← Κύπρος

Μαρία Γιωργαλλή ν. Cyprus Popular Bank Public Co Limited, Αρ. Αγωγης:1374/2013, 30/12/2016

Μαρία Γιωργαλλή ν. Cyprus Popular Bank Public Co Limited, Αρ. Αγωγης:1374/2013, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A705 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγης:1374/2013 Μεταξύ: Μαρία Γιωργαλλή Ενάγουσας και Cyprus Popular Bank Public Co Limited Εναγομένης Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2016 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κα Κραμβή για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερομηνίας 28.3.2016 για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης) Η Ενάγουσα στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνει μεταξύ άλλων, (α) την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται «τα αξιόγραφα και/ή ομόλογα και/ή δάνεια και/ή καταθετικά προϊόντα και/ή ιδιωτικά τραπεζικά προϊόντα (private banking products) και/ή αξιόγραφα κεφαλαίου και/ή άλλης φύσεως έγγραφα αξίας και/ή άλλου σχετικού εγγράφου εκδοθέντα κατά τον Απρίλιο του 2009 και τον Απρίλιο του 2010 για το ποσό των για το ποσό των €100.000 και €120.000 αντίστοιχα β) αποζημιώσεις για την ζημιά που υπέστη ως ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος των πιο πάνω αξιόγραφων (γ) διάταγμα ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να διεκδικήσουν οποιοδήποτε ποσό τόκων και/ή χρεώσεων που πηγάζουν από δύο συμφωνίες δανείου μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων και ότι δικαιωματικά η Ενάγουσα δεν κατέβαλε δόσεις για τα πιο πάνω δάνεια (δ) αποζημιώσεις για παράβαση προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή οδηγιών και/ή προειδοποιήσεων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών (ε) αποζημιώσεις για καταδολίευση και/ή εξαπάτηση και/ή εκμετάλλευση της και/ή για ψευδείς και παραπλανητικές δηλώσεις και ή για παράβαση καθήκοντος και/ή λόγω αμέλειας στ) τιμωρητικές αποζημιώσεις και ζ) επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού πλέον τόκους. Με Αίτηση που καταχώρησε, η Ενάγουσα στις 8.5.2014, η οποία επιδόθηκε μόνο στην υφιστάμενη Εναγομένη, ζήτησε και εξασφάλισε διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής δια της προσθήκης στο τίτλο της αγωγής ως Εναγομένη 2 την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως Εναγομένη 3 την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ως Εναγόμενο 4 τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς επίσης και άλλες τροποποιήσεις τόσο στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος όσο και στην Έκθεση Απαίτησης. Το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, εξέδωσε το σχετικό διάταγμα στις 20.6.2014. Το διάταγμα δεν καθόριζε χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου η Ενάγουσα έπρεπε να συμμορφωθεί. Συνεπώς σε εφαρμογή τέθηκαν οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί ότι η παράλειψη συμμόρφωσης εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, καθιστά το διάταγμα ipso facto άκυρο. Η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα εντός του πιο πάνω χρόνου, ήτοι εντός 15 ημερών, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Τα εκπροθέσμως καταχωρηθέντα τροποποιημένα Κλητήριο Ένταλμα καθώς και Έκθεση Απαίτησης επιδόθηκαν στους αναφερόμενους σε αυτά Εναγόμενους 2,3 και 4 οι οποίοι μάλιστα εμφανίστηκαν στην αγωγή και καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης. Σε κάποιο στάδιο και ειδικότερα στις 18.2.2016, το πιο πάνω πρόβλημα εντοπίστηκε από το Δικαστήριο το οποίο κάλεσε τα μέρη να τοποθετηθούν. Η πλευρά της Ενάγουσας θεώρησε ότι θα πρέπει να καταχωρηθεί νέα αίτηση για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης, όπερ και έγινε, με την καταχώρηση της υπό κρίσης Αίτησης. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ορθά δεν ζητήθηκε παράταση χρόνου συμμόρφωσης με το αρχικό διάταγμα τροποποίησης ή θεραπεία της παρατυπίας. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκος Κ. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, ημερ. 11.11.2015 όπου επαναλήφθηκε αυτό που ήταν ήδη καλά αποσαφηνισμένο στη νομολογία, ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ' εαυτού άκυρο. Η παράταση του καθορισμένου από το Δικαστήριο ή τους θεσμούς χρόνου θα πρέπει να γίνει πριν την εκπνοή του. Μετά την εκπνοή του χρόνου το διάταγμα είναι άκυρο και δεν χωρεί η αναβίωση του. (βλ. επίσης Σακκούλα κ.ά. ν. Αρέστη

(1989)1 ΑΑΔ 355). Με την υπό κρίση αίτηση, ζητούνται μεταξύ άλλων πανομοιότυπες θεραπείες ως η αίτηση ημερομηνίας 8.5.2014, ήτοι η προσθήκη των Εναγομένων 2, 3 και 4 που αναφέρθηκαν ανωτέρω, καθώς επίσης και διάταγμα του δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται η οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος ώστε με την τροποποίηση να ζητείται επιπρόσθετα των όσων ήδη αναφέρονται εκεί διάταγμα με το οποίο να «τερματίζεται η συμφωνία απόκτησης αξιόγραφων» τα οποία εκδόθηκαν και/ή διατέθηκαν μεταξύ άλλων, «κάτω από την πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο και/ή λόγω αμέλειας κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή των άλλων νομίμων καθηκόντων των εναγομένων 3 και/ή 4 ». Επιπρόσθετα, με την υπό κρίση Αίτηση ζητούνται διάφορες άλλες τροποποιήσεις και/ή προσθήκες στην Έκθεση Απαίτησης που αφορούν το ότι η Εναγόμενη 3 ενάγεται για πράξεις ή πραλείψεις της ως εποπτική αρχή και ως αρχή εξυγίανσης και ότι ο Εναγόμενος 4 ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία ενάγεται, μεταξύ άλλων, και λόγω κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων της. Επιχειρείται επίσης η προσθήκη ισχυρισμών για παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης (trust and confidence) και/ή σχέσης εμπιστευτικότητας (fiduciary relation) και ότι εάν η Ενάγουσα γνώριζε ότι ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος από αυτόν που της παρουσίαζαν οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1, δεν θα προέβαινε ποτέ στην αγορά των εν λόγω αξιόγραφων. Παρατίθενται δε σχετικές λεπτομέρειες ισχυριζόμενης αμέλειας των Εναγομένων 3 και 4 οι πράξεις και/ή παραλείψεις των οποίων ενίσχυσαν και/ή συνέβαλαν, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, στην εξαπάτηση της ιδίας αλλά και πολλών άλλων συμπατριωτών της και έχουν άμεση αιτιώδη συνάφεια με τη ζημιά που υπέστη και η οποία ήταν συνεχής και αποκρυσταλλώθηκε και/η έγινε πλήρως αντιληπτή τον Μάρτιο του
  1. Επιχειρείται επίσης η εισαγωγή ισχυρισμών ότι η Εναγόμενη 1 σύνταξε ενέκρινε και παρουσίασε εντέχνως ελλιπή στοιχεία και/ή απόκρυπτε ουσιώδη στοιχεία και/ή πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της και/ή τους κινδύνους αποσκοπώντας στην άντληση όσο το δυνατόν περισσότερων κεφαλαίων από τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών για να εξισορροπήσει την κλονισμένη κεφαλαιακή της επάρκεια. Τέλος, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμού ότι στις 29.3.2013 εκδόθηκε με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων Νόμο του 2013 η Κ.Δ.Π. 104/13 ενώ ακολούθησαν οι Κ.Δ.Π. με αριθμούς 133/13, 156/13 και 276/13 δυνάμει των οποίων περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη
  2. Τα εν λόγω διατάγματα, κατά την Ενάγουσα, παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και/η ισότητας και/ή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας και/ή επιβάλλει στέρηση, επιβάρυνση, ή περιορισμό επί του δικαιώματος ιδιοκτησίας, χωρίς οποιαδήποτε αποζημίωση και/ή εύλογη αποζημίωση και ως αποτέλεσμα των εν λόγω διαταγμάτων η Ενάγουσα βρίσκεται σε χειρότερη θέση απ' ό, τι αν τα εν λόγω διατάγματα δεν εκδίδονταν. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.Θ. 2, 4, 5, 7,10 και 11, Δ.12, Δ.39, Δ.25 Θ.Θ. 1-5, Δ.48, Θ.Θ. 2-4 και 9, Δ.63 Θ.2 καθώς επίσης και επί της πρακτικής και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Λώριας Χατζηξενοφώντος, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Αιτήτρια. Η ενόρκως δηλόυσα αναφέρει ότι κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων, καθώς και νομικών ζητημάτων και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης, διαπιστώθηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης χρήζει τροποποίησης ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτή περισσότερες λεπτομέρειες δόλου της Εναγόμενης 1, καθώς και για να προστεθούν Εναγόμενοι και να δικογραφηθούν περισσότεροι ισχυρισμοί της αμέλειας των προτεινόμενων εναγόμενων 3 και
  3. Ειδικότερα, η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι το καλοκαίρι του 2015 μελέτησαν και επεξεργάστηκαν το όλο θέμα των αγωγών που αφορούν αξιόγραφα υπό το πρίσμα εγγράφων όπως η Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ημερομηνίας 28.4.2014, το Investigation Report της Alvarez & Marsal ημερομηνίας 26.3.2013, το δημοσίευμα της New York Times ημερομηνίας 18.11.2014 σε σχέση με την ευθύνη, μεταξύ άλλων της Κεντρικής Τράπεζας για την κατάρρευση της Λαϊκής και τις Υπερασπίσεις που καταχώρησε η ίδια η Κεντρική Τράπεζα στα πλαίσια αγωγών για το κούρεμα, στις οποίες περιγράφει την δική της εκδοχή για το τι συνέβηκε. Τα πιο πάνω έγγραφα τα οποία είναι πολυσέλιδα και αρκετά περίπλοκα, καθώς και το υλικό πάνω στο οποίο βασίστηκε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μελετήθηκαν εκτενώς και αποφασίστηκε ότι πρέπει να τροποποιηθεί η Έκθεση Απαίτησης αναλόγως και πλέον να προστεθούν ως διάδικοι οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 2, 3 και
  4. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι η εμπλοκή της προτιθέμενης Εναγόμενης 2 καθίσταται επιβεβλημένη και αναγκαία ούτως ώστε, να ξεκαθαρίσουν μεταξύ άλλων όλα τα ουσιώδη και επίδικα ζητήματα και να αποφασιστεί πως εμπλέκεται καθώς και το μέγεθος της ευθύνης της σε σχέση με τις αιτίες αγωγής και αξιώσεις του Ενάγοντα. Επίσης, η προσθήκη της προτιθέμενης Εναγόμενης 2 στην οποία μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία και/η ενεργητικό της Εναγόμενης 1 είναι απαραίτητη ώστε να μην επηρεασθεί δυσμενώς το δικαίωμα της Ενάγουσας να διεκδικήσει και να εκτελέσει την αξίωση της εναντίον τόσο της Εναγόμενης 1, όσο και της προτιθέμενης Εναγόμενης
  5. Σε σχέση με την καθυστέρηση, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι αυτή δεν υπήρξε υπέρμετρη ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι σε άλλες αγωγές που αφορούν αξιόγραφα και τις οποίες οι εν λόγω δικηγόροι χειρίζονται δεν εγκρίθηκαν αιτήσεις τροποποίησης με όμοιο περιεχόμενο. Οπότε στην ουσία σπαταλήθηκε χρόνος ώστε να προσαρμόσουν και να συντάξουν την υπό κρίση αίτηση με διαφορετικό τρόπο, ώστε οι θέσεις της Ενάγουσας να είναι καλύτερα κατανοητές και αντιληπτές και να μην προσκρούει το περιεχόμενο της αίτησης αλλά και της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης στις προηγούμενες αποφάσεις. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η υπό κρίση Αίτηση επιδόθηκε, εκτός από την υφιστάμενη Εναγόμενη, σε όλους προτεινόμενους Εναγομένους. Από αυτούς οι μόνοι που επέλεξαν να προβάλουν Ένσταση, είναι οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 2 ήτοι η «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» (πιο Κάτω θα αναφέρεται χάριν συντομίας και ως «Τράπεζα Κύπρου». Όντως, στις 2.6.2016 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, ειδοποίηση για πρόθεση προβολής Ένστασης, η οποία βασίζεται στα άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στις Δ.19, Δ.25, Θ. 1-6, Δ.42Α, Δ.43, Δ.48, Θ.Θ. 1-9, Δ.
  6. Δ.58, και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 30, 31, 32 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στα άρθρα 3-13, 22, 25, 26 και 29 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/2013, στις Κ.Δ.Π. 92/2013, 96/2013, 103/2013 και 104/2013, στο Διάταγμα ημερ. 25.3.2013 (Αριθμός 198), στον περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο Ν.16(Ι)/2013, στα άρθρα 30 και 32 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 έως 2013, Ν.66(Ι)/1997, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  7. Σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/2013, που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2013, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εν λόγω Διατάγματος. Η υπό κρίση απαίτηση της ενάγουσας σε σχέση με τα επίδικα χρεόγραφα και/ή αξιόγραφα δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους του εν λόγω Διατάγματος, και ως εκ τούτου οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 2 ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα αίτηση. Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο η παρούσα αίτηση σε σχέση με τους προτεινόμενους Εναγόμενους 2 ως παντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη και καθότι δεν παρουσιάζεται εναντίον αυτών οποιαδήποτε αιτία και/ή βάση αγωγής.
  8. Οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 2 ουδέποτε αποτέλεσαν και/ή αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας. Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου η Τράπεζα Κύπρου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τον διάδοχο της πρώτης. Αντιθέτως, η Τράπεζα Κύπρου λειτούργησε και/ή λειτουργεί ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν βάσει ανταλλάγματος σε αυτήν δυνάμει των αναφερόμενων Διαταγμάτων.
  9. Τα επίδικα Διατάγματα Κ.Δ.Π 103 και 104/13, ως έχουν τροποποιηθεί, καθώς και αυτά που συνοδεύουν αυτά μιλούν από μόνα τους και η εφαρμογή τους ανάγεται στην αρμοδιότητα της αρχής που το εξέδωσε, δηλαδή της Αρχής Εξυγίανσης. Σημειώνεται ότι με βάση το Νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων του 2013 (Νόμος 17(Ι)/2013), Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση Ίδρυμα, όπως ήταν οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 2 μέχρι πρόσφατα, και τα θιγόμενα από το εν λόγω Διάταγμα μέρη, και επίσης εκτελέσιμο όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης.
  10. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of the process of the court).
  11. Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται, μεταξύ άλλων η προσθήκη των Εναγομένων 2, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους ενάγοντες από τις 29.3.13, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν τα σχετικά Διατάγματα που ακολούθησαν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 16.3.13 και που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων και στη μεταβίβαση ορισμένων εργασιών, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της Cyprus Popular Bank Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
  12. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση του διατάγματος σε σχέση με την προσθήκη των Εναγομένων 2 δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας καθότι οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 2 δεν μπορούν να θεωρηθούν - σύμφωνα με τη νομολογία - ως αναγκαίοι διάδικοι στην υπόθεση.
  13. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη.
  14. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους προτεινόμενους εναγομένους 2/Καθ' ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα.
  15. Είναι εύλογο, δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η αίτηση σε σχέση πάντοτε με την αιτούμενη προσθήκη των Εναγομένων
  16. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Μαλβίνας Ναθαναήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους προτεινόμενος Εναγομένους
  17. Η Ενόρκως δηλούσα απορρίπτει το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης της κας Λώριας Χατζηξενοφώντος και κατ' ουσία επαναλμαβάνει τους λόγους Ένστασης. Προσθέτει ότι τα επίδικα διατάγματα Κ.Δ.Π 103/13 και 104/13, βρίσκονται σε ισχύ καθότι δεν έχουν μέχρι σήμερα ακυρωθεί ή ανακληθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση Αίτηση προϋποθέτει τόσο την εξέταση των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, όσο και την εξέταση των αρχών που διέπουν το ζήτημα της προσθήκης διαδίκων. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα από την απόφαση Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v.Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Επίσης, στην απόφαση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4.3.2013 λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Σε σχέση με το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου, αναφέρω ότι η Δ.9 θ.10 δίδει τη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε με είτε χωρίς αίτηση και με όρους που θα φανούν δίκαιοι στο Δικαστήριο, να διατάξει όπως τα ονόματα οποιωνδήποτε προσώπων που είτε έχουν κακώς ενωθεί σαν ενάγοντες ή εναγόμενοι να διαγραφούν και τα ονόματα οποιωνδήποτε μερών που έπρεπε να είχαν ενωθεί ή που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση, να προστεθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με την προσθήκη, τη διαγραφή ή την αντικατάσταση των διαδίκων, έτσι ώστε να καθιστά δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (βλ. Mepa Underwriting Management Limited και άλλων v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772.) Στην υπόθεση Βyrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657, ο Lord Esher, M.R. ανέφερε τα εξής: " .wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it". Στην Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, ο Lord Denning M.R. προσέγγισε το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου, δείχνοντας προτίμηση στην ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στην υπόθεση Byrne (ανωτέρω), έναντι της στενής ερμηνείας η οποία δόθηκε από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273. Στην Κυπριακή νομολογία επικράτησε αναγνώριση ευρείας διακριτικής εξουσίας στο Δικαστήριο (βλ. Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου (Αρ. 1)
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1213. Γενικά, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το κατά πόσο το πρόσωπο του οποίου ζητείται η προσθήκη κρίνεται αναγκαίος διάδικος. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις: βλ. Παπαχριστοφόρου και άλλη v. Xαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Perihan (ανωτέρω), λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: "Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται". Εχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Η ένσταση της Τράπεζας Κύπρου ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι αυτοί δεν αποτελούν διάδοχο της υφιστάμενης Εναγομένης αλλά λειτουργούν ως αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, που μεταβιβάστηκαν βάση ανταλλάγματος σε αυτούς δυνάμει της ΚΔΠ 104/
  2. Εκφράζουν την θέση ότι τα αξιόγραφα που επικαλείται η Ενάγουσα δεν εμπίπτουν στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου από την Λαϊκή Τράπεζα. Με λίγα λόγια, η ουσιαστική θέση των προτεινόμενων Εναγομένων 2 είναι ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν έχει τίποτε να κάμει με την αγορά αξιόγραφων από την Ενάγουσα. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/2013, που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2013, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, καθώς και σύμφωνα με τα Διατάγματα που ακολούθησαν αυτό (ΚΔΠ 133/13 ημερ. 21.4.2013, ΚΔΠ 156/13, ημερ. 14.5.2013 και ΚΔΠ 276/13 ημερ. 30.7.2013), συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των εν λόγω Διαταγμάτων. Παραθέτω πιο κάτω μερικές από τις πρόνοιες που ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση. Ειδικότερα, η παράγραφος 5
(2)της Κ.Δ.Π. 104/2013 προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά με τις μεταβιβαζόμενες υποχρεώσεις: «
(2)Η Λαϊκή Τράπεζα μεταβιβάζει στο Αποκτών πρόσωπο μόνο τις ακόλουθες υποχρεώσεις υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Διατάγματος: (α) . . . (β) τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (εξαιρουμένης οποιασδήποτε κατάθεσης σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο) εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων (100,000) ευρώ για καταθέσεις στο όνομα εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου (trustee ή nominee) το πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω αναφερόμενης παραγράφου 8, είναι το πρόσωπο για το οποίο κατέχονται οι εν λόγω καταθέσεις- (γ) άλλες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας όπως περιγράφονται στο Παράρτημα II.» Η παράγραφος 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 που αναφέρεται στο σημείο (β) πιο πάνω έχει ως εξής: «Ως καταθέσεις που καλύπτονται από το Σχέδιο ορίζονται όλες οι καταθέσεις, σε ευρώ ή άλλο νόμισμα, σε καλυπτόμενα ιδρύματα και σε υποκαταστήματα καλυπτόμενου ιδρύματος, το οποίο έχει έδρα την Κυπριακή Δημοκρατία, τα οποία λειτουργούν σε άλλη χώρα, αλλά καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο, οι οποίες ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και οι δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι την ημερομηνία της λήξης της κατάθεσης ή την ημέρα που η κατάθεση κατέστη μη διαθέσιμη, ανάλογα με το είδος της κατάθεσης, με εξαίρεση τις καταθέσεις που αναφέρονται στον Κανονισμό 9.» Για την ερμηνεία του όρου «κατάθεση» οι ίδιοι κανονισμοί αλλά και ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδυμάτων Νόμος παραπέμπουν στο άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου το οποίο κατά το 2013 προνοούσε ότι: "κατάθεση" σημαίνει ποσό χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται με όρους- (α) βάσει των οποίων θα αποπληρωθεί με τόκο ή χωρίς τόκο ή υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση ή σε τακτή προθεσμία ή υπό όρους που συμφωνούνται από ή εκ μέρους του προσώπου που καταβάλλει και του προσώπου που εισπράττει το ποσό, αλλά (β) οι οποίοι δε σχετίζονται με την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων, την παροχή υπηρεσιών ή την έκδοση χρεωστικών ομολόγων ή μετοχών· Ως αναφέρεται στην αγόρευση των Δικηγόρων της Ενάγουσας-Αιτήτριας ο βασικός πυρήνας των ισχυρισμών τους έγκειται στην προτεινόμενη παράγραφο 19 Γ την οποία παραθέτω αυτούσια: «Η ενάγουσα αναφέρει ότι εάν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν είχαν ενεργήσει ως ενήργησαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο θα είχε κατάθεση και/η καταθέσεις ύψους €220.
  1. Τα χρήματα αυτά εάν δεν διατίθεντο διαφορετικά από την ενάγουσα πράγμα που ήταν πάρα πολύ πιθανό και/η υπήρχε πολύ μεγάλο ενδεχόμενο να είχε γίνει, και παρέμεναν ως κατάθεση στους εναγόμενους 1, θα καλυπτόταν από το σχέδιο προστασίας καταθετών και θα μεταφερόταν δυνάμει του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 της Εναγόμενης 3 στην Εναγόμενη 2 μέχρι τις €100.000» Επεξηγώντας την εν λόγω παράγραφο, οι συνήγοροι της Ενάγουσας ανέφεραν ότι ακόμα και στο σενάριο που ήθελε κριθεί ότι η προτεινόμενη Εναγόμενη δεν έχει υποχρέωση να αποζημιώσει την Ενάγουσα τότε σίγουρα θα ευθύνεται για το ποσό το οποίο θα καλυπτόταν από το σχέδιο προστασίας καταθετών και θα μεταφερόταν δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/
  2. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι σίγουρα δεν είναι η θέση τους ότι η Τράπεζα Κύπρου είναι διάδοχος της Λαϊκής Τράπεζας. Από τα πιο πάνω, δεν είναι σαφές τι είναι αυτό που επιθυμεί η Ενάγουσα να προωθήσει εναντίον της προτεινόμενης Εναγομένης 2 κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής, εάν και εφόσον επιτραπεί η αιτούμενη προσθήκη της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως Εναγομένης. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αναφέρεται ότι η εμπλοκή της προτιθέμενης Εναγόμενης 2 καθίσταται επιβεβλημένη και αναγκαία ούτως ώστε, να ξεκαθαρίσουν μεταξύ άλλων όλα τα ουσιώδη και επίδικα ζητήματα και να αποφασιστεί πως εμπλέκεται καθώς και το μέγεθος της ευθύνης της σε σχέση με τις αιτίες αγωγής και αξιώσεις του Ενάγοντα. Δεν επεξηγείται όμως με ποιο τρόπο πιθανόν να προκύψει ευθύνη της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με τις αιτίες αγωγής εναντίον της υφιστάμενης Εναγομένης ή των άλλων προτεινόμενων Εναγομένων. Είναι πρόδηλο τόσο από το περιεχόμενο της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης όσο και από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, ότι η Αγωγή αφορά πράξεις και ή παραλείψεις εκ μέρους της υφιστάμενης Εναγομένης και ή των αντιπροσώπων και ή των υπαλλήλων της όσον αφορά την πώληση των επίδικων αξιογράφων. Η εκτέλεση συμφωνιών και άλλων εγγράφων σε σχέση με τα αξιόγραφα, έλαβαν χώρα κατά την Ενάγουσα, κατά τα έτη 2009 και
  3. Η αξίωση της Ενάγουσας έναντι των προτεινόμενων Εναγομένων 3 και 4 εδράζεται επίσης σε πράξεις και ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα από το έτος 2008 και έπειτα. Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στην προτεινόμενη Έκθεση Απαίτησης για πράξη ή παράλειψη των προτεινόμενων Εναγομένων 3 και 4 μετά την έκδοση των Διαταγμάτων (Κ.Δ.Π.) του
  4. Συνεπώς, από τους υφιστάμενους και προτεινόμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσα, δεν διαφαίνεται να έχει η Τράπεζα Κύπρου οποιαδήποτε σχέση και ανάμειξη ή να έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη που αφορά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής. Η Λώρια Χατζηξενοφώντος ανέφερε επίσης ότι η προσθήκη της προτιθέμενης Εναγόμενης 2 στην οποία μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία και/η ενεργητικό της Εναγόμενης 1 είναι απαραίτητη ώστε να μην επηρεασθεί δυσμενώς το δικαίωμα της Ενάγουσας να διεκδικήσει και να εκτελέσει την αξίωση της εναντίον τόσο της Εναγόμενης 1, όσο και της προτιθέμενης Εναγόμενης
  5. Έχω την άποψη ότι η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας, είναι ξεχωριστό και ανεξάρτητο ζήτημα που δεν αφορά την Αγωγή και τα επίδικα θέματα αυτής και επομένως δεν αποτελεί λόγο για εμπλοκή και απόδοση ευθύνης στην Τράπεζα Κύπρου για τις όποιες ζημιές της Ενάγουσας. Όπως αναφέρθηκε από την Ε. Εφραίμ Π.Ε.Δ., στην πρωτόδικη απόφαση Χριστάκη Μιχαήλ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2922/2013 ημερομηνίας 25.2.2016 από την οποία έλαβα χρήσιμη καθοδήγηση, «Η δυνατότητα ή αδυναμία εκτέλεσης μελλοντικής απόφασης δεν θα μπορούσε και δεν συνιστά κριτήριο προσθήκης οικονομικώς ισχυρότερου διαδίκου.» Σε κάθε περίπτωση, ασχέτως της δυνατότητας εκτέλεσης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας, για να διαπιστωθεί κατά πόσον αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 2 και/ή κατά πόσον η τελευταία είναι όντως αναγκαίος διάδικος, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο της προτεινόμενης Έκθεσης Απαίτησης. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν σε σχέση με την προτεινόμενη Εναγομένη 2 και δεν έχω πεισθεί ότι η Εναγόμενη 2 είναι αναγκαίος διάδικος στην προκειμένη περίπτωση. Το υποθετικό σενάριο τα χρήματα της Ενάγουσας να μην διατίθεντο από την Ενάγουσα με οποιοδήποτε τρόπο και παρέμεναν ως κατάθεση στους εναγόμενους 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βάση αγωγής εναντίον της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Περαιτέρω, η αναφορά στην προτεινόμενη παράγραφο 19 Γ για ενέργειες της προτεινόμενης Εναγομένης 2 γίνεται χωρίς καμία εξειδίκευση. Ποιες ήταν οι ενέργειες της εν λόγω εταιρείας που ζήμιωσαν την Ενάγουσα; Υπάρχει, κατά την κρίση μου, έλλειψη λεπτομερειών ευθύνης της προτεινόμενης Εναγομένης
  6. Τούτο δεν συμβαίνει με τους προτεινόμενους Εναγομένους 3 και
  7. Επιχειρείται να εισαχθούν σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας σε σχέση με αυτούς και υπάρχουν προτεινόμενοι ισχυρισμοί ότι οι πράξεις και/ή παραλείψεις τους, οι οποίες εξειδικεύονται ενίσχυσαν και/ή συνέβαλαν, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, στην εξαπάτηση της και έχουν άμεση αιτιώδη συνάφεια με τη ζημιά που υπέστη. Αυτό αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την προσθήκη τους στην παρούσα αγωγή προς πλήρη και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των θεμάτων. Επαναλαμβάνω ότι οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν έχουν προβάλει Ένσταση στην Αγωγή. Ενόψει, του ότι η προσθήκη των τελευταίων μπορεί με ευχέρεια να διαχωριστεί από την προσθήκη της προτεινόμενης Εναγομένης 2 και έχοντας συνυπολογίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα καταλήγω ότι η Αίτηση αναφορικά με τους προτεινόμενους Εναγομένους 3 και 4 μπορεί να επιτύχει ανεξαρτήτως της αποτυχίας της Αίτησης εναντίον της προτεινόμενης Εναγομένης
  8. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προς έγκριση της Αίτησης αναφορικά με την προτεινόμενη Εναγόμενη
  9. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται αναφορικά με αυτή. Επιδικάζονται υπέρ της προτεινόμενης Εναγομένης 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τους προτεινόμενους Εναγομένους 3 και 4 η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο προστίθεται στον τίτλο της Αγωγής η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως εναγομένη 2 και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ως Εναγόμενος
  10. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου τροποποιείται η οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος ως αναγράφεται στο αιτητικό Α
(2)της Αίτησης. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης ως αναγράφεται στο αιτητικό Α
(3)της Αίτησης. Νοείται ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια θα προβεί στις αναγκαίες τροποποιήσεις ώστε τόσο το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα όσο και η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να συνάδουν με τον αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα όπου στην προτεινόμενη με την Αίτηση, τροποποίηση γίνεται αναφορά σε «Εναγομένους 3 και 4» (σε οποιαδήποτε πτώση και αριθμό), τούτο να τροποποιηθεί ώστε να γίνεται αναφορά σε «Εναγομένους 2 και 3» αντίστοιχα. Ταυτόχρονα, όπου στην προτεινόμενη με την Αίτηση τροποποίηση γίνεται αναφορά σε «Εναγομένη 2» (σε οποιαδήποτε πτώση και αριθμό), τούτο να τροποποιηθεί ώστε να γίνεται αναφορά σε «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Τροποποιημένο Κλητήριο ένταλμα και Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστούν εντός 30 ημερών από σήμερα και να επιδοθουν ακολούθως στους Εναγομένους 1, 2 και 3. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Επειδή οι Εναγόμενοι 2 και 3 (προτεινόμενοι Εναγόμενοι 3 και 4) ενώ δεν ήταν διάδικοι στην Αγωγή, εμφανίστηκαν στην υπό κρίση Αίτηση μόνο για να αναφέρουν, εν τέλει, ότι δεν θα προβάλουν Ένσταση, θεωρώ όπως η ορθή διαταγή στην προκειμένη περίπτωση είναι να μην επιδικαστούν έξοδα σε σχέση πάντοτε με αυτούς. Σε σχέση με την Εναγομένη 1, η οποία επίσης δεν προέβαλε Ένσταση στην Αίτηση, κρίνω ορθό όπως επιδικαστούν υπέρ της μόνο τα απωλεσθέντα, συνεπεία της τροποποίησης, έξοδα. Επιδικάζονται συνεπώς υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον της Ενάγουσας όλα τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης (thrown away). Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.