← Κύπρος

R J ECO - HOMES (CYPRUS) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2505/16, 17/11/2016

R J ECO - HOMES (CYPRUS) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2505/16, 17/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A622 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2505/16 Μεταξύ:

  1. R J ECO - HOMES (CYPRUS) LTD
  2. RUSSEL LEONARD WILSON Εναγόντων- Αιτητών Και
  3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  4. Κρις Ιακωβίδης Εναγομένων-Καθ ων η αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 12.5.16 ΠΡΟΣ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Ημερομηνία: 17.11.16 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : κα Σιακού για Ν. Νικηφόρου Για Εναγόμενους 1 - Καθ' ων η αίτηση : κ. Χρ. Τσαγγαρός για Α. Ανδρέου Για Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η αίτηση : κα Καρακατσάνη για Α. Ιωάννου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στη συνέχεια καταχώρισαν και έκθεση απαιτήσεως, αξιώνουν εναντίον των εναγομένων διάφορα διατάγματα, καθώς και αποζημιώσεις έχοντα ως βάση συμφωνία ομολόγου επιβαρύνσεως δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι 1 διόρισαν τον εναγόμενο 2 ως παραλήπτη της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας. Σε γενικές γραμμές, αναλυτική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια, καταλογίζουν στους εναγομένους δόλο και απάτη και παράνομη συνεννόηση μεταξύ τους και ότι ο εναγόμενος 2 δεν προστατεύει τα συμφέροντα της ενάγουσας εταιρείας. Ο ενάγων αρ.2 είναι ο διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της ενάγουσας εταιρείας. Στα πιο πάνω πλαίσια οι ενάγοντες αποτάθηκαν μονομερώς προς έκδοση διαφόρων διαταγμάτων προς αντικατάσταση του εναγομένου 2 από Παραλήπτη της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας ή και την αναστολή του διορισμού του, ή και τον διορισμό στη θέση αυτού, του ενάγοντα αρ.
  5. Κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στους εναγομένους - καθ ων η αίτηση. Αμφότεροι καταχώρισαν ενστάσεις συνοδευόμενες με ένορκες δηλώσεις επισυνάπτοντας, όπως και οι αιτητές, σωρεία εγγράφων. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, με γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων όλων των πλευρών, χωρίς την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ομνύοντες. Θα γίνει μια περιληπτική αναφορά στα ουσιαστικά γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα μέσα από τις εκατέρωθεν θέσεις, ώστε να διαφανεί η ουσία της διαφοράς. Η εναγόμενη - καθ ης η αίτηση 1, στην συνέχεια η Τράπεζα, δυνάμει διαφόρων συμφωνιών, δανειοδότησε διάφορα ποσά στους ενάγοντες αρ.1 με την εγγύηση του εναγομένου
  6. Περαιτέρω οι ενάγοντες εκχώρησαν αγοραπωλητήρια συμβόλαια προς όφελος της Τράπεζας. Στην συνέχεια, η τράπεζα, τερμάτισε τις συμφωνίες δανείων, με αποτέλεσμα να εγερθεί η αγωγή αρ.2807/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, τεκμ.Λ στην αίτηση των αιτητών, με την οποία αξιώνονται διάφορα ποσά συμποσούμενα περίπου στο ποσό των €.3.500.000 πλέον τόκοι. Προς περαιτέρω εξασφάλιση οι ενάγοντες υποθήκευσαν και διάφορα ακίνητα. Περαιτέρω η ενάγουσα εταιρεία δυνάμει ομολόγου επιβαρύνσεως ημερ.6.5.05 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας κυμαινόμενη επιβάρυνση. Το ομόλογο επιβαρύνσεως, τεκμ.1 στην ένσταση της Τράπεζας, ενεγράφη δυνάμει των προνοιών του Αρ.90 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ, 113, σύμφωνα με το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών, τεκμ.3 στην ένσταση της Τράπεζας, ως κυμαινόμενη επιβάρυνση σε ολόκληρη την περιουσία της εταιρείας. Την 4.12.2013 η Τράπεζα δυνάμει των προνοιών του ρηθέντος ομολόγου, γνωστοποίησε προς τον Έφορο Εταιρειών τον διορισμό του εναγόμενου 2 ως παραλήπτη ή διαχειριστή της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας. Την ίδια ημερομηνία η Τράπεζα δι' επιστολής της προς την ενάγουσα, την πληροφορούσε ότι διόρισε διαχειριστή και παραλήπτη του ενεργητικού της. Ομοίως, την 4.12.2013 πληροφορούσε τον εναγόμενο 2 ότι τον διόριζε ως παραλήπτη της περιουσίας της ενάγουσας, τεκμ.4 στην ένσταση της Τράπεζας, ο οποίος και αποδέχθηκε γνωστοποιώντας στον ημερήσιο τύπο ότι διορίστηκε παραλήπτης διαχειριστής της ενάγουσας, τεκμ.3 στην ένσταση του καθ ου η αίτηση
  7. Περαιτέρω η Τράπεζα την 4.12.2013 απέστειλε προς τον εναγόμενο 2 επιστολή κάλυψης (indemnity). Επί των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων δεδομένων είναι η θέση των αιτητών ότι η Τράπεζα, για τους λόγους που αναφέρουν, παράνομα τερμάτισε τις συμφωνίες δανείου και προχώρησε στην καταχώριση της ρηθείσης αγωγής. Είναι επίσης η θέση τους ότι από τον διορισμό του παραλήπτη προσπάθησαν μέσω του δικηγόρου τους να προβούν σε διαπραγματεύσεις με αυτόν και κατέθεσαν προτάσεις προκειμένου να ανευρεθούν λύσεις αναφορικά με τις υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι της Τράπεζας και προς διευθέτηση της αγωγής, αλλά οι εναγόμενοι δεν απάντησαν σε αυτές. Ο εναγόμενος 2, στην συνέχεια ο Διαχειριστής, ανέλαβε την κατοχή και διαχείριση των κατοικιών ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρείας, αλλά δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα για την συντήρησή τους με αποτέλεσμα να μειωθεί η αγοραστική τους αξία όπως και το αγοραστικό ενδιαφέρον και έτσι να μειωθεί το ενεργητικό της εταιρείας. Πρότειναν στον Διαχειριστή να προβούν σε όλες τις διαδικασίες για να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι των κατοικιών ώστε να αυξηθούν τα έσοδα της εταιρείας. Θα έπρεπε, οι κατοικίες, να ελεγχθούν από αρχιτέκτονα ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης προς έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Επίσης θα πρέπει να γίνει εκτίμηση της αγοραστικής αξίας των δέκα μη πωληθέντων κατοικιών, καθώς και ποιες κατοικίες θα έπρεπε να ολοκληρωθούν και ακολούθως να πωληθούν. Για το θέμα αυτό ο αντιπρόσωπος του Διαχειριστή ζήτησε €80 την ώρα πλέον τα οδοιπορικά του για να ανοίξει τις κατοικίες, ενώ το κόστος εκτίμησης θα ανερχόταν στα €
  8. Παρόλο που δεν ήταν υποχρέωση του αιτητή να βρει λύσεις για την εταιρεία, ούτε και να αυξήσει το ενεργητικό της περιουσίας της, δήλωσε πρόθυμος να καταβάλει τα έξοδα, αλλά ο Διαχειριστής αρνήθηκε να του στείλει τα κλειδιά των κατοικιών. Τελικά προχώρησε ο αιτητής αρ.2 με δικά του έξοδα στην προκαταρκτική εκτίμηση των κατοικιών. Ο Διαχειριστής τον πληροφόρησε επίσης ότι δεν είχε πρόθεση να υπερασπίσει την εταιρεία στην ρηθείσα αγωγή στην οποία και δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Είναι η θέση του αιτητή αρ.2 ότι η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει άμεσα τα συμφέροντα του ως εγγυητής της εταιρείας αλλά και μοναδικού μετόχου της, γιατί στην αγωγή περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις και ποσά πέραν των νομίμων. Προς αυτό τον σκοπό ζήτησε από εγκεκριμένο λογιστή να εξετάσει τις αναλυτικές καταστάσεις των δανειακών συμβάσεων. Εκ της εκθέσεως του διαφαίνονται οι παράνομες υπερχρεώσεις της Τράπεζας, ήτοι ποσό €236.577.06 ως παράνομος ανατοκισμός και αδικαιολόγητες τραπεζικές χρεώσεις, πλέον ποσό €548.681,04 τόκοι υπερημερίας. Η συμπεριφορά του Διαχειριστή είναι τέτοια που δεν προστατεύει την εταιρεία και επηρεάζει αρνητικά τα δικά του συμφέροντα όπως και των υπολοίπων πιστωτών της εταιρείας. Αν συνεχιστεί η συμπεριφορά αυτή του Διαχειριστή η εταιρεία θα καταστραφεί και τα περιουσιακά της στοιχεία θα εξανεμιστούν ή θα διατεθούν σε εξευτελιστικές τιμές. Ο Διαχειριστής συμπεριφέρεται παράνομα σε συνεννόηση με την Τράπεζα για την πρόκληση ζημιάς στους ενάγοντες και η αδιάλλακτη στάση του Διαχειριστή να παρουσιαστεί στο δικαστήριο στην ρηθείσα αγωγή, καταδεικνύει παράνομη και παράτυπη συνεργασία με την Τράπεζα για την πρόκληση ζημιάς στην εταιρεία. Η Τράπεζα στην ένσταση της αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν ότι ο Διαχειριστής ορθά και νόμιμα διορίστηκε, δυνάμει του ομολόγου, και δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαδικασία που να αφορά την εγκυρότητα διορισμού του Διαχειριστή. Είναι η θέση της, με αναφορά στις διάφορες συμφωνίες δανείων που επισυνάπτει, ότι ένα εκ των χορηγηθέντων δάνειων θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση άλλων δανείων της εταιρείας και για κάλυψη καθυστερήσεων που παρατηρήθηκαν στους λογαριασμούς της. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι η ενάγουσα εταιρεία, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν κατέθετε τις εισπράξεις από τις πωλήσεις των κατοικιών έναντι των δανείων. Είναι επίσης η θέση της ότι ο τερματισμός της λειτουργίας των επιδίκων λογαριασμών ήταν νόμιμος και εν πάση περιπτώσει πρόκειται για γεγονότα άσχετα με το επίδικο θέμα. Αναφορικά με την νομιμότητα των τόκων και των άλλων χρεώσεων που αναφέρει ο αιτητής αρνείται τους διαφόρους ισχυρισμούς του και είναι η θέση της ότι αυτά αφορούν την εκκρεμούσα αγωγή και όχι την παρούσα διαδικασία. Γίνεται επίσης αναφορά στις εξουσίες του Διαχειριστή και ότι αυτός δεν μπορεί να αντικατασταθεί μετά από απαίτηση των διευθυντών της εταιρείας και ο Διαχειριστής εκτελεί τα καθήκοντα του με πολύ μεγάλη επιτυχία και με πολύ καλά αποτελέσματα. Μετά τον διορισμό του Διαχειριστή δεν υπάρχει πλέον ο κίνδυνος σπατάλης και διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και δεν πρέπει να εμποδίζεται ο Διαχειριστής να χειρίζεται τα στοιχεία της εταιρείας σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου. Είναι επίσης η θέση της ότι η παρούσα διαδικασία διεξάγεται για την προστασία των συμφερόντων του ενάγοντα αρ.2, ο οποίος παράτυπα και παράνομα και χωρίς εξουσιοδότηση προωθεί την παρούσα διαδικασία για να παρεμποδίσει την παραλαβή και διαχείριση της εταιρείας και των καθηκόντων του Διαχειριστή. Προβάλλεται τέλος ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής, γιατί για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα πρέπει είτε να ακυρωθεί το ομόλογο, είτε ο διορισμός του Διαχειριστή και τίποτε από αυτά δεν έχει γίνει. Ο Διαχειριστής από την πλευρά του στην ένσταση του, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Δημήτρη Χρυσάνθου, εξουσιοδοτημένου από αυτόν, αναφέρει ότι ο διορισμός του δεν αμφισβητείται και συνεπώς πλείστοι ισχυρισμοί του αιτητή είναι άσχετοι. Επί της ουσίας είναι η θέση του ότι ενημέρωσε την εταιρεία και τον διευθυντή της περί του διορισμού του ως Διαχειριστή και παρά τις οχλήσεις του προς αυτούς δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της νομοθεσίας, ήτοι παρέλειψαν χωρίς εύλογη αιτία να υποβάλουν έκθεση επαληθευμένη με ένορκη δήλωση στον καθορισμένο τύπο σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας. Πρόκειται για υποχρέωση που πηγάζει από την νομοθεσία και είναι αναγκαία για να μπορέσει ο ίδιος ως Διαχειριστής να εκτελέσει τα καθήκοντα του δεόντως και να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Τράπεζας. Προχώρησε δικαστικά στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των αξιωματούχων της εταιρείας για εξαναγκασμό τους προς συμμόρφωση, πλην όμως η σχετική δικαστική διαδικασία δεν επιδόθηκε. Είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες λόγω της άρνησης συμμόρφωσης τους με την νομοθεσία κωλύονται να εγείρουν την παρούσα διαδικασία και είναι οι δικές τους παραλείψεις που τον οδήγησαν να μην μπορεί να ασκήσει πλήρως τα καθήκοντα του. Αναφορικά με τις κατοικίες, από του διορισμού του παρέλαβε δέκα κατοικίες που δεν είχαν πωληθεί και συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις της ασφαλιστικής εταιρείας στη δημιουργία αντιπυρικής ζώνης για να προχωρήσει η ασφαλιστική τους κάλυψη. Τοποθέτησε επίσης αλυσίδες στην είσοδο του έργου για να παρεμποδίσει την είσοδο σε τυχόν παραβάτες. Τον Ιούλιο του 2016 προχώρησε στον καθαρισμό του εσωτερικού των δέκα κατοικιών και δημοσίευσε αγγελία στον ημερήσιο τύπο με την οποία ζητούσε προσφορές για την πώληση των κατοικιών. Αναφορικά με την εκκρεμούσα αγωγή διαβουλεύτηκε με τους δικηγόρους του και από την στιγμή που δεν αμφισβητείτο η εγκυρότητα των δανείων, υποθηκών και εκχωρήσεων, η τυχόν υπεράσπιση στην αγωγή θα προξενούσε επιπρόσθετα έξοδα σε βάρος της περιουσίας της εταιρείας. Αναφέρεται επίσης στο έγγραφο του ομολόγου και στις γενικές εξουσίες και καθήκοντα του ως Διαχειριστής της περιουσίας της εταιρείας. Προστίθεται ότι οι ένορκες δηλώσεις είναι μακροσκελείς και συνοδεύονται με σειρά εγγράφων. Το δικαστήριο έχει μελετήσει, ανεξάρτητα αν δεν έχουν καταγραφεί όλες οι θέσεις των μερών, το σύνολο των ένορκων δηλώσεων καθώς και των συνημμένων τεκμηρίων. Λέχθηκε ότι οι ενάγοντες έχουν καταχωρίσει και έκθεση απαιτήσεως στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι βασικοί ισχυρισμοί τους, όπως αυτοί εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, κυρίως ως προς τους δυο πυλώνες που στηρίζουν την απαίτηση τους, ήτοι την μη εμφάνιση αφενός του διαχειριστή στην ρηθείσα αγωγή και στην απουσία επιμέλειας εκ μέρους του αναφορικά τις κατοικίες. Για τους σκοπούς της παρούσης διαδικασίας επικεντρώνεται το ενδιαφέρον στις οικονομικές απαιτήσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων. Απαιτούν €300.000 ως το ποσό της μείωσης της αξίας των δέκα κατοικιών λόγω της μη προσήκουσας επιμέλειας και συντήρησης τους, αλλά και γιατί λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου 2 δεν εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι. Αξιώνουν επίσης ποσό €100.000 οφειλόμενο ποσό από την ημερομηνία πώλησης των 20 κατοικιών ως φορολογία ένεκα της μη έκδοσης των τίτλων και μεταβίβασης τους στους αγοραστές, €40.000 υπόλοιπο τιμήματος πώλησης που οφείλουν οι αγοραστές λόγω μη έκδοσης των τίτλων, δικηγορικά έξοδα που κατέβαλαν εν σχέση με την παρούσα διαδικασία, €2.000 που κατεβλήθη στον λογιστή για την ετοιμασία της έκθεσης του και ποσό €500 για κάθε ημέρα εμφάνισης του λογιστή στο δικαστήριο. Επιδιώκουν τέλος διάφορα διάταγμα ανάλογα ή και αντίστοιχα των υπό εξέταση ενδιαμέσων διαταγμάτων. Προς ολοκλήρωση της εικόνας θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με τον όρο 6 του Ομολόγου Επιβαρύνσεως, αποτελεί εξασφάλιση επί ολόκληρης της επιχείρησης (undertaking) και περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας πάσης μορφής παρούσας και μέλλουσας, συμπεριλαμβανομένου και του μη κληθέντος κεφαλαίου καθώς και της φήμης και της πελατείας της. Δυνάμει του όρου 9 η Τράπεζα δύναται κατά την απόλυτον κρίσιν της να διορίσει οιονδήποτε πρόσωπο ως Παραλήπτη και Διαχειριστή (Receiver and Manager) του ενεργητικού της εταιρείας, νοουμένου ότι επέλθουν οι προϋποθέσεις του όρου 8, σύμφωνα με τον οποίο, μεταξύ άλλων, στον όρο 8(ε) αν η εταιρεία αναστείλει την πληρωμή των χρεών της. Τέλος και καθόσον αφορά την παρούσα διαδικασία, στον όρο 10 καθορίζονται οι γενικές εξουσίες του Διαχειριστή. Οι δικηγόροι στις γραπτές τους αγορεύσεις αναφέρονται εκτεταμένα στα γεγονότα και στο νομικό καθεστώς του Παραλήπτη - Διαχειριστή καθώς και επί νομολογίας που διέπει το θέμα. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δικηγόρων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΠΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Είναι νομολογημένο ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος, για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το στοιχείο αυτό, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ - ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Επί του θέματος του διορισμού του Διαχειριστή κρίνεται ορθή η θέση και των δυο καθ' ων η αίτηση ότι δεν προσβάλλεται η εγκυρότητα και η νομιμότητα του διορισμού του εναγομένου 2 ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας, ούτε και προσβάλλεται η εγκυρότητα του Ομολόγου. Υπό αυτή συνεπώς την έννοια, η αντικατάσταση του Διαχειριστή και ο διορισμός, αντ' αυτού του ενάγοντα αρ.2 δεν έχει ούτε νομικό ούτε και πραγματικό έρεισμα. Ούτε και έχει υποδειχθεί επί ποίου όρου του Ομολόγου Επιβαρύνσεως θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοιο αίτημα. Το Ομόλογο αποτελεί συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της ενάγουσας εταιρείας και η μεταξύ τους σχέση ρυθμίζεται απευθείας από τους όρους του. Κρίνεται όμως κατάλληλο το σημείο να τεθούν κάποιες βασικές αρχές αναφορικά με τις γενικότερες εξουσίες του Παραλήπτη - Διαχειριστή που διορίστηκε εκτός δικαστηρίου δυνάμει των όρων ομολόγου, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Χατζηρούσος υπό την ιδιότητα ως Παραλήπτης της Y. Liasides Dev. Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ.1703, αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά (σελ.1712-1713): « Παρόλο που δεν προσφέρεται η επίδικη αίτηση για μια σε βάθος ανάλυση επί των εξουσιών του παραλήπτη-διαχειριστή, μπορεί να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα συγγράμματα Pennington: Company Law, 3η έκδ., σελ. 427 και 435 και Ranking & Spicer' s Company Law, 11η έκδ., σελ. 219, ένας παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος («agent») των κατόχων των ομολόγων και κατά συνέπεια αυτοί ως αντιπροσωπευόμενοι («principals») είναι και οι υπεύθυνοι για τις ενέργειες αυτού. Ο ρόλος του παραλήπτη-διαχειριστή, όπως υποδεικνύει ο Pennington στη σελ. 427, δεν έχει το συνήθη ρόλο που είναι γνωστός στη σχέση «principal-agent», όπως δε αναφέρεται επί λέξει: «But such a receiver does not owe the duties of a real agent to the company, and so the company cannot give him instructions as to the way he shall exercise his powers and he is not liable in damages to the company for exercising them negligently.» Όπως υπέδειξε επίσης η απόφαση στη Gomba Holdings Uk Ltd v. Homan [1986] 3 All E.R. 94: «Although nominally the agent of the company, his primary duty is to realise the assets in the interests of the debenture holder and his powers of management are really ancillary to that duty.» Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της. Τα πιο πάνω πρέπει λοιπόν να ιδωθούν υπό το φως της πραγματικής υπόστασης του παραλήπτη-διαχειριστή που πρωτίστως επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών που τον διόρισαν, (δέστε Brenda Hannigan: Company Law, σελ. 732-733). Οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον παραλήπτη-διαχειριστή (Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All E.R. 896)». Στο σύγγραμμα Boyle and Bird's Company Law, 4η έκδοση, σελ. 335, υποδεικνύεται ότι: « A debenture holder who is contractually entitled to appoint a receiver is under no duty to refrain from doing so on the grounds that it might cause loss to the company or its creditors» Προκύπτει συνεπώς ότι το επίδικο ομόλογο, δυνάμει του οποίου διορίστηκε ο εναγόμενος 2 ως Διαχειριστής, καλύπτει ολόκληρη την περιουσία της εταιρείας και κατά συνέπεια ο διευθυντής της - ενάγων αρ.2 - δεν ελέγχει και δεν έχει ρόλο στην εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας. Πρόκειται, δυνάμει των όρων του ομολόγου, για Διαχειριστή με ευρεία Διοικητική εξουσία (Administrative Receiver). Με αυτόν ακριβώς τον μανδύα, του Administrative Receiver, ο διαχειριστής όχι μόνο δεν είναι υπόχρεος να διαβουλεύεται με τους διευθυντές της εταιρείας, αλλά αντίθετα ο ρόλος και ο σκοπός του είναι πρωτίστως, ως υποδεικνύεται στην πιο πάνω υπόθεση, να επιδιώξει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών. Σχετικοί ακριβώς προς τούτο είναι και οι όροι του επιδίκου ομολόγου και κυρίως ο όρος
  1. Κρίνεται όμως, παρά το περιορισμένο πλαίσιο του παρόντος σταδίου για εξέταση σε βάθος της νομικής φύσης και των καθηκόντων του Διαχειριστή, ότι ορισμένα θέματα θα πρέπει να διευκρινιστούν περαιτέρω, ώστε να μπορούν να εξεταστούν τα διάφορα ζητήματα που εγείρουν ο ενάγοντες και κυρίως ο αιτητής αρ.
  2. Στο σύγγραμμα Principles of Corporate Insolvency Law, του Professor R.M.Goode, 1997, σελ. 215, αναγνωρίζεται η δυσκολία της ακριβούς εξακρίβωσης της νομικής έννοιας του Διαχειριστή. Παραλληλίζεται όπως τον διπρόσωπο θεό Ιανό, γιατί έχει δυο ειδών (set) εξουσίες και ενέχει καθήκον προς δυο διαφορετικά μέρη. Το πρώτο είδος εξουσίας που έχει σχετίζεται με την κατοχή, διαχείριση και ρευστοποίηση της ασφάλειας (security). Αυτές οι εξουσίες ασκούνται προς όφελος του ομολογιούχου in rem, και δεν επηρεάζονται από την διάλυση της εταιρείας. Το δεύτερο είδος εξουσίας, του παρέχεται από την εταιρεία μέσω της εκτέλεσης του ομολόγου και ασκείται από τον Παραλήπτη ως αντιπροσώπου της εταιρείας. Η εξουσία αυτή του δίνει το δικαίωμα να ολοκληρώνει συμβόλαια στο όνομα της εταιρείας, αλλά και να προσλαμβάνει ή και να απολύει προσωπικό και γενικά να ασκεί την επιχείρηση. Υπό αυτή τη σκοπιά, έχει περιορισμένη ευθύνη επιμέλειας έναντι της εταιρείας, θεωρούμενος (deemed) ως αντιπρόσωπός της, με ξεχωριστό καθήκον επιμέλειας στον ομολογιούχο που τον διόρισε, έχοντας ταυτόχρονα ψηλό επίπεδο αυτονομίας. Η σχέση της αντιπροσωπείας του με την εταιρεία είναι ιδιόμορφη και ιδιότυπη, γιατί υπάρχει πρωτίστως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ομολογιούχου που τον διόρισε. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η εταιρεία δεν έχει εξουσία είτε να του τερματίσει την αντιπροσωπεία, ή να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο την ασκεί. Οι υποχρεώσεις του προς την εταιρεία υπόκεινται (subordinated) στα καθήκοντα του προς τον ομολογιούχο και έτσι, και αν ακόμα ενεργήσει κατά ζημιογόνο τρόπο στα συμφέροντα της εταιρείας, δεν φέρει καμιά ευθύνη στον βαθμό που ενέργησε με αυτό τον τρόπο για την κατάλληλη προστασία του ομολογιούχου και δεν προκάλεσε απερίσκεπτα ή άδικα (needlessly) ζημιά στην εταιρεία. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται ο ρόλος του Διαχειριστή στις σελ.216-217 του πιο πάνω συγγράμματος: « So the Administrative receiver is a protean character, changing his colour, shape and function according to circumstances» Οι υποθέσεις Downsview Nominees Ltd v. First City Corporation
(1993)3 All.E.R 626 και Medforth v. Blake
(1999)3 W.L.R 922, καταδεικνύουν ότι ο Διαχειριστής δεν έχει γενικό καθήκον επιμέλειας δυνάμει αστικού αδικήματος (care in tort), αλλά δυνάμει του δικαίου της επιεικείας επιβάλλεται σε αυτόν καθήκον λογικής επιμέλειας. Έτσι για παράδειγμα στην υπόθεση Downsview ανωτέρω, υπεδείχθη ότι ο Διαχειριστής έχει καθήκον να διατηρεί τα ακίνητα σε καλή κατάσταση (in repair) και να λαμβάνει όλα τα λογικά μέτρα, ώστε να λάβει την κατάλληλη τιμή (proper price) για οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία αποφασίσει να πωλήσει. Υποδεικνύεται στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.241-242), ότι ο Lord Templeman στην υπόθεση Downsview ανωτέρω, ουσιαστικά επανέλαβε την αρχή που έθεσε στην - γνωστή - υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan Soon Gin
(1990)1 A.C. 536, εξομοιώνοντας ουσιαστικά το καθήκον των ενυπόθηκων δανειστών (mortgagees), με εκείνο των Παραληπτών δυνάμει Ομολόγου. Αναφορικά με την υπόθεση China ανωτέρω, σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ζερβού κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192, 2205, στην οποία υπεδείχθη ότι ο δανειστής δεν καθίσταται και εμπιστευματοδόχος των μετοχών που έχουν ενεχυριαστεί και ούτε έχει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον οφειλέτη, σε περίπτωση που δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης που έχει και η αξία των μετοχών μειωθεί. Για τους λόγους αυτούς, ως επεξηγείται, η εταιρεία δεν έχει δικαίωμα να παραπονεθεί για την απόφαση του ενυπόθηκου δανειστή, ή του Παραλήπτη της περιουσίας να μην πωλήσει κάποιο περιουσιακό στοιχείο, ή ως προς το πότε θα το πωλήσει. Μάλιστα, ο Παραλήπτης έχει την εξουσία να αποφασίσει να μην συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ακόμα, έχει το δικαίωμα να επιλέξει να πωλήσει συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο προς όφελος του ομολογιούχου, έστω και αν η ενέργεια του αυτή μπορεί να είναι ζημιογόνα για την εταιρεία, και τούτο ακόμα και αν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία που είναι λιγότερα ζημιογόνα, νοουμένου βέβαια ότι ενέργησε καλόπιστα. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Palk v. Mortgage Services Funding Plc
(1993)Ch. 330, υπάρχει καθήκον του Παραλήπτη για την λήψη λογικής επιμέλειας (reasonable care) και θα πρέπει να ενεργεί κατά τρόπο δίκαιο. « He can protect his own interest, but he is not entitled to conduct himself in a way which unfairly prejudices the mortgagor. . if he lets the property he must obtain a proper market rent and if he sells he must obtain a proper market price. Οι πιο πάνω κρίσεις είναι αυτονόητο ότι γίνονται στα πλαίσια συνεξέτασης των δυο πρώτων προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία και στον περιορισμένο βαθμό που είναι επιτρεπτό στο στάδιο αυτό, στην βάση των προβαλλομένων θέσεων των αιτητών. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235 υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Η αγωγή έχει ως βάση της τις ενέργειες του εναγομένου 2 οι οποίες επέφεραν ζημιογόνα αποτελέσματα στην ενάγουσα εταιρεία, αλλά και δόλο, απάτη και παράνομη συνεννόηση μεταξύ των εναγομένων και αμέλεια του εναγομένου
  1. Ένα σημαντικό ερώτημα που εγείρεται, στα πλαίσια της πρώτης προϋπόθεσης, είναι αν οι αξιώσεις των εναγόντων είναι αποκρυσταλλωμένες ώστε να τους δίνουν νομίμως το δικαίωμα προς έγερση αγωγής. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι δέκα κατοικίες δεν έχουν πωληθεί και κατά συνέπεια και στον βαθμό που θα μπορούσαν να ευσταθήσουν οι αιτιάσεις των εναγόντων, η απαίτηση αναφορικά με την μείωση της αξίας τους, στον παρόν τουλάχιστον στάδιο, μόνο υποθετική μπορεί να χαρακτηριστεί. Εν σχέση με τις αποζημιώσεις για την μη έκδοση τίτλων και για τους σκοπούς του ενδιαμέσου διατάγματος, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί αναφορικά με τις εξουσίες και υποχρεώσεις του Διαχειριστή, εκείνο που θα μπορούσε συμπληρωματικά να λεχθεί, είναι ότι ουδέν στοιχείο παραθέτουν οι αιτητές ώστε να μπορούσε κατ' αρχή να γίνει έστω μια προκαταρκτική θεώρηση. Για παράδειγμα, μέχρι ποίου σημείου προχώρησαν οι διαδικασίες έκδοσης χωριστών τίτλων, πριν τον διορισμό του Διαχειριστή, και τι υπολείπεται, μετά τον διορισμό του προς αυτή την κατεύθυνση. Η γενικότητα με την οποία τίθενται τα θέματα εκ μέρους των αιτητών, καθόλου δεν υποβοηθούν και αφήνουν μετέωρους τους διάφορους ισχυρισμούς τους. Όχι βέβαια με την έννοια της απόδειξης των ισχυρισμών τους, αλλά στα πλαίσια μιας συνεκτίμησης και αποτίμησης των πραγμάτων ως προς την πιθανολόγηση της δυναμικής της υπόθεσής τους. Και αυτά, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο Διαχειριστής, ως αναντιλέκτως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, προέβη σε διάφορες ενέργειες, μεταξύ των οποίων και στην δημοσίευση αγγελίας για την πώληση των κατοικιών. Αναφορικά με την απουσία υπεράσπισης εκ μέρους της εταιρείας από τον Διαχειριστή στην πιο πάνω αγωγή, για τους λόγους που ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, αυτό είναι ένα θέμα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Διαχειριστής ασκεί, ή θα ασκήσει τα καθήκοντα του, και ελλείψει συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών περί συνεννόησης με την Τράπεζα, ή απάτης και παράνομης συνεννόησης μεταξύ τους, παραμένουν στο επίπεδο των αοριστιών και των γενικοτήτων. Και τούτο, πέραν του γεγονότος ότι η Αγγλική τουλάχιστον νομολογία, ως έχει ήδη εκτεθεί, αναγνωρίζει πλέον ότι δεν υπάρχει καθήκον επιμέλειας στην βάση αστικού αδικήματος, αλλά μόνο καθήκον δυνάμει του δικαίου της επιεικείας. Άλλωστε και αυτό υπό μορφή και μόνο σχολίου, ο ενάγων αρ.2, δεδομένου ότι ως αναφέρει, είναι ο μοναδικός μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος στην εταιρεία και ενάγεται υπό την ιδιότητα του εγγυητή, έχει κάθε ευκαιρία αλλά και το δικαίωμα να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που επιθυμεί στα πλαίσια της ρηθείσης αγωγής. Κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί περί παράνομου τερματισμού των συμφωνιών και των λοιπών υπερχρεώσεων και ανατοκισμών, είναι άσχετοι με τα επιζητούμενα διατάγματα και μόνο στα πλαίσια της ρηθείσης αγωγής μπορούν να εξεταστούν. Από την συνεκτίμηση των πιο πάνω, εκείνο που αναδεικνύεται είναι ότι οι χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί και ως εκ τούτου είναι πρόωρες. Είναι βέβαια σαφές ότι το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για μια εκτεταμένη ανάλυση, αφού πρόκειται για ζητήματα που θα εξεταστούν σε βάθος κατά το τελικό στάδιο και αφού αξιολογηθεί η μαρτυρία. Οι πιο πάνω κρίσεις αποτελούν προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων και γίνονται στα περιορισμένα πλαίσια των δυο πρώτων προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία προς έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος, στην βάση όσων προβάλλονται εκ μέρους των αιτητών και όσα επί τούτου αντιπροβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση. Προκύπτει, στη βάση των πιο πάνω πραγματικών και νομικών δεδομένων, ότι καμιά εκ των δυο πρώτων προϋποθέσεων δεν πληρείται. Ακόμα και να μπορούσε να κριθεί ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, η δεύτερη προϋπόθεση, στην βάση των όσων έχουν εκτεθεί απέχει κατά πολύ ώστε να ικανοποιείται. Σύμφωνα με την Hellenic Bank ανωτέρω, η εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, διενεργείται με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει το δικαστήριο ενώπιον του. Και είναι η κρίση του δικαστηρίου, στην βάση όσων έχουν εκτεθεί, ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση. Και αυτά βέβαια, σε συνάρτηση πάντοτε με τα επιζητούμενα προσωρινά διατάγματα για απομάκρυνση του Διαχειριστή, ή αναστολή του διορισμού του και διορισμό του ενάγοντα αρ.
  2. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης, η περαιτέρω εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων παρέλκει. Υπάρχει τέλος ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο, με την δική του αυτόνομη δυναμική και αξία. Το οποίο και είναι καταλυτικό. Αποτελεί την υποχρέωση των εναγόντων, ή και του ενάγοντα αρ.2, να υποβάλουν έκθεση επαληθευμένη με ένορκη δήλωση στον καθορισμένο τύπο σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας. Πρόκειται συναφώς για νομοθετική υποχρέωση που πηγάζει από τα άρθρα 340 και 341 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  3. Η μη συμμόρφωση του ενάγοντα αρ.2, ως αναντιλέκτως αναφέρει ο Διαχειριστής, και η προσπάθεια παράκαμψης του Διαχειριστή δια των επιδιωκόμενων διαταγμάτων εγείρει ένα σοβαρό θέμα. Μπορεί μεν τα αιτούμενα διατάγματα να μην εκδόθηκαν μονομερώς, οπότε και δεν μπορεί να εγερθεί ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων στο παρόν στάδιο, το γεγονός όμως ότι ο ενάγων αρ.2 δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του Νόμου για την υποβολή της έκθεσης, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ούτε και να αγνοηθεί. Αντίθετα. Στην Καναδική υπόθεση Canadian Union of Public Employees v. City of Toronto and Douglas C. Stanley v. Attorney General of Ontario [2003] 3 R.C.S 77, (Judicial Review, Έφεση από απόφαση του Εφετείου), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
(3)Abuse of Process 35. Judges have an inherent and residual discretion to prevent an abuse of the court's process. This concept of abuse of process was described at common law as proceedings "unfair to the point that they are contrary to the interest of justice" (R. v. Power, 1994 CanLII 126 (SCC), [1994] 1 S.C.R. 601, at p. 616), and as "oppressive treatment" (R. v. Conway, 1989 CanLII 66 (SCC), [1989] 1 S.C.R. 1659, at p. 1667). McLachlin J. (as she then was) expressed it this way in R. v. Scott, 1990 CanLII 27 (SCC), [1990] 3 S.C.R. 979, at p. 1007: . . . abuse of process may be established where:
(1)the proceedings are oppressive or vexatious; and,
(2)violate the fundamental principles of justice underlying the community's sense of fair play and decency. The concepts of oppressiveness and vexatiousness underline the interest of the accused in a fair trial. But the doctrine evokes as well the public interest in a fair and just trial process and the proper administration of justice. 37. In the context that interests us here, the doctrine of abuse of process engages "the inherent power of the court to prevent the misuse of its procedure, in a way that would . . . bring the administration of justice into disrepute" (Canam Enterprises Inc. v. Coles
(2000), 2000 CanLII 8514 (ON CA),51 O.R.
(3d)481 (C.A.), at para. 55, per Goudge J.A., dissenting (approved [2002] 3 S.C.R. 307, 2002 SCC 63 (CanLII))). Goudge J.A. expanded on that concept in the following terms at paras. 55-56: The doctrine of abuse of process engages the inherent power of the court to prevent the misuse of its procedure, in a way that would be manifestly unfair to a party to the litigation before it or would in some other way bring the administration of justice into disrepute». Στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R
(1991)3 All.E.R 897, 914, αναφορικά με την κατάχρηση, υπεδείχθη ότι θα πρέπει να υπάρχει κάτι το οποίο: « . that is something unfair and wrong .. » Ως λέχθηκε στην Constantinides v. Ekdotiki Eteria to Vima Ltd κ.ά
(1983)1 C.L.R 348 : «The administration of justice is all important to the well-being of society and concerns everyone» Είναι επίσης νομολογημένο ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, έγινε αναφορά στις αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Υπεδείχθη ότι: « Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 ΑΑΔ
  1. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρησή τους για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Κατά την κρίση του δικαστηρίου η μη συμμόρφωση των εναγόντων στις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και η χρήση των δικαστικών διαδικασιών προς αντικατάσταση του Διαχειριστή, συνιστά καταχρηστική διαδικασία και προσπάθεια παράκαμψης των νομοθετικών τους υποχρέωσεων. Κατά συνέπεια και αν ακόμα πληρούνταν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, η αίτηση ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη λόγω καταχρηστικής χρήσης των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους των εναγόντων. Η αίτηση για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών και υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.