← Κύπρος

Ανδρέας Ταπακκούδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 9019/2007, 19/12/2016

Ανδρέας Ταπακκούδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 9019/2007, 19/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A686 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 9019/2007 Ανδρέας Ταπακκούδης Ενάγοντας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος Αίτηση ημερ.6/10/16 για προδικαστική Εκδίκαση νομικών σημείων Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Θ. Πιπερή - Χριστοδούλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση: κα Ν. Βαρωσιώτου για Γεωργιάδης & Συνεργάτες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση και Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές επιζητούν την έκδοση Διατάγματος για να προδικαστούν και αποφασιστούν από το Δικαστήριο πριν την ακρόαση της ουσίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής τα νομικά σημεία που έχουν εγερθεί ως προδικαστικές ενστάσεις στις παραγράφους 1 & 2 της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα στις παραγράφους 1 & 2 της Υπεράσπισης προβάλλονται τα ακόλουθα: «1.Ο Εναγόμενος εγείρει πρώτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, καθότι η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος έκδοσης, δυνάμει του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης κα των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2002 (Ν. 133(Ι)/2004), δεν αποτελεί «δίωξη» επί της οποίας μπορεί να βασισθεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη, είτε δυνάμει του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), είτε δυνάμει του κοινοδικαίου. 2.Ο Εναγόμενος εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του με βάση το άρθρο 172 του Συντάγματος και/ή το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος είναι ο ισχυρισμός ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διαπράχθηκε από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του. Τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαιτήσεως.» Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27, θ.θ.1-2, Δ.33, θ.6, Δ.48, θ.θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη σχετική επί του θέματος Νομολογία. Υποστηρίζεται δε από Ένορκη Δήλωση της Ναυσικάς Πίρροκα, Γραμματειακού Λειτουργού στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ð Στις 6.4.2006 εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον του Ενάγοντα. Αντίγραφό του επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2. ð Στις 27.10.2006 συντάχθηκε κατηγορητήριο εναντίον του Ενάγοντα στην Ποινική Υπόθεση αρ. 17711/2006. Αντίγραφό του επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3. ð Στις 16.3.2007 εκδόθηκε η Ενδιάμεση Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Ποινική Υπόθεση αρ. 17711/2006, με την οποία ο Ενάγοντας απαλλάχθηκε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Αντίγραφο της Ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4. ð Με βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η ενόρκως δηλούσα: i. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης εναντίον του Ενάγοντα, εκδόθηκε και προωθήθηκε η εκτέλεσή του στη βάση εύλογης και πιθανής αιτίας, ως ο νόμος ορίζει, και δεν συνιστά δίωξη ως η νομολογία δεν πληρούνται προς τούτο οι απαραίτητες προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς και του ΕΔΑΔ και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και ο νόμος καθορίζουν. Η δε ποινική υπόθεση με αριθμό 17711/2006 Ε.Δ. Λευκωσίας που καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα προωθήθηκε στη βάση εύλογης και πιθανής αιτίας, ως ο νόμος ορίζει. ii. Η νομιμότητα των διαταγμάτων προσωποκράτησης που εκδόθηκαν εναντίον του Ενάγοντα, αναφορικά με τα νομικά και πραγματικά δεδομένα τους, καλύπτεται από το δεδικασμένο εκ της απόφασης του Ποινικού Εφετείου Ταπακούδης Ανδρέας ν. Αστυνομίας

(2006)2 Α.Α.Δ
  1. (Τεκμήριο 1) και ως προς αυτό τεκμαίρεται (δικαστική γνώση) ότι αυτά εκδόθηκαν στο πλαίσιο της τήρησης της ορθής και κατά νόμο διαδικασίας. iii. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαιτήσεώς του δεν αποκαλύπτει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του με βάση το άρθρο 172 του Συντάγματος και/ή το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθότι δεν πληρούνται προς τούτο οι απαραίτητες προϋποθέσεις που καθορίζει ο νόμος και η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, για την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος οι οποίες, μεταξύ άλλων, επιβάλλουν αναφορικά με το ότι αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, όπως γίνεται επίκληση ότι διαπράχθηκε από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του. Τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαιτήσεως. ð Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του και συγκεκριμένα στις παραγράφους 1 και 2 αυτής εγείρει τις προδικαστικές ενστάσεις, ότι: (α) η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, καθότι η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος έκδοσης, δυνάμει του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης κα των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2002 (Ν. 133(Ι)/2004), δεν αποτελεί «δίωξη» επί της οποίας μπορεί να βασισθεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη, είτε δυνάμει του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), είτε δυνάμει του κοινοδικαίου, και/ή (β) η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του με βάση το άρθρο 172 του Συντάγματος και/ή το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος είναι ο ισχυρισμός ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διαπράχθηκε από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του. Τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαιτήσεως. ð Με βάση νομικής συμβουλής της οποίας η Ενόρκως Δηλούσα τυγχάνει, αν προδικαστούν τα νομικά σημεία που εγείρονται με τις προδικαστικές ενστάσεις του Εναγόμενου πριν την εκδίκαση της ουσίας της παρούσας αγωγής υπάρχει πιθανότητα η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου στα προδικαστικά αυτά σημεία ομού ή διαζευκτικά και/ή σε οποιοδήποτε από αυτά, να φέρει σε πέρας και/ή να θέσει εκτός συζήτησης ολόκληρη την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και έτσι θα επιτευχθεί εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.27, θθ.1-4, Δ.33, θ.6, Δ.48, θθ. 1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, Άρθρο 30 του Συντάγματος, Άρθρο 37 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, Άρθρο 32 του Κεφ.148 και στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος/ Καθ' ου η Αίτηση να κωλύεται από το να ζητά τα αιτούμενα Διατάγματα. · Τα ζητήματα τα οποία ο Εναγόμενος/Αιτητής εξαιτείται να προδικαστούν δεν μπορούν να εξεταστούν προδικαστικά καθ' ότι δεν είναι αμιγώς νομικά αλλά εμπεριέχουν και πραγματικά ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της αντιδικίας κατά την ακρόαση της Αίτησης. · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων καθότι δεν υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο και/ή τα εγειρόμενα θέματα στην υπό εξέταση αίτηση λόγω των αμφισβητουμένων γεγονότων και/ή της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση και/ ή το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει και/ή να αποφασίσει σε αυτό το στάδιο επί των ζητημάτων που εγείρονται στις προδικαστικές ενστάσεις χωρίς να ακούσει μαρτυρία. · Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται τα προδικαστικά σημεία δεν είναι παραδεκτά και/ή τίθενται υπό αμφισβήτηση. · Τα εγειρόμενα προδικαστικά σημεία των οποίων εξαιτείται η εκδίκαση τους πριν τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας δεν είναι καθαρά και αποκλειστικά νομικά αλλά πρόκειται για θέματα τα οποία αφορούν γεγονότα ή ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία. · Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη καθότι στερείται νομικού υπόβαθρου και/ή ερείσματος κα/ή είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη προς τους σχετικούς νόμους και/ή τη συνήθη πρακτική του Δικαστηρίου. · Χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών των θεμάτων που εγείρονται στις προδικαστικές ενστάσεις το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει από αυτό το στάδιο -ήτοι προδικαστικά- επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτές. Κατά συνέπεια τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της αγωγής. · Η εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων στοχεύει στο να αποστερήσει τον ενάγοντα από του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του στο δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του ή και να καλέσει μαρτυρία ή και να θέσει τα νομικά του επιχειρήματα ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της υπόθεσης και αν γίνει αποδεχτή θα στερήσει από τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση την ευκαιρία να ακουστεί και να διεκδικήσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα του τα νόμιμα δικαιώματα ενώπιον του δικαστηρίου. · Με την Αίτηση τους ο Εναγόμενος/Αιτητής στοχεύει να κερδίσει την υπόθεση του πρόωρα ή/και πριν ακόμη προσαχθεί μαρτυρία ή/και πριν ακουστούν νομικά επιχειρήματα και να μην επιτρέψουν στον ενάγοντα να προωθήσει με τον τρόπο που επιθυμεί την υπόθεση του. Περαιτέρω με την αίτηση του, ο Αιτητής στοχεύει να προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής και για τον λόγο αυτό θα πρέπει η αίτηση τους να απορριφθεί και να κληθούν να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα. · Η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή κακόβουλα. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της ασκούμενης Δικηγόρου Αικατερίνης Τζειρανίδη στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: à Η πλευρά του Εναγόμενου/Αιτητή φαίνεται πως ευρισκόμενη σε πλάνη, ισχυρίζεται πως το επίδικο θέμα δεν αποτελεί δίωξη, με την αιτιολογία πως τόσο το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης όσο και η ποινική υπόθεση 17711/2006, στην οποία τελικά απαλλάχθηκε των κατηγοριών και αθωώθηκε, προωθήθηκαν στη βάση της εύλογης και πιθανής αιτίας. Αντίγραφο της απόφασης ημερ. 16/03/2007, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Η αγωγή προωθείται στη βάση της κακόβουλης δίωξης στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε στην Κύπρο και όχι στη βάση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Τα όσα δικογραφούνται σε σχέση με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις παρατυπίες και παρανομίες που παρουσιάστηκαν κατά τη διαδικασία παράδοσης του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση στην Κύπρο, έχουν τεθεί ακριβώς για να ενισχύσουν το κατά τα άλλα αυταπόδεικτο, πως η όλη ποινική διαδικασία είχε εγερθεί εναντίον του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση εκδικητικά και κακόβουλα. Δηλαδή τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τη διαδικασία παράδοσης του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση έχουν συμπεριληφθεί για να καταδείξουν πως το στοιχείο της κακοβουλίας το οποίο θα αποδείξει ο Ενάγων/Καθ' ου η Αίτηση πως υπήρχε κατά την έναρξη και συνέχιση της ποινικής δίωξης, υπήρχε και προγενέστερα λόγω σύγκρουσης συμφερόντων που υπήρχαν μεταξύ συγγενικών προσώπων των αντιπροσώπων του Εναγόμενου/Αιτητή και του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση. à Περαιτέρω, ως εμφαίνεται, υπάρχει σύγχυση και αμφισβήτηση ως προς τα εκδικάζοντα ζητήματα, αφού το κατά πόσο υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία δίωξης είναι κάτι το οποίο θα αποφασιστεί στα πλαίσια της εν λόγω αστικής υπόθεσης, όταν θα τεθεί η σχετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πλευρά του Εναγομένου/Αιτητή, ισχυρίζεται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κακόβουλη δίωξη, με την αιτιολογία πως το κατά πόσο υπήρχε εύλογη υπόνοια για την ποινική δίωξη αποτελεί δεδικασμένο λόγω της απόφασης ημερ. 25/10/2006 του Εφετείου. Η εν λόγω θέση είναι παντελώς ανεδαφική και ανυπόστατη, αφού δια της προαναφερόμενης έφεσης, αμφισβητείτο η ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση του Εναγομένου/Αιτητή για δεύτερη φορά (ήτοι για περίοδο 8 επιπλέον ημερών) για τη συμπλήρωση της διευρεύνησης των αδικημάτων της πλαστογραφίας, προτού ακόμη καταχωρηθεί το κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση και προτού γίνει απαγγελία των κατηγοριών εναντίον του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση. Με βάση το Άρθρο 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, η ποινική δίωξη αρχίζει από την ώρα της απαγγελίας της κατηγορίας και όχι νωρίτερα. Συνεπώς, τα όσα αποφασίστηκαν στην προαναφερόμενη υπόθεση είναι παντελώς άσχετα με το επιχείρημα της άλλης πλευράς. Το κατά πόσο υπήρχε εύλογη υπόνοια είναι κάτι το οποίο θα αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και όχι εκ των προτέρων, γεγονός που καταδεικνύει πως το εν λόγω προδικαστικό σημείο εμπεριέχει ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία καθώς επίσης η βάση επί των οποίων στηρίζεται εμπεριέχει καθόλα αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία θα αποδειχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, με την προσαγωγής της κατάλληλης μαρτυρίας. à Δια της δεύτερης προδικαστικής ένστασης, τίθεται ο ισχυρισμός πως η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου, με βάση το Άρθρο 172 του Συντάγματος και/ή το Άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, καθότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος είναι ο ισχυρισμός ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διαπράχθηκε από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του. Σύμφωνα με τις θέσεις του Εναγόμενου/Αιτητή δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός δια της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι εμφανές από το λεκτικό των Λεπτομερειών της Κακόβουλης και/ή παράνομης και/ή αδικαιολόγητης δίωξης (α)-(η) ως έχει δικογραφηθεί, πως οι υπό αναφορά παραβιάσεις του νόμου, έγιναν από υπαλλήλους και αντιπροσώπους της Δημοκρατίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων εργασίας τους. Εν πόση περιπτώσει, θα ήταν άκρως παράλογο να θεωρήσει κανείς πως οι εν λόγω παρανομίες έγιναν σε χρόνο άλλο από τον εργασιακό. Περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με το ζήτημα αυτό θα ήταν παντελώς αχρείαστες και θα αποτελούσαν μαρτυρία η οποία είναι αυστηρώς ανεπίτρεπτη κατά το στάδιο της Δικογράφησης. à Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η άλλη πλευρά για προώθηση των προδικαστικών ενστάσεων είναι αμφισβητούμενα. Για να αποφασιστούν τα εγειρόμενα σημεία και ιδιαιτέρως για το κατά πόσο υπήρχε κακόβουλη διώξη, χρειάζεται μαρτυρία επί των γεγονότων, που μόνο κατά την ακρόαση μπορούν να δοθούν. Χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών των θεμάτων που εγείρονται στις προδικαστικές ενστάσεις το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει από αυτό το στάδιο - ήτοι προδικαστικά- επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτές. Κατά συνέπεια τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της αγωγής. à Η Αίτηση για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων στοχεύει στο να αποστερήσει τον Ενάγοντα από του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του ή και να καλέσει μαρτυρία ή και να θέσει τα νομικά του επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της υπόθεσης και, αν γίνει αποδεχτή, θα στερήσει από τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση την ευκαιρία να ακουστεί και να διεκδικήσει πλήρως και αποτελεσματικό όλα του τα νόμιμα δικαιώματα ενώπιον του Δικαστηρίου. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Τόσο η Αίτηση όσο και η Ένσταση στηρίζονται στην Διαταγή 27, θθ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πρόνοιες των Θεσμών 1 και 2 της Δ.27 έχουν ως ακολούθως: "
  3. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient".
  4. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counterclaim or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Οι νομικές αρχές που διέπουν την προεκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα, έχουν ξεκαθαριστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Malachtos v. Armefti
(1984)1 C.L.R 548, που πραγματεύεται τη Δ.27,θθ.1 και 2 επί της οποίας βασίζεται η αίτηση, σημειώνεται ότι μόνο καθαρά νομικά σημεία εκδικάζονται κάτω από τη Δ.27,θ.1, ενώ υποθέσεις μικτού νομικού και πραγματικού θέματος ή μόνο πραγματικού εκδικάζονται κάτω από τη Δ.33[1]. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χ" Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 στη σελίδα 956, αφού παραθέτει σχετική νομολογία, αναφέρει τα ακόλουθα: «Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33[2]. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27, Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων.[3] Το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών είναι η δίκη. Κατ΄επέκταση, η επίλυση θέματος προδικαστικά, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Όπως αναφέρθηκε και στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 στην σελ 229: «...Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.» Η νομολογία, επίσης, υποδεικνύει ότι η έκδοση διαταγής για προεκδίκαση νομικών σημείων θα πρέπει να γίνεται μόνο σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και να ασκείται με φειδώ. Το Δικαστήριο θα εξετάσει αν το εγειρόμενο ζήτημα είναι αμιγώς νομικό θέμα με αναφορά στα γεγονότα που καταγράφονται στην αγωγή. Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο, αν αποφασισθεί υπέρ του Αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής[4]. Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά, είναι, επίσης, παράγοντας που λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτική του ευχέρειας. Σκοπός της δικονομικής πρόνοιας της Διαταγής 27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση, ή ουσιαστικού μέρους αυτής, αχρείαστη. Κατ΄επέκταση, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο ενδεικνυόμενος χρόνος για υποβολή τέτοιου αιτήματος για ορισμό του νομικού ζητήματος για ακρόαση, είναι κατά τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες, κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή, εν πάση περιπτώσει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά[5]. Οι συνήγοροι δεν είναι ορθό να περιμένουν μέχρι και την ημερομηνία ακροάσεως, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό αναβολή της ακρόασης και προκαλώντας έξοδα, αφού, τέτοια τακτική, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε κατάχρηση. Τούτου δεδομένου, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, θα εγκρίνει τέτοια αίτηση και θα ορίσει το νομικό σημείο για ακρόαση, προ της ακροάσεως στην αγωγή.[6] Αναφέρονται σχετικά τα εξής στην υπόθεση The heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and he should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.» Παρόμοια σχόλια υπάρχουν, επίσης, και στην υπόθεση Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R. 392 και, επίσης, στην υπόθεση Panikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.50. Η Απόφαση όμως η οποία κατά τρόπο σαφή θέτει το χρόνο υποβολής της αίτησης σαν παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη είναι η υπόθεση Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370 όπου στη σελ. 374 της απόφασης αναφέρονται τα εξής από το Δικαστή Σαββίδη: «Counsel should not wait till the case is fixed for trial and shortly before the date of hearing avail themselves of the procedure under Order 27 and thus secure an adjournment of the hearing of the case which otherwise might not have been granted. If this right is left to be exercised without any judicial control then there may be an abuse of it and parties who wish to have the proceedings protracted, may wait till the eve of the hearing to file an application and thus secure an adjournment of the case. It is for this reason that the matter is left within the discretion of the Judge to decide whether in the circumstances of a particular case it is in the interest of justice to grant such application and have the points of law set down for hearing prior to the hearing of the action.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης αμφότερες οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας με εμπεριστατωμένο και επιμελή τρόπο τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω σε αυτό το στάδιο. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές κατωτέρω. Το κύριο ερώτημα στην υπό κρίση Αίτηση είναι το κατά πόσον στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται αμιγώς νομικό ζήτημα το οποίο είναι καθοριστικό για την έκβαση της όλης υπόθεσης ή ενός ουσιώδους μέρους αυτής. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνω ότι εδράζεται επί του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Ως λεπτομέρειες δε της ισχυριζόμενης κακόβουλης δίωξης προβάλλονται τα εξής: ü Η έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του Ενάγοντα χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του, καθ΄υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και η παραλαβή και μεταφορά του Ενάγοντα στη Δημοκρατία κατά παράβαση και/ή εκτός της προθεσμίας που τάσσεται από την Απόφαση- Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης ημερ.13/6/02 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών - μελών και του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών- Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ν.133(Ι)/04[παραγράφοι (α), (β) και (γ) των Λεπτομερειών της παραγράφου 4]. Περαιτέρω στις παραγράφους 2-4 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός για σύλληψη του Ενάγοντα από τις Γερμανικές Αρχές δυνάμει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης το οποίο με βάση τον σχετικό ισχυρισμό εξεδόθη κακόβουλα και/ή παράνομα και/ή με δόλο ως επίσης και για παραλαβή και/ή σύλληψη του από την Γερμανική Αστυνομία και μεταφορά του στην Κύπρο η οποία έγινε κακόβουλα και/ή παράνομα και/ή με δόλο. ü Η ποινική δίωξη του Ενάγοντα με την καταχώρηση της ποινικής Υπόθεσης με αρ. 17771/2006[7] [παράγραφοι (δ) και (ζ) των Λεπτομερειών της παραγράφου 4]. H συνήγορος του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση υποστήριξε ότι η κακόβουλη δίωξη η οποία επιδιώκεται να αποδειχθεί είναι αναφορικά και σε σχέση πάντοτε με την ποινική υπόθεση 17711/2006 που είχε καταχωρηθεί εναντίον του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση και «ότι τα όσα δικογραφούνται σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις παρατυπίες και παρανομίες που παρουσιάστηκαν κατά τη διαδικασία παράδοσης του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση στην Κύπρο έχουν τεθεί για να ενισχύσουν πως η όλη ποινική διαδικασία είχε εγερθεί εναντίον του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση εκδικητικά και κακόβουλα». Συγκεκριμένα τόνισε ότι τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τη διαδικασία παράδοσης του Ενάγοντα/Καθ΄ ου η Αίτηση έχουν συμπεριληφθεί για να καταδείξουν πως το στοιχείο της κακοβουλίας υπήρχε και προγενέστερα και κατά την έναρξη και συνέχιση της ποινικής δίωξης. Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω αντίκρυση του όλου θέματος. Κατά τη δική μου θέση είναι σαφές από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και με τον τρόπο που αυτή συνετάχθη ότι το εγειρόμενο από τον Ενάγοντα αγώγιμο δικαίωμα της κακόβουλης δίωξης σε βάρος του βασίζεται τόσο στην έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης όσο και στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης με αρ. 17711/
  1. Οι λεπτομέρειες δε που δίδονται σε σχέση με την κακόβουλη δίωξη σε ένα μεγάλο μέρος τους αφορούν και αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Ενάγοντα και σε ενέργειες που αφορούν στην έκδοση και εκτέλεση του για τις οποίες προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ήταν κακόβουλες και/ή παράνομες όπως προκύπτει από τις παραγράφους (α), (β), (γ) και (ζ) των Λεπτομερειών που δίδονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Επιπλέον στις λεπτομέρειες αυτές γίνεται αναφορά σε πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων που οδήγησαν σε παράνομη κράτηση του Ενάγοντα σε στάδιο που προηγήθηκε της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης με αρ. 17711/2006, ήτοι στη Γερμανία, πέραν δηλαδή της κράτησης του στην Κύπρο, όπως προκύπτει από την παράγραφο (ε) των Λεπτομερειών της παραγράφου
  2. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός στην παράγραφο (ζ) των Λεπτομερειών της παραγράφου 4 ότι συνεχίστηκε παράνομα η «διαδικασία ποινικής δίωξης» του Ενάγοντα με αναφορά στην ισχυριζόμενη παράνομη μεταφορά του Ενάγοντα στην Δημοκρατία η οποία μεταφορά - επισημαίνεται - ακολούθησε την έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αλλά προηγήθηκε της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης με αρ. 17711/
  3. Στο σημείο αυτό ίσως εκ του περισσού να υπομνήσω τη σημασία των λεπτομερειών που δίδονται σε ένα δικόγραφο. Όπως είναι πάγια νομολογημένο σκοπός των λεπτομερειών που περιέχονται στα δικόγραφα είναι να δώσουν μια σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει ο αντίδικος στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξαπίνης. Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση εγείρεται αμιγώς νομικό ζήτημα που αφορά στο κατά πόσο η έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, δυνάμει του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2002 (Ν. 133(Ι)/2004), αποτελεί «δίωξη» επί της οποίας μπορεί να βασισθεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη, είτε δυνάμει του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), είτε δυνάμει του κοινοδικαίου το οποίο νομικό ζήτημα είναι καθοριστικό για την έκβαση ενός ουσιώδους μέρους της όλης υπόθεσης. Όσον αφορά τη δεύτερη προδικαστική ένσταση η θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ήταν ότι το κατά πόσον το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διεπράχθη κατά την εκτέλεση ή κατ΄επίκληση της άσκησης των καθηκόντων των υπαλλήλων της Δημοκρατίας είναι θέμα μαρτυρίας η οποία είναι εντελώς ανεπίτρεπτη στο στάδιο της δικογράφησης και θα διαφανεί μέσω της προσαγωγής της κατάλληλης μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Ωστόσο το ζητούμενο εδώ δεν είναι κατά πόσο επί της ουσίας είναι βάσιμη η εν λόγω προδικαστική ένσταση που ηγέρθη από την πλευρά του Εναγόμενου, ήτοι αν θα έπρεπε να δικογραφηθεί ότι το ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διεπράχθη από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ΄επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του, αλλά κατά πόσο ένα τέτοιο ζήτημα αποτελεί αμιγώς νομικό ζήτημα το οποίο προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση. Είναι δε η θέση μου ότι η πιο πάνω προδικαστική ένσταση αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα το οποίο νομικό ζήτημα είναι καθοριστικό για την έκβαση της όλης υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά τον παράγοντα χρόνου καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, είναι γεγονός ότι αυτή δεν κατεχωρήθη μετά το κλείσιμο των δικογράφων και τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες αλλά κατεχωρήθη σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Το γεγονός όμως παραμένει ότι η παρούσα Αίτηση κατεχωρήθη προτού η υπόθεση προχωρήσει σε ακροαματική διαδικασία και αφού μεσολάβησε εν τω μεταξύ και η εκδίκαση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας μέσω τηλεδιάσκεψης η οποία οδήγησε σε έκδοση ενδιάμεσης απόφασης στις 22/11/
  4. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι μεσολάβησαν στο παρελθόν και προσπάθειες σύνταξης και υποβολής κοινώς παραδεκτών γεγονότων και/ή εγγράφων από μέρους του εναγόμενου, χωρίς όμως να υπάρξει αποτέλεσμα. Εν πάση δε περιπτώσει το όλο ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση όλων των δεδομένων της υπόθεσης. Με δεδομένο λοιπόν ότι η ακρόαση και η εκδίκαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, δεν θεωρώ ότι προκύπτει οποιοδήποτε κώλυμα ή εμπόδιο ή οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στον Ενάγοντα από την εξέταση στο παρόν στάδιο της υπό κρίση Αίτησης ενώ δεν τέθηκε, ούτε προέκυψε ότι η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης προκάλεσε ή αποτέλεσε λόγο αναβολής της εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι οι δύο πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις αφορούν και αναφέρονται σε αμιγώς νομικά ζητήματα επί στέρεου και μη αμφισβητούμενου υπόβαθρου γεγονότων και είναι κρίσιμα για την πορεία της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα για την προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων που εγείρονται στις παραγράφους
(1)&
(2)της Υπεράσπισης. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς ο Εναγόμενος δικαιούται τα έξοδα του. Ο Ενάγων/Αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε The heirs of the late Theodora Panagi v. The Administrator of the Estates of the late Stylianos Mandiatis
(1963)2 C.L.R 167, Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R 392 και Papamichael v. Chacholiades
(1970)C.L.R 305. [2] Δέστε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461. [3] Δέστε Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548. [4] Δέστε Ιωάννης Νικόλα Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ 949. [5] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χ Όικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ 949: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions)». [6] Δέστε Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370. [7] Δέστε Τεκμήριο 1 στην Ένσταση και Τεκμήριο 4 στην Αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.