Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Christos Eliades Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2645/14, 8/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A665 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2645/14 Μεταξύ: Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και
- Christos Eliades Developers Ltd, εκ Λευκωσίας
- Χρίστος Ηλιάδης, εκ Λευκωσίας
- Ανδρέας Λιασής, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.7.16 υπό εναγομένου 3 - αιτητή για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου 2016 Για εναγόμενο 3 - αιτητή: κα Παναγιώτα Ζαχαριάδου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Νικόλας Καλλένος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση του, ο εναγόμενος 3 αιτείται τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του στις 11.9.14, κατόπιν παράλειψης του να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων, στην Δ.17 Θ.10 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου 3 - αιτητή. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι τον Ιούνιο του 2016 όταν αποφάσισε να πουλήσει ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του στην Πάφο, πληροφορήθηκε προς μεγάλη του έκπληξη από τον υποψήφιο αγοραστή ότι στο συγκεκριμένο οικόπεδο υπήρχε επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) από την ενάγουσα τράπεζα. Προχώρησε σε προσωπική έρευνα στο Κτηματολόγιο Πάφου με την οποία επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω επιβάρυνση στο ακίνητο του. Επικοινώνησε στις 8.7.2016 με τους δικηγόρους του, οι οποίοι μετά από σχετική έρευνα του ανέφεραν ότι εκδόθηκε ήδη από τις 11.9.14, ερήμην απόφαση εναντίον του. Η απόφαση είναι όπως του λέχθηκε για το ποσό των €213.081,28 και εκδόθηκε στην απουσία του λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει εμφάνιση. Η ενάγουσα πέτυχε επίσης διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του στην Πάφο. Ενημερώθηκε επιπλέον ότι για τους εναγομένους 1 και 2, η αγωγή δεν έχει ολοκληρωθεί αφού καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Ο εναγόμενος 2 που υπήρξε στο παρελθόν γαμπρός του, τού ζήτησε να υποθηκεύσει ένα ακίνητο στην Πάφο προς εξασφάλιση κάποιων υποχρεώσεων του στην ενάγουσα τράπεζα. Σκοπός ήταν όπως του ανέφερε, να δημιουργήσει οικιστική ανάπτυξη και σε σύντομο χρονική διάστημα θα μεταβιβαζόταν άλλο ακίνητο στο όνομα της εναγομένης 1 και θα απαλλασσόταν το δικό του ακίνητο από την υποθήκη. Τελικά όπως πληροφορείται, η ενάγουσα τράπεζα ουδέποτε δάνεισε τον εναγόμενο 2 ή την εναγομένη 1 εταιρεία του για σκοπούς οικιστικής ανάπτυξης. Αντιθέτως, το δάνειο χρησιμοποιήθηκε για εξόφληση προηγούμενων υποχρεώσεων του, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί από επισφαλείς επενδύσεις του εναγομένου 2 στο Χρηματιστήριο. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι τόσον η ενάγουσα τράπεζα όσον και ο εναγόμενος 2, τον ξεγέλασαν προφασιζόμενοι ότι το δάνειο προοριζόταν για σκοπούς άλλους για τους οποίου δόθηκε. Εάν ο ίδιος γνώριζε το πιο πάνω γεγονός ουδέποτε θα έδιδε τη συγκατάθεση του για υποθήκευση του εν λόγω ακινήτου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι ειδικά για την υποθήκευση του ακινήτου ουδέποτε έχει μεταβεί στο Κτηματολόγιο Πάφου και παρατηρεί ότι το Τεκμήριο Γ που κατατέθηκε από την ενάγουσα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης δεν φέρει την υπογραφή του ως ενυπόθηκου οφειλέτη. Φαίνεται να υπογράφει το εν λόγω έγγραφο κάποιος Χαράλαμπος Σαββίδης ως πληρεξούσιος του, τον οποίο ο αιτητής δεν γνωρίζει και ως εκ τούτου αμφισβητεί την πληρεξουσιότητα που επικαλείται η ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω πληρεξουσιότητα, είναι προϊόν απάτης και συνωμοσίας της ενάγουσας με τους εναγομένους 1 και
- Σε σχέση με τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο, ο αιτητής αναφέρει ότι μόλις του επιδόθηκε η αγωγή επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος να αποταθεί σε δικηγόρο για να εκπροσωπήσει και τους τρεις εναγομένους. Ο εναγόμενος 2, τον διαβεβαίωσε επιπλέον ότι δεν θα τον άφηνε να εμπλακεί σε δικαστικές διαδικασίες και θα αναλάμβανε εξολοκλήρου την οποιαδήποτε ευθύνη. Το 2014 που του επιδόθηκε η αγωγή, εμφάνισε σοβαρά προβλήματα υγείας και επειδή δεν ήθελε να έρθει σε αντιπαράθεση με τον πρώην γαμπρό αφού ο ίδιος με την σύζυγο του μεγαλώνουν τον γιό του εναγομένου 2 και εγγονό τους. Έτσι, έδειξε εμπιστοσύνη βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου
- Εκ των υστέρων έχει διαφανεί ότι ο πρώην γαμπρός του, όχι μόνο δεν τήρησε τις διαβεβαιώσεις του αλλά μοναδικό του μέλημα ήταν να κατοχυρώσει τον εαυτό του και την εταιρεία του, καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης μόνο για τους εναγομένους 1 και 2 και αφήνοντας τον ίδιο εκτεθειμένο. Αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί η υπό κρίση απόφαση εναντίον του και να κινδυνεύει να χάσει το ακίνητο του για ένα δάνειο για το οποίο ο ίδιος δεν έχει καθόλου επωφεληθεί. Είναι κατά τον αιτητή δίκαιο να παραμεριστεί η υπό κρίση απόφαση λόγω της συνωμοτικής συμπεριφοράς της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και 2 που τον εξαπάτησαν ως προς το σκοπό παροχής του δανείου. Περαιτέρω, η ενάγουσα τράπεζα δεν φαίνεται να προωθεί με την ίδια σπουδή την αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και
- Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και ότι η καταχώρηση της παρούσας προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου αφού δεν έχει δοθεί κανένας ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη εμφάνισης του αιτητή στην αγωγή. Παρατίθενται επίσης προδικαστικές εντάσεις ως προς την νομική βάση της αίτησης η οποία δεν στηρίζεται στην Δ.39 καθώς και ισχυρισμοί για υπέρμετρη καθυστέρηση (laches) στην καταχώρηση της αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να συνιστά μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας τράπεζας. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι ένστασης με ιδιαίτερη έμφαση στην καθυστέρηση προώθησης της αίτησης αλλά και στην έλλειψη τεκμηρίωσης συζητήσιμης υπεράσπισης. Γίνεται επίσης αναφορά σε γνώση του αιτητή για την έκδοση απόφασης μέσω τηλεφωνικής ενημέρωσης της συζύγου του. Σε σχέση με το θέμα της συζητήσιμης υπεράσπισης, αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι αόριστοι και αντιφατικοί και δεν συνοδεύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει τη θέση του για την κατ' ισχυρισμό συνωμοσία της ενάγουσας με τους εναγομένους 1 και
- Τέλος, ο ομνύων επαναλαμβάνει ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα στερηθεί των καρπών της απόφασης που πέτυχε υπέρ της. Αγορεύσεις Η συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση της, αναφέρθηκε εκτεταμένα στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και στους ισχυρισμούς του αιτητή ως προς το λόγο που παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Στη συνέχεια η συνήγορος αναφέρθηκε στη νομολογία που ρυθμίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει δυνάμει της Δ.17 Θ.10, τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα υπόθεση, οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτητής για την παράλειψη του να εμφανιστεί, συνιστούν βάσιμους λόγους με τους οποίους δικαιολογείται επαρκώς η απουσία του από το Δικαστήριο. Χωρίς να αμφισβητεί το νομότυπο της επίδοσης, εξηγεί με λεπτομέρεια γιατί δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Είναι φανερό κατά την συνήγορο ότι δεν διακρίνεται οποιαδήποτε αβλεψία ή αμέλεια του αιτητή να εμφανιστεί στη δικαστική διαδικασία, η οποία να συνιστά περιφρονητική συμπεριφορά προς το Δικαστήριο. Μετά τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 2 πρώην γαμπρού του ότι θα καταχωρήσει εμφάνιση εκ μέρους του, ένα άτομο ηλικιωμένο πέραν των 80 ετών όπως είναι ο αιτητής, που στην ουσία μεγαλώνει και τον εγγονό του και γιο του εναγομένου 2, αποδέχτηκε αυτές τις διαβεβαιώσεις. Δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τον αιτητή ότι ο εναγόμενος 2 δεν θα τηρούσε τις διαβεβαιώσεις του και θα τον άφηνε εκτεθειμένο. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μόλις περιήλθε σε γνώση του αιτητή η έκδοση της απόφασης, ενήργησε με ταχύτητα ζητώντας με την παρούσα τον παραμερισμό της υπό κρίση απόφασης. Στη συνέχεια και με παραπομπή σε σχετική νομολογία, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Ο αιτητής αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην ένορκη του δήλωση, στα γεγονότα που στοιχειοθετούν συνωμοτική συμπεριφορά εναντίον του εκ μέρους της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και
- Αυτή συνίσταται κυρίως στις ψευδείς παραστάσεις που του έγιναν σε σχέση με τον σκοπό του δανείου, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο έγινε η υποθήκευση του ακινήτου. Τέλος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά όπως επικαλείται αφού η αγωγή συνεχίζει και δεν έχει ολοκληρωθεί για τους υπολοίπους εναγομένους. Ο συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε αρχικά ότι η παρούσα αίτηση πάσχει λόγω ολιγωρίας (laches) και επίσης επειδή δεν στηρίζεται επί της Δ.39 που διέπει την προσκόμιση μαρτυρίας με ένορκες δηλώσεις. Στη συνέχεια ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί του παρέμειναν αόριστοι και αντιφατικοί. Δεν παρουσίασε συγκεκριμένα και εξειδικευμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις θέσεις του για συνωμοσία. Ενώ αμφισβητεί την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου δυνάμει του οποίου υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο, στη συνέχεια αναφέρει ότι η υπογραφή του πιο πάνω εγγράφου αποτελεί προϊόν απάτης χωρίς όμως και πάλι να παρουσιάζει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για το πιο πάνω θέμα. Επιπλέον, ο εναγόμενος 3 υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης για το επίδικο δάνειο (τεκμ. 4 της ένστασης), στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι το δάνειο παραχωρείται για σκοπούς παρατραβήγματος της εναγομένης 1 οφειλέτιδας και όχι για επενδύσεις όπως ο αιτητής ισχυρίζεται. Τέλος, ο συνήγορος αναφέρει στην αγόρευση του ότι ο αιτητής δεν έχει δείξει κανένα σοβαρό λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επικαλείται απλά κάποιες αόριστες και ατεκμηρίωτες διαβεβαιώσεις που έλαβε από τον εναγόμενο 2 αλλά και κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε την περίοδο εκείνη. Δεν παρουσίασε όμως κανένα αποδεικτικό στοιχείο στην ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύει την αλήθεια των πιο πάνω ισχυρισμών του. Η υπό κρίση υπόθεση κατά τον συνήγορο, αποτελεί ξεκάθαρα μια κλασσική περίπτωση αδιαφορίας εκ μέρους του αιτητή και καταστρατήγησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Νομική Πτυχή Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Από την άλλη όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αναφέρθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και η τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στα πλαίσια αυτά, πέραν της υποχρέωσης αποκάλυψης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά του αιτητή που είναι περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Συμπεράσματα Ο συνήγορος για την ενάγουσα - καθ' η αίτηση, υπέβαλε υπό την μορφή προδικαστικής ένστασης ότι η παρούσα πάσχει γιατί δεν αναφέρεται στην νομική της βάση η Δ.39, η οποία διέπει την προσκόμιση μαρτυρίας με ένορκες δηλώσεις. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Ο διαδικαστικός κανονισμός που διέπει τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, είναι η Δ.17 Θ.10 επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αίτηση. Η Δ.39 ρυθμίζει το διαδικαστικό θέμα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν ενδιάμεσες αιτήσεις όπως η παρούσα. Παράλειψη αναφοράς στην νομική βάση της αίτησης στην Δ.39 δεν συνιστά κατά την άποψη μου παρατυπία αφού όπως προανέφερα, αυτή είναι διαδικαστικής μορφής. Αντιθέτως, ο αιτητής παραθέτει στην νομική βάση της αίτησης την Δ.17 Θ.10, η οποία παρέχει και το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης. Όσον αφορά τις υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις της ενάγουσας για καθυστέρηση και ολιγωρία (laches) στην καταχώρηση της παρούσας, αυτές με όλο το σέβας δεν μπορούν να εξεταστούν προδικαστικά προτού διερευνηθούν επί της ουσίας, οι θέσεις που προέβαλε ο αιτητής σε σχέση με την παράλειψη του να εμφανιστεί και αναφορικά με το πότε έλαβε γνώση για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσον ο αιτητής έχει αποδείξει τις προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης δυνάμει της Δ.17 Θ.
- Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και ιδιαίτερα τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και τις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων Κρίνω ότι ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς του για ψευδείς παραστάσεις από την ενάγουσα και τον εναγόμενο 2 κατά τον καταρτισμό της σύμβασης εγγύησης και υποθήκης αναφορικά με τον σκοπό παραχώρησης του δανείου στην πρωτοφειλέτιδα εναγομένη
- Παραστάσεις που κατά τον αιτητή επηρέασαν την κρίση του ώστε να υπογράψει την σύμβαση εγγύησης και να υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο προς όφελος της ενάγουσας. Σημειώνεται εδώ η θέση του αιτητή ότι αν γνώριζε τον πραγματικό σκοπό της δανειακής σύμβασης δεν θα υπέγραφε την παροχή εγγύησης ούτε και θα υποθήκευε προς όφελος της ενάγουσας, το επίδικο ακίνητο. Το γεγονός ότι στην δανειακή σύμβαση αναφέρεται ότι αυτή αφορά όριο παρατραβήγματος δεν αποκλείει από μόνο του την πιθανότητα να έγιναν οι εν λόγω παραστάσεις όπως ισχυρίζεται ο αιτητής ότι δηλαδή το εν λόγω παρατράβηγμα θα χρησιμοποιείτο για σκοπούς οικιστικής ανάπτυξης. Ο αιτητής προβάλει και δεύτερη συζητήσιμη υπεράσπιση που αφορά την υπογραφή πληρεξουσίου εγγράφου δυνάμει του οποίου υποθηκεύθηκε το επίδικο ακίνητο στο Κτηματολόγιο Πάφου. Ισχυρίζεται επί του προκειμένου ότι η υπογραφή στο πληρεξούσιο έγγραφο δεν είναι δική του. Το γεγονός ότι προβάλει και επιπλέον ισχυρισμό ότι το πληρεξούσιο εξασφαλίστηκε με απάτη δεν συνιστά κατά την γνώμη μου αντίφαση που να δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης ως ισχυρίζεται ο συνήγορος της ενάγουσας. Να σημειώσω στο στάδιο αυτό ότι η πιο πάνω κατάληξη μου για απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης από τον αιτητή σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου επί της ουσίας της αγωγής. Το κατά πόσον ευσταθούν οι εν λόγω υπερασπίσεις θα αποφασιστεί στο τέλος της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει σχετική μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όμως για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, συζητήσιμη υπεράσπιση της αιτήτριας επί της ουσίας της αγωγής. Αυτό γιατί σε περίπτωση που κατά την ακρόαση της αγωγής ο αιτητής αποδείξει τους πιο πάνω ισχυρισμούς, η υπεράσπιση του θα επιτύχει. Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα, του κατά πόσον έχουν δοθεί οι αναγκαίες εξηγήσεις για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης από τον αιτητή. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι ο αιτητής έδωσε επαρκείς διευκρινίσεις για την μη εμφάνιση του στην αγωγή. Η θέση του για τις διαβεβαιώσεις που δέχθηκε από τον εναγόμενο 2 πρώην γαμπρό του ότι θα αναλάμβανε εκ μέρους του, τα ζητήματα εκπροσώπησης στο Δικαστήριο δεν αμφισβητήθηκε με σχετικό αίτημα αντεξέτασης. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι έμαθε για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του, μόλις στις 8.7.
- Η πιο πάνω διαπίστωση δεν αναιρείται από τον ισχυρισμό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι η σύζυγος του αιτητή, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά για την απόφαση. Δεν εξειδικεύεται ποιος έδωσε την πιο πάνω πληροφορία ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι πέραν της συζύγου του ενημερώθηκε και ο ίδιος. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής με την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν έχει επιδείξει συμπεριφορά όπως καθορίζεται στην νομολογία που να συνιστά καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Αντιθέτως, μόλις διαπίστωσε στις 8.7.16 ότι εκδόθηκε η επίδικη απόφαση ερήμην του, προχώρησε αμέσως στις 22.7.16 στην καταχώρηση της παρούσας. Το πιο πάνω γεγονός σε συνδυασμό με την απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους του αιτητή, δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο αιτητής έχει θέσει τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ του και να του δώσω δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Έχουν κατά την κρίση μου τεθεί ζητήματα πραγματικά και νομικά που πρέπει να διευκρινιστούν μετά από πλήρη εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Επιπλέον από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου δεν έχω πειστεί ότι ο αιτητής αδιαφόρησε για την αγωγή, σε βαθμό καταφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών. Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως αποδεχθώ την αίτηση για τους πιο κάτω λόγους.
(1)Δεν έχει αποδειχθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι ο αιτητής επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή που να ισοδυναμεί με καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών.
(2)Ο αιτητής έδωσε επαρκή αιτιολογία γιατί δεν καταχώρησε εμφάνιση εμπρόθεσμα.
(3)Ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή και έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία ούτως ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη Διαταγή 17 Θεσμός 10, το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης σημειώματος εμφάνισης, με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Αποτελεί συνήθη πρακτική με τον παραμερισμό της απόφασης, το Δικαστήριο να επιβάλει όρους προπληρωμής των εξόδων της αίτησης και της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ.Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στις περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης, είναι σύνηθες η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης να αποδίδεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και όχι των εναγόντων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης αυτοδικαίως (ex debitio justitiae) λόγω παράβασης της δίκαιης δίκης όπου π.χ. λόγω κακής επίδοσης, ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του (βλ. μεταξύ άλλων Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247). Στην παρούσα περίπτωση, βρίσκω ότι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί αλλά υπό όρους αναφορικά με τα έξοδα. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση δεν φέρει καμία ευθύνη για την δημιουργία των εξόδων. Αντιθέτως τα μέχρι σήμερα έξοδα δημιουργήθηκαν από την παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί δεόντως στην αγωγή και ως εκ τούτου θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε στις 11.9.14 εναντίον του εναγομένου 3 - αιτητή, υπό τον όρο ότι θα πληρωθούν εκ μέρους του προς την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από τον παραμερισμό της απόφασης εντός 14 ημερών από την κοινοποίηση τους στον αιτητή ή τον Δικηγόρο του. Τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο εκτός εάν συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο