ROYAL HIGHGATE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΛΟΥΙΖΑ ΣΚΙΤΙΝΗ, Αρ. Αγωγής: 389/2011, 9/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A667 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 389/2011 Μεταξύ: ROYAL SPORTS BETTING (NICOSIA) LTD Ενάγοντες -και- ΛΟΥΙΖΑ ΣΚΙΤΙΝΗ Εναγομένη Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08.07.2013 Μεταξύ: ROYAL HIGHGATE PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγοντες -και- ΛΟΥΙΖΑ ΣΚΙΤΙΝΗ Εναγομένη Αίτηση ημερομηνίας 08.07.2016 9 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για εναγομένη-αιτήτρια: κα Μάρκου για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες- καθ' ων η αίτηση: κα Τσαρούχη για Π. Σαρρή & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΄ ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή των εναγόντων βασίζεται σε παράβαση συμφωνίας για αποδέσμευση της εναγομένης και αποπληρωμή του χρέους ύψους €10.000,00 πλέον τόκους. Η εναγομένη καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή κατά την οποία δεν ισχυρίσθηκε ότι η σύναψη της συμφωνίας ήταν το προϊόν απάτης. Oι ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ώστε το νέο όνομα των εναγόντων να υπάρχει στον τίτλο της αγωγής. Εκδόθηκε σχετικό διάταγμα με οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως και τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Κατά την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης στις 3.10.2013 η εναγομένη διατύπωσε νέους ισχυρισμούς στο σώμα της έκθεσης Υπεράσπισης ώστε να εκφράζεται η υπεράσπιση της ότι η συμφωνία ήταν το αποτέλεσμα εξαπάτησης. «
- Οι ισχυρισμοί των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης ως εκτίθενται δεν είναι παραδεκτοί. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι η όποια υπογραφή της επί της συμφωνίας αποδέσμευσης εξασφαλίστηκε κατόπιν εξαπάτησης και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγομένης. Συγκεκριμένα, η αρχική συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010 μεταξύ των διαδίκων, αναφέρει ρητά στο σημείο 3.4 ότι οι Ενάγοντες με την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, ημερομηνίας 1.4.2010 θα κατέβαλλαν στην Εναγομένη το ποσό των €17.000,00 ως επιπρόσθετη προμήθεια - BONUS. Οι Ενάγοντες αντί να πράξουν ως προνοούσε η συμφωνία, κατέβαλαν στην Εναγομένη €7.000,00σ και τις υπόλοιπες €10.000,00σ τις χρησιμοποίησαν για την κατάθεση τραπεζικής εγγυητικής στο Υπουργείο Οικονομικών για τους σκοπούς έκδοσης της άδειας της Εναγομένης. Ακολούθως, οι Ενάγοντες ψευδώς ανέφεραν στην Εναγομένη ή και την άφησαν να πιστεύει ότι η εγγυητική κατατέθηκε επ' ονόματι της ίδιας και άρα όταν θα έληγε η εγγυητική το ποσό των €10.000,00σ θα επιστρέφετο στην ίδια. Με αυτή την πεποίθηση, όταν η Εναγομένη βρέθηκε στην δύσκολη θέση να ζητήσει την αποδέσμευση της από την ανωτέρω συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010, υπέγραψε την συμφωνία αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.2010 πιστεύοντας ότι με την λήξη της συνεργασίας της με τους Ενάγοντες θα έληγε και η τραπεζική εγγυητική και θα της επιστρέφονταν οι €10.000,00σ. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.2010, διεφάνει ότι οι Ενάγοντες ήταν οι δικαιούχοι του ποσού της τραπεζικής εγγυητικής ύψους €10.000,00 καθότι αυτό επεστράφει σ' αυτούς και όχι στην Εναγομένη. Στην Εναγομένη ουδέν ποσό επεστράφη από την εν λόγω εγγυητική κατόπιν της υπογραφής της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.
- Επομένως, η Εναγομένη όχι μόνο ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες, αλλά οι Ενάγοντες, με ψευδείς παραστάσεις την ώθησαν στην υπογραφή της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.
- Η Εναγομένη προχώρησε στην υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας ημερομηνίας 31.10.2010 ακριβώς διότι οι Ενάγοντες της ανέφεραν και ή την άφησαν να πιστεύει ότι την Τραπεζική εγγυητική την κατέθεσαν εκ μέρους της και ότι με την αποδέσμευση της ίδιας, από την συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010 το ποσό της τραπεζικής εγγυητικής θα επεστρέφετο σ' αυτή. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι η συμφωνία ημερομηνίας 31.10.2010 είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη και ή εξ' υπαρχής άκυρη καθ' ότι δεν υπάρχει το όποιο αντάλλαγμα. Η Εναγομένη ουδέν ποσό οφείλει ή όφειλε στους Ενάγοντες και αυτοί καλούνται εις αυστηρά απόδειξη των ισχυρισμών τους.
- Οι ισχυρισμοί των παραγράφων 7, 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης είναι αναληθείς και απαράδεκτοι, νομικά και πραγματικά αβάσιμοι και ανυπόστατοι και ως τέτοιοι απορρίπτονται και οι Ενάγοντες καλούνται εις αυστηρά απόδειξη αυτών. Η Εναγομένη επαναλαμβάνει ως ανωτέρω στην παράγραφο 2 και περαιτέρω δηλώνει ότι ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση είχε με τους Ενάγοντες και ουδέν ποσό τους όφειλε ή τους οφείλει για αυτό και δεν κατέβαλλε σ' αυτούς οποιαδήποτε δόση όταν πλέον αντελήφθει ότι είχε εξαπατηθεί από αυτούς Η όποια συμφωνία τυχόν υπεγράφη πάσχει εγγενώς και είναι εξ' υπαρχής άκυρη καθώς είναι αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και ή πιέσεων και ή προϊόν αθέμιτου πλουτισμού εκ μέρους των Εναγόντων και οποιοσδήποιε αντίθετος ισχυρισμός είναι αναληθής και απαράδεκτος». Στην συνέχεια οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για να διαγραφούν αυτοί οι νέοι ισχυρισμοί. Στην συνέχεια η εναγομένη αποδέχθηκε σε εκ συμφώνου διάταγμα στις 20.12.2013 όπως διαγραφούν οι νέοι ισχυρισμοί περί απάτης που δεν περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης η οποία είχε αρχικά καταχωρηθεί. Στη συνέχεια η αγωγή ορίσθηκε αρκετές φορές για ακρόαση και σύμφωνα με τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης η αγωγή η επόμενη ημερομηνία ακρόασης είναι στις 9 Δεκεμβρίου
- Αφού ορίσθηκε η αγωγή για ακρόαση για πολλοστή φορά η εναγόμενη καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητεί να τροποποιήσει την έκθεση υπεράσπισης για να συμπεριλάβει ισχυρισμούς για απάτη κατά την σύναψη συμφωνίας καθώς και να συμπεριλάβει και ανταπαίτηση ως ακολούθως: «
- Διά της διαγραφής ολόκληρης της παραγράφου 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και αντικατάστασης της με την ακόλουθη παράγραφο η οποία θα αριθμηθεί ως παράγραφος 1: «
- Η Εναγόμενη αγνοεί και συνεπώς αρνείται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 1 - 3 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρά απόδειξη αυτών».
- Διά της διαγραφής ολόκληρης της παραγράφου 2 της έκθεσης Υπεράσπισης και αντικατάστασης της με την ακόλουθη παράγραφο η οποία θα αριθμηθεί ως παράγραφος 2: «
- Οι ισχυρισμοί των παραγράφων 2 έως 11 της Έκθεσης Απαίτησης ως εκτίθενται δεν είναι παραδεκτοί. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η όποια υπογραφή της επί της συμφωνίας αποδέσμευσης εξασφαλίστηκε κατόπιν εξαπάτησης και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγομένης. Συγκεκριμένα, η αρχική συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010 μεταξύ των διαδίκων, αναφέρει ρητά στο σημείο 3.4 ότι οι Ενάγοντες με την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, ημερομηνίας 1.4.2010 θα κατέβαλλαν στην Εναγομένη το ποσό των €17.000,00σ ως επιπρόσθετη προμήθεια - BONUS. Οι Ενάγοντες αντί να πράξουν ως προνοούσε η συμφωνία, κατέβαλαν στην Εναγομένη €7.000,00σ και τις υπόλοιπες €10.000,00α τις κατακράτησαν ως αξία εγγυητική του πρακτορείου της Εναγόμενης, η οποία θα έπρεπε καταβληθεί από την Εναγόμενη δυνάμει του όρου 4.6 της συμφωνίας ημερομηνίας 01.04.
- Ακολούθως, οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι αυτών ψευδώς ανέφεραν στην Εναγόμενη και ή την άφησαν να πιστεύει ότι όταν θα έληγε η εγγυητική, ήτοι το ποσό των €10.000 που κατακρατήθηκε, θα επιστρέφετο στην ίδια. Με αυτή την πεποίθηση, όταν η Εναγόμενη βρέθηκε στη δύσκολη θέση να ζητήσει την αποδέσμευση της από την ανωτέρω συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010, υπέγραψε την συμφωνία αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.2010 πιστεύοντας ότι με την λήξη της συνεργασίας της με τους Ενάγοντες θα έληγε και η τραπεζική εγγυητική και θα της επιστρέφονταν οι €10.000,00σ και επομένως ουδεμία άλλη υποχρέωση και εκκρεμότητα θα υπήρχε μεταξύ των μερών. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.2010, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και ή αρνήθηκαν να επιστρέψουν το ποσό των €10.000,00σ στην Εναγόμενη και κατακράτησαν αυτό. Στην Εναγόμενη ουδέν ποσό επεστράφη από την εν λόγω εγγυητική κατόπιν της υπογραφής της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.
- Επομένως, η Εναγομένη όχι μόνο ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες, αλλά οι Ενάγοντες, εκμεταλλευόμενοι την δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε η Εναγόμενη, με ψευδείς παραστάσεις την ώθησαν στην υπογραφή της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.
- Η Εναγομένη προχώρησε στην υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας ημερομηνίας 31.10.2010 ακριβώς διότι οι Ενάγοντες της ανέφεραν και ή την άφησαν να πιστεύει ότι η εγγυητική που κατακρατήθηκε θα της επιστρέφετο. Λεπτομέρειες απάτης ή ψευδών παραστάσεων: Α. Η Ενάγουσα και ή οι αντιπροσώποι αυτής ανέφεραν στην Εναγόμενη και ή την άφησαν να πιστεύει ότι όταν θα έληγε η εγγυητική, ήτοι το ποσό των €10.000,00 που κατακρατήθηκε, θα επιστρέφετο εξ ολοκλήρου στην ίδια. Β.Η Ενάγουσα και ή οι αντιπροσώποι αυτής απέκρυψαν και ή παρέλειψαν να γνωστοποιήσουν στην Εναγόμενη ότι το ποσό των €10.000,00 της εγγυητική δεν θα της επιστρέφετο. Διαζευκτικά των ανωτέρω είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η συμφωνία ημερομηνίας 31.10.2010 είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη και ή εξ' υπαρχής άκυρη καθ' ότι δεν υπάρχει αντιπαροχή. Η Εναγομένη ουδέν ποσό οφείλει ή όφειλε στους Ενάγοντες και αυτοί καλούνται εις αυστηρά απόδειξη των ισχυρισμών τους. ».
- Δια της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου Ανταπαίτησης η οποία θα έπεται της παραγράφου 3 και θα αριθμηθεί ως παράγραφος 4: «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
- Η Εναγομένη επαναλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται ανωτέρω και ανταπαιτεί εναντίον των Εναγόντων: Α. €10.000,00 ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας, ήτοι την επιστροφή της εγγυητικής που παράνομα και ή αντισυμβατικά κατακρατήθηκε από την Ενάγουσα δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 01.04.
- Β. Νόμιμο τόκο από την 31.10.2010 και ή από οιανδήποτε ημερομηνία ήθελε το Δικαστήριο αποφασίσει. Γ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Η αρχική Έκθεση Υπεράσπισης περιέχει γενικές αρνήσεις και ένα λακωνικό ισχυρισμό ότι η εν λόγω συμφωνία πάσχει εγγενώς και είναι εξ' υπαρχής άκυρη χωρίς όμως να διατυπώνονται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαιτήσεως ουσιώδης γεγονότα για να επεξηγηθεί αυτός ο ισχυρισμός Κατά την προτεινόμενη τροποποίηση καταγράφονται λεπτομερή ισχυρισμοί, στην οποία εκφράζεται ότι η εναγόμενη εξαπατήθηκε από τους ενάγοντες να υπογράψει τη συμφωνία ανάληψης χρέους. Επεξηγεί ότι υπήρχε αρχική συμφωνία μεταξύ των μερών ημερομηνίας 01.04.2010 στην οποία οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει να καταβάλλουν στην Εναγομένη Bonus ύψους €17.000,
- Δεν πραγματοποίησαν τα συμφωνηθέντα της έδωσαν μόνο €7.000,00 και την εξαπάτησαν με αποτέλεσμα αυτή να πιστεύει ότι όταν θα έληγε η εγγυητική το ποσό των €10.000,00 που κατακρατήθηκε, θα επιστρεφόταν στην ίδια. Είναι επειδή είχε αυτή την εντύπωση που αποδέχθηκε να υπογράψει την συμφωνία αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.
- Στη συνέχεια οι ενάγοντες κατακράτησαν τις €10.000,
- Επίσης ανταπαιτεί το ποσό των €10.000,00 που θεωρεί ότι δικαιούται δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 01.04.
- Είναι ορθή η θέση των εναγόντων ότι αυτά τα γεγονότα δεν είναι νέα γεγονότα αλλά γνωστά στο δικηγόρο της εναγομένης. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την παράγραφο 2 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης που καταχώρησε στις 03.10.2013 και που αργότερα εκ συμφώνου αποδέχθηκε πάλι το έτος 2013 να διαγραφεί. Παραθέτω πιο κάτω την συγκεκριμένη παράγραφο 2 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης που αργότερα διαγράφηκε. «
- Οι ισχυρισμοί των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης ως εκτίθενται δεν είναι παραδεκτοί. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι η όποια υπογραφή της επί της συμφωνίας αποδέσμευσης εξασφαλίστηκε κατόπιν εξαπάτησης και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγομένης. Συγκεκριμένα, η αρχική συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010 μεταξύ των διαδίκων, αναφέρει ρητά στο σημείο 3.4 ότι οι Ενάγοντες με την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, ημερομηνίας 1.4.2010 θα κατέβαλλαν στην Εναγομένη το ποσό των €17.000,00 ως επιπρόσθετη προμήθεια - BONUS. Οι Ενάγοντες αντί να πράξουν ως προνοούσε η συμφωνία, κατέβαλαν στην Εναγομένη €7.000,00σ και τις υπόλοιπες €10.000,00σ τις χρησιμοποίησαν για την κατάθεση τραπεζικής εγγυητικής στο Υπουργείο Οικονομικών για τους σκοπούς έκδοσης της άδειας της Εναγομένης. Ακολούθως, οι Ενάγοντες ψευδώς ανέφεραν στην Εναγομένη ή και την άφησαν να πιστεύει ότι η εγγυητική κατατέθηκε επ' ονόματι της ίδιας και άρα όταν θα έληγε η εγγυητική το ποσό των €10.000,00σ θα επιστρέφετο στην ίδια. Με αυτή την πεποίθηση, όταν η Εναγομένη βρέθηκε στην δύσκολη θέση να ζητήσει την αποδέσμευση της από την ανωτέρω συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010, υπέγραψε την συμφωνία αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.2010 πιστεύοντας ότι με την λήξη της συνεργασίας της με τους Ενάγοντες θα έληγε και η τραπεζική εγγυητική και θα της επιστρέφονταν οι €10.000,00σ. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.2010, διεφάνει ότι οι Ενάγοντες ήταν οι δικαιούχοι του ποσού της τραπεζικής εγγυητικής ύψους €10.000,00 καθότι αυτό επεστράφει σ' αυτούς και όχι στην Εναγομένη. Στην Εναγομένη ουδέν ποσό επεστράφη από την εν λόγω εγγυητική κατόπιν της υπογραφής της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.
- Επομένως, η Εναγομένη όχι μόνο ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες, αλλά οι Ενάγοντες, με ψευδείς παραστάσεις την ώθησαν στην υπογραφή της συμφωνίας αποδέσμευσης ημερομηνίας 31.10.
- Η Εναγομένη προχώρησε στην υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας ημερομηνίας 31.10.2010 ακριβώς διότι οι Ενάγοντες της ανέφεραν και ή την άφησαν να πιστεύει ότι την Τραπεζική εγγυητική την κατέθεσαν εκ μέρους της και ότι με την αποδέσμευση της ίδιας, από την συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2010 το ποσό της τραπεζικής εγγυητικής θα επεστρέφετο σ' αυτή. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι η συμφωνία ημερομηνίας 31.10.2010 είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη και ή εξ' υπαρχής άκυρη καθ' ότι δεν υπάρχει το όποιο αντάλλαγμα. Η Εναγομένη ουδέν ποσό οφείλει ή όφειλε στους Ενάγοντες και αυτοί καλούνται εις αυστηρά απόδειξη των ισχυρισμών τους». Οι ισχυρισμοί είναι οι ίδιοι, με μόνη διαφορά ότι στην προτεινόμενη υπεράσπιση που επιχειρεί να καταθέσει με την παρούσα αίτηση κατά το έτος 2016 υπάρχει και προσθήκη ανταπαίτησης, όπου διεκδικεί το ποσό των €10.000,00 που ισχυρίζεται ότι της οφείλουν οι ενάγοντες. Η εναγόμενη έχει καταχωρήσει την παρούσα αίτηση πολύ καθυστερημένα, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, και στην περίπτωση που εγκριθεί το αίτημά της το αποτέλεσμα εκ των πραγμάτων θα είναι η αναβολή της ακρόασης στις 9 Δεκεμβρίου 2016, για αγωγή που καταχωρήθηκε το
- Επομένως το αίτημα της για την συγκεκριμένη τροποποίηση θα πρέπει να εξετασθεί κάτω από το συγκεκριμένο πρίσμα γεγονότων. Με την προσθήκη γεγονότων, δίδεται άλλη διάσταση στην υπεράσπιση της εναγομένης και στην ουσία εκφράζεται ολοκληρωμένη υπεράσπιση ότι εξαπατήθηκε, κάτι που δεν υπήρχε στην προηγούμενη Έκθεση Υπεράσπισης. Η εναγομένη όχι μόνο δεν έχει δώσει λόγο για το γεγονός ότι αυτά τα γεγονότα δεν ενσωματώθηκαν στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης αλλά οι δικηγόροι της εναγομένης επιχείρησαν να εισάγουν τα ίδια γεγονότα πριν από τρία χρόνια ανεπιτυχώς . Μετά από τρία χρόνια και αφού ορίσθηκε η αγωγή για ακρόαση στις 07.10.2014 , στις 16.02.2015, στις 28.09.2015, στις 26.01.2016, στις 02.06.2016 και τέλος στις 09.12.2016 η Εναγόμενη αποφάσισε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση για να επιχειρήσει την εισαγωγή των ίδιων ισχυρισμών. Δεν έχω πεισθεί ότι αυτό γίνεται καλόπιστα. Αντιθέτως, εφόσον παρόμοια προσπάθεια έγινε το 2013 έχω βάσιμο λόγο να πιστεύω ότι αυτή η αίτηση γίνεται τόσο καθυστερημένα με απώτερο σκοπό την αναβολή της ακρόασης. Τα επίδικα ζητήματα διευρύνονται εξαιτίας του γεγονότος ότι εισάγεται νέα υπεράσπιση με την προτεινόμενη τροποποίηση και είναι βέβαιο ότι οι ενάγοντες με την εισδοχή αυτών των ισχυρισμών και την προσθήκη ανταπαίτησης θα βρεθούν προ εκπλήξεως και θα θέλουν να προετοιμαστούν εκ νέου για την αγωγή ίσως με περαιτέρω αποκαλύψεις κτλ. Περαιτέρω, με την προσθήκη της ανταπαίτησης θα πρέπει να καταρτιστεί υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και πολύ πιθανόν να χρειαστούν πρόσθετη μαρτυρία για να αντιμετωπίσουν την ανταπαίτηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα κατόπιν αιτήματος των διαδίκων πηγάζει από τον κ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να προβεί στην τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας όταν η τροποποίηση καταστεί αναγκαία για τη δίκαια επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ
(1991)934 η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν Παύλου 1 ΑΑΔ
(1995)560 επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία για να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Γνώμονας της άσκησης αυτής της εξουσίας, είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης διότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων επειδή ήταν φανερό ότι η αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρόλο τούτο το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε την μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v Εθνικη Τράπεζας Ελάδας 1 ΑΑΔ 11
(1999)επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής και επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της εναγομένης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33. Στην Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S,
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 αναφέρθηκαν τα εξής: "Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών." Ο πρωτόδικος δικαστής ενασκώντας της διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Με την αίτηση της η εναγόμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ότι από άγνοιά της ξέχασε να συμπεριλάβει συγκεκριμένα γεγονότα στην υπεράσπισή της. Τα λεγόμενά της διαψεύδονται από το δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, διότι οι δικηγόροι της επιχείρησαν να εισάξουν περίπου τα ίδια γεγονότα το
- Συνεπώς θα απέρριπτα την αίτηση επειδή δεν έχω πεισθεί ότι ο εναγόμενη καλόπιστα ζητεί την τροποποίηση σ' αυτό το στάδιο. Η αγωγή είναι πολύ παλαιά και είναι ορισμένη για ακρόαση στις 9 Δεκεμβρίου
- Η εναγομένη δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί δεν επιχείρησε να τροποποιήσει την έκθεση υπεράσπισής της τα τελευταία τρία χρόνια για γεγονότα που ήταν γνωστά σ' αυτή και στους δικηγόρους της και παρά το γεγονός ότι η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση πολλές φορές. Η καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη. Θεωρώ ότι δεν είναι κατάλληλη περίπτωση άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της τροποποίησης. Η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης σ' αυτό το στάδιο και κάτω από τις δοσμένες συνθήκες θα καθυστερούσε ακόμη πιο πολύ την εκδίκαση της αγωγής. Η ταλαιπωρία των εναγόντων στην περίπτωση που εγκριθεί η τροποποίηση, και η καθυστέρηση στην εκδίκαση μίας ήδη παλαιάς αγωγής δεν αντισταθμίζεται από κάποιο βάσιμο λόγο τροποποίησης του δικογράφου που να εξυπηρετεί πραγματικά την απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση απορρίπτεται, τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον της εναγομένης όπως αυτά υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο