Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Anywayanyday Limited, Αρ. Αίτησης: 307/2016, 15/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A685 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 307/2016 Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Anywayanyday Limited 15 Δεκεμβρίου 2016 Για τους αιτητές: κος Λεοντίου και Κα Χριστοφή Για τους καθ' ων η αίτηση: κα Μιχαήλ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσης είναι η αίτηση της εταιρείας Anywayanyday Holdings Limited (στη συνέχεια η αιτήτρια), η οποία στρέφεται εναντίον της εταιρείας Anywayanyday Limited (στη συνέχεια η εταιρεία). Με την επίδικη αίτηση επιζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας επί τω ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Εξ αρχής αναφέρεται ότι η αίτηση εδράζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και συγκεκριμένα στα άρθρα 203, 204, 209, 211 εως 215, 218, 219 και 226 εως 230· καθώς επίσης στου περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Ας λεχθεί εδώ ότι η εταιρεία πρόβαλε ένσταση στο αίτημα. Εν τούτοις με ένα ιδιαίτερο και οξύμωρο τρόπο. Ο λόγος περί αυτού του χαρακτηρισμού θα επεξηγηθεί οσονούπω. Για την ώρα κρίνω ότι αρμόζει να παρατεθούν οι λόγοι ένστασης που πρόταξε η εταιρεία. Ό,τι αναφέρεται στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης είναι πως· 1. Η καθ'ης η αίτηση τελεί υπό προσωρινή ανικανότητα να πληρώσει τα χρέη της ένεκα των πράξεων της Deutsche Bank AG, σε σχέση με τις οποίες έχει εγερθεί διαιτησία ενώπιον του Διεθνές Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA) (στο εξής η «Διαιτητική Διαδικασία»). Η επιτυχής έκβαση της Διαιτητικής Διαδικασίας θα διασφαλίσει την δυνατότητα της καθ' ης η αίτηση να αποπληρώσει τα χρέη της. 2. Το αίτημα για διορισμό του κ. Λεμονάρη ως εκκαθαριστή της καθ' ης η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή είναι παράτυπο και/ή αντικανονικό για το λόγο ότι ο κ. Λεμονάρης τελεί υπό σύγκρουση συμφερόντων και/ή γιατί δεν έχει αποδειχτεί ότι είναι αδειοδοτημένος με βάση τον περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμο. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης αποκαλύπτουν ότι η εταιρεία αμφισβητεί το αίτημα, δηλαδή το αίτημα εκκαθάρισης, δια τυπικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους. Ο μεν πρώτος λόγος οφείλεται στο ότι τρίτο πρόσωπο, πιστωτής της εταιρείας, εν προκειμένω η Deutsche Bank, παρουσιάστηκε στη διαδικασία και καταχώρισε ειδοποίηση ένστασης. Από την άλλη η εταιρεία ενίσταται στο αίτημα απλώς και μόνο επειδή το πρόσωπο που προτάθηκε να διοριστεί ως εκκαθαριστής της εταιρείας, αν ήθελε εκδοθεί το διάταγμα, δηλαδή ο Αιμίλιος Λεμονάρης, δεν κατέχει σχετική άδεια. Εν τούτοις σε αυτούς ακριβώς τους λόγους ένστασης είναι που εδράζεται και η διαπίστωση ότι η εταιρεία δεν αμφισβητεί το αίτημα επί της ουσίας τούτου. Στο ίδιο όμως συμπέρασμα κατατείνει και η πλέον σαφής και αδιαφιλονίκητη θέση της εταιρείας ότι οφείλει το ποσό που αναφέρεται στην αίτηση, καθώς ότι αδυνατεί να το καταβάλει. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω σε όσα αναφέρονται στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως της Έλενας Κληρίδη, δηλαδή της ομνύουσας την ένσταση. Αναφέρεται εκεί ότι· 6. Η καθ' ης η αίτηση παραδέχεται την ύπαρξη του χρέους προς την αιτήτρια, καθώς επίσης παραδέχεται την αδυναμία της να αποπληρώσει το εν λόγω χρέος, πλην όμως σημειώνει ότι η αδυναμία της να αποπληρώσει τα χρέη της έχει προκύψει ως αποτέλεσμα των πράξεων και της συμπεριφοράς της Deutsche Bank, ως θα εξηγήσω κατωτέρω. Εν κατακλείδι, στο στάδιο αγορεύσεων η συνήγορος της εταιρείας δέχθηκε πως η αίτηση είναι unopposed, όπως η ίδια τη χαρακτήρισε, δηλαδή ελεύθερη ενστάσεως. Με αυτό νοείται ουσιαστικής ενστάσεως, εφόσον τυπική υφίσταται τέτοια. Η οξύμωρη τούτη αντίδραση πηγάζει από το γεγονός ότι η εταιρεία διατείνεται πως η Deutsche Bank δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί οιονδήποτε ποσό. Για καλύτερη κατανόηση όσων ακολουθούν παρεμβάλω ότι μετά την καταχώριση της επίδικης αίτησης δόθηκαν οδηγίες δημοσίευσης τούτης, κατά πως η νομολογία προβλέπει. Μετά τη δημοσίευση και προφανώς λόγω τούτης, στο δικαστήριο παρουσιάστηκε και η Deutsche Bank και ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης, επικαλούμενη ότι είναι πιστωτής της εταιρείας που ενίστατο στο αίτημα εκκαθάρισης τούτης. Παρ' όλα αυτά στην πορεία του πράγματος και συγκεκριμένα την 26.08.2016, η συνήγορος που εμφανιζόταν για την Deutsche Bank ζήτησε και έλαβε άδεια να αποσυρθεί και αυτό κατόπιν οδηγιών του ίδιου πάντα πιστωτή. Απότοκο αυτής της ενέργειας ήταν η απόρριψη της ενστάσεως που καταχώρισε η Deutsche Bank και η απελευθέρωση της διαδικασίας από ουσιαστική ένσταση. Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι πέραν της παραγράφου 6 της ένστασης, η οποία έχει παρατεθεί αυτούσια, το υπόλοιπο μέρος τούτης, καίτοι μακροσκελές, δεν αφορά τη διαδικασία. Πραγματεύεται μόνο τη σχέση της εταιρείας με την Deutsche Bank και παραθέτει τους λόγους που σύμφωνα με την εταιρεία θέλουν την Deutsche Bank να μην θεωρείται πιστωτής της εταιρείας. Τώρα, αν έχω αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν είναι άνευ αποχρώντος λόγου. Η σημασία των προαναφερθέντων έγκειται στο ότι οι ισχυρισμοί της αίτησης είναι πραγματικά και ουσιαστικά αναμφισβήτητοι και αναντίλεκτοι. Αυτό γιατί η εταιρεία δέχεται ότι οφείλει το αναφερόμενο στην αίτηση ποσό, καθώς ότι αδυνατεί να εξοφλήσει τούτο και περιπλέον, στην ένσταση ουδέν αναφέρεται σε σχέση με την επιστολή (statutory demand) που οι αιτητές διατείνονται ότι απέστειλαν στην εταιρεία. Κατ' επέκταση, το σύνολο των διαπιστώσεων του δικαστηρίου εξάγεται από τα αναφερόμενα στην αίτηση, τα οποία υποστηρίζονται και από τα αναφερόμενα στην 6η παράγραφο της δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Ό,τι προκύπτει από αίτηση και ένσταση είναι πως η εταιρεία όφειλε τρία διαφορετικά ποσά σε τρίτη εταιρεία, εν προκειμένω στην Rus e-Tickets. Τα ποσά αυτά συμποσούνταν σε πέραν των $11.000.000. Εν τούτοις η εταιρεία Rus e-Tickets εκχώρησε το σύνολο των πιο πάνω οφειλών στην αιτήτρια και την 31.12.2015 το γεγονός της εκχώρησης γνωστοποιήθηκε στην εταιρεία που αφορά η επίδικη αίτηση. Συνεπώς εκ τότε η εταιρεία κατέστη οφειλέτης της αιτήτριας. Γι' αυτό δε το λόγο η εταιρεία μεταβίβασε στην αιτήτρια διάφορα περιουσιακά της στοιχεία, εξοφλώντας τοιουτοτρόπως μεγάλο μέρος της οφειλής. Δεν ασχολούμαι τίνι τρόπω προέκυψαν οι οφειλές της εταιρείας έναντι της Rus e-Tickets, εφόσον συνιστά παραδεχτό γεγονός ότι η εταιρεία όφειλε τούτα τα ποσά και σήμερα εξακολουθεί να οφείλει το όποιο υπόλοιπο στην αιτήτρια, η οποία ανέλαβε τούτο κατόπιν εκχώρησης. Επανέρχομαι λοιπόν αναφέροντας ότι σήμερα παραμένει υπόλοιπο που υπερβαίνει το $1.000.000. Δια αυτό μάλιστα το λόγο την 26.02.2016 η αιτήτρια έστειλε στην εταιρεία τη νενομισμένη απαίτηση (statutory demand) και η εταιρεία αναγνώρισε παραλαβή τούτης την 01.03.2016. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 31.03.2016, δηλαδή μετά παρέλευση του χρόνου που προβλέπεται στο σχετικό άρθρο [άρθρο 212(α)], εν τούτοις η εταιρεία παρέλειψε και μέχρι και σήμερα παραλείπει εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Βάσει αυτών των διαπιστώσεων στρέφομαι να εξετάσω τη δικανική πτυχή του θέματος. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 211 και 212 του Κεφ. 113. Αυτή εν προκειμένω είναι η νομική βάση και συνεπώς σε αυτά τα δύο άρθρα είναι που θα περιοριστεί η έρευνα του δικαστηρίου. Λόγω της σημασίας που προσλαμβάνουν τα πιο πάνω άρθρα, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τούτων αυτούσιο. Το άρθρο 211 (ε) αναφέρει ότι· «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (ε )η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.» Το δε άρθρο 212 (α) και (γ) αναφέρει ότι· «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή ...... (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας.» Όπως έχει νομολογηθεί το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων είναι πανομοιότυπο με εκείνο των αγγλικών άρθρων 222 (
- e)και 223 (
- a)και (b), αντίστοιχα, του Companies Act του 1948 και συνεπώς καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αποφάσεις που πραγματεύονται τούτα, καθώς και τα σχετικά συγγράμματα (βλ. GIP Construction Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, 18). Επιπλέον έχει λεχθεί ότι με απόδειξη του ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, ο αιτητής δικαιούται, ex debito justitiae, δηλαδή ιδίω δικαιώματι ή εξ οφειλομένης δικαιοσύνης, έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Δεν παραγνωρίζεται εν τούτοις ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος αποτελεί απόρροια άσκησης διακριτικής ευχέρειας, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη συμπερίληψη του όρου 'δύναται' στην εναρκτήρια πρόταση του άρθρου 211. Είναι γι' αυτό το λόγο που στον Palmer's Company Precedents, 7η έκδοση, σελίδα 1115, αναφέρεται σε σχέση με τον χαρακτηρισμό ex debito justitiae ότι· «On the other hand, it has been said that the latter is a phrase which means no more than that in accordance with settled practice the court can only exercise its discretion in one way namely by granting the order.» Πώς λοιπόν διαπιστώνεται τέτοια ανικανότητα εταιρείας; Όπως έχει νομολογηθεί το άρθρο 211 (ε) είναι γενικό και άνευ περιορισμών. Από την άλλη στον Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 459, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 212 αφορά και είναι επεξηγηματικό του άρθρου 211(ε) (This section refers to and is explanatory of s.222(e)). Δεν έχει δική του αυτοτέλεια το άρθρο 212 και δεν παρέχει άλλους τρεις λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, λέχθηκε στην υπόθεση PAN - AMAN HOTELS LIMITED v. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1796, 1799. Eκείνο που εξυπηρετεί είναι μόνο ότι εξειδικεύει τρεις λόγους που αν ήθελαν αποδειχθεί ικανοποιούν συμπέρασμα ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις συνιστούν νομοθετικό τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ειπώθηκε στην υπόθεση GIP Constructions Ltd, πιο πάνω και επαναλήφθηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Εταιρείας Σκυροποιϊας Λεωνικ Λτδ
(2009)1 Β. Α.Α.Δ 1457. Μάλιστα υποδείχθηκε ότι η διαφορά μεταξύ των δυο άρθρων, δηλαδή 211 και 212, έγκειται στο ότι απόδειξη οιασδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής, ενώ στην περίπτωση του άρθρου 211 η έκδοση του διατάγματος εξαρτάται από το πώς θα αξιολογηθούν τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία. Υποδεικνύεται εντούτοις ότι αν ο αιτητής προτίθεται να ισχυριστεί γενική ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, οφείλει να συμπεριλάβει στην αίτηση και το άρθρο 212 (γ) (βλ. PAN - AMAN HOTELS, πιο πάνω, στη σελίδα 1800). Στη δοσμένη όμως περίπτωση η αίτηση περιορίζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α). Ως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα· τι είναι εκείνο που αναμένεται να αποδειχθεί βάσει των άρθρων 211(ε) και 212(α). Σχετική εν προκειμένω είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Palmer's, πιο πάνω, σελίδα 1114, όπου αναφέρεται ότι ζητούμενο είναι κατά πόσο· (α) Επιδόθηκε στην εταιρεία, συγκεκριμένα στο εγγεγραμμένο γραφείο τούτης, γραπτή απαίτηση πληρωμής χρέους που οφείλεται, και (β) Παράλειψη (neglect) της εταιρείας, για περίοδο πέραν των τριών εβδομάδων, να πληρώσει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή συμβιβάσει τούτο προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή. Και έρχομαι στο δια ταύτα· στην προκείμενη περίπτωση η εταιρεία οφείλει στην αιτήτρια ποσό που υπερβαίνει το ποσό που προβλέπεται στο νόμο (το άρθρο 212 (α) κάνει λόγο για €5000). Περαιτέρω, αναμφισβήτητο είναι ότι την 01.03.2016 η εταιρεία αναγνώρισε λήψη της απαίτησης πληρωμής. Εν τούτοις αμέλησε να καταβάλει το ποσό και αυτό εφόσον δεδομένη και παραδεχτή είναι η αδυναμία της να πράξει άλλως πως, δηλαδή να εξοφλήσει την οφειλή της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω μια είναι η ατραπός που αρμόζει να ακολουθήσει το δικαστήριο και αυτή δεν είναι άλλη από έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εκκαθάρισης. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β στην αίτηση. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εις βάρος της εταιρείας. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο