από του να αρνηθεί τη διαβεβαίωση που είχε δώσει (βλ. Hopwood v. Brown
(1955)1 All E.R. 550). Η παράσταση που γίνεται πρέπει να αναφέρεται σε ένα υφιστάμενο ή ένα γεγονός που έχει παρέλθει (βλ. Jordan v. Money
(1854)5 ΗLC 185 και Portsmouth v. Cyta
(1967)1 C.L.R. 87) πρέπει να είναι καθαρή και σαφής (βλ. Παναγή v. Αρτεμίου
(1976)3 J.S.C.510) και να μην αναφέρεται σε μελλοντική συμπεριφορά. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Τ.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 108, 117 και Ιωάννου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1522, 1527, 1528. Στην υπόθεση Κάρμιος κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 768, 777, αναφέρεται ότι συμβαλλόμενος εμποδίζεται να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης την οποία έχει προβάλει προηγουμένως και ο άλλος συμβαλλόμενος ενήργησε πάνω σε αυτή διαφοροποιώντας τη θέση του. Βλέπε επίσης την υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829 και HadjiYianni v. Attorney General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 72. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπήρξε οιαδήποτε αμέλεια ή ψευδείς παραστάσεις από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 1, ο οποίος όφειλε, όπως ο κάθε πολίτης να γνωρίζει τη νομοθεσία, αλλά ακόμα περισσότερο αυτός που για είκοσι
(20)χρόνια ήταν στο χώρο των ασφαλίσεων, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία και ήταν το άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο, στο όνομα του οποίου θα εκδίδετο η άδεια ασφαλιστικού συμβούλου, υπό την προϋπόθεση ότι υπέβαλλε αίτηση ο ίδιος και πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις από το νόμο και δεν υπήρχε οιονδήποτε κώλυμα απόρριψης της αίτησης του ή διαγραφής του ως ασφαλιστικός σύμβουλος με βάση το νόμο 35
(1)/02, ως τροποποιήθηκε μέχρι το 2005. Η ενάγουσα ό,τι όφειλε να πράξει το έκανε και με το παραπάνω, αφού ανέλαβε και έστειλε όλα τα σχετικά μεταξύ των οποίων και αυτά που η ίδια είχε υποχρέωση να προβεί σύμφωνα με τα άρθρα που ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η γνώση του Χρ. Παρασκευόπουλλου, με φαξ, για την εγγραφή του εναγομένου ως ασφαλιστικός σύμβουλος στη ΜΙΝΕΡΒΑ για την περίοδο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 9, κατόπιν αίτησης του εναγομένου ημερομηνίας 9/12/14, ως καταδεικνύεται από την επιστολή ημερομηνίας 11/7/05 από την Έφορο Ασφαλίσεων, που αποτελεί, μαζί με το πιστοποιητικό εγγραφής του ως ασφαλιστικός σύμβουλος και την ασφαλιστική του ταυτότητα, το Τεκμήριο 20, δεν προσθέτει οτιδήποτε σε αυτά που καταλογίζει στην ενάγουσα ως αμέλεια και ψευδείς παραστάσεις. Όσον αφορά το θέμα με το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 1 σε κανένα τεκμήριο που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δη στην επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 2/10/07, των μεταξύ τους συμφωνιών Σ.Α.Σ. και Σ.Ο.Ε., αναφέρεται ως λόγος τερματισμού το διάταγμα παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του ή στοιχείο που οδήγησε σε αναθεώρηση της επιθυμίας της για συνεργασία μεταξύ τους. Απεναντίας η ενάγουσα κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, εξαντλώντας όλα τα χρονικά όρια που διέθετε, για να ανανεωθεί και/ή μεταφερθεί η εγγραφή του εναγομένου 1 στο μητρώο του Εφόρου ως ασφαλιστικός σύμβουλος και να επιτύχει η μεταξύ τους Σ.Α.Σ, ως καταδεικνύεται από την συνεπή, σταθερή και προσηλωμένη στην αλήθεια μαρτυρία της Μ.Ε.1 και του Μ.Ε.2, ο οποίος κατέβαλε προσωπικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, την οποία μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων αποδέχομαι, αφού, πέραν των χαρακτηριστικών που αμέσως πιο πάνω αναφέρθηκαν, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε, ενώ ταυτόχρονα η ουσία της αξίωσης της ενάγουσας για την οποία έδωσαν μαρτυρία οι Μ.Ε.1 και 2, η οποία συνίσταται, σχεδόν αποκλειστικά, στο χρεωστικό υπόλοιπο που έλαβε ως χρηματοδότηση ο εναγόμενος 1, δεν αμφισβητείται απ' αυτόν, αλλά γίνεται μια διαφορετική προσέγγιση από τον εναγόμενο 1 των δύο συμβάσεων, λόγω αλλιώτικης ερμηνείας των σχετικών διατάξεων του νόμου (που φαίνεται ή βασίζεται στο αρχικό κείμενο του Ν.35
(1)/02, πριν τις τροποποιήσεις μέχρι το 2005) και της στάσης που τήρησε η ενάγουσα έναντι του. Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβάλλει στην παράγραφο 14(β)-(τ) της δήλωσης - κατάθεσης του, που αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του και συνιστούν αναπαραγωγή της παραγράφου 9(β) -(ρ) της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, αλλά και τους ισχυρισμούς που ανέφερε κατά την αντεξέταση του και αποτελούν επανάληψη της δήλωσης - κατάθεσης του, που έχουν κοινό παρονομαστή διάψευσης τους, την ισχυριζόμενη από την ΜΙΝΕΡΒΑ οφειλή του σε αυτή, (την οποία πρόβαλε η ΜΙΝΕΡΒΑ στην Έφορο με επιστολή της ημερομηνίας 3/3/06, ως καταδεικνύεται από την επιστολή της Εφόρου ημερομηνίας 7/4/06, Τεκμήριο 11 και Τεκμήριο 22, που το τελευταίο είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 11, που απλά σε αυτό επισυνάπτεται η αλληλογραφία που είχε ο εναγόμενος 1 με την Έφορο), αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο η Έφορος δεν ενέκρινε την μεταφορά της άδειας ασφαλιστικού συμβούλου του εναγομένου 1 για λογαριασμό της ενάγουσας, πέραν βέβαια των άλλων στοιχείων που διαψεύδουν τον κάθε ένα από τους πιο πάνω λόγους ξεχωριστά ως κατωτέρω θα αναλυθεί. Έτσι ο ισχυρισμοί της παραγράφου 14(β) και (ο) αποτελούν ένα εκ των υστέρων κατασκεύασμα, αφού αυτός που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το πιστοποιητικό εγγραφής του ίσχυε μόνο για την ΜΙΝΕΡΒΑ, ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος 1, εάν έτσι συμφώνησε με την ΜΙΝΕΡΒΑ, (με βάση το άρθρο 169
(3)), πράγμα που δεν έγινε, αφού στο πιστοποιητικό, Τεκμήριο 9, δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο και ούτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο τέτοια μαρτυρία,και από το άρθρο 175
(7)παρέχεται η δυνατότητα, στο εγγεγραμμένο στο μητρώο πρόσωπο, εάν επιθυμεί, επέκτασης της εγγραφής του, προκειμένου να εκπροσωπεί και άλλα πρόσωπα, ενώ από την άλλη, με βάση τη συμφωνία Σ.Α.Σ. και την Σ.Ο.Ε. ο εναγόμενος θα ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 169
(4), ως ανωτέρω αναλύεται, και ασφαλώς, ο λόγος, δεν ήταν ο τερματισμός της συμφωνίας, οικειοθελώς, εκ μέρους του, με την ΜΙΝΕΡΒΑ, που η Έφορος απέρριψε τελικά την μεταφορά της άδειας του στην Ενάγουσα, αλλά ο ισχυρισμός της ΜΙΝΕΡΒΑΣ ότι ο εναγόμενος 1 της όφειλε χρήματα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της παραγράφου 14(γ) για καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, την οποία υποχρέωση είχε ο εναγόμενος 1 σύμφωνα με τον νόμο, διαφαίνεται από την επιστολή ημερομηνίας 20/3/06 Τεκμήριο 14, το οποίο είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 21, με το οποίο επισυνάπτονται και άλλα έγγραφα, ότι η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο 1 όπως αποστείλει (α) συμπληρωμένο το έντυπο ΕΑ/Α.2 (αίτηση) το οποίο μάλιστα το επισυνάπτει με την επιστολή αυτή (β) αντίγραφο, επαγγελματικής ευθύνης (ΟΣΕΔΑ), (γ) ποινικό μητρώο της αστυνομίας και (δ) βεβαίωση μη πτώχευσης. Από πλευράς της η ενάγουσα, αν και δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αφού την αίτηση την υποβάλλει το πρόσωπο που ζητεί να εγγραφεί στο μητρώο ως ασφαλιστικός σύμβουλος, ενήργησε άμεσα, ήτοι τέσσερεις ημέρες μετά την υπογραφή στις 16/3/06 των δύο ως άνω συμβάσεων με σκοπό, από τη μια, να διευκολύνει τον εναγόμενο 1, που ήταν στην Πάφο, και από την άλλη να διεκπεραιωθεί τάχιστα η διαδικασία. Παρέμεινε άγνωστο πότε εξασφάλισε τα πιο πάνω έγγραφα ο εναγόμενος και πότε τα έστειλε στην ενάγουσα. Σίγουρο όμως είναι, σύμφωνα με την μαρτυρία του στην αντεξέταση του, ότι υπέγραψε την αίτηση στις 12/5/
- Εάν έχει κάποιο που έχει ευθύνη για όποια τυχόν καθυστέρηση αυτός είναι ο εναγόμενος
- Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα υπήρξε καθυστέρηση, δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο η Έφορος δεν ενέκρινε τη μεταφορά της άδειας του από την ΜΙΝΕΡΒΑ στην ενάγουσα, αλλά η χρηματική απαίτηση που είχε η ΜΙΝΕΡΒΑ από τον εναγόμενο 1, την οποία η ΜΙΝΕΡΒΑ έφερε σε γνώση της Εφόρου. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό 14(δ) αυτός απαντάται από τα προηγούμενα, αφού δεν τίθεται θέμα διαβεβαίωσης από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 1 για νομοτυπία στη συνεργασία τους, (η οποία ήταν νομότυπη όπως εξηγήθηκε ανωτέρω), η οποία εν πάση περιπτώσει ουδέποτε δόθηκε από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 1, αλλά αποτελεί ψεύδος του, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτός που έπρεπε ή όφειλε να γνωρίζει για τις απαιτούμενες προϋποθέσεις πλήρωσης και τα κωλύματα για εξασφάλιση αδείας ασφαλιστικού συμβούλου και έπρεπε να τις πληρώσει ή να τα υπερπηδήσει ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος
- Να σημειωθεί ότι ενώ η Έφορος απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 7/4/06 στον εναγόμενο 1 και τον ενημέρωνε ότι η ΜΙΝΕΡΒΑ είχε χρηματική απαίτηση για το ποσό των ΛΚ76.498,51, Τεκμήριο 11, εν τούτοις δεν δίστασε να υπογράψει την αίτηση εγγραφής ως ασφαλιστικός σύμβουλος για την ενάγουσα στις 12/5/06, ημερομηνία που έστειλε και την επιστολή στην Έφορο και απέρριπτε την απαίτηση της ΜΙΝΕΡΒΑ, Τεκμήριο 22, ενώ η ενάγουσα, από την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν γνώριζε, τουλάχιστο μέχρι τον Ιούνιο που υποβλήθηκε η αίτηση με τα αναγκαία έγγραφα στην Έφορο, γι' αυτή τη χρηματική απαίτηση της ΜΙΝΕΡΒΑΣ εναντίον του εναγομένου
- Όλα τα πιο πάνω καταρρίπτουν και τον ισχυρισμό της παραγράφου 14(ε) και (π), αφού αυτός στηρίζεται στη βάση της διαβεβαίωσης για νομοτυπία στη συνεργασία τους, ο οποίος ήδη απορρίφθηκε. Όπως και να έχουν τα πράγματα και πάλι δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει ο ισχυρισμός του, επειδή μπορούσε να τύγχανε υποστήριξης από την ενάγουσα διά μέσου του περιφερειακού διευθυντή στην Πάφο, όσον αφορά τις πωλήσεις, ενώ όσον αφορά τη στρατολόγηση νέων ασφαλιστών δεν αποτελούσε κώλυμα η εκκρεμότητα μεταφοράς της άδειας του Ασφαλιστικού Συμβούλου, σύμφωνα με το Ν. 35
(1)/02, ως τροποποιήθηκε. Εκτός βέβαια, όπως ο ίδιος ομολόγησε στη μαρτυρία του, στρατολόγησε δύο νέους ασφαλιστές, αν πίστευε ότι ήταν εκτεθειμένος, λόγω της μη μεταφορά της άδειας του στην ενάγουσα, όφειλε να το θέσει στην ενάγουσα, να διακόψει, έντιμα, τη συνεργασία μαζί της, έστω προσωρινά, μέχρι την εξασφάλιση της μεταφοράς της άδειας του στην ενάγουσα και όχι να αναπτύξει μία αλληλογραφία με την Έφορο που έλαβε χώρα, αμέσως μόλις περιήλθε στην κατοχή του η επιστολή της Εφόρου ημερομηνίας 7/4/06 Τεκμήριο 11, (με την οποία τον ενημέρωνε για την επιστολή της ΜΙΝΕΡΒΑΣ ημερομηνίας 3/3/06, με την οποία η ΜΙΝΕΡΒΑ γνωστοποίησε την ισχυριζόμενη οφειλή του εναγομένου 1 προς αυτή), από τις 12/5/06 μέχρι τουλάχιστον 16/7/07, Τεκμήρια 22, 13 και 12, που είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 18, από τα οποία εξάγεται καθαρά η αγωνία του για εξασφάλιση της αδείας, προβαίνοντας σε συγκεκριμένες αναφορές, που δεν χρειάζεται να καταγραφούν τώρα, αφού εμφαίνονται στα τεκμήρια αυτά, αλλά θα αναφερθούν κατωτέρω σε άλλο μέρος της απόφασης, χωρίς να αποδίδει καμιά ευθύνη στην ενάγουσα, επικαλούμενος μάλιστα και συμβιβαστική πρόταση του Μ.Ε.2, αλλά εξηγώντας ότι πρόκειται για διαφορά που προέκυψε από διαφορετική ερμηνεία που δίνεται απ' αυτόν και την ΜΙΝΕΡΒΑ στη μεταξύ τους συμφωνία, για την οποία θα κληθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει, αναφέροντας μάλιστα στο Τεκμήριο 12 ότι επιφύλασσε κάθε νόμιμο δικαίωμα το οποίο θα μπορούσε να θεραπεύσει την αδικία σε βάρος του. Ως προς την παράγραφο 14(στ), αφού αναφέρεται ότι ισχύουν τα πιο πάνω και δη ότι δεν ανέλαβε η ενάγουσα την εξασφάλιση της αδείας του, την οποία ευθύνη και υποχρέωση για εξασφάλιση την είχε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 και δεν προκάλεσε, εκ τούτου, την παραβίαση των μεταξύ τους συμβάσεων, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 169
(4)και όχι ως λανθασμένα αναφέρεται το άρθρο 172
(4), (το οποίο προφανώς επικαλέσθηκε με βάση τον αρχικό νόμο), η σύμβαση διαμεσολάβησης ισχύει από την καταχώρηση της δήλωσης της ενάγουσας στο σχετικό μητρώο ότι ο εναγόμενος 1 θα ασκεί εργασίες ασφαλιστικού συμβούλου για λογαριασμό της, αφού ήταν ήδη εγγεγραμμένος και ασκούσε εργασίες ασφαλιστικού συμβούλου για την ΜΙΝΕΡΒΑ. Σε σχέση με την παράγραφο 14(ζ) αυτός που όφειλε να γνωρίζει τις απαραίτητες προϋποθέσεις εγγραφής ασφαλιστικού συμβούλου ή κωλυμάτων απόρριψης της αίτησης ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος 1 και όχι η ενάγουσα, η οποία, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω δεν γνώριζε για την χρηματική απαίτηση της ΜΙΝΕΡΒΑΣ εναντίον του εναγομένου 1, τουλάχιστον μέχρι το χρόνο που υποβλήθηκε η αίτηση για μεταφορά της άδειας του εναγομένου 1 σε αυτή, περί τον Ιούνιο του
- Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 14(η) και (θ) οι οποίοι απαντήθηκαν, ως άνω, αντιστρόφως, δηλαδή τι θα έπρεπε να πράξει ο εναγόμενος 1 για μεταφορά της αδείας του ασφαλιστικού συμβούλου στην ενάγουσα, διαφαίνεται ξεκάθαρα, από την αλληλογραφία που είχε με την Έφορο, ότι πάσχιζε με κάθε τρόπο για την εξασφάλιση της εν λόγω αδείας, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο του 2007, ενώ περαιτέρω η ενάγουσα, γι' αυτό τον λόγο, για να βοηθήσει τον εναγόμενο 1, έλαβε ενεργό μέρος, μέσω του Μ.Ε.2, τόσο προς την Έφορο όσο και προς τη ΜΙΝΕΡΒΑ, με συγκεκριμένες προτάσεις προκειμένου να ξεπεραστεί το μοναδικό εμπόδιο για την μεταφορά της αδείας του εναγομένου 1 στην ενάγουσα, που δημιουργήθηκε με την επιστολή που έστειλε η ΜΙΝΕΡΒΑ στην Έφορο και την πληροφορούσε για την χρηματική απαίτηση που είχε εναντίον του εναγομένου
- Η ενάγουσα, ως ήδη αναφέρθηκε, ενήργησε σύμφωνα με την Σ.Α.Σ. και την Σ.Ο.Ε., στα νομικά πλαίσια του άρθρου 169
(4)του Ν. 35
(1)/2002, ενώ η απόρριψη της μεταφοράς της άδειας του εναγομένου 1 στην ενάγουσα επήλθε μετά τις 16/7/07 που απέστειλε την τελευταία επιστολή στην Έφορο ο εναγόμενος 1 και πριν τις 2/10/07 όπως εξάγεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου και όχι στις 7/7/06 που διατείνεται ο εναγόμενος 1 ότι έλαβε γνώση της δήθεν άρνησης της Εφόρου να μεταφέρει την άδεια του στην ενάγουσα, αφού ο ισχυρισμός του αυτός δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο ή τεκμήριο η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά απεναντίας εξάγεται από την αλληλογραφία του με την Έφορο ότι μέχρι και τις 16/7/07 δεν είχε απορριφθεί η αίτηση του, όπως αναλυτικά θα αναφερθεί και κατωτέρω. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σε σχετική ερώτηση με υπόβαθρο την ημερομηνία γνώσης της ενάγουσας για απόρριψη της αίτησης του εναγομένου 1 την 7/7/06 στον Μ.Ε.2, αυτός δεν αρνήθηκε την γνώση του για τη θέση τής Εφόρου, κατ' αυτή την ημερομηνία. Όμως άλλο είναι η απόρριψη από την Έφορο η οποία γίνεται με γραπτή επιστολή όπως προβλέπεται από το νόμο, εναντίον της όποιας γραπτής απόρριψης ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να προσφύγει σε άλλο όργανο και άλλο είναι η πρόθεση απόρριψης που εξάγεται από την επιστολή ημερομηνίας 7/4/06, με την οποία η Έφορος ζητεί εξηγήσεις από τον εναγόμενο
- Υπό αυτές τις συνθήκες, ορθά η ενάγουσα δεν διέκοψε αμέσως, με την πληροφόρηση της για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε, τις μεταξύ τους συμβάσεις και εξάντλησε κάθε χρονικό όριο για εξασφάλιση εκ μέρους του εναγομένου 1, την μεταφορά της αδείας του σε αυτή, μέχρι την απόρριψη της αίτησης του εναγομένου 1 που επήλθε μετά την επιστολή του εναγομένου 1 τον Ιούλιο του 2007 προς την Έφορο. Ο ίδιος ο εναγόμενος 1 έπρεπε, αν θεωρούσε, ότι δεν θα υπερπηδείτο το εμπόδιο της ΜΙΝΕΡΒΑΣ, το οποίο αφορούσε τον ίδιο και όχι την ενάγουσα, και δεν θα εξασφάλιζε την μεταφορά της αδείας του στην ενάγουσα, άμεσα να ζητούσε από την ενάγουσα να μην του καταβάλει οιοδήποτε περαιτέρω ποσό. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 14(ι) - (v), εκτός του ότι διαπνέονται από εκ των υστέρων σκέψεις, αποτελούν ένα παράλογο σενάριο γιατί δεν θα ήταν δυνατό, από τις 7/7/06, (για την οποία ημερομηνία δεν παρουσιάστηκε κανένα έγγραφο), που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 1 ότι έλαβε γνώση η ενάγουσα για την μη έγκριση μεταφοράς της αδείας του εναγομένου 1 σε αυτήν, (που δεν είναι έτσι τα πράγματα, αλλά η Έφορος ζήτησε εξηγήσεις από τον εναγόμενο 1 σχετικά με την απαίτηση της ΜΙΝΕΡΒΑ και η αλληλογραφία του Εναγομένου 1 με την Έφορο διήρκησε μέχρι τον Ιούλιο του 2007, ότε και μετά από αυτή την ημερομηνία επήλθε η απόρριψη της αίτησης από την Έφορο), από τη μια να συνεχίζει να τον χρηματοδοτεί μέχρι τον Οκτώβριο του 2007 και από την άλλη να του στερήσει, υπολογιστές ή πρόσβαση σε αυτούς ή άλλες διευκολύνσεις και οτιδήποτε άλλο ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1, αφού ο μόνος τρόπος για να έπαιρνε τα χρήματα της πίσω η ενάγουσα ήταν μέσω της παραγωγής του εναγομένου
- Από το Τεκμήριο 17, διαπιστώνεται ότι ο κωδικός πρόσβασης του δόθηκε στις 16/3/06, ημερομηνία σύναψης των δύο συμβάσεων και τερματίστηκε στις 17/10/07, ημερομηνία τερματισμού των μεταξύ τους δύο συμβάσεων και ως εκ τούτου διαψεύδεται ο ίδιος που ισχυρίστηκε ότι τερματίστηκε από πολύ πιο νωρίς η πρόσβαση του στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της ενάγουσας. Η μαρτυρία των Μ.Ε.2, την οποία αποδέκτηκα ήταν καταπέλτης εναντίον του εναγομένου 1 γι' αυτό το θέμα, για την τόσο μεγάλη στήριξη που του παρείχε η ενάγουσα, η οποία υποστηρίζεται και από τα τεκμήρια που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως τα Τεκμήρια 7 και
- Σημειώνω ότι ο Μ.Ε.2 ενώ είχε υπό την διεύθυνση του μερικές εκατοντάδες άτομα, εντούτοις αφιέρωσε πολλή χρόνο μιλώντας με την Έφορο και υπεύθυνο πρόσωπο από την ΜΙΝΕΡΒΑ για να βοηθήσει τον εναγόμενο
- Σε σχέση με την παράγραφο 14(ξ), για την οποία επαναλαμβάνονται τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και σχετίζονται με αυτή, συμπληρώνω ότι πράγματι η ενάγουσα έλαβε γνώση για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε και εκ του νόμου πλέον πρόθεση ή πιθανή πρόθεση άρνηση της Εφόρου για ανανέωση η μεταφορά της αδείας του ασφαλιστικού συμβούλου του εναγόμενου 1 στην Ενάγουσα, μετά που υποβλήθηκε η αίτηση για μεταφορά της άδειας του στην ενάγουσα τον Ιούνιο του 2006, λόγω του ισχυρισμού της ΜΙΝΕΡΒΑ για χρηματική οφειλή του εναγομένου 1 σε αυτή. Όμως η ΄Εφορος με την επιστολή της ημερομηνίας 7/4/06, Τεκμήριο 11, ζητούσε εξηγήσεις σχετικά με τον ισχυρισμό της ΜΙΝΕΡΒΑΣ για οφειλή του σε αυτή. Ο ίδιος με την επιστολή του ημερομηνίας 12/5/06, που συναποτελεί το Τεκμήριο 22, απαντούσε ότι θα την ενημέρωνε το γρηγορότερο. Πριν ακόμα την ενημερώσει, η Έφορος με επιστολή της ημερομηνίας 1/8/06, που συναποτελεί το Τεκμήριο 22, του απέστειλε σχετική αναλυτική κατάσταση για την οικονομική του οφειλή προς την ΜΙΝΕΡΒΑ και τον καλούσε να της δώσει τις δικές του εξηγήσεις χωρίς καθυστέρηση, κάτι που αποδεικνύει ότι δεν απέρριψε την αίτηση του στις 7/7/06, ως ψευδώς ισχυρίζεται ο εναγόμενος
- Αυτός με επιστολή ημερομηνίας 20/11/06 Τεκμήρια 12 και 18, που είναι ίδια, απαντώντας στην Έφορο, δήλωνε ότι δεν κηρύχθηκε σε πτώχευση, δεν καταδικάστηκε σε οιοδήποτε αδίκημα το οποίο καθιστά την εγγραφή του μη εφικτή, δεν καταχράστηκε ή παρακράτησε ασφάλιστρα πελατών καμιάς ασφαλιστικής εταιρείας και έδιδε τη δική του ερμηνεία για την διαφορά του με την ΜΙΝΕΡΒΑ. Ενώ ανέφερε και τα ακόλουθα: «Θέλω να σας ενημερώσω ότι με βάση τα δικά μου στοιχεία, οι Εταιρείες οι οποίες παρεμβάλλουν αστήρικτους ισχυρισμούς σε βάρος μου, προσπαθώντας να με καταδικάσουν σε επαγγελματικό θάνατο, μου οφείλουν σεβαστά ποσά τα οποία διεκδικώ μέσω της προσφυγής μου στο Δικαστήριο. Ενδεχόμενη άρνησή σας να με εγγράψετε στο μητρώο των Ασφαλιστικών Συμβούλων, υιοθετώντας την θέση των εν λόγω Ασφαλιστικών Εταιρειών, ισοδυναμεί με προκαταβολική έκδοση Δικαστικής αποφάσεως, εκ μέρους σας, η οποία με καταδικάζει σε επαγγελματική απραξία και καθιστά αδύνατη την εισροή εισοδημάτων για την επιβίωση της οικογένειάς μου, εμποδίζοντας με παράλληλα και από την εξασφάλιση πόρων διά των οποίων θα μπορούσα να αποπληρώσω τις «υποχρεώσεις» μου, αν παρ' ελπίδα κληθώ από το Δικαστήριο να πληρώσω οποιαδήποτε ποσά. Συνημμένως σας υποβάλλω αντίγραφα των Συμφωνιών Συνεργασίας μου με τις εν λόγω Εταιρείες, καθώς και διάφορα άλλα έγγραφα τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς μου και σας παρακαλώ να διερευνήσετε το θέμα μου με μεγαλύτερη ευαισθησία. Αναμένω σύντομα την απάντησή σας και επιφυλάσσω για τον εαυτό μου κάθε Νόμιμο δικαίωμα, το οποίο θα μπορούσε να θεραπεύσει την παρούσα αδικία σε βάρος μου.» Ο εναγόμενος 1 με επιστολή του ημερομηνίας 22/11/06, που συναποτελεί το Τεκμήριο 22, αφού αναφέρετο στα στοιχεία που έδωσε στην Έφορο, σε επίσκεψη του στο γραφείο της στις 20/11/06, τις απέστειλε επιπρόσθετα στοιχεία, βάσει των οποίων ευελπιστούσε σε θετική απόφαση για την αίτηση του το συντομότερο δυνατόν (άρα δεν είχε απορριφθεί μέχρι τότε η αίτηση του). Τέλος ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του ημερομηνίας 16/7/07, Τεκμήριο 13, αφού αναφέρεται στην εκκρεμότητα που παρουσίαζε η αίτηση του μέχρι αυτή την ημερομηνία (άρα η Έφορος δεν απέρριψε την αίτηση του μέχρι τις 16/7/07) την παρακαλούσε σαν άνθρωπος και σαν επαγγελματίας να εγκρίνει την αίτηση του και να τον εγγράψει στο μητρώο ασφαλιστικών συμβούλων, ενώ κατανοούσε και αποδέχετο ότι η άδεια άσκησης επαγγέλματος θα υπόκειτο σε περιορισμούς και προϋποθέσεις. Δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην δύσκολη οικονομική κατάσταση αυτού και της οικογενείας του που περιήλθε εξ' αιτίας της άρνησης της ΜΙΝΕΡΒΑΣ να του επιτρέψει να εργαστεί, μη αφήνοντας την επίλυση της διαφοράς τους στην κρίση του Δικαστηρίου, όπου κατέληξαν. Ανέμενε δε και πάλι σε θετική ανταπόκριση από την Έφορο, ενώ αναγνώριζε και την ασχολία της με το θέμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως πως ήταν δυνατόν η ενάγουσα, όταν εκκρεμούσε η αίτηση του εναγομένου 1, μέχρι τουλάχιστον τις 16/7/07 και ευελπιστούσε ο τελευταίος σε θετική ανταπόκριση και τόνιζε την δεινή οικονομική κατάσταση του, να τερμάτιζε τις μεταξύ τους συμβάσεις πριν απαντήσει η Έφορος τελειωτικά. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου ορθά έπραξε η ενάγουσα και τερμάτισε τις μεταξύ τους συμβάσεις μετά την απόρριψη της αίτησης του εναγομένου για εγγραφή του στο μητρώο ασφαλιστικών συμβούλων, που έγινε μετά την επιστολή του εναγομένου ημερομηνίας 16/7/07, Τεκμήριο 13, ως συνάγεται από τα πιο πάνω, αφού πρώτα απ' όλα οι μεταξύ τους συμβάσεις ήταν καθόλα νόμιμες και σε ισχύ, με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 169
(4)και έπειτα θα μπορούσε να εκδοθεί, η σχετική άδεια, ένεκα διευθέτησης ή άλλως πως ξεπεράσματος του μοναδικού λόγου, που προήρχετο από την ΜΙΝΕΡΒΑ, και να βρισκόταν, ίσως, η ενάγουσα σε παραβίαση των μεταξύ τους δύο συμβάσεων. Υπό το φως όλων όσων αναλύθηκαν και εξηγήθηκαν ανωτέρω κανένα από τα στοιχεία που είναι απαραίτητα και αναγκαία για να χαρακτηριστεί μία ενέργεια ή μία απερισκεψία, ως ψευδείς παραστάσεις, δεν αποδείχθηκε και ούτε τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας αποδείχθηκαν επειδή (α) καμιά αμελής πράξη ή παράλειψη υπήρχε εκ μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο 1 (β) δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση επιμέλειας προς τον εναγόμενο 1 και (γ) πρόκλησης ζημιάς, αφού μόνο κέρδος είχε από την ενάγουσα με την χρηματοδότηση απ' αυτή. Ως εκ τούτου απορρίπτεται αυτή η θέση της υπεράσπισης. Τους ισχυρισμούς της παραγράφου 14(σ) και (τ) θα τους σχολιάσω μαζί, αφού και οι δύο σχετίζονται με το θέμα της μεταβολής των όρων των δύο συμφωνιών και αποδοχής της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τον Απρίλιο του 2006, καθώς και των συνεπειών αυτών, λόγω συμπεριφοράς της ενάγουσας. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η ενάγουσα στα πλαίσια του άρθρου 169
(4)του Ν.35
(1)/2002 νομότυπα υπέγραψε τις δύο συμβάσεις με τον εναγόμενο 1 και οι εναγομένοι 2, 3 και 4 την εγγύηση, ως ήδη εξηγήθηκε, και ορθά κατέβαλλε την μηνιαία χρηματοδότηση στον εναγόμενο με βάση τη Σ.Ο.Ε. Αυτό συνέχισε μέχρι που απορρίφθηκε τελικά από την Έφορο η μεταφορά της άδειας του εναγομένου 1 στην ενάγουσα, μετά τις 16/7/07 που έστειλε ο εναγόμενος 1 την τελευταία επιστολή στην Έφορο και πριν τις 2/10/07 που απέστειλε η ενάγουσα την επιστολή τερματισμού στον εναγόμενο 1. Σε καμία περίπτωση, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν υπήρξε αρνητική απόφαση από την Έφορο πριν τις 16/7/07. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν αποδέχθηκε την συνέχιση των μεταξύ τους συμβάσεων μετά την απόρριψη της μεταφοράς της αδείας του εναγομένου 1 σε αυτή, κάτι άλλωστε, η συνέχιση δηλαδή, που θα ήταν αντίθετο με το Ν.35
(1)/2002 κα θα συνεπαγόταν την διάπραξη εκ μέρους τους ποινικού αδικήματος, αλλά αμέσως μετά την απόρριψη, της αίτησης, μεταξύ 16/7/07 κα 2/10/07, από την Έφορο, η Ενάγουσα, προς συμμόρφωση με τον αναφερθέν νόμο, δίνοντας την προβλεπόμενη προθεσμία από την Σ.Α.Σ., τερμάτισε νομότυπα τις μεταξύ τους συμβάσεις. Ως προς το άλλο θέμα, που ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 στις δύο ως άνω παραγράφους, δηλαδή ότι η ενάγουσα αποδέκτηκε την μικρή παραγωγή του σε αντίθεση με την προβλεπόμενη παραγωγή στην Σ.Ο.Ε., είναι ορθό ότι ο εναγόμενος 1 δεν κάλυψε το στόχο, της πρώτης περιόδου ο οποίος και για τα δύο έτη από 16/3/06 - 29/2/08 ανήρχετο στις ΛΚ300.000 και διαμοιράζετο σε ΛΚ100.000 για την περίοδο 16/3/06 - 28/2/07 και ΛΚ200.000 από 1/3/07 - 29/2/08. Όμως ο μη τερματισμός των δύο συμβάσεων, γι' αυτό το λόγο, νωρίτερα, δηλαδή αμέσως μετά τις 28/2/07 που έληγε η πρώτη περίοδος αφού δεν πέτυχε το στόχο του ο εναγόμενος 1, δικαιολογείτο επειδή ο στόχος ήταν ΛΚ300.000 για την διετία και ο διαμοιρασμός έγινε για πρακτικούς παρά ουσιαστικούς λόγους. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα θεωρηθεί ότι είχε ουσιαστική υφή ο διαμοιρασμός σε δύο περιόδους και πάλι, ο μη τερματισμός των δύο συμβάσεων αμέσως μετά την πρώτη περίοδο, μόνο προς όφελος του εναγομένου 1 λειτούργησε και όχι το αντίθετο, αφού συνέχιζε να λαμβάνει την χρηματοδότηση δίνοντας του η ενάγουσα την ευκαιρία να πετύχει σε επόμενο χρονικό διάστημα το στόχο, πράγμα που δεν κατόρθωσε να πράξει ο εναγόμενος. Το Τεκμήριο 23 που επικαλέσθηκε, ο εναγόμενος 1, εκτός του ότι ουδέποτε υποδείχθηκε στους ΜΕ1 και 2, για να το σχολιάσουν και να εκφράσουν τη δική τους άποψη, είναι ανυπόγραφο και δεν υποστηρίζεται από οιαδήποτε στοιχεία και γι' αυτό δεν έχει καμιά αξία. Ο τερματισμός των δύο συμβάσεων από την ενάγουσα με την επιστολή ημερομηνίας 2/10/07 είχε ως λόγο, από την μια, την μη επίτευξη της παραγωγής με βάση το στόχο που ετέθη, ακόμα και κατ' επέκταση του χρόνου που προβλέπετο και από την άλλη, την εκ του νόμου απαγόρευση συνέχιση τους, αφού ο εναγόμενος 1 δεν εξασφάλισε την άδεια μεταφοράς του στην ενάγουσα. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής από τη μια, το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς της ενάγουσας που επικαλέσθηκε η υπεράσπιση, αφού η ενάγουσα σε καμιά παράσταση ή υπόσχεση ή διαβεβαίωση προέβη με σκοπό να επηρεάσει τη σχέση τους, επί της οποίας ενήργησε, με βάση αυτή, διαφοροποιώντας προς βλάβη του ο εναγόμενος 1, αλλά απεναντίας μόνο όφελος προέκυψε σε αυτόν από τον μη τερματισμό των δύο συμβάσεων λόγω μη επίτευξης του στόχου παραγωγής και από την άλλη, αν δεν ήταν αυτή η πρόθεση της υπεράσπισης που επικαλέσθηκε την ως άνω αναφερθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, ότι ισχύει η αρχή ότι εκ της συμπεριφοράς της ενάγουσας επήλθε αλλαγή ή διαφοροποίησητων δύο συμβάσεων. Έπεται ότι απορρίπτεται και αυτή η θέση της υπεράσπισης. Η ΕΓΓΥΗΣΗ Στο άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοείται: «Σύμβαση εγγύησης» είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο - το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται «εγγυητής», το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται «πρωτοφειλέτης», και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται «πιστωτής». Όσον αφορά τους εναγομένους 2, 3 και 4 οι οποίοι αρνούνται ότι εγγυήθηκαν τον εναγόμενο 1, για τους λόγους που πρόταξε ο εναγόμενος 1, αλλά δεν αρνούνται ότι υπέγραψαν την εγγύηση και επίσης ότι υπήρξε αλλοίωση των όρων των δύο συμβάσεων σε τέτοιο βαθμό που τους απαλλάσσει από την εγγύηση, όπως το γεγονός ότι δόθηκε παράταση ή επιείκεια στον εναγόμενο 1 χωρίς την έγκριση τους, καθώς και ότι δεν τους ειδοποίησε η ενάγουσα για το πρόβλημα που θα δημιουργείτο με το χρεωστικό υπόλοιπο λόγω ακυρότητας των δύο συμβάσεων, οδηγούν στην απαλλαγή τους από την εγγύηση, όσα έχουν αναφερθεί, εξηγηθεί και αναλυθεί, ως άνω, που αναφέρονται στον εναγόμενο 1, και σχετίζονται με τα υπό αναφορά τώρα θέματα με τους εναγομένους 2, 3 και 4, όπως ότι οι δύο συμβάσεις ήταν έγκυρες και νόμιμες, ισχύουν και επαναλαμβάνονται. Περαιτέρω και ειδικότερα οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 στη δεύτερη παράγραφο της εγγύησης δηλώνουν ότι η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αναφορά ή ειδοποίηση σε αυτούς να παραχωρεί επιπρόσθετη διευκόλυνση και/ή παράταση χρόνου και/ή να αποδέχεται χρηματικές πληρωμές χωρίς εξαιτίας αυτού να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η εγγύηση τους η οποία θα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την τελική και πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Συμφώνησαν δε ότι η εγγύηση τους θα είναι συνεχής εγγύηση και παραιτήθηκαν από οποιαδήποτε προνόμια τα οποία έχουν ως εγγυητές. Σκοπός της υπό κρίση σύμβασης εγγύησης, αν και αυτόνομη, είναι η εκπλήρωση της υποχρέωσης του εναγομένου 1 που έχει ο τελευταίος έναντι της ενάγουσας δυνάμει της Σ.Ο.Ε. Τεκμήριο 3, την οποία υπηρετεί η σύμβαση εγγύησης. Είναι ορθό ότι στο άρθρο 91 του ΚΕΦ. 149 προνοείται ότι κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ του πρωτοφειλέτη και επιστολή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής. Όμως, εκτός του γεγονότος, ότι ρητά αποδέχονται στην σύμβαση εγγύησης οιανδήποτε επιπρόσθετη διευκόλυνση και παράταση χρόνου και ότι η εγγύηση τους είναι συνεχής, με βάση την υπόθεση Αργύρη ν. Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362, στην οποία κρίθηκε ότι επέκταση της συμφωνίας για τρία
(3)χρόνια δεν είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέας συμφωνίας που απαιτείται για να απαλλαγεί ο εγγυητής και πάλι δεν θα απαλλάσσονταν οι εναγόμενοι 2, 3 και 4. Συνεπώς απορρίπτεται αυτή η θέση των εναγομένων 2, 3 και 4 και η εγγύηση ήταν και συνεχίζει να είναι καθόλα νόμιμη, από την οποία η ενάγουσα έχει νόμιμη αξίωση εναντίον τους. Στην έκθεση απαίτησης, γίνεται επίκληση, διαζευκτικά, σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι Σ.Α.Σ. και Σ.Ο.Ε., ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και γι' αυτό κρίνω σκόπιμο να καταγραφούν οι αρχές εφαρμογής του. ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού άρχισαν να διαμορφώνονται στο Αγγλικό Δίκαιο. Η αρχή εφαρμοζόταν ως μέτρο φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας εναντίον κάποιου, επιβάλλοντας την επιστροφή χρημάτων που του κατεβλήθησαν άδικα. Στην υπόθεση Moses v. Macferlan
(1970)2 Burr 1005 λέχθηκε: " . in one word, the gist of this kind of action is that the defendant, upon the circumstances of the case, is obliged by the ties of natural justice and equity to refund the money". Η αρχή της υποχρέωσης απόδοσης ωφέλειας, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό έχει αναγνωριστεί νομολογιακά σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο της επιείκειας και συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αρχή της αποκατάστασης (restitution). Στο Κυπριακό Δικαϊκό σύστημα ισχύουν οι κανόνες του κοινοδικαίου καθώς και οι κανόνες του δικαίου της επιείκειας, σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60, υπό την αίρεση να μη αντιτίθενται προς τις πρόνοιες του Κυπριακού Συντάγματος και της νομοθεσίας. Οι αρχές αυτές ισχύουν σαν αναπόσπαστο μέρος του Κυπριακού Δικαίου χωρίς κανένα περιορισμό ως προς το χρόνο διαμόρφωσης τους (βλ. το σύγγραμμα του Γεώργιου Πική το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο, οι Κανόνες της Επιείκειας και η Εφαρμογή τους στην Κύπρο, σελίδας 75 επόμενα). Η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξυπακούει τρία στοιχεία: (α) ότι ο Εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος δια της λήψης ενός οφέλους ή μιας ωφέλειας (benefit), (β) ότι έχει καταστεί κατ΄ αυτόν τον τρόπο πλουσιότερος εις βάρος του Ενάγοντα (at the plaintiff΄s expense) και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust). Βλ. Goff and Jones the Law of Restitution, 2η έκδοση, σελίδες 11-45, Chitty on Contracts, 25η έκδοση, σελίδα 1072, παρ. 1942 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. Σημειώνω τα εξής σε σχέση με τα τρία αυτά στοιχεία. Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο η λήψη χρημάτων πάντοτε αποτελεί όφελος στον Εναγόμενο και επομένως εμπίπτει στον ανωτέρω ορισμό του οφέλους. Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο στις περισσότερες περιπτώσεις η ζημιά του Ενάγοντα είναι ίση σε αξία με το όφελος που έχει προσποριστεί ο Εναγόμενος. Τέλος σε σχέση με το τρίτο στοιχείο, το Αγγλικό Δίκαιο της Αποκατάστασης (English Law of Restitution) έχει ωριμάσει επαρκώς, ώστε τα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν ένα γενικευμένο δικαίωμα ανάκλησης (recovery), οπουδήποτε ένα πρόσωπο έχει αδιαμφισβήτητα ωφεληθεί εις βάρος άλλου, (βλ. Goff and Jones σελίδα 24). Η αρχή τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις λήψης χρημάτων με υπέρμετρο επηρεασμό, με ψυχική πίεση, με απειλές, κατά λάθος και γενικά σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας επιβάλλουν την επιστροφή των χρημάτων. Αποκατάσταση (Restitution) δεν διατάσσεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(1)Όπου ο Ενάγοντας παρείχε το όφελος σαν έγκυρο δώρο ή προς εκπλήρωση κάποιας έγκυρης υποχρέωσης που είχε προς τον Εναγόμενο, δυνάμει του κοινού δικαίου, του δικαίου της επιείκειας ή Νόμου.
(2)Όπου ο Ενάγοντας παρείχε το όφελος υποκύπτοντας ή συμβιβάζοντας μια έντιμη αξίωση του Εναγομένου.
(3)Όπου ο Ενάγοντας παρείχε το όφελος εκτελώντας υποχρέωση την οποία όφειλε σε τρίτο πρόσωπο ή ενεργώντας εκούσια προς εξυπηρέτηση του δικού του συμφέροντος.
(4)Όπου ο Ενάγοντας ενήργησε εκούσια παρέχοντας όφελος στον Εναγόμενο ο οποίος ούτε ζήτησε ούτε εξέφρασε επιθυμία για το όφελος που πήρε (The plaintiff acted officiously).
(5)Όπου ο Εναγόμενος δεν μπορεί να αποκατασταθεί στην αρχική του θέση ή όταν είναι καλόπιστος αγοραστής.
(6)Όπου λόγοι δημοσίου συμφέροντας (public policy) αποκλείουν την αποκατάσταση: (βλ. Goff and Jones (ανωτέρω) σελίδα 24 και Chitty on Contracts (ανωτέρω), σελίδες 1069-70, παρ. 1939). Στην Κύπρο η αρχή ευρίσκεται κωδικοποιημένη στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο έχει ως εξής: "Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε". Ως συνάγεται από την διατύπωση του άρθρου 70, η αρχή είναι πολύ γενική και η εφαρμογή της πλατιά. Στην υπόθεση Ismini Kyriacou HJILOIZI and others v. Irini Iona
(1962)2 Α.Α.Δ. σελίδα 11, αποφασίστηκε πως για την επίκληση του άρθρου 70 του Κεφ. 149 πρέπει να τηρούνται οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις: (α) Η πράξη να είναι νόμιμη. (β) Πρέπει να γίνεται για άλλο πρόσωπο. (γ) Πρέπει να γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει πρόθεση να ενεργεί χαριστικώς και (δ) Το πρόσωπο για το οποίο η πράξη γίνεται πρέπει να απολαμβάνει το όφελος από αυτή. Σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέας Μ. Συμεού άλλως Κλατσιάς ν. Σωτήρη Μιχαήλ και άλλων
(1999)1 Α.Α.Δ. 16. Εάν πληρούνται ή όχι οι ανωτέρω προϋποθέσεις εξαρτάται πάντοτε από τα γεγονότα και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Η δικηγόρος της ενάγουσας στην αγόρευση της, τελικά, επικαλέσθηκε το άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149 και ως εκ τούτου κρίνω ορθό όπως καταγραφεί αυτό το άρθρο και γίνει σχολιασμός του κατωτέρω. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΑΠΟ ΑΚΥΡΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΄Αρθρο 65 «Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοιδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό». Η πρόνοια του άρθρου 65 του ΚΕΦ.149, η αποκατάσταση ως είναι ευρέως γνωστή, εφαρμόζεται όταν μια συμφωνία αποδειχθεί εξ υπαρχής άκυρη ή η σύμβαση καταστεί άκυρη δυνάμει των αρχών του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, οπότε το πρόσωπο που προσπορίστηκε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης, υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε το όφελος, βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41, Παναγιώτης Ιωάννου ν. Ανδρέα Χαραλάμπους
(2012)1 Α.Α.Δ. 507 και Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν. 1) Μιχάλη Θεοδούλου Καλογήρου, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2009, ημερομηνίας 28/9/
- Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα το Δικαστήριο κατέληγε ότι η Σ.Α.Σ., Τεκμήριο 2, ήταν άκυρη εξ' υπαρχής και πάλι, με βάση το άρθρο 65 του ΚΕΦ. 149, άσχετα αν στην έκθεση απαίτησης γίνεται επίκληση του άρθρου 70 του ΚΕΦ. 149, το Δικαστήριο ενόψει του ότι ο εναγόμενος 1, προσπορίστηκε όφελος ύψους €43.402,16, από την ενάγουσα, θα κατέληγε ότι η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και
- Όσον αφορά την ανταπαίτηση του εναγομένου 1, αφού η μαρτυρία του απορρίφθηκε δεν υπάρχει έδαφος επιτυχίας και συνεπώς είναι έκθετη σε απόρριψη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, όπως προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, η απαίτηση επιτυγχάνει και η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον όλων των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ομού και κεχωρισμένως για το ποσό των €43.402,16 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής, 4/11/09, μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα, συν Φ.Π.Α. ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα συν Φ.Π.Α. υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €100.000 - €500.000 και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκεί που τα έξοδα της απαίτησης και ανταπαίτησης είναι κοινά θα υπάρχει ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ..................................... Ν. Γερολέμου, Α. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο