← Κύπρος

LITONOR FINANCIAL LIMITED ν. R.G.I. RESIDENTIAL HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3073/14, 29/12/2016

LITONOR FINANCIAL LIMITED ν. R.G.I. RESIDENTIAL HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3073/14, 29/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A704 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3073/14 Μεταξύ: LITONOR FINANCIAL LIMITED Ενάγουσας και

(1)R.G.I. RESIDENTIAL HOLDINGS LIMITED
(2)TOUCHO INVESTMENTS LIMITED
(3)RGI INTERNATIONAL LIMITED
(4)STATE CORPORATION 'BANK FOR DEVELOPMENT AND FOREIGN ECONOMIC AFFAIRS (VNESHECONOMBANK)' Εναγόμενων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερομηνίας 9/3/2015 LITONOR FINANCIAL LIMITED Ενάγουσας και
(1)R.G.I. RESIDENTIAL HOLDINGS LIMITED
(2)TOUCHO INVESTMENTS LIMITED
(3)ROSE GROUP LIMITED
(4)STATE CORPORATION 'BANK FOR DEVELOPMENT AND FOREIGN ECONOMIC AFFAIRS (VNESHECONOMBANK)' Εναγόμενων ----------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Ενάγουσα: κ. Μ. Δράκος για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Καθ΄ ων η Αίτηση/Εναγόμενες 1 & 2: κα Κ. Κακουλλή και κ. Γ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co. LLC και κ. Δ. Κρονίδης για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ημ. 29/5/15 (στο εξής «η Αίτηση») η Ενάγουσα/Αιτήτρια επιζητεί την παγοποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 & 2/Καθ΄ ων η Αίτηση στην Κύπρο και/ή ανά το παγκόσμιο. ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ Σύντομο Διαδικαστικό Ιστορικό Αρχικά η παρούσα Αίτηση στρεφόταν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
  1. Η Εναγόμενη 3 είναι η μητρική εταιρεία των Εναγομένων 1 και
  2. Με ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 2/12/16 παραμερίστηκε η επίδοση εναντίον της Εναγομένης 3 στη βάση του ότι το Κυπριακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αντρέα Κορομία ημ. 29/5/
  3. Οι Εναγόμενες 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση ημ. 2/10/15 η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ζλατίνας Κωνσταντίνου ιδίας ημερομηνίας. Κατόπιν ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 24/6/16 δόθηκε άδεια στην Ενάγουσα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία και καταχωρήθηκε. Με την συγκατάθεση της Ενάγουσας οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν απαντητική ένορκη δήλωση. Ταυτότητα και περιγραφή διαδίκων προσώπων Η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Ο τελικός δικαιούχος της είναι ο Ρώσος πολίτης Stanislav Gromov. Η Ενάγουσα κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Κυπριακής Εταιρείας Lafar Management Ltd. Το υπόλοιπο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Lafar κατέχεται από την Εναγόμενη
  4. Οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι εγγεγραμμένες εταιρείες στη Δημοκρατία και είναι θυγατρικές της Εναγόμενης
  5. Η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Guernsey και η Εναγόμενη 4 είναι Ρωσική Τράπεζα. Η Εναγόμενη 3 η οποία είναι εταιρεία ανάπτυξης γης με δραστηριότητες στη Μόσχα είναι η μητρική εταιρεία μιας ομάδας εταιρειών γνωστής ως το RGI Group. Η πλειοψηφία των μετοχών της Εναγόμενης 3 κατέχεται άμεσα ή έμμεσα από την Εναγόμενη 4 που είναι Ρωσική τράπεζα. Πριν από την Εναγόμενη 4 ο κάτοχος της πλειοψηφίας των μετοχών και το πρόσωπο που ήλεγχε την Εναγόμενη 3 ήταν ο Boris Kuzinez ιδρυτής του RGI Group. Ο Kuzinez ήλεγχε τις Εναγόμενες 1 μέχρι 3 μέχρι το 2012 οπόταν και ο έλεγχος τους πέρασε στην Εναγόμενη
  6. Η Συμφωνία Συνεταιρισμού Οι απαιτήσεις της Ενάγουσας προκύπτουν από μια Συμφωνία Συνεταιρισμού ημ. 19/9/06 η οποία συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
  7. Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 ήταν τα αρχικά μέρη στη Συμφωνία Συνεταιρισμού αλλά κατά τη διάρκεια της Συμφωνίας Συνεταιρισμού η Εναγόμενη 2 διατείνεται ότι εκχώρησε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της στην Εναγόμενη 1 ώστε όλα τα δικαιώματα και ευθύνες που σχετίζονται με τη Συμφωνία Συνεταιρισμού να έχουν μεταφερθεί σε αυτήν. Γεγονότα που προηγήθηκαν της σύναψης της Συμφωνίας Συνεταιρισμού Πριν τη σύναψη της Συμφωνίας Συνεταιρισμού ο Gromov ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της Ρωσικής εταιρείας LLC Stolichnoe Podvorye ("Stolichnoe") της οποίας κύριο περιουσιακό στοιχείο ήταν κάποια δικαιώματα που είχε αποκτήσει από τη Ρωσική κυβέρνηση για την ανάπτυξη ενός οικοπέδου γης σε μια από τις πιο εκλεκτές γειτονιές της Μόσχας. Για σκοπούς ανάπτυξης του εν λόγω οικοπέδου γης προσεγγίστηκε από τον Gromov ο Kuzinez ο οποίος ήταν ο ιδρυτής και κατ΄ εκείνη την περίοδο ο τελικός δικαιούχος του RGI Group. Στις 23/6/06 οι δυο τους συνήψαν μια συμφωνία συνεργασίας στη βάση της οποίας ο Kuzinez ανέλαβε ότι θα εξασφάλιζε μέσω των εταιρειών του την εκτέλεση του έργου Khilkov. Προς εφαρμογή των όρων της συμφωνίας τον Σεπτέμβριο του 2006 συνήφθησαν μια σειρά από συμφωνίες οι οποίες λειτουργούσαν ως εξής: · Ο Gromov μετέφερε όλες τις μετοχές του στην Stolichnoe στην εταιρεία Lafar Management Ltd, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. · Όλες οι μετοχές της Lafar αρχικά ανήκαν στην Ενάγουσα αλλά με βάση τη συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχών ημ. 19/9/06 η Ενάγουσα μετέφερε 50% των μετοχών της στη Lafar στην Εναγόμενη 2 για ποσό $24.822.480,00 έτσι ώστε η Lafar να ανήκει εξίσου στην Ενάγουσα και στην Εναγόμενη
  8. · Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 συνήψαν τη Συμφωνία Συνεταιρισμού ημ. 19/9/06 η οποία προνοούσε για τη συνεργασία τους σε παρόντα και μελλοντικά έργα. Το δε πρώτο έργο ήταν το έργο Khilkov. Εφαρμογή της Συμφωνίας Συνεταιρισμού Οι Εναγόμενες 1 και 2 οι οποίες είναι Κυπριακές εταιρείες δεν έχουν προσωπικό και η πραγματική διαχείριση του έργου Khilkov αναλήφθηκε από το RGI Group. Σε συνέχεια δε της υπογραφής της Συμφωνίας Συνεταιρισμού το RGI Group ανέλαβε τον έλεγχο της διαχείρισης και εκτέλεσης του έργου Khilkov. Την κυριότερη ευθύνη αποπεράτωσης και διαχείρισης του έργου Khilkov ανέλαβε η θυγατρική της Εναγόμενης 3 Project Buro, ενώ, την οικονομική διαχείριση του έργου, η επίσης θυγατρική της Εναγόμενης 3, Armix. Τόσο η Project Buro όσο και η Armix υπέγραψαν συμφωνίες με την Stolichnoe ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται πτυχές του έργου Khilkov. Το Συμβόλαιο Project Buro υπεγράφη την 1/3/
  9. Το έργο δεν έχει μέχρι σήμερα υλοποιηθεί. Την ευθύνη γι΄ αυτό φέρει η ανεπαρκής διαχείριση του έργου από την Project Buro. ΕΚΔΟΧΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ/ΑΙΤΗΤΩΝ Εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών κατατέθηκε ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κορομία ημερ. 29/5/15 στην οποία υιοθετεί και την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 19/2/15 (Τεκμήριο Ο) την οποία είχε καταθέσει στα πλαίσια της Αίτησης για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 24/6/
  10. Επιπροσθέτως κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ.24/6/
  11. Η εκδοχή των Εναγόντων/Αιτητών όπως προκύπτει από τις πιο πάνω ενόρκους δηλώσεις μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: ü Η Αγωγή προκύπτει από μια συμφωνία συνεταιρισμού ημερομηνίας 19/9/06 η οποία συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 και διέπεται ρητά από την Κυπριακή νομοθεσία. Κατά τη διάρκεια της συμφωνίας συνεταιρισμού η Εναγόμενη 2 ανέθεσε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της στην Εναγόμενη
  12. ü Με τη συμφωνία συνεταιρισμού η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 συμφώνησαν ότι θα συνεργάζονταν στην ανάπτυξη των έργων στην περιοχή της Μόσχας όπου πρώτο τέτοιο έργο θα ήταν η ανάπτυξη συγκεκριμένης γης στη Μόσχα, το έργο Khilkov. ü Η Ενάγουσα θα συνείσφερε τα δικαιώματα στην ανάπτυξη της συγκεκριμένης γης του έργου και η Εναγόμενη 2 θα παρείχε χρήματα και γνώση για να πραγματοποιηθεί η ανάπτυξη. Με βάση τον όρο 3 του Παραρτήματος Ι της συμφωνίας συνεταιρισμού η Εναγόμενη 2 διορίστηκε ως ο διαχειριστής του έργου Khilkov με ευθύνες, μεταξύ άλλων να επιλέξει αρχιτέκτονα, να διαπραγματευθεί την αρχιτεκτονική ιδέα και να επιλέξει εργολάβους και υπεργολάβους. ü Πριν τη σύναψη της συμφωνίας συνεταιρισμού ο Gromov τελικός δικαιούχος της Ενάγουσας ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της Ρωσικής εταιρείας Stolichnoe κύριο περιουσιακό στοιχείο της οποίας ήταν κάποια δικαιώματα που είχε αποκτήσει από τη Ρωσική κυβέρνηση σχετικά με την ανάπτυξη του οικοπέδου γης. Λόγω του ότι ο Gromov δεν είχε πείρα σε αναπτύξεις ακίνητης περιουσίας προσέγγισε τον Kuzinez ιδιοκτήτη και ελεγκτή του RGI Group που είναι εταιρεία ανάπτυξης γης στη Μόσχα. Ο Kuzinez επιβεβαίωσε τον Gromov ότι μπορούσε να διασφαλίσει την επιτυχή ανάπτυξη του οικοπέδου γης πραγματοποιώντας μεγάλο κέρδος και για τους δυο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να συνάψουν οι δυο τους συμφωνία συνεργασίας στις 23/6/06 η οποία αφορούσε τους όρους συνεργασίας και επίσης προνοούσε για το στήσιμο μιας νομικής δομής για την εν λόγω συνεργασία. ü Για το σκοπό αυτό συνήφθηκαν τον Σεπτέμβρη του 2006 μια σειρά συμφωνίες ως ακολούθως: i. Η Stolichnoe παρέμεινε η εταιρεία με τα περιουσιακά στοιχεία. ii. Ο Gromov μετέφερε όλες τις μετοχές του στην Stolichnoe στην εταιρεία Lafar iii. Αρχικά όλες οι μετοχές της Lafar ανήκαν στην Ενάγουσα αλλά με βάση τη συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών ημ. 19/9/06 η Ενάγουσα μετέφερε το 50% των μετοχών της στην Lafar στην Εναγόμενη 2 έναντι του ποσού των $24.822.480,00 έτσι ώστε η Lafar να ανήκει εξίσου στην Ενάγουσα και στην Εναγόμενη
  13. iv. Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 συνήψαν τη συμφωνία συνεταιρισμού η οποία προνοούσε για τη συνεργασία τους σε παρόντα και μελλοντικά έργα με πρώτο έργο το έργο Khilkov. ü Με βάση τους όρους της συμφωνίας συνεταιρισμού η Αιτήτρια συνέβαλε τα δικαιώματα ανάπτυξης (που είχαν δοθεί στην Stolichnoe με βάση τον κανονισμό της Ρωσικής κυβέρνησης) και ανέλαβε να επιτύχει την υπογραφή του συμβολαίου επένδυσης. Αν το συμβόλαιο επένδυσης δεν συναπτόταν ή έχοντας συνηφθεί αυτό ή ο κανονισμός αργότερα τερματίζετο ή άλλαζαν έτσι ώστε να οδηγήσουν σε αδυναμία κατασκευής, η Εναγόμενη 2 δικαιούτο να αποζημιωθεί. Η Εναγόμενη 2 ανέλαβε να είναι ο διαχειριστής του έργου Khilkov εφόσον το RGI Group είχε τη γνώση για να εκτελέσει το έργο Khilkov. ü Η Εναγόμενη 2 ήταν μια holding company και δεν είχε δικό της προσωπικό. Ως εκ τούτου και παρόλο που παρέμεινε συμβατικά υπεύθυνη για κατάλληλη διαχείριση η πραγματική διαχείριση του έργου Khilkov αναλήφθηκε από το RGI Group. Συνεπώς σε συνέχεια της υπογραφής της συμφωνίας συνεταιρισμού το RGI Group ανέλαβε έλεγχο της διαχείρισης και της εκτέλεσης του έργου Khilkov. ü Η ανάθεση της εκτέλεσης του έργου Khilkov δόθηκε σε μια Ρωσική εταιρεία μέλος του RGI Group, την Project Buro εξολοκλήρου θυγατρική εταιρεία της RGI International. Με το συμβόλαιο ημ. 1/3/07 η Stolichnoe συμφώνησε με την Project Buro ότι η Project Buro θα εκτελούσε το όλο αντικείμενο του σχεδιασμού, της λήψης αδειών, της κατασκευής, του ελέγχου κλπ οικιστικού χτιρίου με ενσωματωμένο μη οικιστικό χώρο και χώρο στάθμευσης στο οικόπεδο γης. Συνεπώς η Project Buro ήταν ο κύριος εργολάβος, υπεύθυνος για τη διαχείριση του έργου Khilkov. Παρόλο που το συμβόλαιο με την Project Buro υπεγράφη την 1/3/07, ήτοι 6 μήνες μετά την υπογραφή της συμφωνίας συνεταιρισμού, η Project Buro ανέλαβαν έλεγχο του έργου Khilkov μόλις υπογράφτηκε η συμφωνία συνεταιρισμού και ξεκίνησε αμέσως η εργασία. ü Εν ολίγοις ο Gromov συνείσφερε κάποια δικαιώματα γης και ο Kuzinez, μέσω των εταιρειών του RGI Group συνείσφερε χρηματοδότηση, ανθρώπους και εξειδίκευση για την πραγματοποίηση του έργου Khilkov. ü Το έργο Khilkov δεν έχει μέχρι σήμερα υλοποιηθεί και βρίσκεται ακόμη στο σχεδιαστικό/πολεοδομικό στάδιο. Η κύρια και ουσιαστική αποτυχία του RGI Group η οποία οδήγησε στην αποτυχία της εμπρόθεσμης πραγματοποίησης του έργου Khilkov, ήταν η αποτυχία του να αιτηθεί και να λάβει εμπρόθεσμα την πολεοδομική άδεια με βάση τη Ρωσική νομοθεσία. Γίνεται δε αναφορά σε γνωμάτευση εμπειρογνώμονα της κας Podavalova η οποία αναφέρεται στις αποτυχίες και παραλείψεις της Project Buro η οποία ήταν το όχημα που χρησιμοποιείτο από το RGI Group για την πραγματοποίηση έργων στη Ρωσία όπως το έργο Khilkov. ü Το γεγονός αυτό δεν διαφοροποιεί το ότι συμβατικώς υπεύθυνα προς την Ενάγουσα για την κατάλληλη διαχείριση του έργου Khilkov με βάση τη συμφωνία συνεταιρισμού ήταν οι Εναγόμενες 1 και
  14. Συνεπώς, οι παραλείψεις της Project Buro να πραγματοποιήσει με επιμέλεια, επαγγελματικά και σωστά το έργο Khilkov συνιστούν παραβάσεις συμβολαίου από τις Εναγόμενες 1 και
  15. Ως αποτέλεσμα, οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι υπεύθυνες να αποζημιώσουν την Ενάγουσα για τις απώλειες που υπέστη ως αποτέλεσμα της μη εμπρόθεσμης πραγματοποίησης του έργου Khilkov. ü Η Αιτήτρια δεν έχει ετοιμάσει ανεξάρτητη έκθεση εκτίμησης σχετικά _με τις ζημίες αναφορικά με το 50% της στο Έργο Khilkov που προκλήθηκαν από την παράβαση των Εναγομένων της Συμφωνίας Συνεταιοισυού και/ή του καθήκοντος επιμέλειας τους. Για τους σκοπούς αυτής της Αίτησης, η Αιτήτρια βασίζεται στις εκτιμήσεις tiς οποίες το ίδιο το RGI Group έχει ετοιμάσει και δημοσιεύσει στο Χρηματιστήριο Αξιών του Λονδίνου. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, στο Διαφημιστικό της Φυλλάδιο ΙΡΟ, η RGI International εκτιμούσε μια 50% συμμετοχή στο Έργο Khilkov περίπου στα 78 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής (US$) (παρούσα αξία) και 162 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής (US$) υπολογιζόμενη αξία ολοκλήρωσης. Στους λογαριασμούς της του 2007, δηλαδή το χρόνο αμέσως μετά την απόκτηση του μεριδίου της, η RGI International εκτιμούσε το 50% μερίδιο της στο Έργο Khilkov στα 113 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής (US$). Οι ελεγμένοι λογαριασμοί για το 2013, από την άλλη πλευρά, εκτιμούσαν το 50% μεριδίου στο Έργο Khilkov ως 38 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής (US$). Ως εκ τούτου, στη βάση των πιο πάνω λογαριασμών, φαίνεται ότι υπήρχε μια μείωση στην αξία του 50% μεριδίου περί τα 75 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής (US$) μεταξύ του 2007 και του
  16. ü Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε ως αποτέλεσμα δημοσιεύματος στη Ρωσική εφημερίδα Kommersant στις 15/5/15 σύμφωνα με το οποίο η Globex σχεδιάζει να πωλήσει είτε τις μετοχές της στην Εναγόμενη 3 ή μεμονωμένα έργα (ήτοι περιουσιακά στοιχεία) που ανήκουν στην Εναγομένη
  17. Ως εκ τούτου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 3 μπορεί να αποξενωθούν. ü Οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι Κυπριακές εταιρείες, ωστόσο, είναι εταιρείες κατ' όνομα (nominee) που ελέγχονται από τις Εναγόμενες 3 και 4 οι οποίες είναι μητρικές εταιρείες. Ως εκ τούτου, αφού η Εναγόμενη 3 είναι αλλοδαπή εταιρεία, και οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι εταιρείες κατ' όνομα (nominee), η Αιτήτρια εύλογα πιστεύει ότι εάν αρχίσουν να διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν, η Αιτήτρια δεν θα είναι σε θέση να εκτελέσει οποιαδήποτε απόφαση λάβει στην Κύπρο στην ουσία της αγωγής εναντίον τους. Για το λόγο αυτό, αιτείται διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, που να εμποδίζει τις Εναγόμενες 1 - 3 από του να μεταφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία από την Κύπρο. Τούτο γίνεται για να εμποδίσει την μεταφορά ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων, καθιστώντας την εκτέλεση οποιοσδήποτε απόφασης την οποία μπορεί να λάβει η Αιτήτρια, ως αδύνατη ή πιο δύσκολη. ΕΚΔΟΧΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Η Εκδοχή των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Ζλατίνας Κωνσταντίνου η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: Η παρούσα διαφορά αφορά την υλοποίηση του έργου Khilkov στη Μόσχα σε σχέση με την έγερση συγκροτήματος κατοικιών και μη οικιστικούς χώρους και χώρο στάθμευσης σε συγκεκριμένο ακίνητο (το έργο Khilkov). Τα δικαιώματα για την υλοποίηση του έργου αυτού ανήκαν στην εταιρεία Stolichnoe η οποία ανήκει αποκλειστικά στην εταιρεία Lafar. Στην Lafar κατέχονται μετοχές κατά 50% από την Ενάγουσα και κατά 50% από την Εναγόμενη
  18. Η Ρωσική εταιρεία Stolichnoe η οποία ανήκε αποκλειστικά στον Gromov (τον τελικό δικαιούχο της Ενάγουσας) είχε λάβει τα αποκλειστικά δικαιώματα σχεδιασμού και κατασκευής του έργου Khilkov στη Μόσχα δυνάμει κανονισμού της Ρωσικής κυβέρνησης. Ο Gromov μεταβίβασε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Stolichnoe στην Lafar. Ακολούθως αποκτήθηκε η Lafar από την Ενάγουσα και στη συνέχεια ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Stolichnoe μεταβιβάστηκε στην Lafar. O Gromov παρέμεινε γενικός διευθυντής της Stolichnoe η οποία ήταν η εταιρεία που κατείχε τα δικαιώματα για την υλοποίηση του έργου Khilkov και η οποία στη συνέχεια κατέστη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου όπου θα υλοποιείτο το έργο και υπεύθυνη εταιρεία για τη σύναψη συμβολαίων υλοποίησης του έργου Khilkov. Η Stolichnoe ήταν επίσης υπεύθυνη για τη μετακίνηση των ενοίκων από το υφιστάμενο κτήριο στο οικόπεδο. Κατηρτίστη η συμφωνία συνεταιρισμού ημ. 19/9/06 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 και μετέπειτα της Εναγόμενης
  19. Σύμφωνα με τους όρους αυτής της συμφωνίας ο τίτλος του «διαχειριστή» δεν προνοούσε την αυτόματη ανάληψη ευθύνης για την διατήρηση του έργου αλλά απλώς προέβλεπε ότι ο διαχειριστής θα είχε δικαίωμα να αποφασίζει επί συγκεκριμένων θεμάτων νοουμένου ότι θα υπήρχε επιχειρηματικό σχέδιο μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
  20. Στην προκειμένη περίπτωση κανένα επιχειρηματικό σχέδιο δεν συμφωνήθηκε μεταξύ τους. Η διαχείριση και η υλοποίηση του έργου Khilkov είχε αναληφθεί από την εταιρεία Project Buro στη βάση του συμβολαίου Project Buro ημ. 1/3/07 με τίτλο «Συμβόλαιο Κατασκευής και Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης» μεταξύ της Ρωσικής εταιρείας Project Buro και της Stolichnoe και όχι της Ενάγουσας το οποίο προέβλεπε για την αποκλειστική δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων. Η χρηματοοικονομική διαχείριση του έργου Khilkov ανελήφθη με βάση το συμβόλαιο παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ημ. 1/9/09 μεταξύ της Stolichnoe και της Ρωσικής εταιρείας Armiks το οποίο προέβλεπε και αυτό για την αποκλειστική δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων. Η Stolichnoe υπέγραψε επίσης με τον Pavlichenko συμβόλαιο μετακίνησης ενοίκων ημ. 1/7/06 με βάση το οποίο ο Pavlichenko ανέλαβε να ενεργήσει ως αντιπρόσωπος της Stolichnoe για την μετακίνηση των ενοίκων και ιδιοκτητών από τα διαμερίσματα τους με σκοπό την κατεδάφιση του κτηρίου. Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι η υποχρέωση σε σχέση με την υλοποίηση και διαχείριση του έργου Khilkov είχε αναληφθεί από τρίτες εταιρείες στη Ρωσία στη βάση ξεχωριστών συμβολαίων που έχουν συναφθεί μεταξύ της Stolichnoe από τη μια πλευρά και των εταιρειών Project Buro, Armiks, και του Pavlichenko από την άλλη. Οι Εναγόμενες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είχαν αναλάβει την ευθύνη για τη διαχείριση του έργου Khilkov. Ουδεμία ανάμειξη είχαν στο εν λόγω έργο και στην εκτέλεση ή τη διαχείρισή του. Επρόκειτο για εταιρείες κέλυφη χωρίς προσωπικό ή εξειδίκευση για εκτέλεση κατασκευαστικού έργου. Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 αποφάσισαν να διορίσουν την Project Buro διότι η Project Buro ενεργούσε εκ μέρους των Εναγομένων 1 ή 2 ή ως αντιπρόσωπος αυτών αναφορικά με το έργο Khilkov ώστε οι τελευταίες να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις της Project Buro. Επιπλέον, δεν έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από πράξεις ή παραλήψεις των Εναγομένων για τους ακόλουθους λόγους: i. Η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι έχει υποστεί οποιαδήποτε αγώγιμη ζημιά. ii. Η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι η οποιαδήποτε μείωση στην τιμή των μετοχών που κατέχει στην Lafar, αποτελεί αγώγιμη ζημιά ή ήταν ως αποτέλεσμα των ενεργειών των Εναγομένων. iii. Η Ενάγουσα έχει συμβατικά εξαιρεθεί από του δικαιώματος της να απαιτήσει αποζημιώσεις για απολεσθέν κέρδος. iv. Η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημιώσεις κάτω από την συμφωνία συνεταιρισμού υπό την προϋπόθεση ότι αυτή έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία στο ακέραιο, πράγμα που δεν έπραξε. v. Η οποιαδήποτε ζημιά δύνατο να είχε προκύψει στη βάση των ισχυρισμών της Ενάγουσας, θα ήταν καθαρά οικονομική ζημία ("Pure Economic Loss") η οποία δεν δημιουργεί δικαίωμα σε αποζημίωση. Όσον αφορά τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων η πλευρά της Ενάγουσας επικαλείται γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς σε σχέση με την ενδεχόμενη πώληση της Εναγόμενης 3 ή των περιουσιακών της στοιχείων. Συγκεκριμένα, το μόνο που επικαλείται είναι ότι η εμπορική τράπεζα Globex, η οποία δεν αποτελεί Εναγόμενη στην αγωγή, σχεδιάζει να πωλήσει την Εναγόμενη 3 ή τα περιουσιακά της στοιχεία. Δεν παρατίθεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή μαρτυρία που να καταδεικνύει πως τυχόν πώληση της Εναγόμενης θα αποτρέψει την εκτέλεση απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Σημειώνεται περαιτέρω ότι δεν προσκομίζεται καθόλου μαρτυρία ούτε γίνεται αναφορά σε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Εναγόμενης 3 ή των περιουσιακών της στοιχείων θα στερούσε από την Ενάγουσα τη δυνατότητα εκτέλεσης ενδεχόμενης απόφασης υπέρ της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. EΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Οι βασικοί ισχυρισμοί αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα που εγείρεται καταγράφονται κυρίως στο μέρος της Έκθεσης Απαίτησης υπό τον τίτλο «Διαχείριση του Έργου Khilkov» και αυτό που αφορά στην ισχυριζόμενη παράβαση νομικών καθηκόντων των Εναγομένων. Η ουσία της εκδοχής της Ενάγουσας είναι ότι παρόλο που με βάση τη Συμφωνία Συνεταιρισμού η διαχείριση του έργου Khilkov ανατέθηκε στην Εναγόμενη 2, η όλη ευθύνη διαχείρισης του έργου ανατέθηκε την ίδια ώρα από τη Stolichnoe στην Project Buro, θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης
  2. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι Stolichnoe ήταν και είναι η εταιρεία που απέκτησε δικαιώματα στη βάση σχετικού Κανονισμού της Ρωσικής Κυβέρνησης σχετικά με την ανάπτυξη συγκεκριμένης γης. Όπως δε αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης αυτή είναι η δικαιούχος εταιρεία κάτω από τον Κανονισμό. Συγκεκριμένα στις παρ. 32 και 33 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «με τη συγκατάθεση, ενθάρρυνση και/ή παράκληση της Εναγόμενης 2» ανέλαβε η Εναγόμενη 3 τη διαχείριση του έργου Khilkov στις 19/9/2006, δηλαδή περίπου με την υπογραφή της Συμφωνίας Συνεταιρισμού. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι όπου γίνεται αναφορά σε ενέργειες και ή παραλείψεις της Εναγομένης 3 και ή της Project Buro «νοείται ότι αυτές οι ενέργειες έγιναν κατά παράκληση και/ή με τη συγκατάθεση και/ή ενθάρρυνση των Εναγομένων 1 και 2». Ωστόσο στην παρ. 36 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι «οι Εναγόμενες 1 και 2, η Project Buro και η Armix ενεργούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπό την καθοδήγηση, επίβλεψη και οδηγίες της Εναγόμενης 3». Περαιτέρω, στην παρ. 45.4 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου Khilkov οι Εναγόμενες 1 και 2 τελούσαν υπό τον έλεγχο και ήταν στην υποταγή της Εναγόμενης 3 γενικά και ειδικά όσον αφορά το έργο Khilkov» και περαιτέρω στην παρ. 45.7 ότι «η Εναγόμενη 3 είχε τον πραγματικό τελικό έλεγχο του έργου Khilkov καθόλη τη διάρκειά του». Παράλληλα στις παρ. 45.1 και 45.2 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι «οι Εναγόμενες 1 και 2 ήταν εταιρείες κέλυφος χωρίς πραγματικό προσωπικό και βούληση» και ότι αυτές, (δηλαδή οι Εναγόμενες 1 και 2) «προσχώρησαν στη Συμφωνία Συνεταιρισμού κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης 3». Είναι φανερό από τις πιο πάνω παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης ότι προβάλλονται αντιφατικοί ισχυρισμοί αναφορικά με τον ρόλο των Εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με τη διαχείριση του έργου Khilkov. Πέραν τούτου, στην παρ. 34 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι η σύμβαση αναφορικά με την ευθύνη αποπεράτωσης και διαχείρισης του έργου Khilkov συνήφθη ανάμεσα στην Stolichnoe και την Project Buro (Ρωσική θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης 3) ενώ η σύμβαση αναφορικά με την οικονομική διαχείριση του έργου Khilkov συνήφθη ανάμεσα στην Stolichnoe και την Armix (επίσης Ρωσική θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης 3). Με άλλα λόγια πουθενά δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι οι Εναγόμενες 1 και 2 που προέβησαν στην ανάθεση διαχείρισης του έργου Khilkov σε αυτές τις εταιρείες ως αποτέλεσμα και/ή με βάση τη Συμφωνία Συνεταιρισμού. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Μέσω της ένορκης δήλωσης του Α. Κορομία προβάλλεται η θέση ότι «οι αποτυχίες της Project Buro να πραγματοποιήσει με επιμέλεια, επαγγελματικά και σωστά το έργο Khilkov συνιστούν παραβάσεις συμβολαίου» από τις Εναγόμενες 1 και
  3. Και τούτο επειδή οι Εναγόμενες 1 και 2 ήταν οι αντισυμβαλλόμενες στη Συμφωνία Συνεταιρισμού και συγγενικές εταιρείες του Project Buro όλες τους, όπως αναφέρεται, «δρώντας κάτω από τον έλεγχο και τις οδηγίες» της Εναγόμενης 3 (δέστε παρ. 81 της Ένορκης Δήλωσης). Της αναφοράς αυτής προηγείται η θέση στην παρα. 80 της Ένορκης Δήλωσης ότι παρά το ότι στην πραγματικότητα ήταν η Project Buro η οποία είχε συμβληθεί με την Stolichnoe για την ανάπτυξη και διαχείριση του έργου Khilkov, τα άτομα «συμβατικώς υπεύθυνα» προς την Ενάγουσα «για την κατάλληλη διαχείριση του έργου» με βάση τη Συμφωνία Συνεταιρισμού ήταν οι Εναγόμενες 1 και
  4. Επίσης στην παρ. 44 της Ένορκης Δήλωσης αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 2 «δεν είχε δικό της προσωπικό» και ότι παρόλο που «παρέμεινε συμβατικά υπεύθυνη για κατάλληλη διαχείριση» η πραγματική διαχείριση του έργου Khilkov είχε στην πραγματικότητα αναληφθεί από το RGI Group και ότι σε συνέχεια της υπογραφής της Συμφωνίας Συνεταιρισμού το RGI Group ανέλαβε έλεγχο της διαχείρισης και της εκτέλεσης του έργου. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην παρ. 45 της Ένορκης Δήλωσης ότι, η ανάθεση της εκτέλεσης του έργου, έγινε στη Ρωσική Εταιρεία Project Buro μέλος του RGI Group και εξολοκλήρου θυγατρική της Εναγόμενης
  5. Γίνεται στη συνέχεια αναφορά στο Συμβόλαιο ημ. 1/3/07 (το Συμβόλαιο Project Buro) το οποίο συνήφθη μεταξύ της Stolichnoe και της Project Buro. Παραπέμπω επίσης και στους ισχυρισμούς που καταγράφονται στις παρ. 48, 49 και 52 της Ένορκης Δήλωσης όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «η Project Buro ήταν ο κύριος εργολάβος για τη διαχείριση του έργου Khilkov», ότι παρόλο που το συμβόλαιο Project Buro είχε υπογραφεί την 1/3/07, έξι περίπου μήνες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Συνεταιρισμού, «στην πραγματικότητα» ο κ. Kuzinez ( το «αφεντικό» του RGI Group) και η Project Buro «ανέλαβαν έλεγχο του Έργου Khilkov μόλις υπογράφτηκε Συμφωνία Συνεταιρισμού» και ξεκίνησε αμέσως η εργασία. Μάλιστα αναφέρεται περαιτέρω στις παρα. 50, 51 & 52 της Ένορκης Δήλωσης ότι η εργασία ξεκίνησε αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Συνεταιρισμού πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στις 18/9/2006 (σχεδόν ταυτόχρονα με την Συμφωνία Συνεταιρισμού) η Project Buro συνήψε συμβόλαιο με την LLC Project Meganom, εταιρεία Αρχιτεκτόνων, για την ανάπτυξη των σχεδίων ανάπτυξης του οικοπέδου γης παρόλο που το επίσημο συμβόλαιο μεταξύ της Stolichnoe και της Project Buro υπεγράφη την 1/3/
  6. Με βάση τόσο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αλλά και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Α. Κορομία προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις οι οποίες είναι απόλυτα σχετικές με το υπό εξέταση ζήτημα, ήτοι το κατά πόσον εγείρεται αγώγιμο δικαίωμα με πιθανότητες επιτυχίας στα πλαίσια του Άρθρου 32 του Ν.14/
  7. Αυτές έχουν ως εξής: Τα δικαιώματα στο έργο Khilkov ανήκουν στη Ρωσική εταιρεία Stolichnoe. Η Stolichnoe ανέθεσε την υλοποίηση του έργου Khilkov στη Ρωσική εταιρεία Project Buro με βάση το συμβόλαιο ημ. 1/3/
  8. (Τεκμήριο 10 στην Αίτηση) Η Stolichnoe ανέθεσε την χρηματοοικονομική διαχείριση του έργου στη Ρωσική εταιρεία Armiks με βάση το συμβόλαιο ημ. 1/9/09 (Τεκμήριο 2 στην Ένσταση). Η Stolichnoe υπέγραψε επίσης συμβόλαιο ημ. 1/7/06 με τον Pavlichenko με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε να ενεργήσει ως αντιπρόσωπός της για τη μετακίνηση των ενοίκων (Τεκμήριο 3 στην Ένσταση). Ο κ. Δράκος εκ μέρους της Αιτήτριας/Ενάγουσας υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενες 1 & 2 είναι υπόλογες προς την Ενάγουσα ως «Διαχειριστές» του έργου με βάση τη Συμφωνία Συνεταιρισμού. Όπως το έθεσε, η Ενάγουσα ζητεί θεραπεία εναντίον των προσώπων που συμφώνησαν μαζί της να διαχειριστούν το έργο, ήτοι τις Εναγόμενες 1 &
  9. Αν μετά, πρόσθεσε, οι Εναγόμενες 1 & 2 άφησαν άλλες εταιρείες του Ομίλου να διαχειριστούν το Έργο και δεν έγινε σωστή διαχείριση, όσον αφορά την Ενάγουσα υπόλογες είναι οι Εναγόμενες 1 & 2 και όχι η Project Buro. Επικαλέστηκε δε την αρχή του "Vicarious Performance" παραπέμποντας σε σχετικό απόσπασμα από το Σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η Έκδοση, παρ. 19-082.[6] Ενώ, πρόσθεσε, η Project Buro είναι υπόλογη προς τον δικό της αντισυμβαλλόμενο, δηλ. την Stolichnoe. Στη βάση, ωστόσο, τόσο των δικογραφημένων στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμών όσο και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν στις ενόρκους δηλώσεις του Α. Κορομία εκείνο που προκύπτει είναι ότι ενώ η διαχείριση του έργου ανατέθηκε από την ιδιοκτήτρια του έργου και δικαιούχα με βάση τον Κανονισμό της Ρωσικής Κυβέρνησης στην ανάπτυξη της συγκεκριμένης γης Ρωσική εταιρεία Stolichnoe σε άλλες εταιρείες και πρόσωπα, εντούτοις γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί συμβατική ευθύνη στις Εναγόμενες 1 και 2 με βάση τη Συμφωνία Συνεταιρισμού. Και τούτο χωρίς να προκύπτει ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 ενεργώντας στο πλαίσιο αυτής της Συμφωνίας ανέθεσαν οι ίδιες την εκτέλεση του έργου Khilkov σε τρίτες εταιρείες. Κάτι τέτοιο (δηλαδή ανάθεση) έγινε από την ίδια την ιδιοκτήτρια του έργου την εταιρεία Stolichnoe και όχι από τις Εναγόμενες 1 και
  10. Επαναλαμβάνω. Όπως προκύπτει από τα όσα η ίδια η πλευρά της Ενάγουσας επικαλέστηκε, ακολούθησε νέα συμφωνία με την οποία η ιδιοκτήτρια των δικαιωμάτων του έργου Stolichnoe ανέθεσε η ίδια την εκτέλεση και διαχείριση του έργου στην Project Buro. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  11. Πέραν δε αυτής της Συμφωνίας η Stolichnoe ανέθεσε την χρηματοοικονομική διαχείριση του έργου στη Ρωσική εταιρεία Armiks με βάση το συμβόλαιο ημ. 1/9/09, ενώ υπέγραψε επίσης συμβόλαιο με τον Pavlichenko με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε να ενεργήσει ως αντιπρόσωπός της για τη μετακίνηση των ενοίκων. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί, κατά τη δική μου κρίση, να εγείρεται θέμα συμβατικής ευθύνης των Εναγομένων 1 και 2 για τυχόν παραβάσεις των συμφωνιών μεταξύ της Stolichnoe με άλλες Ρωσικές εταιρείες και δη εκείνο που η Stolichnoe έχει συνάψει με την Project Buro. Όσον αφορά τη ζημιά που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι υπέστη αυτή αναφέρεται στη μείωση της αξίας του μεριδίου της. Συγκεκριμένα στη μείωση της αξίας των μετοχών που κατέχει σε άλλη Κυπριακή εταιρεία, την Lafar γιατί όπως ισχυρίζεται μειώθηκε η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Ρωσικής εταιρείας Stolichnoe στην οποία η Lafar είναι μέτοχος. Βασικά η προκειμένη περίπτωση αφορά αγωγή όχι εκ μέρους του άμεσου μετόχου της Stolichnoe αλλά του μετόχου της Lafar που είναι μέτοχος της Stolichnoe. Πιο συγκεκριμένα αφορά αγωγή ενός εκ των μετόχων της Lafar η οποία Lafar είναι μέτοχος της Stolichnoe. Το νομικό ζήτημα κατά πόσον είναι βάσιμη μια απαίτηση για ζημιές για μείωση μετοχικού συμφέροντος ή καλύτερα μείωση της αξίας των μετοχών σε εταιρεία έχει απασχολήσει την Αγγλική νομολογία σε υποθέσεις όπου εξετάστηκε το είδος αυτής της ζημιάς το οποίο ονομάζεται reflective loss. Με βάση τη σχετική νομολογία δεν επιτρέπεται σε μέτοχο εταιρείας η ανάκτηση ζημιάς από τη μείωση της αξίας των μετοχών του συνεπεία αδικοπραξίας που γίνεται εις βάρος της εταιρείας στην οποία είναι μέτοχος. Δικαίωμα σε αποζημιώσεις σε τέτοια περίπτωση έχει η ίδια η εταιρεία. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παραπέμψουμε στην υπόθεση Prudential Assurance Ltd v. Newman Industries Ltd & Others (No.2)
(1982)Ch. 204 στις σελ. 222-223 "But what he cannot do is to recover J damages merely because the company in which he is interested has suffered damage. He cannot recover a sum equal to the diminution in the market value of his shares, or equal to the likely diminution in dividend, because such a " loss " is merely a reflection of the loss suffered by the H company. The shareholder does not suffer any personal loss. His only " loss " is through the company, in the diminution in the value of the net assets of the company, in which he has (say) a 3 per cent, shareholding. The plaintiff's shares are merely a right of participation in the company on the terms of the articles of association. The shares themselves, his right of participation, are not directly affected by the wrongdoing". Η έγερση αγωγής από μέρους του μετόχου σε τέτοια περίπτωση θα παραβίαζε τον γνωστό κανόνα Foss v. Harbottle,[7] απότοκο της βασικής αρχής ότι μια εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, σύμφωνα με τον οποίο το μοναδικό πρόσωπο που δύναται να εγείρει αγωγή σε σχέση με ζημιά που προκλήθηκε στην εταιρεία είναι η ίδια η εταιρεία. Εξαίρεση του κανόνα αυτού είναι η περίπτωση της παράγωγης αγωγής (derivative action) η οποία μπορεί να ασκηθεί όταν η διοίκηση της εταιρείας παρεμποδίζει δολίως την προώθηση της αξίωσης της εταιρείας. Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Prudential Assurance Ltd v. Newman Industries Ltd & Others (No.2) (ανωτέρω): "A personal action would subvert the rule in Foss v. Harbottle and that rule is not merely a tiresome procedural obstacle placed in the path of a shareholder by a legalistic judiciary. The rule is the consequence of the fact that a corporation is a separate legal entity. Other consequences are limited liability and limited rights. The company is liable for its contracts and torts; the shareholder has no such liability. The company acquires causes of action for breaches of contract and for torts which damage the company. No cause of action vests in the shareholder. When the shareholder acquires a share he accepts the fact that the value of his investment follows the fortunes of the company and that he can only exercise his influence over the fortunes of the company by the exercise of his voting rights in general meeting. The law confers on him the right to ensure that the company observes the limitations of its memorandum of association and the right to ensure that other shareholders observe the rule, imposed upon them by the articles of association. If it is right that the law has conferred or should in certain restricted circumstances confer further rights on a shareholder the scope and consequences of such further rights require careful consideration". Περαιτέρω έγερση αγωγής από μέρους του μετόχου θα παραβίαζε την αρχή του double recovery. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Peak Hotels And Resorts Limited v. Tarek Investments Limited [2015] ΕWHC 3048 (Ch): "32.. ..the rule on reflective loss is concerned with double recovery. It is not discretionary, it is in part a policy consideration based on looking at the position of the company itself, both from the point of view of all its shareholders, not just the shareholder seeking to bring the case, and also the creditors of the company. 33. It is also important to highlight this element: that even if the claimant shareholder has a cause of action him or her or itself, that shareholder cannot recover for loss which is reflective because it would be double recovery. That shows why the concept is referred to as reflective loss. The focus is on the remedy". H υπόθεση Giles v. Rhind
(2003)Ch. 618, την οποία επικαλέστηκε ο κος Δράκος, δεν αντιστρατεύεται την αρχή της απαγόρευσης ανάκτησης της ζημιάς αντανάκλασης. Εκείνο που αποφασίσθηκε στην εν λόγω υπόθεση είναι πως στα γεγονότα της υπόθεσης εκεί ο μέτοχος μπορούσε να διεκδικήσει την ζημιά αντανάκλασης για το λόγο ότι η εταιρεία αδυνατούσε λόγω της αδικοπραξίας του εναγόμενου να προωθήσει την αξίωση της. Παραθέτουμε πιο κάτω τη σχετική περικοπή από την περίληψη της πιο πάνω υπόθεσης: "..although in general a shareholder could not recover damages from a wrongdoer for a loss which was reflective of loss suffered by the company in circumstances where the company itself could have recovered in respect of that loss but had chosen not to do so, since the loss to the shareholder in such a case was caused by the decision of the company not to pursue its remedy and not by the wrongdoer's fault, there were no reasons of principle or policy to prevent a shareholder from recovering damages where the wrong done to the company had made it impossible for it to pursue its own remedy against the wrongdoer". Όπως προκύπτει από αποφάσεις που ακολούθησαν στην Αγγλική νομολογία η υπόθεση Giles v. Rhind (ανωτέρω) αποτελεί περιορισμένη εξαίρεση στο γενικό Κανόνα απαγόρευσης ανάκτησης ζημιών αντανάκλασης. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Webster v Sandersons Solicitors [2009] P.N.L.R. 37 επισημάνθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "38 By contrast with Johnson v Gore Wood the critical point in Giles v Rhind was, as Waller L.J. put it at [28], that the company was disabled from bringing the claim by the very wrongdoing which the defendant had by contract promised him, as a shareholder, and the company that he would not carry out". Περαιτέρω στην υπόθεση Kazakhstan Kagazy Plc v. Arip [2014] 1 C.L.C. 451 τονίστηκε ότι η εξαίρεση που αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Giles v. Rhind είναι πολύ περιορισμένη ("The Giles v. Rhind exception is thus very limited") και ότι το δικαιολογητικό αυτής της εξαίρεσης στον γενικό Κανόνα απαγόρευσης στην ανάκτηση ζημιών αντανάκλασης τυγχάνει εφαρμογής όπου ο εναγόμενος έχει καταστήσει αδύνατο για την εταιρεία να προωθήσει τα δικαιώματα της εναντίον του αδικοπραγούντα ("The rationale of this exception to the general irrecoverability of reflective loss is that the defendant must have made it 'impossible' for the subsidiary to pursue its remedy against the wrongdoer.")[8] Εκείνο το οποίο απλώς επικαλέστηκε η πλευρά της Ενάγουσας είναι πως οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν θα επιτρέψουν στην Stolichnoe να εγείρει αγωγές εναντίον συγγενικών τους εταιρειών όπως η Project Buro και ότι ως αποτέλεσμα δεν θα υπάρχει κανένας που θα μπορεί να κινηθεί νομικά για την κακοδιαχείριση του Έργου[9]. Επί τούτου λέω σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ούτε για το ότι απαιτείτο συγκατάθεση των μετόχων για την έγερση δικαστικών μέτρων από την Stolichnoe, ούτε ότι τους ζητήθηκε και αυτοί αρνήθηκαν. Στην βάση όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω δεν έχω ικανοποιηθεί πως με βάση την Έκθεση Απαίτησης αλλά και την προσαχθείσα μαρτυρία εγείρεται στην προκειμένη περίπτωση αγώγιμο δικαίωμα από πλευράς Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 και άρα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όπως απαιτείται με βάση την 1η προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 ούτε και κατ΄ επέκταση ορατή πιθανότητα επιτυχίας όπως απαιτείται με βάση την 2η προϋπόθεση του ίδιου Άρθρου. Ενόψει των πιο πάνω, η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των δικηγόρων παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια, για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι1& 2 /Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα τους. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Demades Overseas v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Vicarious Performance 19-082 A contracting party can in the case of many contracts enter into an arrangement by which some other person may perform for him, as far as he is concerned, the obligations of the contract, and the other contracting party will be obliged to accept that performance if it is performance in accordance with the terms of the contract. The contracting party will, however, be liable for any breach that may happen, and the other contracting party is not bound or, indeed, entitled to sue the substituted person for breach of contract,288 although there may, of course, be a remedy in tort, e.g. where the substituted person negligently damages or causes the loss of goods entrusted to him. This is technically known as vicarious performance, and it is "quite a mistake to regard that as an assignment of the contract: it is not".289 Substituted or Vicarious Performance 21-004 The promisor, in the absence of waiver13 or subsequent variation by agreement,14 cannot substitute for the agreed performance anything different, even though the substituted performance might appear to be better than, or at least equivalent to, the agreed performance.15 If no personal skill of or supervision by the promisor is envisaged by the contract, the promisor may arrange for performance by another person on his behalf16; but where the contract expressly or impliedly requires personal performance by the promisor, he may not delegate performance to any other person.17 [7] Δέστε Prudential Assurance Ltd v. Newman Industries Ltd & Others (No.2) 1982 Ch. 204, 210-211: "The classic definition of the rule in Foss v. Harbottle is stated in the judgment of Jenkins L.J. in Edwards v. Halliwell [1950] 2 All E.R. 1064 as follows.
(1)The proper plaintiff in an action in respect of a wrong alleged to be done to a corporation is, prima facie, the corporation.
(2)Where the alleged wrong is a transaction which might be made binding on the corporation and on all its members by a simple majority of the members, no individual member of the corporation is allowed to maintain an action in respect of that matter because, if the majority confirms the transaction, cadit quaestio; or, if the majority challenges the transaction, there is no valid reason why the company should not sue.
(3)There is no room for the operation of the rule if the alleged wrong is ultra vires the corporation, because the majority of members cannot confirm the transaction.
(4)There is also no room for the operation of the rule if the transaction complained of could be validly done or sanctioned only by a special resolution or the like, because a simple majority cannot confirm a transaction which requires the concurrence of a greater majority.
(5)There is an exception to the rule where what has been done amounts to fraud and the wrongdoers are themselves in control of the company. In this case the rule is relaxed in favour of the aggrieved minority, who are allowed to bring a minority shareholders' action on behalf of themselves and all others. The reason for this is that, if they were denied that right, their grievance could never reach the court because the wrongdoers themselves, being in control, would not allow the company to sue". [8] Δέστε επίσης την υπόθεση Peak Hotels And Resorts Limited V. Tarek Investments Limited [2015] ΕWHC 3048 (Ch) όπου τονίστηκε πως: " The main point decided in Giles v Rhind is that there is an exception to the rule against reflective losses which permits a shareholder to bring a claim for what would be reflective losses based on a disability of the company to bring that claim". [9] Δέστε παρ. 37 της Ε/Δ Κορομία Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ του ιδίου στην Ένσταση που καταχωρήθηκε στην Αίτηση ημ. 19/11/15 37. Πέραν του ότι είναι άσχετο, θα πρέπει να πως ότι όπως πληροφορούμαι από τον κ. Gromov, οι παρατηρήσεις που γίνονται από τον κ. Azizbaev είναι επίσης αβάσιμες. Ο κ. Azizbaev γνωρίζει πολύ καλά ότι η Stolichnoe δεν μπορεί να ενάγει την Armix ή την Project Buro, επειδή η Stolichnoe ανήκει κατά 50% στον Όμιλο Rose, και η Armix και η Project Buro είναι μέλη του Ομίλου Rose. Όπως έχουν τα πράγματα, η Stolichnoe δεν μπορεί να λάβει μέτρα εναντίον της Armix και της Project Buro χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγομένων 3 και 4, και βέβαια, ποτέ δεν θα συγκατατεθούν η Stolichnoe να ενάγει τις θυγατρικές που ανήκουν στις Εναγόμενες 3 και 4.» (δική μας η υπογράμμιση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.