← Κύπρος

Nebojsa Micovic κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 6530/09, 9/11/2016

Nebojsa Micovic κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 6530/09, 9/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A601 Αρ. Αγωγής: 6530/09 Μεταξύ:

  1. Nebojsa Micovic, εκ Λεμεσού
  2. Dragana Micovic, εκ Λεμεσού
  3. Yelena και Sofia Micovic ανήλικες μέσω των γονέων και/ή νομίμων κηδεμόνων και/ή εχόντων την γονική μέριμνα αυτών Nebojsa και Dragana Micovic Εναγομένων και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένης Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 7.1.14 Μεταξύ:
  4. Nebojsa Micovic, εκ Λεμεσού
  5. Dragana Micovic, εκ Λεμεσού
  6. Yelena και Sofia Micovic ανήλικες μέσω των γονέων και/ή νομίμων κηδεμόνων και/ή εχόντων την γονική μέριμνα αυτών Nebojsa και Dragana Micovic Εναγομένων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου 2016 Για ενάγοντες: κα Ελένη Προδρόμου Για εναγόμενο: κος Ανδρέας Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας 1 και η οικογένεια του κατάγονται από την Σερβία. Εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο όπου ο ενάγοντας1 εργαζόταν σε ιδιωτική εταιρεία. Η παρούσα αγωγή έχει ως έρεισμα την σύλληψη του ενάγοντα 1 από την αστυνομία για σκοπούς απέλασης του από την Κύπρο, η οποία όμως στην συνέχεια ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προσφυγή 1012/
  7. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες αιτούνται αποζημιώσεις για παράνομη σύλληψη δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος αλλά και στην βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης κατακράτησης. Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η συνήγορος των εναγόντων περιόρισε την απαίτηση μόνο στην βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης κατακράτησης αφού ήταν σαφές ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με τις προϋποθέσεις για επιδίκαση αποζημιώσεων δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Στο ίδιο στάδιο, η συνήγορος απέσυρε την αγωγή εκ μέρους των εναγόντων 2 & 3 που είναι αντίστοιχα η σύζυγος και τα παιδιά του ενάγοντα
  8. Παρέμεινε έτσι για εκδίκαση μόνο η απαίτηση του ενάγοντα 1 για αποζημιώσεις λόγω παράνομης κατακράτησης. Τα γεγονότα της παρούσας αγωγής είναι εν στην πλειοψηφία τους παραδεκτά. Πριν την έναρξη της ακρόασης δηλώθηκε από τους συνηγόρους ότι γίνεται αποδεκτό μεγάλος μέρος των γεγονότων της υπόθεσης όπως περιγράφονται στις παραγράφους 5 έως 30 του δικογράφου της υπεράσπισης. Αφορούν το ιστορικό της εγκατάστασης του ενάγοντα 1 και της οικογένειας του στην Κύπρο καθώς και τη σύλληψη του και την μετέπειτα απελευθέρωση του με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.11.05 στην Προσφυγή 1012/
  9. Δηλώθηκε επίσης από κοινού ότι έκτοτε, ο ενάγων 1, η σύζυγος και οι θυγατέρες του, έχουν πολιτογραφηθεί ως Κύπριοι πολίτες. Καταχωρήθηκαν από κοινού ως τεκμήρια 1 & 2, αντίγραφο της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η σύμβαση εργοδότησης του ενάγοντα 1 σε εταιρεία στην Κύπρο. Τέλος, δηλώθηκε ότι σε περίπτωση ευθύνης, οι ειδικές ζημιές που δικαιούται ο ενάγων 1, συμφωνούνται στο ποσόν των €8.610,00, το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς που απώλεσε για το χρονικό διάστημα από 27.8.05 μέχρι 18.11.05 που βρισκόταν υπό κράτηση. Παρέμεινε ως εκ τούτου για εκδίκαση το κατά πόσον έχει διαπραχθεί το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης εναντίον του ενάγοντα 1 και σε τέτοια περίπτωση, το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται. Μαρτυρία Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας
  10. Ανέφερε ότι στις 27.8.05 ημέρα Κυριακή, επισκέφθηκαν το σπίτι του στην Λεμεσό, αστυνομικοί του τμήματος αλλοδαπών (immigration). Του ζήτησαν να τους ακολουθήσει προκειμένου όπως του είπαν να ξεκαθαρίσουν κάτι με τα χαρτιά του. Εισήλθε στο αστυνομικό αυτοκίνητο όπου βρισκόταν και τρίτος αστυνομικός. Αυτός μετά που συνομίλησε με κάποιον στο τηλέφωνο, πήρε οδηγίες αντί να μεταβούν στα γραφεία να τον μεταφέρουν κατευθείαν στα κρατητήρια. Του αρνήθηκαν το δικαίωμα να ειδοποιήσει την σύζυγο του. Αφού του πήραν το κινητό τηλέφωνο, του πέρασαν χειροπέδες και τον μετέφεραν στα αστυνομικά κρατητήρια. Ένιωσε αναστατωμένος και τρομαγμένος γιατί ποτέ δεν είχε συλληφθεί στο παρελθόν ούτε είχε οιοδήποτε ποινικό μητρώο. Στα κρατητήρια αφού του έβγαλαν τα ρούχα, τον έβαλαν σε ένα κελί μαζί με άλλους χωρίς να του εξηγήσουν οτιδήποτε και έφυγαν. Ούτε οι αστυνομικοί στα κρατητήρια του είπαν οτιδήποτε για τους λόγους κράτησης του. Στις ερωτήσεις του, του ανέφεραν ότι δεν γνώριζαν οτιδήποτε και ότι η σύλληψη του ήταν ευθύνη του immigration. Η πρώτη νύχτα πέρασε χωρίς να φάει οτιδήποτε. Την επόμενη μέρα του έδωσαν μόνο κάποιες ελιές, ψωμί και ένα κομμάτι τυρί. Ήθελε να μιλήσει με κάποιο υπεύθυνο, όμως οι αστυνομικοί δεν άκουαν τίποτε, λέγοντας του ότι είπαν δεν είναι η δουλειά τους αλλά του immigration. Την δεύτερη και τρίτη μέρα τον επισκέφθηκε η σύζυγος του και του έφερε φαγητό. Άρχισε να ανησυχεί όταν στην συνέχεια σταμάτησε να τον επισκέπτεται. Είχε αναστατωθεί γιατί φοβόταν ότι θα συλλάμβαναν και την σύζυγο του και δεν ήξερε τι θα γινόταν με τα δύο παιδιά του. Μετά από μια βδομάδα, τον επισκέφθηκε ξανά η σύζυγος του γιατί ο δικηγόρος του προέβη σε κάποια δικαστικά διαβήματα ώστε να αποφευχθεί η σύλληψη της. Επιπλέον φοβόταν για την ζωή του στην φυλακή αφού ήταν στο ίδιο κελί με ποινικούς υποδίκους. Οι συνθήκες κράτησης και υγιεινής ήταν άθλιες. Δεν του επέτρεπαν προσωπική καθαριότητα και το βράδυ δεν τον άφηναν να μεταβεί στην τουαλέτα λέγοντας του να ουρήσει στο κελί του. Ο συνήγορος του προέβη σε δικαστικές διαδικασίες για την απελευθέρωση του. Εξακολουθούσε όμως να ανησυχεί γιατί όπως του είπε δεν ήταν εύκολα τα πράγματα. Δεν ήθελε να επιστρέψουν στην Σερβία. Είχε κάνει δάνειο για να αγοράσει σπίτι στην Κύπρο και τα παιδιά του πήγαιναν σχολείο εδώ. Αφέθηκε ελεύθερος τον Νοέμβριο του 2005 μετά την απόφαση στην προσφυγή που καταχώρησε ο δικηγόρος του. Εξακολουθούσε όμως να νιώθει ανασφάλεια. Δεν του έδωσαν κανένα έγγραφο ότι θα πάρει άδεια παραμονής. Για τους επόμενους έξη μήνες δεν πήρε ούτε άδεια εργασίας. Στην συνέχεια και αφού πήρε άδεια εργασίας, ανέμενε μέχρι το 2008 όπου πήρε άδεια για μόνιμη διαμονή στην Κύπρο με την οικογένεια του. Τότε μόνο ένιωσε λίγο καλύτερα, ξέροντας ότι δεν θα τον πετάξουν από το σπίτι του. Παρόλα αυτά και παρότι έχει πάρει σήμερα την Κυπριακή υπηκοότητα, ακόμα τον επηρεάζει το γεγονός της σύλληψης του εκείνες τις ημέρες. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η πρώην ενάγουσα 2 και σύζυγος ενάγοντα 1 Dragana Micovic. Μετά την σύλληψη του συζύγου της, αγχώθηκε και φοβήθηκε όπως είπε πάρα πολύ. Αρχικά δε ήξερε που μεταφέρθηκε ο σύζυγος της. Μετά από αρκετά τηλεφωνήματα, έμαθε ότι κρατείτο στα κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Λεμεσού. Τον επισκέφθηκε στην φυλακή μαζί με τα παιδιά της. Του πήρε φαγητό και το είδε πολύ φοβισμένο και αγχωμένο. Κατά την διάρκεια της κράτησης του συζύγου της, πέρασαν πολύ δύσκολα οικονομικά γιατί η ίδια δεν είχε άδεια εργασίας. Τα παιδιά επίσης επηρεάστηκαν πολύ. Έκλαιγαν και δεν ήθελαν να πάνε στο σχολείο. Αγορεύσεις Η συνήγορος του ενάγοντα 1 στην αγόρευση της, υποστήριξε ότι η παρανομία της σύλληψης αποδεικνύεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 1012/
  11. Ως εκ τούτου μοναδικό επίδικο θέμα στην παρούσα, αποτελεί η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων στον ενάγοντα 1 λόγω παράνομης κατακράτησης. Με αναφορά στην μαρτυρία, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι οι Μ.Ε 1 & 2 έδωσαν μια ιδιαίτερα λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της επίδικης περιόδου ενώ η έντονα συναισθηματική φόρτιση τους, ήταν αποτέλεσμα του φόβου και της αγωνίας που έζησαν τις μέρες εκείνες. Ο ενάγοντας 1 ήταν επιπλέον κατατοπιστικός ως προς τις ιδιαίτερα κακές συνθήκες κράτησης του όπου δεν υπήρχε ικανοποιητική διατροφή και συνθήκες υγιεινής. Η συνήγορος επεσήμανε ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 & 2 παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου αφού επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε στην αντεξέταση ούτε και παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία που να την αμφισβητεί. Στην συνέχεια, η συνήγορος έκαμε αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης με έμφαση στην επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων στις περιπτώσεις που η κράτηση εμπεριέχει το στοιχείο του εξευτελισμού του ενάγοντα. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σύλληψης και κράτησης του ενάγοντα είναι τέτοια που δικαιολογούν την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τρόπο σύλληψης του ενάγοντα μπροστά στην οικογένεια του, την άρνηση των αστυνομικών να του αναφέρουν τους λόγους σύλληψης αλλά και στις πολύ κακές συνθήκες κράτησης του. Αναφορά έγινε και στις μακρόχρονε συνέπειες και το αίσθημα φόβου που δημιουργήθηκε στον ενάγοντα 1 και την οικογένεια του. Η συνήγορος εισηγήθηκε τέλος ότι τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δικαιολογούν την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων ύψους €40.000,00 πλέον €10.000,00 επαυξημένες αποζημιώσεις. Ο συνήγορος για τον εναγόμενο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 & 2 αντιφάσκει σε ουσιαστικά της σημεία, τόσον όσον αφορά στον τρόπο σύλληψης όσον και σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης του ενάγοντα
  12. Αναφορικά με το αίτημα για αποζημιώσεις λόγω παράνομης κατακράτησης, ο συνήγορος ανέφερε ότι η σύλληψη και κράτηση του ενάγοντα 1 για σκοπούς απέλασης, έγινε καλόπιστα και στα πλαίσια του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105). Κρίθηκε επί του προκειμένου ότι ο ενάγοντας 1, παραβίασε αρκετές από τις υποχρεώσεις του είτε αλλάζοντας εργασία χωρίς να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, είτε παραμένοντας στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρία άδεια. Με παραπομπή σε Αγγλική νομολογία, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται ότι η σύλληψη θα ήταν δικαιολογημένη αν τηρούνταν οι νόμιμες διαδικασίες, τότε δεν τίθεται ζήτημα αποζημιώσεων για παράνομη κατακράτηση. Οι ίδιες αρχές ισχύουν κατά τον συνήγορο και στην παρούσα περίπτωση. Η ακύρωση του διατάγματος κράτησης και απέλασης έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προσφυγή 1012/05 επειδή η Δημοκρατία απέτυχε να διερευνήσει την περίπτωση του ενάγοντα υπό το πρίσμα της οδηγίας 2003/109/Ε.Κ. Όμως τα γεγονότα που οδήγησαν στην σύλληψη είναι παραδεκτά και καταδεικνύουν κατά τον συνήγορο ότι η Διοίκηση ενήργησε καλόπιστα. Προκύπτει δε από τα παραδεκτά γεγονότα ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση του ενάγοντα 1 η οδηγία 2003/109/Ε.Κ αφού δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, η κράτηση του ακόμα και αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη πράξη της διοίκησης να μην εξετάσει την πιο πάνω οδηγία θα μπορούσε να εκδοθεί νόμιμα και καλόπιστα. Ως εκ τούτου δεν τίθεται κατά τον συνήγορο, ζήτημα αποζημιώσεων για παράνομη κατακράτηση. Στην περίπτωση που κριθεί ότι ο ενάγοντας 1 δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση, ο συνήγορος με αναφορά σε νομολογία εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να του αποδοθεί ποσόν πολύ μικρότερο από αυτό που ανέφερε η συνήγορος του στην αγόρευση της. Όσον δε αφορά τις κακές συνθήκες κράτησης, ισχυρίστηκε ότι αυτές δεν είναι δικογραφημένες. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας 1 δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της από πλευράς υπεράσπισης. Εξ' άλλου, τα γεγονότα της υπόθεσης είναι εν πολλοίς παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Ανεξαρτήτως τούτου, τόσον ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) όσον και η σύζυγος του (Μ.Ε.2) μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια και με αρκετά πειστικό τρόπο στην σύλληψη του ενάγοντα 1 και στα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι την απελευθέρωση του. Αρκετά πειστικοί ήταν και για το πως το γεγονός αυτό επηρέασε αρνητικά την ζωή τους. Ο συνήγορος για τον εναγόμενο εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 & 2 δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή επειδή αντιφάσκει ως προς το κατά πόσο κατά την σύλληψη, ξύπνησαν ή όχι τα παιδιά τους από την φασαρία. Δεν συμφωνώ με αυτή την θέση. Μικροαντιφάσεις ως προς τις λεπτομέρειες των γεγονότων που περιβάλλουν την σύλληψη δεν είναι ικανές να κλονίσουν την καλή εντύπωση που οι δύο μάρτυρες έκαναν στο Δικαστήριο. Εξ' άλλου δεν αναμένεται από ένα μάρτυρα που έχει υποστεί την αγωνία και τον φόβο της σύλληψης να θυμάται κάθε λεπτομέρεια των γεγονότων. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν μπορεί να προσεγγίζεται ακαδημαϊκά και με γενικό και αόριστο τρόπο. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης αλλά και με την φύση και τον χαρακτήρα του εκάστοτε μάρτυρα. Υπό τας περιστάσεις δεν βρίσκω τίποτε μεμπτό στην μαρτυρία των Μ.Ε.1 &
  13. Είχαν περάσει από μια διαδικασία πανικού και αγωνίας λόγω της επίσκεψης των αστυνομικών στο σπίτι τους και της σύλληψης του Μ.Ε.
  14. Η πιο πάνω συναισθηματική φόρτιση ως αποτέλεσμα της απροσδόκητης επέμβασης στην προσωπική τους ζωή, είναι ένα στοιχείο που δικαιολογεί μικροαντιφάσεις για επιμέρους γεγονότα που δεν είναι βέβαια ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους. Επιπλέον, ο Μ.Ε.1 ήταν απόλυτα πειστικός ως προς τις κακές συνθήκες κράτησης του με την έλλειψη βασικών συνθηκών υγιεινής και αξιοπρεπούς διαβίωσης στα αστυνομικά κρατητήρια. Η θέση της Μ.Ε 2 ότι η συμπεριφορά των αστυνομικών προς την ίδια ήταν καλύτερη μετά την καταχώρηση δικαστικών διαδικασιών δεν αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Μ.Ε.1 όπως εσφαλμένα εισηγήθηκε ο συνήγορος του εναγομένου. Τα όσα έχει εισηγηθεί ο συνήγορος του εναγομένου κρινόμενα υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και της γενικής εικόνας την οποία η μαρτυρία των Μ.Ε.1 & 2 παρουσιάζει δεν δικαιολογούν συμπέρασμα για διάθεση των εν λόγω μαρτύρων ή οποιουδήποτε από αυτούς να αποφύγει την αλήθεια ή να πει ψέματα ούτε και αποκαλύπτουν την δημιουργία ρήγματος στην μαρτυρία, ικανού να πλήξει καίρια την αξιοπιστία τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία των Μ.Ε.1 & 2, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, τα ευρήματα μου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα εξής: Ο ενάγοντας 1 αφίχθηκε στην Κύπρο στις 14.7.1998 και οι ενάγοντες 2 και 3 στις 3/11/
  15. Στις 15/10/1998 ο ενάγοντας 1 υπέβαλε αίτηση για παράταση της προσωρινής άδειας παραμονής στην Κύπρο ως επισκέπτη μέχρι να βρει εργασία. Στις 19/1/1999 του δόθηκε αρνητική απάντηση, καλώντας τον ταυτόχρονα να διευθετήσει την αναχώρησή του από τη Δημοκρατία. Παρέμεινε όμως και στο μεταξύ στις 21/12/1998 αφού εξασφάλισε απασχόληση, υπέβαλε αίτηση για προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας ως εξειδικευμένος τυπογράφος σε εργοδότη ο οποίος είχε έγκριση του Τμήματος Εργασίας για να απασχολεί αλλοδαπούς. Σε απάντηση στην εν λόγω αίτηση, δόθηκε από την Δημοκρατία στον ενάγοντα 1 άδεια εργασίας, στην δε ενάγουσα αρ. 2 σύζυγο του, δόθηκε άδεια ως επισκέπτρια μέχρι 28/12/
  16. Στις 10/09/2002 αφού ο ενάγοντας 1 παρέμεινε χωρίς άδεια στην δημοκρατία από 28/12/1999, αποτάθηκε µε επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών για παράταση της παραμονής του μέχρι το Μάρτιο 2003 για διευθέτηση των προσωπικών του υποθέσεων και να αναχωρήσει. Στις 14/10/2002 στάλθηκε αρνητική απάντηση στον ενάγοντα 1 µε οδηγίες να αναχωρήσει κατόπιν οδηγιών του Υπουργού Εσωτερικών. Στις 05/11/2002, ο ενάγοντας 1 αποτάθηκε µε νέα επιστολή του προς τον Υπουργό Εσωτερικών για επανεξέταση του πιο πάνω αιτήματος του, δηλαδή να παραμείνει στην Δημοκρατία μέχρι το Μάρτιο 2003, το οποίο και εγκρίθηκε. Ο ενάγοντας 1 στις 20/12/2002 µε βάση την ανωτέρω έγκριση, αποτάθηκε για παράταση της άδειας παραμονής του ως επισκέπτης μαζί µε την οικογένεια του. Σε απάντηση, εκδόθηκαν από την Δημοκρατία οι σχετικές άδειες στις 03/03/2003 µε ισχύ μέχρι 30/03/
  17. Ο ενάγοντας 1 στις 25/02/2003 αποτάθηκε για παράταση παραμονής και εργασίας ως Διευθυντικό στέλεχος (Θέση: Export Manager) µε την υπεράκτια Εταιρεία "CYVOD TRADING Ltd". Στις 11/04/2003 κατόπιν θετικής σύστασης της Κεντρικής Τράπεζας, εγκρίθηκε η σχετική άδεια εργασίας για τον ενάγοντα 1 µε ισχύ μέχρι 10/04/2005 και για τα µέλη της οικογένειας του ως επισκέπτες µε την ίδια ισχύ. Ο ενάγοντας 1 στις 19/04/2005 υπέβαλε για όλη την οικογένεια του αίτηση για παράταση παραμονής και εργασίας στην πρώην υπεράκτια εταιρεία "POPOVIC CONSULTANTS (OVERSEAS) Ltd" ως Διευθυντής όπου όπως ο ίδιος ανέφερε, εργαζόταν από τετραετίας και για τα µέλη της οικογένειας του ως επισκέπτες. Η πιο πάνω αίτηση απορρίφθηκε επειδή ο ενάγοντας 1 είχε συμπληρώσει την ανώτατη περίοδο παραμονής για σκοπούς απασχόλησης στη Δημοκρατία, σύμφωνα µε την απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής για την απασχόληση αλλοδαπών ημερομηνίας 31/03/2005 και αφού διαπιστώθηκε και παραβίαση των όρων της προηγούμενης άδειας του αφού εργαζόταν σε άλλη εταιρεία από αυτή για την οποία είχε εξασφαλίσει τη θετική σύσταση της Κεντρικής Τράπεζας. Ως εκ τούτου, ο ενάγοντας 1 κλήθηκε να αναχωρήσει μαζί µε την οικογένεια του από τη Δημοκρατία. Στις 25/06/2005 ο ενάγοντας 1 µε επιστολή του ζήτησε επανεξέταση της αίτησης του ημερομηνίας 19/04/
  18. Στις 09/08/2005 στάλθηκε στον ενάγοντα 1 αρνητική απάντηση και στις 16/08/2005 εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του. Δεν εκδόθηκαν διατάγματα απέλασης εναντίον της ενάγουσας 2 για ανθρωπιστικούς λόγους, που είχαν σχέση µε τις ενάγουσες
  19. Στις 27.8.05 ημέρα Κυριακή, αστυνομικοί του Τμήματος Αλλοδαπών (immigration), επισκέφθηκαν το σπίτι του ενάγοντα 1 στην Λεμεσό. Του ζήτησαν να τους ακολουθήσει προκειμένου όπως του είπαν να ξεκαθαρίσουν κάτι με τα χαρτιά του. Ο ενάγοντας 1, εισήλθε στο αστυνομικό αυτοκίνητο όπου βρισκόταν και τρίτος αστυνομικός. Αυτός μετά που συνομίλησε με κάποιον στο τηλέφωνο, πήρε οδηγίες αντί να μεταβούν στα γραφεία να μεταφέρουν τον ενάγοντα 1 κατευθείαν στα κρατητήρια. Του αρνήθηκαν το δικαίωμα να ειδοποιήσει την σύζυγο του. Αφού του πήραν το κινητό τηλέφωνο, του πέρασαν χειροπέδες και τον μετέφεραν στα αστυνομικά κρατητήρια Λεμεσού. Στα κρατητήρια, ο ενάγοντας 1 τοποθετήθηκε σε ένα κελί μαζί με άλλους ποινικούς υποδίκους χωρίς να του εξηγηθεί οτιδήποτε από τους αστυνομικούς του immigration, οι οποίοι αποχώρησαν. Ούτε οι αστυνομικοί των κρατητηρίων του είπαν οτιδήποτε για τους λόγους κράτησης του. Στις ερωτήσεις του ενάγοντα 1, του ανέφεραν ότι δεν γνώριζαν οτιδήποτε και ότι η σύλληψη του ήταν ευθύνη του immigration. Την επόμενη μέρα του έδωσαν μόνο κάποιες ελιές, ψωμί και ένα κομμάτι τυρί. Ήθελε να μιλήσει με κάποιο υπεύθυνο, όμως οι αστυνομικοί δεν άκουαν τίποτε, λέγοντας του ότι είπαν δεν είναι η δουλειά τους αλλά του immigration. Την δεύτερη και τρίτη μέρα τον επισκέφθηκε η σύζυγος του και του έφερε φαγητό. Άρχισε να ανησυχεί όταν στην συνέχεια σταμάτησε να τον επισκέπτεται. Είχε αναστατωθεί γιατί φοβόταν ότι θα συλλάμβαναν και την σύζυγο του και δεν ήξερε τι θα γινόταν με τα δύο παιδιά του. Επιπλέον φοβόταν για την ζωή του στην φυλακή αφού ήταν στο ίδιο κελί με ποινικούς υποδίκους. Μετά από μια βδομάδα, τον επισκέφθηκε ξανά η σύζυγος του γιατί ο δικηγόρος του προέβη σε κάποια δικαστικά διαβήματα ώστε να αποφευχθεί η σύλληψη της. Ο συνήγορος του προέβη περαιτέρω σε δικαστικές διαδικασίες για την απελευθέρωση του ιδίου του ενάγοντα
  20. Ως αποτέλεσμα των διαδικασιών αυτών, στις 06/09/2005 αναστάλθηκε η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής υπ' αριθμό 1012/2005, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Στις 18/11/2005 η πιο πάνω προσφυγή του ενάγοντα 1 έγινε δεκτή. Εναντίον της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης δεν καταχωρήθηκε Έφεση. Τα διατάγματα απέλασης και κράτησης που εκδόθηκαν εναντίον του ενάγοντα 1, ακυρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας και παράλειψης διενέργειας δέουσας έρευνας, σε σχέση με την εφαρμογή της Οδηγίας της Ε. Ε. για το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντα. Ενόψει τούτου, ο ενάγοντας 1 αφέθηκε ελεύθερος στις 18/11/
  21. Στις 28/11/2005 έγινε επανεξέταση και διαπιστώθηκε ότι η Οδηγία της Ε.Ε. για τους επί μακρόν διαμένοντες δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση του ενάγοντα 1 γιατί αυτός δεν συμπλήρωνε 5 χρόνια νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι ο ενάγοντας 1 ουδέποτε αποτάθηκε για άδεια μετανάστευσης για σκοπούς απασχόλησης. (Κατηγορία Ε) για να εκδηλώσει έτσι την πρόθεση του για μόνιμη παραμονή στη Δημοκρατία και να επιτρέψει στις Αρχές να εξετάσουν αυτό το ενδεχόμενο με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο που ουσιαστικά αντιστοιχεί προς το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντες που ρυθμίζει η πιο πάνω Οδηγία. Με βάση τα ανωτέρω, στάλθηκε νέα επιστολή στον ενάγοντα 1 ημερομηνίας 01/12/2005 με την οποία επαναλήφθηκε η απόρριψη της αίτησης του ημερομηνίας 19/04/2005 για περαιτέρω παράταση της άδειας προσωρινής παραμονής του για 1 χρόνο και κλήθηκε να αναχωρήσει. Εναντίον της νέας αυτής απόφασης, καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ' αριθμό 1623/2005 και μονομερής αίτηση. Επειδή στα τεκμήρια των εν λόγω αιτήσεων περιλαμβάνονταν και νέα έγγραφα που πρώτη φορά περιέρχονταν υπόψη του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης που ουσιαστικά επιδίωκαν να αναιρέσουν τους προηγούμενους ισχυρισμούς του ενάγοντα 1 σε σχέση με την εταιρεία στην οποία εργαζόταν, η υπόθεση εξετάστηκε εκ νέου. Διαπιστώθηκε ότι έστω και αν ο ενάγοντας 1 δεν παραβίασε τους όρους της τελευταίας του άδειας, πάλιν δεν συμπλήρωνε 5 χρόνια νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία. Επομένως, κρίθηκε και πάλιν ότι η Οδηγία 2003/109/ΕΚ δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του. Με βάση τη νέα αυτή απόφαση στάλθηκε νέα επιστολή στον ενάγοντα 1 με ημερομηνία 23/12/2005, ενημερώνοντας τον για τα ανωτέρω και καλώντας τον να αναχωρήσει μέχρι 06/01/
  22. Ενόψει των ανωτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως η προσφυγή1623/2005 ήταν χωρίς αντικείμενο. Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ' αρ. 1705/2005 εναντίον της απόφασης του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 23/12/
  23. Ο ενάγοντας 1 στις 20/01/2006 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση Άδειας Μετανάστευσης ως απασχολούμενος στην εταιρεία "V & V LIGHTHOUSE COMMUNICATIONS" αφού προηγήθηκε στις 18/01/2006 συνάντηση στο Γραφείο της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, του Δικηγόρου της Δημοκρατίας και του Δικηγόρου του ενάγοντα
  24. Η ανωτέρω αίτηση εξετάστηκε και εγκρίθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου Μετανάστευσης στις 23/11/
  25. Έκτοτε, ο ενάγοντας 1 και η οικογένεια του διαμένουν νόμιμα στη Δημοκρατία. Ενόψει της εν λόγω εξέλιξης η προσφυγή υπ' αρ. 1705105 αποσύρθηκε. Σήμερα, τόσον ο ενάγων 1 όσον και η σύζυγος του και τα παιδιά τους, έχουν αποκτήσει την Κυπριακή υπηκοότητα. Οι συνθήκες κράτησης του ενάγοντα 1 στα αστυνομικά κρατητήρια Λεμεσού καθ' όλη την διάρκεια της προσωποκράτησης του ήταν πολύ κακές αναφορικά με την διατροφή του αλλά και γενικότερα με τις συνθήκες υγιεινής. Το φαγητό δεν ήταν ικανοποιητικό και οι αστυνομικοί δεν του επέτρεπαν προσωπική καθαριότητα. Επιπλέον, το βράδυ δεν τον άφηναν να μεταβεί στην τουαλέτα λέγοντας του να ουρήσει στο κελί του. Οι ειδικές ζημιές που ο ενάγων 1 έχει υποστεί από την σύλληψη του, ανέρχονται στο ποσόν €8.610,00, το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς που απώλεσε για το χρονικό διάστημα από 27.8.05 μέχρι 18.11.05 που βρισκόταν υπό κράτηση. Νομική πτυχή Tο δικόγραφο που διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής, είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. μεταξύ άλλων Mepa Manag. Ltd κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων

(1997)1 Α.Α.Δ 772, 780). Όπως έχει όμως νομολογηθεί, το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται από τα ίδια γεγονότα της έκθεσης απαίτησης και όχι από τον χαρακτηρισμό που τους δίδεται (Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1Β Α.Α.Δ.1320, 1325). Στην παρούσα περίπτωση, ο ισχυρισμός για παράνομη κατακράτηση αναγράφεται ρητά στο αιτητικό μέρος της έκθεσης απαίτησης ως διαζευκτική βάση της αγωγής μαζί με το αίτημα για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Ανεξαρτήτως τούτου, είναι σαφές από την μελέτη της έκθεσης απαίτησης ότι ο ενάγοντας 1, στηρίζει την αγωγή και στο αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης αφού απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη σύλληψη και κράτηση του από τα αστυνομικά όργανα της Δημοκρατίας. Η απαίτηση για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, έχει αποσυρθεί από την συνήγορο του ενάγοντα 1 στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσον ο ενάγοντας 1 δικαιούται σε αποζημιώσεις στην βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης κατακράτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), η παράνομη κατακράτηση συνίσταται στην παράνομη και ολοσχερή στέρηση της ελευθερίας προσώπου για οποιαδήποτε χρονική περίοδο, με φυσικά μέσα ή με επίδειξη εξουσίας (Βλ. Haloumis v. Loginos and another
(1983)2 J.S.C 633). Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 16η έκδοση, παρ.17-15, σελ. 972, αναφέρονται τα εξής σε σχέση μα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατακράτησης: « A false imprisonment is complete deprivation of liberty for any time, however short, without lawful cause.» Σε περιπτώσεις στέρησης της ελευθερίας του ατόμου, εφ' όσον ο ενάγων αποδείξει ότι συνελήφθη, εναπόκειται στον εναγόμενο να δείξει ότι η σύλληψη ήταν νόμιμη (βλ. Phipson on Evidence, 14η έκδοση, παράγραφος 4-05, σελ. 53, Bullen & Leake & Jacob's 30η έκδοση σελ. 1158). Σχετική είναι και η υπόθεση Khawaja v. Secretary of State,
(1983)1 All E.R 765, όπου στην σελ. 781 ο Lord Scarman αναφέρει τα εξής: The classic dissent of Lord Atkin in Liversidge v Anderson [1941] 3 All ER 338, 362 is now accepted as correct ... Lord Atkin put it thus: ". . . that in English Law every imprisonment is prima facie unlawful, and that it is for the person directing imprisonment to justify his act." Αναφορικά με τις αποζημιώσεις, στην παράνομη κατακράτηση δεν έχουν συνήθως να κάνουν με την ανάκτηση ειδικής ζημιάς αλλά με την αποζημίωση της προσωπικότητας και της τιμής του θύματος που έχουν παράνομα τραυματιστεί από το αδίκημα αυτό. Η αποζημίωση για στέρηση της ελευθερίας μπορεί να σχετίζεται τόσον με τον χρόνο της κράτησης όσον και με την προσβολή και εξευτελισμό της υπόληψης του θύματος αλλά και την απώλεια της κοινωνικής του θέσης (loss of social status). Παρόλα αυτά μπορεί να ανακτηθεί ως ειδική ζημιά, η απώλεια εισοδημάτων κατά την κράτηση καθώς και οποιαδήποτε έξοδα για ακύρωση της παράνομης κράτησης όπως π.χ. δικηγορικά έξοδα κ.α. Πέραν των πιο πάνω, ο επιτυχών ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων αφού η διάπραξη του αδικήματος πλήττει κυρίως την προσωπικότητα, την υπόληψη και την τιμή του. Συμπεράσματα. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων και της προαναφερθείσας νομολογίας θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχει αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης του ενάγοντα 1 από την αστυνομία και σε τέτοια περίπτωση κατά πόσον δικαιούται σε οιεσδήποτε αποζημιώσεις. Ο συνήγορος για την Δημοκρατία στην αγόρευση του, χωρίς να αμφισβητεί την ακύρωση της διοικητικής πράξης για σύλληψη και απέλαση του ενάγοντα 1, εισηγήθηκε με παραπομπή σε Αγγλική Νομολογία ότι η διοίκηση ενήργησε καλόπιστα (Βλ. OM Nigeria v. Secretary of State of the Home Department (2011 W.L. 2747890). Ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση, δεδομένου και του γεγονότος ότι η οδηγία 2003/109/Ε.Κ δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση του ενάγοντα 1 αφού δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Αυτό γιατί ο συνήγορος θεωρεί εκ προοιμίου ως ορθή την πράξη της διοίκησης που λήφθηκε μετά την απόφαση στην προσφυγή 1012/05 ότι δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωση του ενάγοντα 1 η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2003/109/Ε.Κ. Η αγγλική νομολογία στην οποία παρέπεμψε επί του προκειμένου ο συνήγορος υπεράσπισης δεν μπορεί να είναι καθοδηγητική για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι στο δικό μας δίκαιο, υπάρχει δυνάμει του γραπτού Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σαφής διαχωρισμός μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να κρίνει κατά πόσον είναι ορθή η απόφαση της διοίκησης που έκρινε μετά την απελευθέρωση του ενάγοντα 1 ότι η περίπτωση του ούτως ή άλλως δεν ενέπιπτε στα πλαίσια της εν λόγω οδηγίας. Υπενθυμίζω επίσης ότι εναντίον και αυτής της απόφασης της διοίκησης, ο ενάγοντας 1 κατεχώρησε την διοικητική προσφυγή 1705/2005, την οποία όμως απέσυρε σε μεταγενέστερο στάδιο όταν του δόθηκε άδεια παραμονής στην Δημοκρατία. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα υπόθεση είναι διαφορετικό, για το οποίο με όλο το σέβας δεν υπήρξε δυστυχώς καμία επιχειρηματολογία από τις δύο πλευρές. Αφορά το κατά πόσον η ακύρωση της διοικητικής πράξης για απέλαση του ενάγοντα 1 στην προσφυγή 1012/05, καθιστά αναδρομικά παράνομη την σύλληψη του σε βαθμό που να του δίδει αγώγιμο δικαίωμα για το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος, η στέρηση της ελευθερίας προσώπου δικαιολογείται μεταξύ άλλων και προς τον σκοπό κράτησης αλλοδαπού με σκοπό της απέλαση του (Βλ. άρθρο 11(στ) του Συντάγματος). Στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, η επίδικη σύλληψη στηρίχθηκε στην διοικητική πράξη ημ. 16/08/2005 με την οποία εκδόθηκαν από την διοίκηση, διατάγματα κράτησης και απέλασης του ενάγοντα 1. Με την έννοια αυτή, η σύλληψη δεν ήταν αυθαίρετη και χωρίς καμία νόμιμη αιτία όπως απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος της παράνομης κατακράτησης. Αντιθέτως κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπήρχε σε ισχύ νόμιμη αιτία για σύλληψη του ενάγοντα 1, ήτοι το πιο πάνω διάταγμα κράτησης και απέλασης του από την Δημοκρατία. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή 1012/05, λειτουργεί αναδρομικά με την έννοια ότι δίδει την δυνατότητα για να ισχυριστεί ο ενάγοντας 1 ότι η σύλληψη ήταν εξ' αρχής παράνομη και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ώστε να δίδεται αγώγιμο δικαίωμα για το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Υπενθυμίζεται όμως παράλληλα εδώ, η βασική αρχή του διοικητικού δικαίου που κατοχυρώνει τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων. Τεκμήριο που σημαίνει πως κάθε διοικητική πράξη είναι ισχυρή και δεσμευτική μέχρι την ανατροπή του κύρους της με ακυρωτική απόφαση αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα του Ανδρέα Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» αναφέρεται στην σελίδα 57 με αναφορά στην υπόθεση του Ε.Δ.Α.Δ Guzzardi v. Italy Rep. 1996 -III 738 ότι η κράτηση είναι κατ' αρχήν νόμιμη αν έγινε σε εκτέλεση δικαστικής διαταγής. Η μεταγενέστερη όμως ακύρωση της λόγω σφάλματος του Δικαστηρίου για τον ημεδαπό νόμο, δεν επηρεάζει κατ' ανάγκη αναδρομικά την εγκυρότητα της κράτησης. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται κατά την κρίση μου και στην παρούσα περίπτωση. Υπενθυμίζεται ότι η σύλληψη του ενάγοντα 1 έγινε νομότυπα σε εφαρμογή διατάγματος απέλασης που εκδόθηκε από την διοίκηση. Έχω την άποψη ότι από την στιγμή που η σύλληψη έγινε κατά τον χρόνο που υπήρχε εν ισχύ διάταγμα κράτησης και απέλασης, αυτή ήταν καθόλα νομότυπη. Η εκ των υστέρων ακύρωση του διατάγματος απέλασης από το Ανώτατο Δικαστήριο λόγω έλλειψης αιτιολογίας και δέουσας έρευνας δεν επηρεάζει αναδρομικά την εγκυρότητα του. Κατά συνέπεια δεν δίνει αγώγιμο δικαίωμα για το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης αφού η σύλληψη δεν έγινε αυθαίρετα και χωρίς νόμιμη αιτία. Απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της παράνομης κατακράτησης είναι η σύλληψη να γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία. Στην παρούσα περίπτωση δεν πληρείται η πιο πάνω προϋπόθεση αφού κατά την σύλληψη υπήρχε σε ισχύ διάταγμα κράτησης και απέλασης. Η εκ των υστέρων ακύρωση του εν λόγω διατάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δίνει δικαίωμα αγωγής για παράνομη κατακράτηση αλλά μόνο για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Όμως αυτή η αιτία αγωγής εγκαταλείφθηκε από τους συνηγόρους του ενάγοντα κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ανεξαρτήτως τούτου, σημειώνεται ότι δεν προσήχθη οιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την επιδίκαση αποζημιώσεων δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Αναφέρω ενδεικτικά μόνο την έλλειψη μαρτυρίας ως προς το κατά πόσον στάλθηκε γραπτή ειδοποίησης απαίτησης στην διοίκηση πριν την έγερση της αγωγής όπως απαιτείται από την σχετική νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 969). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα περίπτωση το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα 1 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.