← Κύπρος

Παναγιώτη Ανδρέου κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4631/06, 29/12/2016

Παναγιώτη Ανδρέου κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4631/06, 29/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A700 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4631/06 Μεταξύ:

  1. Παναγιώτη Ανδρέου
  2. Ευγενίας Ανδρέου Εναγόντων - και -
  3. ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  4. ΚΙΚΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 4/6/10 Μεταξύ:
  5. Παναγιώτη Ανδρέου
  6. Ευγενίας Ανδρέου Εναγόντων - και -
  7. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
  8. ΚΙΚΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου,
  9. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Χρ. Ιωαννίδης για Αγγελίδη, Ιωαννίδη, Λεωνίδου ΔΕΠΕ (κα Α. Ιγνατίου για να ακούσει απόφαση). Για Εναγόμενους: κ. Μ. Ηλιάδης για Τάσσο Παπαδόπουλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κα Α. Λουκαρή για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή, στην οποία η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε το 2009, αφορά άλλη μια υπόθεση Χρηματιστηρίου η οποία παραπέμπει σε γεγονότα του 1999-
  10. Οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι, με την εν λόγω αγωγή αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τις θεραπείες, οι οποίες παρατίθενται αυτολεξεί: «ΚΑΙ Ο ΕΝΑΓΟΝΤΑΣ 1 ΑΞΙΩΝΕΙ: Α. Ευρώ 367.600,00 (ΛΚ 215,146.72) ως η παράγραφος 17 Β. Ευρώ 25.761,37 (ΛΚ 15.077.46) ως η παράγραφος
  11. ΚΑΙ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ 2 ΑΞΙΩΝΕΙ: Γ. Ευρώ 885.149,64 (ΛΚ 518.055.07) ως η παράγραφος 17 Δ. Ευρώ 112.834,74 (ΛΚ 66.039.24) ως η παράγραφος 19 ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ Ε. Ευρώ 25.651,13 (Λ.Κ 15.012.94) ως η παράγραφος 20 ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΑΞΙΩΝΟΥΝ ΣΤ. Αποζημιώσεις για παραπλανητικές δηλώσεις και/ή ψευδείς και/ή παραπλανητικές παραστάσεις και/ή με βάση τους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμους όσο και με βάση γενικότερα τον Νόμο και/ή για αμέλεια και/ή ως ανωτέρω αναφέρεται. Ζ. Τιμωρητικές Αποζημιώσεις.» Είναι η θέση των Εναγόντων ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, δεν πώλησαν μετοχές της Εναγόμενης 1 που κατείχαν, αλλά αγόρασαν και άλλες μετοχές αυτής «η οποία ήταν εισηγμένος εκδότης και/ή εκδότης εισηγμένων τίτλων υπό την έννοια του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Κύπρου Νόμου του 1993 και/ή των Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμών του 1995 έως 2004», με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης: «
  12. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο οι Ενάγοντες ήταν μέτοχοι και/ή δικαιούχοι τίτλων της Εναγόμενης 1 ως ακολούθως: Α. Ο Ενάγοντας 1 κατά ή περί την 28/12/99 ημέρα εισδοχής των τίτλων στο ΧΑΚ κατείχε 25810 μετοχές της Εναγόμενης 1, χωρίς δικαίωμα μερίσματος χρήσης 1999, ex-dividend με κωδικό CPBX οι οποίες προήλθαν από εξάσκηση 12905 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών που κατείχε ο Ενάγοντας 1 κατά την 9/11/
  13. Β. Η Ενάγουσα 2 κατά ή περί την 28/12/99 ημέρα εισδοχής των τίτλων στο ΧΑΚ κατείχε 60.000 μετοχές χωρίς δικαίωμα μερίσματος χρήσης 1999 ex-dividend οι οποίες προήλθαν από εξάσκηση 30.000 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών που κατείχε η Ενάγουσα κατά την 9/11/99.». Είναι η θέση των Εναγόντων ότι μεταξύ της περιόδου 7.9.1999-7.3.2001 οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε παραστάσεις και/ή δηλώσεις και/ή πληροφορίες και/ή απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και/ή πληροφορίες ως λεπτομερώς περιγράφονται στις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Με βάση τις πιο πάνω δηλώσεις και/ή καθοδηγούμενοι από αυτές, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέφυγαν να πωλήσουν μετοχές της Εναγόμενης 1 που κατείχαν. Αντ΄ αυτού, προέβηκαν κατά ή περί της 8.3.2000 σε περαιτέρω αγορές μετοχών της Εναγόμενης
  14. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω δηλώσεις των Εναγομένων 1 και 2 «ήταν ψευδείς και/ή λανθασμένες και/ή παραπλανητικές και/ή ανακριβείς και/ή μετάφεραν λανθασμένη και/ή παραπλανητική εικόνα για την Εναγόμενη 1 και/ή την τιμή που διαπραγματεύετο η μετοχή της Εναγόμενης 1 και/ή την επίπτωση των αλλαγών στην τιμή της μετοχής της Εναγομένης 1 και/ή είναι προϊόν αμέλειας της Εναγομένης 1 και/ή του Εναγόμενου 2 και/ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων τους.». Στην Έκθεση Απαίτησης τους παραθέτουν σχετικές λεπτομέρειες, τις οποίες έχω θέσει ενώπιον μου. Στο δικόγραφό τους γίνεται επίσης αναφορά σε λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων των Εναγομένων 1 και
  15. Σύμφωνα με τις παραγράφους 17-20 της Έκθεσης Απαίτησης: «
  16. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και/ή κατά ή περί τον Μάρτιο του 2000 είχαν πρόθεση να ρευστοποιήσουν την επένδυση τους στην Εναγόμενη 1 και/ή να πωλήσουν τις μετοχές της Εναγόμενης 1 που κατείχαν, ανάλογα με τα αποτελέσματα οπόταν θα φαινόταν η δυναμική ή μη της εταιρείας να αυξάνει τα κέρδη της, πράγμα το οποίο παρέλειψαν να πράξουν λόγω των πιο πάνω δηλώσεων και/ή παραστάσεων και/ή αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων και/ή του Νόμου και/ή των Κανονισμών από τους Εναγομένους με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά καθότι ενεργώντας επί την βάση των εν λόγω δηλώσεων και/ή καθοδηγούμενοι από τις εν λόγω παραστάσεις απέφυγαν να πωλήσουν τις μετοχές που κατείχαν της Εναγόμενης 1 και πωλήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο σε τιμή κατά πολύ χαμηλότερη. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΑΣ ΕΝΑΓΟΝΤΑ 1 Αξία 25810 μετοχών ex-dividend ΛΚ 325.309,24 Κατά την 08-31/03/2000 (Ευρώ 555.823,84) Αξία μετοχών κατά την 07/03/01 όταν ΛΚ 49.320,00 και διαπιστώθηκε η κύρια παραπλάνηση (Ευρώ 84.268,22) Αφαιρουμένων των ποσών για τις μετοχές που πωλήθηκαν στις 17/01/01, 18/01/01 και 19/01/01 ΛΚ 60.842,52 (Ευρώ 103.955,62) ΣΥΝΟΛΟ ΖΗΜΙΑΣ ΛΚ 215,146.72 (Ευρώ 367.600,00) ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΑΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ 2 Αξία 60.000 μετοχών ex-dividend ΛΚ 756.240.00 Κατά την 08-31/03/2000 (Ευρώ 1292112.75) Αξία μετοχών κατά την 07/03/01 όταν ΛΚ 164.400,00 και διαπιστώθηκε η κύρια παραπλάνηση (Ευρώ 280.894,08) Αφαιρουμένων των ποσών για τις μετοχές που πωλήθηκαν στις 17/01/01 και 19/01/01 ΛΚ 73.784,93 (Ευρώ 126.069,04) ΣΥΝΟΛΟ ΖΗΜΙΑΣ ΛΚ 518,055.07 (Ευρώ 885.149,63)
  17. Περαιτέρω ο Ενάγοντας 1 υπέστη ζημιά και/ή βλάβη καθότι συνεπεία και/ή λόγω των πιο πάνω δηλώσεων και/ή παραστάσεων και/ή της αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων και/ή του Νόμου και/ή των Κανονισμών των Εναγομένων πέραν του ότι δεν προέβηκε σε ρευστοποίηση των μετοχών που κατείχε προέβηκε και σε αγορά 1500 μετοχών της Εναγομένης 1 καταβάλλοντος το συνολικό ποσό των ΛΚ 20.557.46 οι οποίες κατόπιν υποδιαίρεσης έγιναν 2500 και πωλήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο σε τιμή κατά πολύ χαμηλότερη. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΑΣ ΕΝΑΓΟΝΤΑ 1 Αξία 1500 μετοχών ΛΚ 20.557.46 Κατά την 08-31/03/2000 (Ευρώ 35.124,51) Αξία μετοχών κατά την 07/03/01 όταν ΛΚ 5.480.00 και διαπιστώθηκε η κύρια παραπλάνηση (Ευρώ 9.363,14) ΣΥΝΟΛΟ ΖΗΜΙΑΣ ΛΚ 15.077,46 (Ευρώ 25.761,37)
  18. Περαιτέρω η Ενάγουσα 2 υπέστη ζημιά και/ή βλάβη καθότι συνεπεία και/ή λόγω των πιο πάνω δηλώσεων και/ή παραστάσεων και/ή της αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων και/ή του Νόμου και/ή των Κανονισμών των Εναγομένων πέραν του ότι δεν προέβηκε σε ρευστοποίηση των μετοχών που κατείχε προέβηκε και σε αγορά 7000 μετοχών ex- dividend της Εναγομένης 1 καταβάλλοντος το συνολικό ποσό των ΛΚ 91.611.11 οι οποίες κατόπιν υποδιαίρεσης έγιναν 11.666 και πωλήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο σε τιμή κατά πολύ χαμηλότερη. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΑΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ 2 Αξία 7000 μετοχών ex-dividend ΛΚ 91.611.11 Κατά την 21/03/00 (Ευρώ 156.526,97) Αξία μετοχών κατά την 07/03/01 όταν ΛΚ 25.571.87 και διαπιστώθηκε η κύρια παραπλάνηση (Ευρώ 43.692,13) ΣΥΝΟΛΟ ΖΗΜΙΑΣ ΛΚ 66.039.24 (Ευρώ 112.834,74)
  19. Περαιτέρω οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέστησαν ζημιά και/ή βλάβη από κοινού καθότι συνεπεία και/ή λόγω των πιο πάνω δηλώσεων και/ή παραστάσεων και/ή της αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων και/ή του Νόμου και/ή των Κανονισμών των Εναγομένων πέραν του ότι δεν προέβηκαν σε ρευστοποίηση των μετοχών που κατείχαν προέβηκα και σε αγορά 1500 μετοχών της Εναγομένης 1 καταβάλλοντος το συνολικό ποσό των ΛΚ 20.557,46 οι οποίες κατόπιν υποδιαίρεσης έγιναν 2500 και πωλήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο σε τιμή κατά πολύ χαμηλότερη. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΑΣ ΕΝΑΓΟΝΤΑ 1 ΚΑΙ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ 2 ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ Αξία 1500 μετοχών ex-dividend ΛΚ 20.492,94 Κατά την 8/03/2000 (Ευρώ 35.014,27) Αξία μετοχών κατά την 07/03/01 όταν ΛΚ 5.480,00 και διαπιστώθηκε η κύρια παραπλάνηση (Ευρώ 9.363,14) ΣΥΝΟΛΟ ΖΗΜΙΑΣ ΛΚ 15.012,94 (Ευρώ 25.651,13)» Οι Εναγόμενοι με το δικόγραφό τους αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Ισχυρίζονται, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν κατά τον ουσιώδη χρόνο «ελεύθερα και κατά την απόλυτη αυτών κρίση, εξουσία και απόφαση και οι οποιεσδήποτε δηλώσεις, παραστάσεις ή ανακοινώσεις των Εναγομένων δεν επηρέασαν τις οποιεσδήποτε πράξεις ή αποφάσεις τους σε σχέση με τις συναλλαγές τους για τις μετοχές.» Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι και αν ακόμη οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιές, τις οποίες βεβαίως αρνούνται, αυτές δεν έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμόν δηλώσεις ή ανακοινώσεις των Εναγομένων. Τέλος στις παραγράφους 9 και 10 του δικογράφου τους, αναφέρουν τα ακόλουθα: «
  20. Οι Εναγόμενοι αρνούνται επίσης κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς και τις ισχυριζόμενες Λεπτομέρειες (Α έως και Σ) της παρα.14 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Περαιτέρω ή/και ειδικότερα οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ισχυριζόμενες δηλώσεις ή/και παραστάσεις ήσαν ψευδείς ή/και λανθασμένες ή/και παραπλανητικές ή/και ανακριβείς ή/και μετέφεραν λανθασμένη ή/και παραπλανητική εικόνα ή/και ότι είναι προϊόν αμέλειας ή/και παράβασης νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων ή/και άλλως πως, ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά οι Εναγόμενοι θα ισχυριστούν κατά τη δικάσιμη ότι και αν ακόμη οι εν λόγω ισχυρισμοί των Εναγόντων ήθελαν αποδεικτεί (τους οποίους εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενοι αρνούνται κατηγορηματικά) οι πράξεις ή/και ενέργειες ή/και δραστηριότητες ή/και συναλλαγές των Εναγόντων δεν είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με αυτές.
  21. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι θα βασιστούν και στα πιο κάτω:

(1)Η Εναγόμενη αρ.1 παρουσίαζε/ανακοίνωνε και συνεχίζει να παρουσιάζει/ανακοινώνει έγκαιρα τις Οικονομικές Καταστάσεις και τα αποτελέσματα της σύμφωνα με τους σχετικούς Κανονισμούς του ΧΑΚ.
(2)Η Εναγόμενη αρ.1 παρουσίαζε και παρουσιάζει πάντοτε τα ορθά και αληθή κέρδη της. Οι Ετήσιες Οικονομικές Καταστάσεις της Εναγομένης αρ.1 για τα έτη 1999, 2000, 2001 ήταν νομίμως ελεγμένες από τους τότε ελεγκτές της Εναγομένης αρ.1, ελεγκτικό οίκο Deloitte & Touche.
(3)Η οποιαδήποτε πτώση στην τιμή της μετοχής της Εναγομένης αρ.1 ήταν το αποτέλεσμα ή/και ακολούθησε τη γενικότερη πτώση της τιμής όλων των μετοχών που ήταν εισηγμένες στο ΧΑΚ.
(4)Οι Εταιρείες δεν δίδουν «δώρα» - η χρησιμοποίηση του όρου από τους Ενάγοντες είναι προδήλως λανθασμένη. Οι Εταιρείες παραχωρούν Δωρεάν Μετοχές (Bonus Shares), Δικαιώματα Παραχώρησης Μετοχών (Warrants), Δικαιώματα Προτίμησης (Rights). Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης αρ.1 έκρινε ότι ο κατάλληλος χρόνος για παραχώρηση Δωρεάν Μετοχών και Δικαιωμάτων Προτίμησης προς τους Μετόχους ήταν ο Οκτώβριος του 2000.
(5)Η απόφαση για την παραχώρηση μετοχών της Λαϊκής Επενδυτικής προς τους μετόχους της Εναγομένης αρ.1 και την εισαγωγή τους στο ΧΑΚ λήφθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης αρ.1 το Δεκέμβριο του 1999. Από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Εναγομένης αρ.1 και της Λαϊκής Επενδυτικής έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες για την εισαγωγή τους στο ΧΑΚ το συντομότερο δυνατόν. Αυτό επιτεύχθηκε το Σεπτέμβριο του 2000.
(6)Κατά την υπ' αναφοράν χρονική περίοδο αυτή υπεβλήθησαν για πρώτη φορά μεγάλος αριθμός αιτήσεων από εταιρείες για εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ, το οποίο όπως και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν είχαν την αναγκαία υποδομή για τη γρήγορη εξέταση των αιτήσεων.
(7)Ο κάθε μέτοχος της Εναγομένης αρ.1 είχε το απόλυτο δικαίωμα και την απόλυτη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ή όχι τις μετοχές της Λαϊκής Επενδυτικής που του παραχωρήθηκαν.
(8)Οι Ενάγοντες σε ενάσκηση δικαιώματος αποδέχθηκαν τις μετοχές που τους παραχωρήθηκαν.
(9)Οι μετοχές της Cyprialife ανήκαν στα Επενδυτικά Ταμεία των Ασφαλιζομένων και οι αποφάσεις για αγοραπωλησίες δεν λαμβάνονταν από τους Εναγόμενους.» Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων ήταν ο Ενάγων 1 κ. Παναγιώτης Ανδρέου. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Ένδειξη «Α». Η κατάθεσή του καταλαμβάνει 22 δακτυλογραφημένες σελίδες. Σε γενικές γραμμές η θέση του ήταν ότι η τιμή της μετοχής της Εναγόμενης 1 στο ΧΑΚ «ήταν μερικές φορές πάνω από την πραγματική της αξία σύμφωνα με τα αποτελέσματα που με την πάροδο ενός χρόνος μας αποκάλυψαν και σίγουρα, σιγουρότατα όχι υποτιμημένη.». Αναφορά κάνει και σε λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης καθηκόντων των Εναγομένων 1 και
  1. Στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης παραπέμπει σε δηλώσεις που έκαναν και πληροφορίες που έδωσαν οι Εναγόμενοι 1 και
  2. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: «Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και ειδικότερα κατά ή περί την περίοδο μεταξύ την 07/09/1999 μέχρι και την 07/03/2001 ο Εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διοικητικός και εκτελεστικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1 και η Εναγόμενη 1 μέσω εγγράφων της και δηλώσεων αυτής και των αντιπροσώπων της αλλά και του εκτελεστικού συμβούλου και διοικητή αυτής, του Εναγόμενου 2, παρέστησαν και προέβησαν σε παραστάσεις και δηλώσεις και έδιδαν πληροφορίες και απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και πληροφορίες κατά το χρόνο που έπρεπε προς εμένα προσωπικά και τη σύζυγο μου υπ' αριθμό 2 Ενάγουσα ως ακολούθως υπό τον τίτλο Λεπτομέρειες Παραστάσεων, (για σκοπούς ευκολίας αναφοράς επισυνάπτω ως Τεκμήρια 7 δέσμη εγγράφων (1-36) αντιγράφων σελίδων ως δημοσιεύτηκαν και ως αναγνώστηκαν από εμένα και την σύζυγο μου στον ημερήσιο, εβδομαδιαίο και μηνιαίο τύπο και περιοδικά - τα πλείστα δημοσιεύματα με φωτογραφία του Εναγόμενου 2 - ως αυτά πιστοποιούνται από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών)» Είναι η θέση του ότι: «
  3. Τόσο εγώ όσο και η γυναίκα μου στηριχθήκαμε στις δηλώσεις, παραστάσεις, πληροφορίες, διαβεβαιώσεις των Εναγόμενων για να μην πωλήσουμε τις μετοχές που κατείχαμε αλλά και να αγοράσουμε μετοχές της Εναγόμενης 1 κατά ή περί την 8 - 2 1 Μαρτίου 2000 δηλαδή αμέσως μετά που λάβαμε γνώση των προκαταρκτικών ετήσιων αποτελεσμάτων 1999 και πριν να λάβουμε γνώση της Έκθεσης Ετήσιων Αποτελεσμάτων
  4. Κατά την απόφαση μας συνειδητά αναλάβαμε τους όποιους κίνδυνους σχετίζονται με την αγορά και κτήση μετοχών αλλά δεν αναλάβαμε τον κίνδυνο οι εν λόγω δηλώσεις, παραστάσεις, πληροφορίες, διαβεβαιώσεις των Εναγόμενων να ήταν ψευδείς και/ή λανθασμένες και/ή ανακριβείς και /ή παραπλανητικές. Θεωρήσαμε ότι αυτά που επέλεξαν να δηλώσουν, να παραστήσουν, να πληροφορήσουν και να διαβεβαιώσουν παρουσίαζαν μια δίκαιη, αληθινή, πραγματική και χωρίς παραπλάνηση εικόνα περί της κερδοφορίας της Εναγόμενης 1 και της δυναμικής της να αυξάνει τα κέρδη της.» Εν κατακλείδι, αξιώνονται αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως λεπτομερώς έχει περιγραφεί πιο πάνω. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε. Στη μαρτυρία που έδωσε κατά την αντεξέτασή του θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε και ο κ. Πανικός Χριστόφορου, Λειτουργός του Χρηματιστηρίου. Ουσιαστικά η μαρτυρία του αφορούσε στη μέση σταθμισμένη τιμή της μετοχής της Εναγόμενης 1 σε διάφορες περιόδους. Ως ανέφερε, η μέση σταθμισμένη τιμή «είναι ο μέσος όρος τιμής επί ποσότητα που διαπραγματεύθηκε τη συγκεκριμένη ημέρα η κάθε μετοχή.». Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Οι Εναγόμενοι δεν κάλεσαν μάρτυρες. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Αναφέρω από τώρα ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273, 1280 - 1281, Κυριάκου ν. Γ. Νικόλα (Μακρή) Λτδ,
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869, 873 και την πρόσφατη απόφαση της Πλειοψηφίας, Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Νίκου Κυριακίδη, Πολ. Έφεση 209/10, απόφαση ημερ. 9.9.15). Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι βεβαίως γνωστό πως είναι δυνατόν το Δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει μέρος αυτής, όταν όμως ο μάρτυρας έχει κριθεί γενικά αξιόπιστος. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στη υπόθεση Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.A.Δ. 499 όπου στη σελ. 503 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ως ορθή τη μαρτυρία ατόμου ως προς ένα σημείο ή πτυχή των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτή και να την απορρίψει αναφορικά με άλλο σημείο ή πτυχή της υπόθεσης. Αυτό βέβαια γίνεται εφόσον ο μάρτυρας κριθεί γενικά αξιόπιστος. Όταν κριθεί αξιόπιστος είναι δυνατό η μαρτυρία του σε ένα μέρος της να κριθεί ορθή ενώ σε άλλο λαθεμένη, μετά που θα συγκριθεί με το ενδεχομένως υπάρχον υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Δεν μπορεί όμως όταν ένας μάρτυρας κριθεί από το Δικαστήριο γενικά αναξιόπιστον να θεωρηθεί πως μέρος της μαρτυρίας του είναι αληθές και άλλο όχι». Στην Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που επιβεβαιωνόταν από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία και απέρριψε το μέρος της μαρτυρίας του που παρέμεινε χωρίς επιβεβαίωση. Η πιο πάνω προσέγγιση κρίθηκε ορθή από το Εφετείο. Στην υπόθεση Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59 το Εφετείο σχολιάζοντας τη μαρτυρία μάρτυρα που κρίθηκε αναξιόπιστος από το Κακουργιοδικείο και επειδή είχε δώσει μαρτυρία που ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με αστυνομική του κατάθεση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 71: «.... Έχοντας διεξέλθει την όλη μαρτυρία του πρώην συγκατηγορουμένου του εφεσείοντος, όντως αυτή έπασχε από λογική ανακολουθία, ενώ ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με την αστυνομική του κατάθεση Τεκμ.32. Επομένως, το Κακουργιοδικείο ενεργώντας στα πλαίσια της νομολογίας και της λογικής, απέκλεισε την όλη μαρτυρία ως μη δυνάμενη να αποτελέσει υλικό αξιολόγησης». Στην υπόθεση Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 278 και 279: «Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι εξεταζόμενη συνολικά η μαρτυρία του παραπονούμενου, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, καθιστούσε αδύνατο ή τελείως ακροσφαλές και αβέβαιο το έργο της διάκρισης μεταξύ ψεύδους και πραγματικότητας. Και επρόκειτο ασφαλώς για την πλέον κρίσιμης σημασίας μαρτυρίας στην όλη υπόθεση, στην οποία το Δικαστήριο εκαλείτο να βασισθεί για να συνθέσει την ακριβή εικόνα του επίδικου επεισοδίου. Κατά την άποψη μας ο παραπονούμενος δεν μπορούσε παρά να είχε κριθεί ως αναξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του ως ανάξια επιλογής αποδεκτών και μη μερών, αλλά αντίθετα έπρεπε να κριθεί απορριπτέα στο σύνολο της.» Ο Μ.Ε.2 κ. Πανίκος Χριστοφόρου μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του, η οποία ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε διάφορα έγγραφα που αφορούσαν στη μέση σταθμισμένη τιμή των μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας σε συγκεκριμένες περιόδους. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 48-51, το περιεχόμενο των οποίων έχω θέσει ενώπιον μου. Όπως διευκρίνισε, αντεξεταζόμενος, η μέση σταθμισμένη τιμή είναι ο μέσος όρος των τιμών όλης της συνάντησης σε σχέση πάντοτε «με τον αριθμό των μετοχών που συναλλάχθηκε στην κάθε τιμή, το average». Ήταν η θέση του, την οποία και αποδέχομαι, ότι η μέση σταθμισμένη τιμή είναι προϊόν λογιστικής πράξης, είναι ένας δείκτης των τιμών της ημέρας και όχι η πραγματική τιμή, αφού η τιμή μιας μετοχής είναι απόλυτη και όχι μέσος όρος ή ο,τιδήποτε άλλο. Ο Ενάγων 1 ο κ. Παναγιώτης Ανδρέου, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Κατ' αρχάς επειδή η Αγωγή εγείρεται και εκ μέρους της συζύγου του Ενάγουσας 2, στο όνομα της οποίας είχαν διεξαχθεί χρηματιστηριακές πράξεις, ήταν η θέση του ότι η σύζυγός του διάβασε αρκετά από τα δημοσιεύματα, τα οποία ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήρια. Πώς γνώριζε ότι η σύζυγός του διάβασε αρκετά από τα δημοσιεύματα (και ποια), δεν διευκρίνισε. Εν πάση περιπτώσει, εάν μελετούσε τόσο η σύζυγός του όσο και ο ίδιος κάποια από τα πιο πάνω δημοσιεύματα και κάποιες από τις δηλώσεις που φέρεται να έχει κάνει ο Εναγόμενος 2, θα διαπίστωνε πως ο τελευταίος δεν είχε συμβουλεύσει το επενδυτικό κοινό να αγοράζει μετοχές χωρίς προβληματισμό, περίσκεψη και έρευνα. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στο Τεκμήριο 7.11, εβδομαδιαία Εφημερίδα «Νέος Τύπος» ημερ. 27-28.11.99, όπου στο εν λόγω δημοσίευμα ο Εναγόμενος 2 ανέφερε τα ακόλουθα: «Οι ιδιώτες επενδυτές που δε διαθέτουν τις σχετικές γνώσεις και ικανότητες πρέπει να απευθύνονται σε ικανούς και έντιμους επαγγελματίες συμβούλους ή να αναθέτουν τη διαχείριση των κεφαλαίων τους σε επενδυτικούς οργανισμούς αναγνωρισμέ­νου κύρους και με αποδεδειγμένο ιστορικό επι­τυχίας.» Και από το ίδιο δημοσίευμα, σε ερώτηση εάν οι κυπριακές μετοχές είναι υπερτιμημένες, απάντησε ως εξής: «Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκο­λη και πάντως δεν θα πρέπει να απαντηθεί από εμένα υπό τη συγκεκριμένη επαγγελματική μου ιδιότητα και από τη θέση που κατέχω. Το ερώτη­μα αυτό θα πρέπει να απασχολεί τους επενδυ­τές, ιδιώτες και θεσμικούς, και τους επαγγελμα­τίες του κλάδου, χρηματιστές, συμβούλους επενδύσεων και διαχειριστές κεφαλαίων. Εκεί­νο που θα μπορούσα μόνο να συμβουλεύσω τους επενδυτές είναι ότι δε θα πρέπει να ξε­χνούν ότι η αποτίμηση των εταιρειών θα πρέπει να αντανακλά σε γενικές γραμμές το ύψος των κεφαλαίων τους και την αναμενόμενη κερδο­φορία τους στο μέλλον. Η μελλοντική προοπτι­κή τους πρέπει να θεμελιώνεται σε λογικές εκτι­μήσεις σχετικά με ένα πλήθος παραγόντων όπως η ανταγωνιστική θέση της εταιρείας στον κλάδο, το ιστορικό της, η ικανότητα της διοίκη­σης της, ο ρυθμός ανάπτυξης, τα χρηματοοικο­νομικά της στοιχεία και πολλά άλλα. Μιλάω για λογικές εκτιμήσεις που είναι αποτέλεσμα προ­σεκτικής ανάλυσης και όχι προσδοκίες που δε θεμελιώνονται σε πραγματικά δεδομένα, ή επι­θυμίες που είναι προϊόν αβάσιμων φημολογιών και μυθοπλασιών.» Ήταν περαιτέρω η θέση του Ενάγοντα 1 πως τις αποφάσεις για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων τις ελάμβαναν από κοινού. Όταν παραπέμφθηκε στην Αγωγή 60/07 που καταχώρισαν εναντίον της Λαϊκής Επενδυτικής και του υποβλήθηκε ότι η σύζυγός του στην εν λόγω Αγωγή δέχθηκε ότι ουσιαστικά αυτός αποφάσιζε για τις χρηματιστηριακές πράξεις, απάντησε ως εξής «Ήταν λάθος έκφραση και γράφτηκε έτσι και συμφωνώ όπως το λες αλλά το απεφάνθη δεν ήξερε τι σημαίνει και μου το είπε μετά. Σίγουρα είχε γίνει γλωσσικό λάθος και δεν είπαμε τίποτε.». Η πιο πάνω απάντησή του δεν με πείθει. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ότι εξηγούσε ο ίδιος τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 στη σύζυγό του. Βρίσκω πως τα όσα ανέφερε γύρω από τα πιο πάνω, συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων και προβλήθηκαν όταν του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε η σύζυγός του είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε αγοραπωλησίες μετοχών, και ότι αυτός αποφάσιζε για την αγορά και πώληση των μετοχών στο όνομά της αφού είχε σχετικό πληρεξούσιο. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε πως αγόρασε και το 2005 μετοχές της Λαϊκής, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά άλλο Χρηματιστή. Αυτό αρχικά όχι μόνο δεν το απεκάλυψε αλλά ισχυρίστηκε άλλα. Παραθέτω από τα πρακτικά τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις: «Ε. Όταν διάβαζες αυτή την έκθεση του '99 που είπες ότι παρέλαβες από το ταχυδρομείο, ως υφιστάμενος μέτοχος, πότε ήταν η επόμενη φορά που αγόρασες μετοχές της Λαϊκής τράπεζας μετά που την διάβασες αυτή; Α. Δεν αγόρασα άλλες μετοχές. Μόνον το 2002 από επανεπένδυση μερισμάτων, είχαμε αυτή την εντολή, είχαμε επανεπένδυση μερισμάτων. Μετά την έκθεση δεν αγόρασα μετοχές. Ε. Μετά το '99 δεν αγόρασες μετοχές της Λαϊκής; Τούτο το πήρατε τέλος του Μαρτίου του 2000; Α. Ναι τέλος του Μαρτίου του 2000, 21.3.
  1. Ε. 21.3.2000 τι κάνατε; Α. Τελευταίες αγορές που έκαμα της Λαϊκής Τράπεζας το
  2. Ε. Πριν το πάρετε τούτο ή μετά; Α. Πριν το πάρω.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Με άλλα λόγια αρχικά η θέση του ήταν ότι μετά που διάβασε την Έκθεση του 1999 (τέλη Μαρτίου 2000), δεν αγόρασε άλλες μετοχές της Λαϊκής. Μάλιστα για να υποστηρίξει την εν λόγω θέση του ισχυρίστηκε πως το 2002 οι μετοχές που εξασφάλισε ήταν από επανεπένδυση μερισμάτων στη βάση προυπάρχουσας εντολής. Όταν ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων τον ρώτησε αν είχε ακόμη μετοχές της Λαϊκής μέχρι την ημέρα που αυτή έκλεισε, το 2013 δηλαδή, απάντησε ότι αγόρασε και το 2005 μετοχές όταν ανακοινώθηκε ότι ο κ. Κίκης Λαζαρίδης θα εγκατέλειπε την ηγεσία της Λαϊκής. Όταν του υποβλήθηκε ότι αρχικά είχε ισχυριστεί ότι η τελευταία αγορά ήταν το 2002 απάντησε ως εξής: «Δεν περίμενα ότι θα πας και στο 2005.» Η απάντησή του αυτή δεν με πείθει αφού δεν ήταν επιλήψιμο για τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων «να πάει και στο 2005». Μάλιστα δεν θυμόταν ούτε πόσες μετοχές αγόρασε, αν ήταν πολλές ή λίγες, ούτε τι χρηματικό ποσό κατέβαλε. Όταν του υποβλήθηκε ότι σκόπιμα απέκρυψε ότι αγόρασε εκ νέου μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας και μετά που διαπίστωσε τις κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές του, απάντησε ότι αυτό είναι εκτός θέματος, απάντηση η οποία επίσης δεν με πείθει. Παραδέχθηκε ακόμη ότι αγόρασε μετοχές της Λαϊκής και μετά το
  3. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «Άλλαξε η διεύθυνση». Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γεγονός ότι συνέχιζε να αγοράζει μετοχές της Λαϊκής, ανέφερε και τα ακόλουθα τα οποία επίσης απορρίπτω, αφού δεν δέχομαι ότι ακολουθούσε πιστά ό,τι έλεγε ο κ. Κίκης Λαζαρίδης επειδή ήταν άνθρωπος που ασχολείτο με τον Αθλητισμό και τον Πολιτισμό: «Α. Ήταν μεγάλο το πρόβλημα με τον κ. Κίκη Λαζαρίδη διότι ήταν άνθρωπος ο οποίος ασχολείτο με τον αθλητισμό και τον πολιτισμό και δεν περίμενα ότι υπήρχε περίπτωση να μας παραπλανήσει ο εν λόγω άνθρωπος. Ε. Και αυτές τις μετοχές που αγόρασες τα χρόνια μετά από το 2005 και μετά τις κράτησες μέχρι που έκλεισε η Λαϊκή τον Μάρτιο του 2013; Α. Δεν θυμάμαι τις αγοραπωλησίες. Είχα μετοχές οι οποίες εκμηδενίστηκαν το
  4. Ε. Καλά που έκλεισε η Λαϊκή δεν κίνησες καμία αγωγή μετά που έκλεισε η Λαϊκή; Α. Όχι δεν κίνησα. Ε. Καλά τούτοι που διαδέχθηκαν τον κ. Λαζαρίδη έκλεισαν την Τράπεζα το 2013 και δεν κίνησες αγωγή αλλά το πρόβλημά σου είναι με τον κ. Λαζαρίδη πριν 15 χρόνια; Α. Ο κ. Κίκης Λαζαρίδης ήταν στην ηγεσία της Λαϊκής Τράπεζας αρκετά χρόνια και παρακολουθώντας τις ενημερώσεις που μας έκαμνε ήταν κύριος. Δυστυχώς για τα αποτελέσματα του 1999 τόσο τα προκαταρκτικά όσο και τα τελικά μας παραπλάνησε άγρια.» Παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι το 1999 οι τιμές των μετοχών ανέβηκαν παρά πολύ και ότι ο γενικός δείκτης «ανέβηκε κατά επτά φορές περίπου. Είχε κατακόρυφη άνοδο». Αυτό δεν φαίνεται να τον είχε προβληματίσει τότε. Παραδέχθηκε επίσης πως κατά την εν λόγω περίοδο έκανε και ο ίδιος πάρα πολλές χρηματιστηριακές πράξεις. Του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων ότι «.. Εγώ σου υποβάλω ότι τούτα που μας λες ότι διάβασες στα προκαταρκτικά και αγόρασες είναι παραμύθια. Η αλήθεια είναι ότι ήσουν επενδυτής-κουμαρτζής κατά τα Κυπριακά, αγόραζες μεγάλο αριθμό μετοχών κατά τη διάρκεια του '99 και 2000 και όχι μόνον της Λαϊκής και επειδή έπεσε η αξία των μετοχών έρχεσαι τώρα και έχεις παράπονο και εφεύρες αυτούς τους δήθεν ισχυρισμούς ότι βασίστηκες στα λειτουργικά έξοδα.». Ήταν η θέση του ότι εξαπατήθηκε. Του υποβλήθηκε επίσης ότι «Κατά τη διάρκεια του '99 και κατά τη διάρκεια του 2000 έκαμες δεκάδες αν όχι εκατοντάδες πράξεις μετοχών από Μαλούπα και Παπακώστα, Λαϊκή Τράπεζα, Libra, Dodoni, Apollo, Cytrustees, Avacom, για να πω μερικές. Έκαμες ή όχι;», κάτι που παραδέχτηκε. Δεν προβαίνω σε εύρημα ότι ήταν «επενδυτής-κουμαρτζής», όμως βρίσκω ότι συνιστά σκέψη εκ των υστέρων η θέση του ότι είναι «βάσει των αποτελεσμάτων του 1999» που δεν πώλησε και που αγόρασε μετοχές της Λαϊκής. Εκείνο που συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας του, είναι ότι ήταν άνθρωπος που ήθελε να ασχολείται με το Χρηματιστήριο, ακόμη και μετά τις κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές που κατ΄ ισχυρισμόν του προκάλεσαν οι Εναγόμενοι. Και προφανώς δεν ήθελε με τίποτε να σταματήσει τις αγοραπωλησίες των χρηματιστηριακών αξιών που αφορούσαν και στην Λαϊκή Τράπεζα. Με άλλα λόγια, ήθελε να ασχολείται με κάτι το οποίο ενείχε κινδύνους πρόκλησης ζημιών (ως είχε βεβαίως κάθε δικαίωμα), κάτι που γνώριζε εκ των προτέρων, όπως άλλωστε παραδέχθηκε στην αντεξέτασή του. Ήταν η θέση του πως διαπίστωσε την κατ΄ ισχυρισμόν παραπλάνηση-εξαπάτηση τον Μάρτιο του
  5. Ωστόσο ουδέν έπραξε. Αν διαπίστωνε τότε τέτοια παραπλάνηση-εξαπάτηση, θα ανέμενα να είχε αντιδράσει αμέσως. Για να δικαιολογήσει αυτή την απραξία του ισχυρίστηκε ότι «Αρχικά μας ήταν αδύνατο να πιστέψουμε ότι οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε τέτοιου είδους δημόσια αδικοπραξία εναντίον των μετόχων τους, των επενδυτών αλλά και εναντίον εμένα και της συζύγου μου προσωπικά και αναμέναμε να δούμε ποια θα ήταν η αντίδραση της εταιρείας ή και της πολιτείας. Μάταια όμως καμία αντίδραση δεν υπήρξε, όλοι συμπεριφέρονταν σαν να μη συνέβη τίποτα. Σημειώνω ότι αρχικά τελούσαμε υπο άρνηση καθότι πραγματικά μας ήταν αδύνατο να πιστέψουμε ότι όλα όσα μας διαβεβαίωναν προ ενός χρόνου ήταν όλα ένα ψέμα.». Πρόκειται για σκέψεις εκ των υστέρων. Όχι μόνον τότε δεν αντέδρασε παρόλο που διαπίστωσε την κατ' ισχυρισμόν εξαπάτηση-παραπλάνηση, αλλά συνέχισε να αγοράζει μετοχές της Εναγόμενης
  6. Παραδέχθηκε πως μόλις το 2010 υπέβαλε παράπονο στις Αρχές ότι οι οικονομικές καταστάσεις του 1999 και του 2000 ήταν παραπλανητικές (σημειώνεται ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2006). Παραδέχθηκε ακόμη πως ουδέποτε υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Εναγόμενου 2 στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή στο Χρηματιστήριο. Αναξιόπιστη κρίνεται και η μαρτυρία του ότι πριν αποταθεί στους συγκεκριμένους δικηγόρους για καταχώριση της υπό εκδίκαση Αγωγής, είχε απευθυνθεί σε άλλους δικηγόρους (τους οποίους δεν κατονόμασε) οι οποίοι, ως ισχυρίστηκε, δεν αναλάμβαναν την υπόθεσή του. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι ένας άλλος δικηγόρος (τον οποίο επίσης δεν κατονόμασε) ενώ είχε προθυμοποιηθεί να αναλάβει την υπόθεσή του, μετά την πάροδο ενός- ενάμιση έτους, του ανέφερε ότι αδυνατεί. Για να δικαιολογήσει τον διαρεύσαντα χρόνο μέχρι την καταχώριση της Αγωγής, ανέφερε πως αυτό το γεγονός πρέπει να έλαβε χώρα «το 2002, 2003 ίσως και μετά, 2004 κάπου εκεί.». Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν έχει ούτε τις οικονομικές ούτε τις χρηματιστηριακές γνώσεις για να ερμηνεύει τις οικονομικές καταστάσεις πάνω στις οποίες ισχυρίστηκε ότι βασίστηκε, απέφυγε ουσιαστικά να απαντήσει λέγοντας πως έχει τις στοιχειώδεις γνώσεις για να μπορεί να επενδύει. Να σημειωθεί πως σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του παραδέχθηκε πως δεν είναι σε θέση να μελετά οικονομικές καταστάσεις αφού δεν γνωρίζει από λογιστικά. Ως ανέφερε, δεν έχει ακαδημαϊκά ή επαγγελματικά προσόντα σε κλάδο λογιστικής ή σε σχέση με οικονομικά ή χρηματιστηριακά. Κατά τα άλλα ισχυρίστηκε ότι εξηγούσε αυτές τις οικονομικές καταστάσεις στη σύζυγο του. Παραδέχθηκε πως είχε χρηματιστηριακό σύμβουλο τέλος του 1999 αρχές του 2000, τον κ. Αριστείδου. Ο ρόλος του συμβούλου, ως ανέφερε, είναι να δίδει χρηματιστηριακές συμβουλές σε σχέση με το πότε θα πρέπει κάποιος να αγοράσει ή να πωλήσει μια συγκεκριμένη αξία. Ωστόσο, δεν ανέφερε τι ρόλο διαδραμάτισε ο κ. Αριστείδου στις αγοραπωλησίες των χρηματιστηριακών αξιών που έκανε με τη σύζυγο του κατά την εν λόγω περίοδο. Ενώ δέχθηκε, ως ελέχθη, πως δεν μπορούσε να μελετήσει τις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας, εντούτοις ισχυρίστηκε πως εκείνο που μελετούσε ήταν τα ουσιαστικά λειτουργικά κέρδη της Εταιρείας και τις προοπτικές να αυξάνει τα κέρδη της. Και εδώ η μαρτυρία του απορρίπτεται ως σκέψη εκ των υστέρων. Ισχυρίστηκε ότι λειτουργικά κέρδη «Είναι τα κέρδη που δεν περιέχουν έκτακτα κέρδη μέσα. Δηλαδή αν πωλήσει μια εταιρεία και πάρει έκτακτα κέρδη να μην είναι μέσα. Είναι τα κέρδη που βγαίνουν από τις συνήθεις εργασίες της εταιρείας χωρίς τα έκτακτα κέρδη ή αν αυξήθηκαν ή από διάθεση ή επανεκτίμηση κινητών αξιών.». Όταν ρωτήθηκε αν κατά τον ίδιον η επανεκτίμηση κινητών αξιών δεν είναι μέσα στα λειτουργικά κέρδη, απάντησε ότι δεν είναι, αφού αυτά είναι έκτακτα κέρδη. Όταν ρωτήθηκε ποιος λέγει ότι αυτά είναι έκτακτα κέρδη, απάντησε πως δεν είναι συνήθεις εργασίες της Τράπεζας. Όταν ρωτήθηκε ποιος το αναφέρει αυτό, απάντησε «Έτσι το αντιλαμβάνομαι». Το τι αντιλαμβάνεται όμως είναι ένα πράγμα και ποιο είναι το ορθό άλλο πράγμα. Όταν ρωτήθηκε αν γνωρίζει για τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, απάντησε ότι τα έχει ακουστά. Δέχτηκε ότι οι οικονομικές καταστάσεις μιας δημόσιας εταιρείας ελέγχονται με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Παραπέμφθηκε στη σελ. 31 του Τεκμηρίου 3 όπου είναι η Έκθεση των Ελεγκτών του Λογιστικού Οίκου Deloitte & Touche όπου αναφέρουν ότι έχουν διενεργήσει τον έλεγχο τους σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου. Στην ίδια σελίδα διαβάζουμε και τα ακόλουθα: «Κατά τη γνώμη μας έχουν τηρηθεί από την Εταιρεία κατάλληλα λογιστικά βιβλία και οι οικονομικές καταστάσεις, που συμφωνούν με αυτά, δίνουν αληθινή και δίκαιη εικόνα της οικονομικής κατάστασης του Ομίλου και της Εταιρείας στις 31 Δεκεμβρίου 1999 και των αποτελεσμάτων και ταμειακής ροής για το έτος που έληξε την ημερομηνία αυτή σύμφωνα με Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, και συνάδουν με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.» Εν κατακλείδι, η μαρτυρία του σε σχέση με τους λόγους που δεν πώλησαν ή αγόρασαν μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η μαρτυρία του ότι διάβασαν και βασίστηκαν πάνω στα δημοσιεύματα, Τεκμήριο 7, επίσης απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η μαρτυρία του ότι τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του έλαβαν γνώση για τις κατ' ισχυρισμόν ψευδείς παραστάσεις και για τις κατ' ισχυρισμόν αμελείς πράξεις της Εναγόμενης 1 τον Μάρτιο του 2001, επίσης απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του ότι μελετούσε τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Σημειώνεται εδώ πως δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις περιείχαν ο,τιδήποτε το επιλήψιμο ή το παραπλανητικό αφού αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με αυτό το θέμα δεν έχει προσκομιστεί. Το πώς ο ίδιος αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων, ουδόλως ενδιαφέρει. Στη Λοϊζου κ.ά ν. Πατσαλίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1379, το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστο μάρτυρα τον Ενάγοντα και τους μάρτυρες που κάλεσε. Η προσπάθεια των Εναγομένων στο Εφετείο να ανατρέψουν αυτή την κρίση, απέτυχε. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα βρήκε ότι οι παραστάσεις που τον ώθησαν στην απόφαση να αγοράσει το επίδικο ομόλογο, ήταν η διαβεβαίωση ότι η ιδιοκτήτρια χρειαζόταν χρήματα και δεν μπορούσε να περιμένει την ένταξη της εταιρείας στο Χρηματιστήριο, πληροφορία η οποία δεν ήταν ακριβής αφού ο πραγματικός ιδιοκτήτης του ομολόγου δεν ήταν η Εναγόμενη 5 αλλά ο Εναγόμενος 4. Βρήκε επίσης ότι οι δηλώσεις αυτές επηρέασαν τον Ενάγοντα αφού αυτός απέδιδε σημασία στον πραγματικό ιδιοκτήτη του ομολόγου. Εν κατακλείδι ήταν εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι απέκρυψαν από τον Ενάγοντα-Εφεσίβλητο τον πραγματικό ιδιοκτήτη του ομολόγου, πληροφορία η οποία σίγουρα θα τον επηρέαζε. Εδώ, ο βασικός μάρτυρας των Εναγόντων έχει κριθεί αναξιόπιστος και συνεπώς ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του. Κατ΄ επέκταση, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται γύρω από τις περιστάσεις αγοράς και μη πώλησης των χρηματιστηριακών αξιών και αυτά που καταλογίζουν στους Εναγομένους. Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε και στην υπόθεση Γιάννη Λύτρα κ.ά ν. CYVENTURE CAPITAL LTD , συνενωμένες Αγωγές 940/02, 939/02 και 9026/02, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερομηνίας 31.5.11, του τότε Προέδρου Ε.Δ. κ. Μ. Χριστοδούλου. Στις σελίδες 57, 58 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Όπως γίνεται αντιληπτό η απόρριψη της μαρτυρίας του πρώτου ενάγοντα και η αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 προδιαγράφει και την τύχη των αγωγών. Και αυτό χωρίς να απαιτείται η ενασχόληση με τις πρόνοιες των άρθρων 17, 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, τα οποία θέτουν το νομικό πλαίσιο για στοιχειοθέτηση απάτης, δόλου ή ψευδών παραστάσεων, αφού οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των όσων καταλόγισαν στους εναγόμενους.» Κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές Παρόλο που η απόρριψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 προδιαγράφει την τύχη της Αγωγής, εντούτοις θα πρέπει να πω πως ο υπολογισμός των κατ΄ ισχυρισμόν ζημιών γίνεται πάνω σε λαθεμένη βάση. Κατ΄ αρχάς όπως ορθά ανέφερε ο κ. Ηλιάδης, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η πτώση της τιμής της μετοχής της Εναγόμενης 1 σχετίζεται με τα οικονομικά αποτελέσματα της (η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 έχει ήδη απορριφθεί). Μάλιστα ο Ενάγων 1 παραδέχθηκε, αντεξεταζόμενος, ότι κατά την επίδικη περίοδο όλες οι μετοχές στο ΧΑΚ και όχι μόνο της Εναγόμενης 1, είχαν δραματική πτώση. Σημειώνεται ότι στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά ότι στις 7.3.01 διαπιστώθηκε η κύρια παραπλάνηση. Δεν αναφέρεται ποια επίδραση είχαν οι άλλες κατ' ισχυρισμόν παραπλανήσεις που δεν ήταν οι κύριες. Με δεδομένη την πιο πάνω ημερομηνία, οι Ενάγοντες υπολογίζουν τις ζημιές τους στη βάση της τιμής των μετοχών κατά την εν λόγω ημερομηνία. Σημειώνεται εδώ ότι η μαρτυρία των Εναγόντων ότι είχαν πρόθεση να ρευστοποιήσουν την επένδυσή τους στην Εναγόμενη 1 τον Μάρτιο του 2000 έχει κριθεί αναξιόπιστη. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες θεωρούν για τον υπολογισμό των κατ΄ ισχυρισμόν ζημιών, πως η τιμή της μετοχής Λ.Κ.12,604 είναι μια πραγματική τιμή και πάνω σε αυτή την τιμή υπολογίζουν τις ζημιές τους. Εδώ βεβαίως δεν λαμβάνουν υπόψη τις κατ' ισχυρισμόν δηλώσεις των Εναγομένων, οι οποίες σύμφωνα με τους ίδιους, ουσιαστικά έκαναν την μετοχή να πάρει αυτή την τιμή. Βεβαίως το ουσιώδες εδώ είναι ότι αν οι Ενάγοντες πωλούσαν τις μετοχές τους κατά την περίοδο 8.3.2000-31.3.2000 θα έπαιρναν το ποσό για το οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω. Δεν το έπραξαν, όχι γιατί βασίστηκαν πάνω στις δηλώσεις των Εναγομένων αλλά γιατί προφανώς θεωρούσαν πως με αυτόν τον τρόπο θα είχαν μεγαλύτερα κέρδη. Δυστυχώς, όπως και πολλοί άλλοι επενδυτές διαψεύστηκαν και δεν μπορούν για αυτές τις παραλείψεις ή ενέργειες τους να επιρρίπτουν ευθύνη στους Εναγομένους και να ισχυρίζονται ότι ήταν θύματα εξαπάτησης αυτών. Σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές των Εναγόντων από τη μη πώληση και από την αγορά μετοχών της Εναγόμενης 1, παραπέμπω στο σύγγραμμα «The Digest» 3rd Reissue, 10
(1), σελ. 289, όπου με αναφορά στην υπόθεση Potts v. Miller
(1940)64 CLR 282 αναφέρονται κάτω από τον τίτλο «Difference between price paid for shares - And real value at date of allotment» τα ακόλουθα: "The measure of damage in a case in which a person is induced by fraud to take up shares in a company is the difference between the amount he paid for the shares and the real value of the shares at the time of allotment, and not at any subsequent period, although subsequent events may throw light on the value at the time of allotment." (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στο ίδιο σύγγραμμα κάτω από τον τίτλο «Difference between price paid for shares - And real value at date of purchase" αναφέρονται τα ακόλουθα: «In an action for deceit against the directors of a company by a person who has been induced to take shares by a misrepresentation contained in the prospectus, the measure of damages is the difference between the price paid for the shares and their real value at the date of the purchase, but the real value is not necessarily the price for which the shares would sell on the market; it may be ascertained by the light of subsequent events showing that the company was originally worthless.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Να σημειωθεί εδώ ότι οι Ενάγοντες ουδεμία αναφορά κάνουν γύρω από την πραγματική αξία των μετοχών τους κατά την ημερομηνία της αγοράς ή κτήσης τους. Ούτε βεβαίως η προσαχθείσα μαρτυρία έχει στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε η μέση σταθμισμένη τιμή της μετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στις 7.3.01 μπορεί από μόνη της να βοηθήσει στη διαπίστωση της πραγματικής αξίας των μετοχών των Εναγόντων κατά το χρόνο αγοράς ή κτήσης τους, όταν μάλιστα είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι σε προγενέστερο χρόνο οι μετοχές είχαν ψηλότερη τιμή από αυτή που είχαν κατά το χρόνο που οι Ενάγοντες αποφάσισαν να τις πωλήσουν. Επαναλαμβάνεται ότι η μαρτυρία των Εναγόντων σε σχέση με την ημερομηνία που ισχυρίζονται ότι διαπίστωσαν την κατ΄ ισχυρισμόν παραπλάνηση, έχει απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Εν κατακλείδι, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι για τις κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές τους ευθύνονται οι Εναγόμενοι 1 και 2. Η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγομένων και εναντίον Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.