← Κύπρος

Ανδρέα Σπάταλου ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Louiza Zambakhidze ν. Γεώργιου Κάφουρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6832/2009, 29/12/2016

Ανδρέα Σπάταλου ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Louiza Zambakhidze ν. Γεώργιου Κάφουρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6832/2009, 29/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A701 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6832/2009 Μεταξύ: Ανδρέα Σπάταλου ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Louiza Zambakhidze, τέως από τη Γεωργία Ενάγοντα και

  1. Γεώργιου Κάφουρου
  2. Olympic Insurance Company Limited Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Α. Σπάταλος Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Χατζηευτυχίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγων υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Louiza Zambakhidze, αξιώνει από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που επισυνέβη στις 23.11.2007 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στη Λευκωσία. Αποτέλεσμα του ως άνω δυστυχήματος ήταν ο θάνατος της Louiza Zambakhidze (στο εξής «η θανούσα»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων εγείρει την παρούσα αγωγή προς όφελος των κληρονόμων της θανούσας, ήτοι τα δύο παιδιά της, την Maria Zurashvili, η οποία γεννήθηκε στις 20.5.1965 και τον Tariel Zurashvili, ο οποίος γεννήθηκε στις 7.4.
  3. Το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων της, η θανούσα το χρησιμοποιούσε για να βοηθά και/ή συντηρεί τα δύο της παιδιά και τα τέσσερα εγγόνια της. Ο υιός της αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και τον συντηρούσε η θανούσα. Η δε κόρη της είναι διαζευγμένη και μητέρα δύο παιδιών. Ο Ενάγων, εκτός από αποζημιώσεις προς όφελος των πιο πάνω, κατ' ισχυρισμό, εξαρτώμενων προσώπων, αξιώνει επίσης €1.000 ως έξοδα μεταφοράς της σορού της θανούσης από την Κύπρο στην πατρίδα της, €3.000 έξοδα κηδείας, καθώς επίσης και έξοδα διαχείρισης της περιουσίας της. Τέλος, ο Ενάγοντας ζητά αποζημιώσεις για απώλεια οικείου προσώπου. Η διαφωνία των μερών εντοπίζεται κυρίως στις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος. Ειδικότερα, η θέση του Ενάγοντα είναι ότι η θανούσα επιχείρησε να διασταυρώσει κάθετα την Λεωφόρο Μακαρίου από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του 1ου Εναγόμενου. Στην προσπάθεια της αυτή, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XX 989 που οδηγούσε ο Εναγόμενος, την κτύπησε βίαια, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης του δρόμου, και να κτυπηθεί και από δεύτερο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το δεύτερο αυτοκίνητο εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να σταματήσει και δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του από την Αστυνομία. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο θάνατος της Louiza Zambakhidze προκλήθηκε λόγω της αμελούς οδήγησης του 1ου Εναγόμενου και/ή του οδηγού του άγνωστου αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας επικαλείται οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα και χωρίς δέουσα προσοχή και φροντίδα. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι οι οδηγοί των δύο οχημάτων που κτύπησαν την θανούσα παρέλειψαν να βρίσκονται σε εγρήγορση σε ένα πολυσύχναστο με πεζούς δρόμο, ώστε να προσέξουν έγκαιρα τη θανούσα και να δώσουν προτεραιότητα σε αυτή. Παρέλειψαν επίσης να κρατούν την κανονική πλευρά οδήγησης του δρόμου, ή να σταματήσουν, ή να ελαττώσουν ταχύτητα, ή να δώσουν την απαιτούμενη προειδοποίηση όταν πλησίαζαν τη θανούσα. Τέλος, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι δύο οδηγοί παρέλειψαν να πάρουν οποιαδήποτε ικανοποιητικά και/ή αποτελεσματικά μέτρα για να χρησιμοποιήσουν έγκαιρα τα φρένα των οχημάτων τους ώστε να αποφύγουν τη σύγκρουση με τη θανούσα. Με την υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από του Εναγομένους 1 και 2, οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι, ενώ ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε νόμιμα το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής XX 989 στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μακαρίου, με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα προς Hilton, ξαφνικά σε κάποιο σημείο του δρόμου η Εναγόμενη κτύπησε στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου 1, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας της εξ αντιθέτου κατεύθυνσης και άγνωστο όχημα να την παρασύρει και να την τραυματίσει θανάσιμα. Το άγνωστο αυτοκίνητο εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να σταματήσει. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τις λεπτομέρειες αμέλειας που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Παραθέτουν δε σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας της αποβιωσάσης, ήτοι ότι επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο από σημείο όπου απαγορεύεται η διασταύρωση πεζών και παρά το ότι πλησίον υπήρχε διάβαση πεζών. Επιπλέον η θανούσα επιχείρησε να διασταυρώσει δίχως προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση και χωρίς κατάλληλη κατόπτευση του δρόμου. Εισήλθε δε σε αυτόν εντελώς απρόσμενα και ξαφνικά και/ή τρέχοντας δίχως να κάνει αισθητή την παρουσία της και να δώσει αντικειμενικά το χρόνο στους οδηγούς να αντιληφθούν την παρουσία της και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια για να αποφύγουν τη σύγκρουση και παρέλειψε να περιμένει και/ή να σταματήσει στην άσπρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο κατευθύνσεων της λεωφόρου προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει. Επίσης, φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος κατά τη δύση του ηλίου, που η ορατότητα των οδηγών ήταν πολύ περιορισμένη. Κινήθηκε εγωιστικά, χωρίς να λάβει υπόψη της την πυκνή τροχαία κίνηση, η οποία επικρατούσε στην περιοχή την επίδικη χρονική στιγμή, και αδιαφορώντας για το σοβαρό ενδεχόμενο με την ενέργεια της αυτή να αναγκάσει τους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το δρόμο να προβούν σε ελιγμούς προκειμένου να την αποφύγουν και να προκληθεί σύγκρουση. ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ/Ή ΑΝΑΝΤΙΛΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που έδωσε ο κάθε μάρτυρας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα γεγονότα εκείνα που είναι αποδεκτά από τους διαδίκους, ώστε η παράθεση της μαρτυρίας κατωτέρω, να περιοριστεί μόνο σε όσα επίδικα ζητήματα τελούν υπό αμφισβήτηση ή διαφωνία. Ειδικότερα, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν από κοινού και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους έγγραφα τα οποία καταδεικνύουν ότι η Louiza Zambakhidze απεβίωσε στις 23.11.2007 (Πιστοποιητικό Θανάτου - Τεκμήριο 1) καθώς και ότι στις 12.11.2008 έχουν παραχωρηθεί στον Ενάγοντα, έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας της ως άνω αποβιωσάσης (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, προκύπτει από την δικογραφία ότι η 2η Εναγόμενη ήταν η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ο 1ος Εναγόμενος είχε ασφαλισμένο έναντι ευθύνης τρίτου το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής XX
  4. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι στις 23.11.2007, κατά ή περί την 17:35μ.μ, η θανούσα περπατούσε σε πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στη Λευκωσία, κατευθυνόμενη προς το ξενοδοχείο Hilton. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο 1ος Εναγόμενος οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητο, κατά το μήκος της δεύτερης λωρίδας της Λεωφόρου Μακαρίου, με κατεύθυνση προς το Hilton. Τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία πηγάζουν είτε από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Προχωρώ ευθύς αμέσως να παραθέσω και να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη

(2004)1 Α.Α.Δ. 576). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μου, προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν 4 μάρτυρες (Μ.Ε.). Για τους Εναγόμενους κατέθεσαν 2 μάρτυρες (Μ.Υ.). Πιο κάτω παραθέτω όσο το δυνατόν πληρέστερα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα και στην συνέχεια, στην βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του καθενός, καταγράφω τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Μάρτυρες Ενάγοντα Ως πρώτος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο Αντώνης Θεοφάνους (Μ.Ε.1) ο οποίος υπηρέτησε στην Αστυνομία από το 1982 μέχρι το 2014 οπότε και αφυπηρέτησε με το βαθμό του Λοχία. Κατά την διάρκεια της καριέρας του, υπηρέτησε για 15 χρόνια στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων, όπου εξέτασε πάρα πολλά τροχαία δυστυχήματα, ανάμεσα στα οποία και αρκετά θανατηφόρα. Έτυχε επίσης εκπαίδευσης και παρακολούθησε σεμινάρια για το θέμα αυτό στην Αστυνομική Ακαδημία. Σε σχέση με το δυστύχημα που αφορά η παρούσα αγωγή ανέλαβε καθήκοντα ως ο εξεταστής. Ο Μ.Ε.1 δεν μου άφησε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν αόριστη και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε δεν στηρίζονται από επαρκή μαρτυρία. Μπορούν δε να χαρακτηριστούν ως αυθαίρετα. Επιπλέον ο Μ.Ε.1 δεν απαντούσε με την αναμενόμενη αμεσότητα και ευθύτητα. Σε κάποιο σημείο μάλιστα της αντεξέτασης του παραδέχτηκε ότι δεν είχε αναφέρει την αλήθεια κατά την κυρίως εξέταση του. Πιο κάτω, καταγράφω συνοπτικά, την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και επισημαίνω παράλληλα τα σημεία στα οποία η μαρτυρία του κρίνεται αδύνατη ή αντιφατική. Κατόπιν πληροφορίας, ο Μ.Ε.1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος η ώρα 17:
  1. Αφού κατέφθασε στην σκηνή, παρατήρησε ότι ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Υπήρχε πολύ καλή ορατότητα από το σημείο της σύγκρουσης σε απόσταση 150 μέτρων προς τη Λευκωσία και 80 μέτρων προς το ξενοδοχείο Hilton. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι οι εν λόγω αποστάσεις είναι οι ορατότητες μέχρι στροφή του δρόμου χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε άλλο εμπόδιο, όπως π.χ τυχόν οχήματα που υπήρχαν μπροστά ή πίσω από τον Εναγόμενο 1 ή στις άλλες λωρίδες κυκλοφορίας. Ο δρόμος έχει 4 λωρίδες κυκλοφορίας, δύο προς κάθε κατεύθυνση και, σύμφωνα με την πορεία προς Hilton, είναι ευθύς και ελαφρώς ανηφορικός. Η περιοχή ήταν κατοικημένη και το όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ. Ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του, παραδέχτηκε ότι για να καταλήξει στα συμπεράσματά του, δεν έλαβε υπόψη του ότι ο δρόμος στο σημείο της σύγκρουσης είναι ανηφορικός και ότι πιθανόν τα αυτοκίνητα που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση να επενέβαιναν στην ορατότητα του Εναγόμενου
  2. Του υπεβλήθη η θέση ότι λόγω της θέσης και της ώρας που έγινε το δυστύχημα, τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη πλευρά δημιουργούσαν το φαινόμενο της έλλειψης αντίθεσης, με αποτέλεσμα, πρόσωπο που βρισκόταν στη θέση του πεζού να μην είναι ορατό από τον Εναγόμενο
  3. Απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Με βάση τα στοιχεία, πληροφορίες και τις μετρήσεις που έλαβε, ο Μ.Ε.1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής στην παρουσία του Εναγομένου
  4. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο σχεδιάγραμμα σε κλίμακα (Τεκμήριο 3) το οποίο ετοίμασε με βάση τα στοιχεία του πρόχειρου σχεδιαγράμματος. Ως τεκμήριο 4 κατέθεσε επίσης δέσμη φωτογραφιών που έλαβε ο ίδιος. Ο Μ.Ε.1 παραδέχτηκε ότι στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε στην σκηνή του δυστυχήματος είχε τοποθετήσει τυχαία την πορεία της πεζής, η οποία, κατά την άποψη του, επιβεβαιώθηκε αργότερα. Προσπάθησε να αιτιολογήσει την πορεία του θύματος, η οποία σημειώνεται στο Τεκμήριο 3 με το γράμμα «Β», ήτοι από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του Εναγομένου 1, λέγοντας ότι όλα τα εξωτερικά εμφανή τραύματα του θύματος καθώς και οι ζημιές σε όλα τα συστήματα του θύματος, ήταν στη δεξιά πλευρά του σώματος, γεγονός που καταδεικνύει, κατά την άποψη του ότι η πλευρά αυτή του σώματος ήταν η εκτεθειμένη στο αυτοκίνητο ΧΧ
  5. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η πορεία του θύματος ήταν από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου ΧΧ989, τότε όλα τα τραύματα του θύματος θα έπρεπε να ήταν στην αριστερή πλευρά του σώματος του. Η θέση αυτή καταρρίπτεται από την θέση της παθολογοανατόμου Ελένης Αντωνίου (Μ.Ε.3) η οποία, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, υποστήριξε ότι τα τραύματα από το δεύτερο αυτοκίνητο ήταν τόσο σοβαρά που εξαφάνισαν τυχόν τραύματα που προέκυψαν από το πρώτο αυτοκίνητο, ήτοι από το όχημα του Εναγομένου
  6. Ο Μ.Ε.1 γνώριζε ότι το θύμα, διαπεράστηκε από ρόδες οχήματος που δεν ήταν του Εναγομένου 1, αφού έγιναν εξετάσεις κάτω από το όχημα του Εναγόμενου 1 και δεν έχουν βρεθεί είτε ρούχα είτε DNA της πεζής. Περαιτέρω, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι δεν εξέτασε επί τόπου τα τραύματα της θανούσας. Επίσης αν και ήταν παρών στη νεκροψία, δεν μπόρεσε να αντιστοιχίσει τα τραύματα της πεζής, με το όχημα του Εναγόμενου
  7. Εξάλλου, παραδέχτηκε ότι δεν έχει γνώσει ιατρικής ή ιατροδικαστικής. Διερωτάται λοιπόν κανείς πως κατέληξε σε εύρημα ως προς την πορεία της πεζής με βάση τα τραύματα της τελευταίας. Επίσης, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 το θύμα θεάθηκε από διερχόμενο πεζό να περπατά στο αριστερό πεζοδρόμιο και να κατευθύνεται προς το Hilton. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε κατά πόσον έχει λάβει κατάθεση από τον εν λόγω πεζό και απάντησε ότι η συγκεκριμένη αναφορά στην γραπτή δήλωση του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για ουσιαστική αντίφαση ανάμεσα στα όσα αναφέρθηκαν κατά την κυρίως εξέταση και όσα αναφέρθηκαν από τον ίδιο μάρτυρα κατά την αντεξέταση. Εκτός του ότι η αντίφαση αυτή δείχνει την επιπολαιότητα με την οποία ο Μ.Ε.1 αντιμετώπισε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ανατρέπει επιπρόσθετα τα ευρήματα στα οποία ο εν λόγω μάρτυρας κατέληξε σε σχέση με την πορεία της πεζής. Και τούτο διότι κατέρρευσε και αυτός ο πυλώνας επί του οποίου ο Μ.Ε.1 βάσισε το εύρημα του ότι η πεζή κινείτο από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του Εναγομένου
  8. Τελευταία ένδειξη ως προς την πορεία της πεζής, υπήρξε η πληροφορία ότι το θύμα θα επισκεπτόταν κινέζικο κατάστημα που, όπως ο μάρτυρας ανέφερε κατά την κθρίως εξέταση, βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Ειδικότερα, κατά την κυρίως εξέταση του, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η θανούσα ακύρωσε αυτή την επίσκεψη και πριν φτάσει στο εν λόγω κατάστημα επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο για να μεταβεί στην αντίθετη πλευρά, δηλαδή δεξιά ως η πορεία του Εναγομένου
  9. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι για να πάει το θύμα στο κατάστημα, έπρεπε να διασταυρώσει τη Λεωφόρο Μακαρίου, σύμφωνα με την πορεία «Β», ήτοι από αριστερά προς δεξιά. Τούτο όμως σημαίνει ότι το κατάστημα δεν ήταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου όπως αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του μάρτυρα, αλλά στην δεξιά ως η πορεία του οχήματος του Εναγομένου. Και πάλιν σοβαρή αντίφαση και έλλειψη συνοχής στα λεγόμενα του Μ.Ε.
  10. Αναμενόταν από τον Μ.Ε.1, ως εξεταστή της υπόθεση να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα ευρήματά του και την μαρτυρία επί της οποίας βάσισε τις διαπιστώσεις του. Αντί αυτού η μαρτυρία του βρίθει από ανακριβείς αλλά και αντιφατικές δηλώσεις. Ακόμα μια πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 που πρέπει να αναφερθεί είναι το εύρημα του ότι όταν το θύμα άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο, το αυτοκίνητο ΧΧ989 βρισκόταν σε απόσταση 37,21 μέτρα από αυτό. Για να καταλήξει σε αυτό το εύρημα ο Μ.Ε.1 έλαβε υπόψη του ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος, το αυτοκίνητο ΧΧ989 κινείτο με ταχύτητα 30 - 40 ΧΑΩ και ότι το θύμα είχε διανύσει απόσταση 5,60 μέτρα από το πεζοδρόμιο μέχρι το σημείο της σύγκρουσης και ότι σύμφωνα και με τις παγκόσμιες στατιστικές κίνησης πεζών, μια γυναίκα ηλικίας του θύματος που περπατά με κανονικό βήμα διανύει 5.5 πόδια/δευτερόλεπτο. Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε ότι χρησιμοποίησε στους υπολογισμούς του την ταχύτητα των 40 ΧΑΩ καθότι αυτό ήταν προς όφελος του οδηγού. Εάν χρησιμοποιούσε πιο μικρή ταχύτητα, τότε η απόσταση, που ο Εναγόμενος θα έβλεπε την πεζή θα ήταν πιο μεγάλη. Επίσης, με βάση την σχετική βιβλιογραφία, μια γυναίκα μεταξύ 50 ως 60 ετών, περπατά 5.5 πόδια/δευτερόλεπτο αν βαδίζει με κανονικό βήμα. Σε ερώτηση γιατί δεν χρησιμοποίησε την κλίμακα άνω των 60, αφού η πεζή είχε ηλικία 60 ετών, ανέφερε ότι δεν υπάρχει κάποιο κριτήριο και έκανε την επιλογή αυθαίρετα. Ο μάρτυρας επέλεξε επίσης τυχαία τον κανονικό βηματισμό και δεν έχει οποιαδήποτε μαρτυρία αν η θανούσα περπατούσε με κανονικό βήμα ή γρήγορο ή αργό. Όλα τα πιο πάνω και δη οι τυχαίες επιλογές του μάρτυρα, καθιστούν τα ευρήματα του μάρτυρα χωρίς υπόβαθρο γεγονότων. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η πεζή φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος. Συμφώνησε επίσης ότι, ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να αναμένει, ότι θα υπήρχε πεζός σε εκείνο το σημείο του δρόμου, αφού δεν υπήρχε ούτε διάβαση πεζών. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι εάν υπήρχε αυτοκίνητο αριστερά, που σύμφωνα με την κατάθεση του Εναγόμενου 1 υπήρχε, η ορατότητα θα εξαρτάτο από το σημείο που ήταν ακριβώς το εν λόγω αυτοκίνητο σε σχέση με το αυτοκίνητο του Εναγομένου. Αν ήταν πιο μπροστά, από το αυτοκίνητο του εναγομένου, τότε ο τελευταίος δεν θα έβλεπε το αριστερό πεζοδρόμιο, που ήταν η πεζή. Σε κάθε περίπτωση δεν γνωρίζει την θέση όπου ήταν το αυτοκίνητο που κινείτο παράλληλα με το όχημα του Εναγόμενου
  11. Επίσης, σύμφωνα με την κατάθεση του Εναγομένου 1 μπροστά του υπήρχαν αυτοκίνητα που κινούνταν. Όλα τα πιο πάνω δεν τα έλαβε υπόψη του ο μάρτυρας για να καταλήξει είτε στην πορεία, είτε στην αρχική θέση της θανούσας, είτε στην ορατότητα που είχε ο Εναγόμενος
  12. Συνεπώς οι διαπιστώσεις και τα ευρήματα του είναι ακροσφαλή. Τέλος, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με την δύση του ηλίου και τον φωτισμό την ώρα του δυστυχήματος. Ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι με βάση τον πίνακα της μετεωρολογικής υπηρεσίας που έχουν στο γραφείο δυστυχημάτων, η δύση του ηλίου ήταν η ώρα 5:38 μ.μ. Δεν παρουσίασε όμως τον εν λόγω πίνακα. Όπως θα καταδειχθεί στην συνέχεια, η θέση του αυτή καταρρίπτεται από το Τεκμήριο
  13. Επίσης ο Μ.Ε. 1 δεν θυμόταν κατά πόσον ήταν σκοτάδι όταν κατέβηκε να πάει στο αυτοκίνητο του και να μεταβεί στην σκηνή του δυστυχήματος. Θυμάται όμως ότι όταν ήταν στη σκηνή, μπορούσε να κάνει τις μετρήσεις του και να ετοιμάσει σχέδιο χωρίς οποιαδήποτε βοήθεια φανού. Ο Μ.Ε.1, δεν θυμόταν αν τα φώτα στους πασσάλους ήταν αναμμένα την ώρα που έφτασε στην σκηνή ή αν άναψαν μετά. Σε κάθε περίπτωση δεν μέτρησε και δεν διαπίστωσε ποιος είναι ο πλησιέστερος πάσσαλος με φως, στο σημείο που έγινε η σύγκρουση ούτε έχει μετρήσει την εμβέλεια των φώτων των πασσάλων του δρόμου. Κατά μήκος του δρόμου υπάρχουν δέντρα αλλά δεν θυμάται κατά πόσο αυτά επηρέαζαν τον οδικό φωτισμό. Επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν είχε πρόβλημα με τον φωτισμό. Εν πάση περιπτώσει, δεν επισκέφτηκε τη σκηνή ακριβώς την ίδια ώρα της επόμενης μέρας, για να προβεί σε μετρήσεις. Γενικά κρίνοντας τις ενέργειες του Μ.Ε.1, οφείλω να παρατηρήσω ότι καταδεικνύουν πλημμελή διερεύνηση του τροχαίου δυστυχήματος. Εν όψει όλων όσων ανέφερα πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του Μ.Ε.1 για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων. Ως M.Ε. 2 κατέθεσε η Nunu Kambarashvi, αδελφή της θανούσας. Η εν λόγω μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ανακριβής, αόριστη και δεν απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Επίσης η μαρτυρία της ήταν διάχυτη από αντιφάσεις και ήταν εμφανής η ευκολία καταφυγής της στο ψεύδος. Καταγράφω πιο κάτω τα πιο σημαντικά, κατά την κρίση μου, σημεία της μαρτυρίας της. Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το
  14. Οι σχέσεις της με την θανούσα ήταν πολύ καλές. Η Louiza Zambakhidze ήταν κατά 10 χρόνια μεγαλύτερη της και βρισκόταν ήδη στην Κύπρο από το
  15. Η Louiza της έλεγε συχνά ότι ο λόγος που ήρθε στην Κύπρο ήταν για να δουλέψει και με τα χρήματα που θα έπαιρνε να βοηθά τα δύο παιδιά της και κυρίως τον γιο της. Ο γιος της θανούσας, Tariel Zurashvili, ο οποίος το 2007 ήταν 37 χρόνων, αντιμετωπίζει εδώ και πολλά χρόνια σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και παρακολουθείται από ψυχίατρο. Λόγω των προβλημάτων του δεν μπορεί να δουλέψει και τον συντηρούσε η μητέρα του. Κανένα πιστοποιητικό, ή μαρτυρία εμπειρογνώμονα δεν προσκομίστηκε από την Μ.Ε.2 προς επίρρωση του πιο πάνω ισχυρισμού. Η κόρη της θανούσας, ονόματι Maria Zurashvili, η οποία το 2007 ήταν ηλικίας 40 χρόνων, είναι χωρισμένη, έχει δυο παιδιά και είναι άνεργη. Στις 23.11.2007, η Μ.Ε.2 δέχτηκε τηλεφώνημα από την Αστυνομία, από την οποία την πληροφόρησαν ότι η αδελφή της σκοτώθηκε σε δυστύχημα. Πήγε στο Νοσοκομείο όπου, στην παρουσία αστυνομικών, αναγνώρισε την αδελφή της. Την νύκτα πριν η αδελφή της σκοτωθεί, της είχε αναφέρει ότι την επομένη μέρα θα πήγαινε σε κάποιο κινέζικο κατάστημα για να αγοράσει κάποια ρούχα. Το κατάστημα αυτό βρίσκεται στον ίδιο δρόμο και κοντά στο μέρος όπου έγινε το δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος, είδε την αποβιώσασα για λίγη ώρα το πρωί και ήταν καλά στην υγεία της. Δεν θυμόταν ούτε πόση ώρα την είδε ούτε τι είπαν μεταξύ τους. Σύμφωνα με την Μ.Ε.2, η θανούσα δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας. Η κύρια εργασία της ήταν να προσέχει παιδιά ενώ παράλληλα εργαζόταν και ως καθαρίστρια κατά τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η αποβιώσασα πρόσεχε παιδιά από την Δευτέρα έως και το Σάββατο. Πήγαινε στην εργασία της από το πρωί και παρέμενε μέχρι τις 16.30 μ.μ περίπου. Ανέφερε ότι τις Παρασκευές πάντα πρόσεχε παιδιά και προφανώς όταν έγινε το ατύχημα, την συγκεκριμένη Παρασκευή, είχε σχολάσει. Όταν της υποδείχθηκε ότι στην κατάθεσή που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι την συγκεκριμένη Παρασκευή η αποβιώσασα είχε αποχωρήσει για να πάει σε κάποιο σπίτι στην Αγλαντζιά που καθαρίζει, δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποια εξήγηση και απάντησε ότι δεν θυμάται. Προσπάθησε δε να ανασκευάσει την προηγούμενη δήλωση της αναφέροντας ότι η θανούσα καθάριζε σπίτια κάθε μέρα. Η Μ.Ε.2 δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική ούτε σε σχέση με τις απολαβές της αποβιώσασας. Κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι η Louiza λάμβανε από την τακτική εργασία της €250 εβδομαδιαίως ενώ έπαιρνε επιπρόσθετα €100 την βδομάδα από την εργασία της ως καθαρίστρια τα Σαββατοκυρίακα και τις αργίες. Κατά την αντεξέτασή της, παραδέχτηκε ότι το ποσό που ισχυρίζεται ότι λάμβανε η θανούσα, της το είχε αναφέρει η ίδια η θανούσα. Όταν της υποδείχθηκε ότι το 2006 δεν πληρώθηκαν Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ότι για το 2005 πληρώθηκαν μειωμένες Κοινωνικές Ασφαλίσεις υπέρ της αποβιωσάσης (βλ. Τεκμήριο 6) δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τον λόγο. Επιπρόσθετα, η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η θανούσα έστελνε περίπου τα €1000 από τα €1400 που έπαιρνε στη Γεωργία για να βοηθά τα παιδιά της. Τα χρήματα αυτά τα έστελλε μέσω κάποιου γραφείου στη Λευκωσία που ασχολείται με την αποστολή χρημάτων στο εξωτερικό αλλά δεν μπόρεσε να μάθει ποιο συγκεκριμένο γραφείο χρησιμοποιούσε. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι τα χρήματα στέλλονταν μέσω γραφείων αποστολής χρημάτων τύπου Moneygram και ότι κάποτε πήγαινε μαζί με την αποβιώσασα και έστελναν χρήματα. Όταν της υποδείχθηκε ότι στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το κατάστημα που έστελναν τα λεφτά, προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας ότι τα καταστήματα στα οποία πήγαιναν με την θανούσα έκλεισαν. Τέλος, έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με τον σύζυγο της αποβιωσάσης. Κατά την κυρίως εξέταση της, η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η Louiza ήταν χωρισμένη για πολλά χρόνια και ο σύζυγος της δεν βοηθούσε ούτε ενδιαφερόταν για τα παιδιά του. Κατά την αντεξέτασή της, ανάφερε αρχικά ότι δεν γνωρίζει ούτε που είναι ο σύζυγος της θανούσας ούτε αν είναι ζωντανός. Στην συνέχεια, της υποδείχθηκε ότι στην κατάθεσή που έδωσε στην αστυνομία είχε αναφέρει ότι ο σύζυγος της θανούσας είχε αποβιώσει και αναγκάστηκε εν τέλει να παραδεχτεί ότι όντως ο τελευταίος είχε αποβιώσει. Η Μ.Ε. 2 δεν έδωσε καμία εξήγηση για το προηγούμενο της ψέμα. Γενικά η Μ.Ε.2 αντιμετώπισε με επιπολαιότητα την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε για τις αντιφάσεις που ανευρίσκονται στην μαρτυρία της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και λαμβάνοντας υπόψη μου την συνολική παρουσία της Μ.Ε.2 στο εδώλιο του μάρτυρα καταλήγω στο να μην αποδεχτώ την μαρτυρία της. Ακολούθησε η κατάθεση της Ελένης Αντωνίου (Μ.Ε.3) ,η οποία είναι κρατικός Παθολογοανατόμος από το
  16. Η Μ.Ε.3 διενήργησε νεκροψία επί της σωρού της Louiza Zambakhidze και ετοίμασε σχετική έκθεση η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  17. Σύμφωνα με το τεκμήριο 7, η θανούσα έφερε πολλά θλαστικά τραύματα, διάφορες εκδορές καθώς και πολλαπλά κατάγματα σε ολόκληρο το σώμα. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα πρόκειται για σοβαρά τραύματα που έχουν προκληθεί από ρόδες οχήματος. Παρέπεμψε δε στις φωτογραφίες 24 έως 27 του Τεκμηρίου
  18. Η μάρτυρας σε σχετική ερώτηση, κατά την κυρίως εξέταση της, απάντησε ότι είχε ενημερωθεί ότι η θανούσα κτυπήθηκε πρώτα από ένα όχημα και ακολούθως διαπεράστηκε από τις ρόδες άλλου οχήματος. Δεν ήταν όμως σε θέση να καθορίσει ποιοι τραυματισμοί προήλθαν από το πρώτο όχημα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, οι τραυματισμοί που προκλήθηκαν από το δεύτερο όχημα που διαπέρασε την θανούσα, ήταν τόσο μεγάλοι που κατέστρεψαν τα πιθανά πρώτα τραύματα που είχαν προκληθεί από την επαφή με το πρώτο όχημα. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε και δεν έγινε προσπάθεια κλονισμού της αξιοπιστίας της. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας και τα προσόντα της δεν έχουν αμφισβητηθεί. Αποδέχομαι ότι είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να καταθέσει ως πραγματογνώμονας. Ήταν σαφής και κατανοητή στα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, τα οποία εν πάση περιπτώσει παρέμειναν αναντίλεκτα. Εν όψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Νίκος Ελευθεριάδης. Είναι ο ιδιοκτήτης του πρατηρίου βενζίνης «ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ» που βρίσκεται στη Λεωφόρο Μακαρίου, λίγο πριν το Hilton και το οποίο διαχειρίζεται ο ίδιος. Την ημέρα που έγινε το θανατηφόρο δυστύχημα γύρω στις 5.30 μ.μ. καθόταν στο γραφείο του, όταν ξαφνικά άκουσε ένα δυνατό κτύπημα προερχόμενο από το δρόμο και σχεδόν ταυτόχρονα, άκουσε και δεύτερο κτύπημα. Βγήκε αμέσως έξω για να δει τι συνέβηκε. Στο δρόμο υπήρχαν αρκετά αυτοκίνητα σταματημένα. Είδε μια γυναίκα να βρίσκεται πεσμένη στο δρόμο η οποία φαινόταν πολύ σοβαρά τραυματισμένη και δεν κινείτο. Η κεφαλή της ήταν λίγο μέσα από την άσπρη διαχωριστική γραμμή και τα πόδια της προς το πεζοδρόμιο αριστερά. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκείνη την ώρα, υπήρχε αρκετά καλό φως στο μέρος που έγινε το δυστύχημα και μπορούσε κάποιος να δει καθαρά. Ο ίδιος δεν είχε πρόβλημα να διακρίνει καθαρά πρόσωπα και αυτοκίνητα που κινούνταν στο δρόμο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τα πιο πολλά αυτοκίνητα που κινούνταν στο δρόμο δεν είχαν ακόμη αναμμένα φώτα πορείας. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Ε.4 είπε ότι δεν είδε πώς έγινε το δυστύχημα. Απλά άκουσε τα δύο κτυπήματα και βγήκε έξω από το γραφείο του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο ήλιος εκείνη την ημέρα έδυσε στις 16.38 μ.μ. δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Υποστήριξε όμως ότι υπήρχε φως και μπορούσες να διακρίνεις αυτοκίνητα και πεζούς. Παρά το ότι ο μάρτυρας υποστήριξε ότι υπήρχε αρκετός φωτισμός και παρά το ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του από το γραφείο του έχει ορατότητα προς την Λεωφόρο Μακαρίου, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος. Θα ανέμενε κανείς, όσο σύντομα και αν εκτυλίχθησαν τα γεγονότα, ότι μετά το πρώτο κτύπημα που άκουσε ο Μ.Ε.4, θα είχε στρέψει την προσοχή του προς την Λεωφόρο Μακαρίου και θα είχε δει κάποιες στιγμές του ατυχήματος ή τουλάχιστον το άγνωστο όχημα να απομακρύνεται. Εντούτοις, αναγκάστηκε να βγει από το γραφείο του για να διαπιστώσει τι είχε συμβεί. Επίσης, όπως ανέφερε ο Μ.Ε.4, η Λεωφόρος Μακαρίου έχει γενικά πολλή τροχαία κίνηση και την ώρα του δυστυχήματος κινούνταν αρκετά αυτοκίνητα και από τις δύο πλευρές του δρόμου. Πως μπορεί όμως ο μάρτυρας να κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα όταν, κατά τα λεγόμενα του ίδιου, δεν είδε πως έγινε το δυστύχημα και το μόνο που είχε δει ήταν κάποια αυτοκίνητα σταματημένα; Έχοντας κατά νου τα λεγόμενα του μάρτυρα καθώς και τη συνολική του παρουσία στο εδώλιο θεωρώ ότι οι περισσότερες αναφορές του δεν απορρέουν από το τι είδε εκείνη την στιγμή αλλά από την γενική εικόνα που έχει ο ίδιος για την Λεωφόρο Μακαρίου. Όσον αφορά τις συνθήκες φωτισμού την ώρα του δυστυχήματος η μαρτυρία του αντικρούεται με σχετικό Τεκμήριο, ήτοι επιστολή από την Μετεωρολογική Υπηρεσία που κατατέθηκε στο δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα. Εξάλλου, όταν υπεβλήθη στον Μ.Ε.4 ότι ο ήλιος έδυσε στις 16.38 μ.μ δεν απάντησε με αμεσότητα αλλά ανέφερε ότι «Εγώ δεν ξέρω πότε, εγώ δεν πάω με τον ήλιο», αφήνοντας να νοηθεί ότι πιθανόν η ορατότητα στην οποία είχε αναφερθεί προηγουμένως να μην προερχόταν από το φως του ήλιου αλλά από τεχνικά μέσα. Επίσης, πιθανόν η αναφορά του μάρτυρα ότι υπήρχε φωτισμός να αναφέρεται σε φυσικό φωτισμό που επιτρέπει να διακρίνονται κάποιες γενικές φιγούρες αντικειμένων αλλά χωρίς λεπτομέρειες. Δεν ζητήθηκε από τον μάρτυρα, και αυτός δεν κατέταξε τι ήταν αυτό που εννοεί ως φωτισμό. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε ευρήματα από την μαρτυρία του Μ.Ε.
  19. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον Ενάγοντα, κατέθεσε για την Υπεράσπιση ο Εναγόμενος 1 (M.Y.1), ο οποίος ανέφερε ότι στις 23.11.2007 και περί ώρα 17:35, οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής ΧΧ989 στη Λεωφόρο Μακαρίου, στη Λευκωσία με κατεύθυνση από τα φώτα Λυκαβηττού προς το ξενοδοχείο Hilton. Επειδή άρχιζε το σκοτάδι είχε ανάψει τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου του στη χαμηλή στάση, κάτι που συνηθίζει να κάνει όταν οδηγεί εντός της πόλης. Οδηγούσε με ταχύτητα μεταξύ 30 ΧΑΩ και 40 ΧΑΩ, αφού στο δρόμο υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Μπροστά του υπήρχαν αυτοκίνητα που κινούνταν, αλλά από ότι θυμάται είχε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα. Ο ίδιος κινείτο στη δεξιά λωρίδα ενώ στην αριστερή λωρίδα, υπήρχε άλλο αυτοκίνητο το οποίο κινείτο προς την ίδια κατεύθυνση μαζί του. Πίσω του έρχονταν αρκετά άλλα αυτοκίνητα. Επίσης από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από το Hilton προς τη Λευκωσία, υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση και έρχονταν συνεχώς αυτοκίνητα. Καθώς ο Εναγόμενος 1 προχωρούσε με ευθεία πορεία, ξαφνικά άκουσε ένα κτύπημα και αμέσως είδε το δεξί εξωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του να φεύγει από το αυτοκίνητο. Αμέσως άκουσε και ένα δεύτερο κτύπημα, το οποίο δεν ξέρει από πού προήλθε. Σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητό του και αφού κατέβηκε, είδε στο έδαφος μια γυναίκα που φαινόταν κτυπημένη. Αμέσως τηλεφώνησε στην Αστυνομία και ανάφερε το συμβάν. Σε λίγο στο μέρος ήλθε ασθενοφόρο και παρέλαβε την γυναίκα. Ακολούθως παρατήρησε το αυτοκίνητο του και διαπίστωσε ότι αυτό είχε υποστεί ζημιά στη δεξιά μπροστινή γωνιά, και στο δεξί εξωτερικό καθρεφτάκι, το οποίο βρισκόταν στην άσφαλτο. Όλες οι πιο πάνω ζημιές δεν υπήρχαν προηγουμένως. Στην δεξιά πίσω πόρτα υπήρχε ένα βούλωμα, το οποίο υπήρχε από παλιά. Ο Εναγόμενος 1 διαφώνησε με την πορεία της πεζής όπως αυτή τοποθετήθηκε στο Τεκμήριο
  20. Ανέφερε ότι, όταν του υποδείχθηκε το πρόχειρο σχέδιο από τον Λοχία Θεοφάνους, το γράμμα «Β», δηλαδή η πορεία της πεζής, δεν είχε τοποθετηθεί επί τούτου. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δεν υπάρχει διάβαση πεζών. Υπήρχαν κατά τον επίδικο χρόνο, διαβάσεις πεζών σε απόσταση 100 μέτρων με κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο Hilton και σε απόσταση περίπου 150 μέτρων με κατεύθυνση προς τη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο επιστολή ημερομηνίας 12.7.2010, για το φυσικό φωτισμό στη Λευκωσία κατά τον επίδικο χρόνο, η οποία υπογράφεται από τον Μετεωρολογικό Λειτουργό Μάριο Θεοφίλου εκ μέρους του Διευθυντή Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, κατά την ημερομηνία του δυστυχήματος ο ήλιος έδυσε τις 16:38 τοπική ώρα. Ακριβώς μετά τη δύση του ήλιου ακολουθεί το πολιτικό λυκόφως, μια περίοδος δηλαδή διάρκειας περίπου 25-30 λεπτά της ώρας κατά την οποία υπάρχει ακόμα φυσικός φωτισμός ο οποίος όμως εξασθενεί βαθμιαία. Ακολουθεί το ναυτικό λυκόφως, που διαρκεί ακόμα 30 λεπτά της ώρας, κατά το οποίο ο φυσικός φωτισμός επιτρέπει σε κάποιες γενικές φιγούρες αντικειμένων να διακρίνονται αλλά χωρίς λεπτομέρειες, με τον ορίζοντα όμως να μην διακρίνεται. Τέλος ακολουθεί το αστρονομικό λυκόφως, κατά το οποίο επέρχεται το πλήρες σκότος. Το δυστύχημα έγινε περίπου στις 17:35, δηλαδή περί το τέλος του ναυτικού λυκόφωτος κάτι που σημαίνει ότι ο φυσικός φωτισμός επιτρέπει σε κάποιες γενικές φιγούρες αντικειμένων να διακρίνονται αλλά χωρίς λεπτομέρειες, με τον ορίζοντα όμως να μην διακρίνεται. Ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  21. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι το Τεκμήριο 8 κατατέθηκε στο Δικαστήριο άνευ ενστάσεως και χωρίς να αμφισβητηθεί το περιεχόμενο του από τον Ενάγοντα. Με την κατάργηση του κανόνα του αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας, είναι δυνατή η λήψη δήλωσης που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει. Σχετικό είναι το άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  22. Δεν έχει ζητηθεί από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Κεφ.9 να κλητευθεί και να αντεξεταστεί ο προβαίνων στην αρχική δήλωση. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι δεν ήταν βέβαιος αν τα φώτα στους πασσάλους ήταν αναμμένα. Ο κ. Θεοφάνους κατέφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος περίπου μισή ώρα μετά το δυστύχημα και σε χρονικό σημείο που τα φώτα του δρόμου ήταν αναμμένα. Λόγω του φωτισμού από τους πασσάλους, ο Θεοφάνους δεν κρατούσε φανάρι για τις μετρήσεις του. Σε σχέση με το αυτοκίνητο που ήταν δίπλα του, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι αυτό κινείτο παράλληλα με τον ίδιο, αλλά δεν γνωρίζει ούτε το χρώμα ούτε τον τύπο του, καθώς ήταν προσηλωμένος στην δική του πορεία. Σε ερώτηση για ποιο λόγο κρατούσε την δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσης του και όχι την αριστερή, απάντησε ότι μετά τα φώτα τροχαίας που βρίσκονταν μπροστά του, είχε πρόθεση να κατευθυνθεί δεξιά προς το ξενοδοχείο Hilton. Ήταν η θέση του Εναγομένου 1 ότι κάποιο από τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση πολύ πιθανόν να παρεμπόδιζε την οπτική του επαφή με την θανούσα, συντελώντας έτσι στο να μην αντιληφθεί την παρουσία της στο δρόμο. Ο Εναγόμενος μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητός στα όσα ανέφερε. Ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Απαντούσε επίσης με αμεσότητα και ήταν σταθερός στις θέσεις του. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Ως Μ.Υ.2 και τελευταίος μάρτυρας που παρέλασε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, κατέθεσε ο Θράσος Ο' Μαχόνυ. Πρόκειται για μηχανολόγο μηχανικό με εξειδίκευση στις μελέτες και αναπαραστάσεις οδικών δυστυχημάτων. Είναι επίσης προσοντούχος εκτιμητής ζημιών οχημάτων, μέλος του ΕΤΕΚ και Chartered Engineer. Έχει διερευνήσει εκατοντάδες τροχαία ατυχήματα. Για την παρούσα υπόθεση έχει ετοιμάσει σχετική έκθεση την οποία υιοθέτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με αυτή ο μάρτυρας προέβη σε ανάλυση και αναπαράσταση του δυστυχήματος που αφορά η παρούσα αγωγή, αφού πρώτα μελέτησε την έκθεση της Αστυνομίας, το σχέδιο σε κλίμακα που ετοιμάστηκε από τον Λοχία 4231 Θεοφάνους, τις καταθέσεις του Λοχία 4721 Θ. Θεμιστοκλέους, του Λοχία 4231 Θεοφάνους του Γεώργιου Κάφουρου (Εναγομένου 1), Νίκου Ελευθεριάδη (Μ.Ε.4) και Γιώργου Λακκοτρύπη. Σημειωτέον ότι το Δικαστήριο εκτός από το σχέδιο σε κλίμακα, δεν έχει ενώπιον του τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω. Ο Μ.Ε.2 επισκέφτηκε επίσης την σκηνή του δυστυχήματος στις 28.5.2010 και 4.6.2010 μετά την δύση του ηλίου και εξέτασε την ορατότητα. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο φωτισμός στην περιοχή του δυστυχήματος είναι προβληματικός λόγω του ότι τα φώτα που βρίσκονται και στις δύο πλευρές του δρόμου κρύβονται από το πυκνό φύλλωμα των δέντρων με αποτέλεσμα το φως να μην φτάνει αποτελεσματικά στον δρόμο. Ο μάρτυρας παρέπεμψε σχετικά στις φωτογραφίες 15 και 18 του τεκμηρίου
  2. Ανέφερε περαιτέρω ότι, λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης, τα φώτα των αυτοκινήτων δημιουργούν το φαινόμενο της έλλειψης αντίθεσης (contrast), κάτι που σημαίνει ότι ένας πεζός που βρίσκεται μέσα στην εμβέλεια των φώτων καθίσταται αόρατος στους οδηγούς του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας. Με άλλα λόγια, αυτό το φαινόμενο, ήτοι να γίνεται κάποιος αόρατος συμβαίνει ότι κάτι βρίσκεται μεταξύ των φώτων αυτοκινήτων που κινούνται με αντίθετη κατεύθυνση. Ο Μ.Υ.2 περιέγραψε το σχέδιο σε κλίμακα. Στην συνέχεια αναφέρθηκε στις ζημιές του αυτοκινήτου ΧΧ989 με παραπομπή στις φωτογραφίες 15 και 18 του τεκμηρίου
  3. Έλαβε επίσης υπόψη του ότι σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Εναγομένου 1 και του Νίκου Ελευθεριάδη (Μ.Ε.4) την ώρα του δυστυχήματος υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση στη Λεωφόρο και ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του στην δεξιά λωρίδα. Στην αριστερή λωρίδα της ίδιας κατεύθυνσης υπήρχε αυτοκίνητο που κινείτο προς την ίδια κατεύθυνση με τον Εναγόμενο 1, ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση έρχονταν συνέχεια αυτοκίνητα. Στην έκθεση του ο Μ.Υ.2 αναφέρει επίσης ότι δεν διαπίστωσε σε καμία κατάθεση να προσδιορίζεται η πορεία της πεζής προ της σύγκρουσης ούτε και η ταχύτητα με την οποία βάδιζε. Αφού έλαβε όλα τα πιο πάνω υπόψη ο Μ.Υ.2 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αυτοκίνητο ΧΧ989, χτύπησε την πεζή η οποία μετά σπρώχτηκε στην αντίθετη λωρίδα όπου χτυπήθηκε από άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά. Οι ζημιές στο όχημα ΧΧ989 συνάδουν με εκείνες όπου το αυτοκίνητο χτυπά ένα πεζό και ο πεζός περιστρέφεται και κινείται κατά μήκος της πλευράς του αυτοκινήτου. Στην αγγλική ορολογία αυτό το χτύπημα ονομάζεται «fender vault». Για να συμβεί αυτό το είδος σύγκρουσης ο πεζός θα πρέπει να κινείται με σχετικά μικρή ταχύτητα ή να είναι σταματημένος και αν χτυπηθεί μόνο στο ένα πόδι για να προκληθεί η περιστροφή. Είναι δε άσχετη η πορεία του πεζού, δηλαδή κατά πόσον κινείται από αριστερά προς δεξιά ή αντίστροφα. Κατά τον μάρτυρα, ο οδηγός του αυτοκινήτου ΧΧ989, βρισκόταν στη μειονεκτική θέση των ακόλουθων συνθηκών ήτοι α) την πυκνή τροχαία κίνηση β) την έλλειψη καλού φωτισμού, γ) τα φώτα των αυτοκινήτων που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση, δ) ότι η πεζή πιθανόν να είχε καταστεί εντελώς αόρατη λόγω των φώτων που χτυπούσαν από απέναντι, ε) ότι ενδεχομένως ο οδηγός να μη μπορούσε να δει την πεζή, παρά μόνο την τελευταία στιγμή, διότι αυτή καλυπτόταν από τα αυτοκίνητα που προπορεύονταν και ζ) ότι δεν αναμένεται να υπάρχει πεζός σε εκείνο το σημείο της Λεωφόρου. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος σε όμοιες συνθήκες με την ώρα που συνέβη το ατύχημα, ήτοι μετά την δύση του ηλίου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσον στην προκειμένη περίπτωση συνέβηκε το φαινόμενο της έλλειψης αντίθεσης. Είναι όμως κάτι που πιθανόν να συνέβηκε, ειδικά αν η πεζή είχε πορεία από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του Εναγομένου λόγω ακριβώς της πυκνής τροχαίας κίνησης ερχόμενης από το Hilton, αντίθετα δηλαδή από το όχημα του Εναγομένου. Ο M.Y.2 κατά την αντεξέταση, επέμεινε στην θέση ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει σχετικά με την πορεία της πεζής. Ούτε μπορούν τα τραύματα να καθορίσουν την πορεία της πεζής. Επίσης το φαινόμενο «fender vault» μπορεί να προκληθεί από κτύπημα σε οποιοδήποτε πόδι, επομένως δεν μπορεί να υπάρξει εύρημα σε σχέση με το ποιο ήταν το πρώτο κτύπημα στην πεζή. Ο Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας καθώς επεξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του και τα συσχέτισε με την εμπειρογνωμοσύνη του. Σημειώνω ότι τόσο οι γνώσεις όσο και η εμπειρία του Μ.Υ.2 δεν αμφισβητήθηκαν από τον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας επεξήγησε με σαφή τρόπο, για ποιο λόγο θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει εύρημα ως προς την πορεία της πεζής με βάση τα ευρήματα στην σκηνή και τις καταθέσεις που τέθηκαν υπόψη του. Σε καμία περίπτωση δεν επιχείρησε ο μάρτυρας να παρουσιάσει θετική μαρτυρία για κάτι που δεν γνώριζε. Ήταν σαφής ότι τα συμπεράσματά του βασίζονται στα στοιχεία που του δόθηκαν και τα οποία κατέγραψε στην Έκθεση του. Η βασική διαπίστωση του μάρτυρα και ως προς τούτο προβαίνω σε σχετικό εύρημα, είναι ότι δεν μπορεί με βάση τα ευρήματα της σκηνής και τα όσα είχε ενώπιον του να καθοριστεί η πορεία του θύματος, ήτοι κατά πόσον ερχόταν από αριστερά προς δεξιά ή από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία του Εναγομένου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τα δικόγραφα, τις παραδοχές και την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα εξής ευρήματα: Η Louiza Zambakhidze την 23.11.2007, κατά ή περί την 17:35 μ.μ, περπατούσε σε κάποιο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στη Λευκωσία, κατευθυνόμενη προς το ξενοδοχείο Hilton. Παρέμεινε άγνωστο αν βρισκόταν στο αριστερό ή στο δεξί πεζοδρόμιο ως η πορεία της. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο 1ος Εναγόμενος οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητο με ταχύτητα μεταξύ 30 ΧΑΩ και 40 ΧΑΩ, κατά το μήκος της δεύτερης λωρίδας της Λεωφόρου Μακαρίου, επίσης με κατεύθυνση προς το Hilton. Η Λεωφόρος Μακαρίου έχει 4 λωρίδες κυκλοφορίας, δύο προς κάθε κατεύθυνση. Στην αριστερή λωρίδα, υπήρχε άλλο αυτοκίνητο το οποίο κινείτο στην ίδια κατεύθυνση με τον Εναγόμενο
  4. Κατά την ημερομηνία του δυστυχήματος, ο ήλιος έδυσε στις 16:38 μ.μ. Ακριβώς μετά τη δύση του ήλιου ακολουθεί το πολιτικό λυκόφως, μια περίοδος δηλαδή διάρκειας περίπου 25-30 λεπτά, κατά την οποία υπάρχει ακόμα φυσικός φωτισμός ο οποίος όμως εξασθενεί βαθμιαία. Ακολουθεί το ναυτικό λυκόφως, που διαρκεί ακόμα 30 λεπτά της ώρας, κατά το οποίο ο φυσικός φωτισμός επιτρέπει σε κάποιες γενικές φιγούρες αντικειμένων να διακρίνονται αλλά χωρίς λεπτομέρειες, με τον ορίζοντα όμως να μην διακρίνεται. Τέλος ακολουθεί το αστρονομικό λυκόφως, κατά το οποίο επέρχεται το πλήρες σκότος. Το δυστύχημα έγινε περίπου στις 17:35 μ.μ, δηλαδή περί το τέλος του ναυτικού λυκόφωτος και της αρχής του αστρονομικού λυκόφωτος. Στον δρόμο υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση προερχόμενη και από τις δύο κατευθύνσεις. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ ο Εναγόμενος 1 κινείτο κανονικά στην λωρίδα του, το όχημα του κτύπησε στο σώμα της Louiza Zambakhidze. Παρέμεινε άγνωστο το ακριβές σημείο από το οποίο η πεζή ξεκίνησε την διασταύρωση του δρόμου καθώς επίσης και η ταχύτητα του βηματισμού της. Σε κάθε περίπτωση, στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα δεν υπάρχει διάβαση πεζών. Αφού το σώμα της θανούσας κτυπήθηκε από το όχημα του Εναγομένου 1, παρασύρθηκε στην συνέχεια από δεύτερο όχημα αγνώστων στοιχείων. Το σώμα της θανούσας διαπεράστηκε από τις ρόδες του δεύτερου οχήματος και η θανούσα παρέμεινε αναίσθητη στην άσφαλτο. Σε λίγο στο μέρος ήλθε ασθενοφόρο και παρέλαβε την θανούσα η οποία όπως διαπιστώθηκε, απεβίωσε συνεπεία πολυτραυματισμού που υπέστη λόγω τροχαίου δυστυχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αστικό αδίκημα της αμέλειας προνοείται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους. Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Στην υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας του οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρυσάνθου κ.α. ν. Ανδρέα Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295 που αφορούσε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα, το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη, κατά κανόνα, ο Ενάγων και αυτό αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεκτά στοιχεία ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ο Ενάγων πρέπει να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου του καθώς, επίσης, οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ 447, δεν εναπόκειται, στον Εναγόμενο «..να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας.» Όπως ταυτόχρονα λέχθηκε στην ίδια υπόθεση δεν είναι, όμως, από την άλλη «..αναγκαίο για τον Ενάγοντα να αποκλείσει κάθε πιθανή δυνατότητα ότι το δυστύχημα δυνατό να προκλήθηκε χωρίς αμέλεια από την πλευρά του Εναγομένου...» Σε σχέση με δυστυχήματα κατά τα οποία πεζοί παρασύρονται και τραυματίζονται από διερχόμενα αυτοκίνητα υπάρχει σωρεία νομολογίας. Στην υπόθεση Tavellis v. Evangelou and another
(1984)1 CLR 460 τονίστηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου και ο πεζός είναι και οι δύο τους πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο και ο καθένας έχει καθήκον να επιδείξει προσοχή προς τον άλλο και προς αυτούς που χρησιμοποιούν το δρόμο και ότι, αν αποτύχουν στην εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, τότε, με βάση τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, ο ένας από αυτούς ή και οι δύο τους μπορεί να βρεθούν ένοχοι για την αμέλεια που οδήγησε στο δυστύχημα. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελίδες 223-224: «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρου γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει, όπως προέκυψε και σ' αυτή την υπόθεση, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο». Στην απόφαση Παύλος Ερωτοκρίτου κ.α, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Wang Hogwei ν. Γεώργιου Μαυροβέλη κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1467, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι στοιχειώδες ότι ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει την αμέλεια του εναγομένου, κάτι που, όπως ορθά διαπίστωσε το Δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε, αφού δεν υπήρχε μαρτυρία για τη θέση της θανούσας αμέσως πριν το ατύχημα, που, ας σημειωθεί, ήταν ντυμένη εξ ολοκλήρου στα μαύρα.» Στην Carter v. Sheath [1990] RTR 12 η οποία υιοθετήθηκε στην Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Μαυροβελή κ.α. (ανωτέρω) ο οδηγός είχε χτυπήσει τον πεζό, ένα αγόρι ηλικίας 13 ετών, κοντά σε διασταύρωση πεζών που ελεγχόταν με φώτα τροχαίας, ενόσω το φως ήταν πράσινο για τον οδηγό. Προηγουμένως ο πεζός είχε διασταυρώσει με κόκκινο φως ενόσω οι φίλοι του περίμεναν το πράσινο. Το δυστύχημα έγινε μετά που ο πεζός ολοκλήρωσε την διασταύρωση και βρέθηκε στην άλλη πλευρά περιμένοντας τους φίλους του να διασταυρώσουν. Ο οδηγός δεν τον είχε δει καθόλου πριν την σύγκρουση. Ο πεζός δεν μπορούσε να θυμηθεί οτιδήποτε, ενώ η μαρτυρία των φίλων του δεν αφορούσε τον κρίσιμο, τον άμεσο πριν το δυστύχημα χρόνο. Κατ' έφεση ο Mann LJ είπε τα εξής: «That the plaintiff was about is undoubted, for he was struck, but was he there to be seen? Where was there? What was he doing there? I do not know the answer to any of these questions. The case is unusual and, in my judgment, upon the evidence, the accident is inexplicable without an answer to the questions I have posed. Mr Temple, for the defendant, relied on Rhesa Shipping Co SA v Edmunds [1985] 1 WLR 948, 955-956, where Lord Brandon of Oakbrook said: ´... the judge is not bound always to make a finding one way or the other with regard to the facts averred by the parties. He has open to him the third alternative of saying that the party on whom the burden of proof lies in relation to any averment made by him has failed to discharge that burden. No judge likes to decide cases on burden of proof if he can legitimately avoid having to do so. There are cases, however, in which, owing to the unsatisfactory state of the evidence or otherwise, deciding on the burden of proof is the only just course for him to take.´ In my judgment this is a case of the third alternative. The plaintiff has not discharged the burden upon him and on that ground I would, with respect to the judge, allow this appeal.» Επίσης ο Croom - Johnson LJ είπε τα ακόλουθα στην ίδια απόφαση: «The judge held that the defendant was negligent because he ought to have seen the plaintiff ´moving about,´ and so should have given him greater clearance. The difficulty about that finding is that it presupposes facts about which no one has spoken and indeed which in one sense could not have happened... ... With all respect to the judge, he telescoped the plaintiff´s activities into a very short time, which leaves unproved what the plaintiff was doing and when he was doing it, and which leaves unproved what causative connection there was between the defendant´s not seeing him and the happening of the accident.» Εν προκειμένω, όπως και στην Carter (ανωτέρω) δεν υπάρχει μαρτυρία για τη θέση και τις κινήσεις της θανούσας κατά τον κρίσιμο χρόνο. Έστω και αν γίνει δεκτό ως δεδομένο η πιθανότητα ότι η θανούσα εισήλθε στον δρόμο από αριστερά προς δεξιά, παραμένει και πάλι άγνωστο πότε και με ποιο τρόπο το έκανε και σε ποια απόσταση από το αυτοκίνητο του Εναγομένου. Παρέμεινε επίσης άγνωστο, αν η ορατότητα του Εναγομένου εμποδιζόταν είτε από το όχημα που κινείτο παράλληλα με τον ίδιο προς την ίδια κατεύθυνση, είτε από όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ή οποιοδήποτε άλλο όχημα. Γενικότερα, παρέμεινε άγνωστο κατά πόσον η θανούσα βρισκόταν στον δρόμο, υπό συνθήκες τέτοιες που να έπρεπε να γίνει ενωρίτερα αντιληπτή και σε χρόνο τέτοιο ώστε ο εναγόμενος να είχε την ευχέρεια να αποφύγει την σύγκρουση. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν απεδείχθη εκ μέρους του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 1 επέδειξε αμέλεια και ενήργησε με έλλειψη της δέουσας προσοχής, παρατηρητικότητας και πρόβλεψης ώστε να υπέχει ευθύνη για την επίδικη σύγκρουση. Η έλλειψη μαρτυρίας ως προς την πορεία της πεζής, αμέσως πριν το ατύχημα στερεί το Δικαστήριο από τη δυνατότητα να κρίνει κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία της στο δρόμο και να αντιδράσει αποτελεσματικά για την αποτροπή της σύγκρουσης. Δεν θα ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο, υπό το φως της υπάρχουσας μαρτυρίας, να προβεί σε υποθέσεις και εικασίες σχετικά με τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου 1 πριν και κατά τη σύγκρουση καθώς και τη δυνατότητα του να την αποφύγει. Συνεπώς ο Ενάγοντας, έχοντας το βάρος απόδειξης της αμέλειας των Εναγόμενων 1 και 2 απέτυχε να αποδείξει ότι η οδική συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ κ.α.
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 275). Ο Ενάγοντας κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται ο κανόνας res ipsa loquitur. Στην υπόθεση Φιλίππου κ.α. v. Τσολάκη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1188, η οποία αφορά δυστύχημα, αναφέρθηκε ότι η εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας από τον ενάγοντα για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου και ότι ο κανόνας αυτός δύσκολα τυγχάνει εφαρμογής σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα που είναι άκρως διαφωτιστικό: «Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανόνας δύσκολα εφαρμόζεται σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων (βλ. Savvides v. Mesaritis
(1985)1 C.L.R. 261 και Μιλτιάδους ν. Καϊάφα
(1992)1 Α.Α.Δ. 964). Οι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή του επεξηγούνται στο σύγγραμμα Charlesworth on Negligence (5η έκδοση, παράγραφος 985) ως ακολούθως: "The application of the doctrine is rarely justified in road accidents. This, with respect, is a sound approach considering the object of the doctrine. It is common knowledge, we may add, that human folly as well as inexperience of drivers of motor vehicles may take a variety of forms that make it difficult and often impossible to predicate the facts or attribute liability to anyone of the drivers involved before first ascertaining the circumstances of the accident." Σε μετάφραση, "Η εφαρμογή του δόγματος σπανίως δικαιολογείται σε τροχαία ατυχήματα. Τούτο ευσεβάστως, είναι ορθή αντιμετώπιση έχοντας υπόψη το σκοπό του δόγματος. Είναι πασίγνωστο, μπορούμε να προσθέσουμε, ότι η ανθρώπινη επιπολαιότητα καθώς επίσης και η απειρία οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές που καθιστούν δύσκολο και συχνά αδύνατο να βεβαιωθούν τα γεγονότα ή να αποδοθεί ευθύνη σε οποιοδήποτε από τους οδηγούς που ενέχονται πριν πρώτα επιβεβαιωθούν οι περιστάσεις του ατυχήματος." Στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο δεν υπήρχαν ισχυρισμοί για γεγονότα ή και μαρτυρία ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι θα ήταν δυνατό να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο η αρχή του res ipsa loquitur, αλλά αντίθετα είχαν δικογραφηθεί ισχυρισμοί αμέλειας με λεπτομέρειες και δόθηκε μαρτυρία για τέτοια αμέλεια. Είναι προφανές ότι υπήρχε μαρτυρία από τους αυτόπτες μάρτυρες και τους εμπειρογνώμονες, στην οποία βασίστηκε ο εφεσίβλητος και δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν γνώριζε τα γεγονότα, επειδή ο ίδιος προσωπικά δεν ήταν σε θέση να μαρτυρήσει γι' αυτά. Ακόμη περισσότερο, με βάση τις αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που το έπραξε και αφού εξέτασε όλη τη μαρτυρία που δόθηκε σχετικά με τους ισχυρισμούς αμέλειας και την απέρριψε, να επανέλθει και να βασισθεί στην αρχή του res ipsa loquitur και να βρει εκ των υστέρων υπεύθυνο τον οδηγό του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο εφεσίβλητος, με την αιτιολογία ότι ο οδηγός δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το ατύχημα, αφού η εκδοχή του κρίθηκε ως ψευδής.» Επίσης στην υπόθεση Parthenon Shirts (Exporters) Ltd v. Γαβριηλίδου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1288 σημειώθηκε ότι η νομική αρχή res ipsa loquitur δεν έχει ισχύ όπου ο ενάγοντας δεν ισχυρίζεται ότι στερείται γνώσης των περιστατικών που οδήγησαν στο συμβάν. Στην προκειμένη παρατηρώ ότι ο Ενάγοντας στις σελίδες 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης υπό τα σημεία
(1)μέχρι
(10)καταγράφει λεπτομέρειες πράξεων και παραλείψεων που κατά τη γνώμη του αποδίδουν παράβαση καθήκοντος επιμέλειας από τον Εναγόμενο 1. Σε κανένα σημείο της Έκθεσης Απαίτησης, δεν επικαλείται την αρχή res ipsa loquitur. Περαιτέρω στην ακρόαση της αγωγής ο Ενάγοντας προώθησε ισχυρισμούς ότι Εναγόμενος 1 έπρεπε να είχε δει την θανούσα να εισέρχεται στον δρόμο από απόσταση 37.21 μέτρων και ότι το θύμα εισήλθε στον δρόμο από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του Εναγομένου ο οποίος, κατά τον Ενάγοντα, παρανόμως και αναιτιολόγητα οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσης του. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τα αίτια και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το εν λόγω δυστύχημα συνέβηκε, θέσεις τις οποίες προώθησε ανεπιτυχώς στη δίκη στη βάση ένορκης μαρτυρίας. Επομένως δεν ήταν ποτέ η θέση του Ενάγοντα ότι στερείται γνώσης των περιστατικών που προκάλεσαν το δυστύχημα, αλλά αντίθετα επικαλέστηκε ότι γνώριζε με ποιο τρόπο ο Εναγόμενος 1 υπήρξε αμελής. Με γνώμονα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου την προαναφερόμενη νομολογία κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται η αρχή res ipsa loquitur. Από τη στιγμή που οι θέσεις του Ενάγοντα δεν έγιναν αποδεκτές και γενικότερα η εκδοχή που προέβαλε δεν κρίθηκε ότι ευσταθούσε μετά που η προσκομισθείσα μαρτυρία αξιολογήθηκε, δεν ήταν δυνατό εκ των υστέρων ο Εναγόμενος 1 να κριθεί αμελής επειδή δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για την πρόκληση του δυστυχήματος. Παρά τα πιο πάνω, θα εξετάσω επιπλέον το ζήτημα των αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Θεοφάνης Καζάκου v. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.α. 2000
(1)Α.Α.Δ. 1626, στην οποία έγινε εκτεταμένη ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα των αποζημιώσεων λόγω θανάτου, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 34
(2)(α) του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189, (όπως έχει τροποποιηθεί) με τον Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών (Τροποποιητικό), Νόμο αρ. 157/85, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος, (που δεν συμπεριλαμβάνουν οποιεσδήποτε παραδειγματικές αποζημιώσεις ούτε και οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μετά το θάνατό του). Το άρθρο επιτρέπει την καταχώρηση αγωγής εκ μέρους της περιουσίας του αποβιώσαντος για την είσπραξη αποζημιώσεων για απώλειες που είχαν δημιουργηθεί πριν από το θάνατο, εξαιρουμένων αποζημιώσεων για οδύνη λόγω απώλειας οικείου (bereavement). Οι αποζημιώσεις που είναι κατά κανόνα περιορισμένες, συμπεριλαμβάνουν ζημιές που έχουν προκληθεί στο όχημα του αποθανόντος, απώλεια ημερομισθίων για την περίοδο μεταξύ του δυστυχήματος και του θανάτου και έξοδα κηδείας. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος της περιουσίας το οποίο κατανέμεται στους κληρονόμους σύμφωνα με τις οδηγίες της διαθήκης ή σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις σε περίπτωση που ο αποθανών δεν είχε αφήσει διαθήκη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως έχει τροποποιηθεί με τον Περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) Νόμο, αρ. 156/85, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων το σύζυγο ή τη σύζυγό του, οποιοδήποτε γονιό ή άλλο ανιόντα, οποιοδήποτε τέκνο ή άλλο κατιόντα και οποιοδήποτε πρόσωπο που ήταν αδελφός, αδελφή, θείος ή θεία του αποβιώσαντος. Το άρθρο το οποίο καθορίζει τα δικαιώματα των εξαρτωμένων είναι το άρθρο 58
(15)του Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι: «Στην αγωγή δύναται να επιδικαστούν τέτοιες αποζημιώσεις, άλλες από τις αποζημιώσεις λόγω απώλειας, οι οποίες αναλογούν προς τη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους αντίστοιχα, και αφού αφαιρεθούν οποιαδήποτε έξοδα που δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο, οποιοδήποτε ποσό που εισπράχθηκε άλλως παρά ως αποζημιώσεις λόγω απώλειας θα καταμερίζεται μεταξύ των εξαρτωμένων σε τέτοια μερίδια σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου». Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 58
(15)του Νόμου. Για την επιτυχία της αξίωσης του αυτής έχει το βάρος να αποδείξει ότι η θανούσα εργαζόταν και είχε εισοδήματα καθώς και την ύπαρξη σχέσης εξάρτησης των παιδιών της προς την θανούσα. Η μοναδική μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα των αποζημιώσεων προήλθε από την Μ.Ε.2 η οποία προσπάθησε να αποδείξει τόσο τα εισοδήματα της θανούσας όσο και την σχέση εξάρτησης των ενήλικων τέκνων της θανούσας με την τελευταία. Περαιτέρω η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι πλήρωσε £422,50 λίρες ήτοι €721,88 σε γραφείο κηδειών για μεταφορά της αδελφής της στη Γεωργία. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικό τιμολόγιο ως Τεκμήριο 5. Πλήρωσε επίσης £150 αεροπορικό εισιτήριο για τη μεταφορά της θανούσης στη Γεωργία. Επιπρόσθετα, πλήρωσε €3.000 για έξοδα κηδείας στη Γεωργία. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η Μ.Ε.2 κρίθηκε αναξιόπιστη. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος μαρτυρίας μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε ως αναξιόπιστος. Περαιτέρω, αναξιόπιστη μαρτυρία δεν θεωρείται αποδεικτικό υλικό. Συνεπεία των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε μαρτυρία για τις ζημιές που αιτείται. Οι ισχυρισμοί της Μ.Ε.2 για τα παιδιά της πεζής, την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση τους και τα προβλήματα υγείας τους αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Πάρα ταύτα, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο ή μαρτυρία προσκομίστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί αυτοί να παραμένουν μετέωροι και αβάσιμοι. Επιπλέον, όσον αφορά τα έξοδα διαχείρισης καμία μαρτυρία δεν δόθηκε αναφορικά με την εργασία, νομική ή άλλη, που έλαβε χώρα στα πλαίσια της διαχείρισης, τα διαβήματα στα οποία προέβηκαν οι δικηγόροι για σκοπούς διεκπεραίωσής της. Το μόνο ποσό που θα μπορούσε να αποδοθεί στον Ενάγοντα είναι τα έξοδα μεταφοράς της σορού της θανούσης από την Κύπρο στην πατρίδα της Γεωργία προς £422,50 ήτοι €721,88 σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους. Σε σχέση με τα έξοδα κηδείας δεν προσκομίστηκε καμία πραγματική ή έγγραφη μαρτυρία που να δικαιολογεί την απόδοση του ποσού των €3.000 που ζητείται με την Έκθεση Απαίτησης. Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Εν όψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντος ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Louiza Zambakhidze. Αυτά να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.