ΚΕΡΜΙΑ ΛΤΔ ν. P & M Asset Holdings Ltd, πρώην Patsalides Ioannou Asset Holding Ltd, Αρ. Αγωγής: 5867/09, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A709 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 15.1.2010 Αρ. Αγωγής: 5867/09 Μεταξύ: ΚΕΡΜΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και P & M Asset Holdings Ltd, πρώην Patsalides Ioannou Asset Holding Ltd Εναγομένης Αίτηση ημερ. 2.11.2016 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για τροποποίηση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2016 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Ιουλία Μαλέκκου Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Μιχάλης Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται σε €18.743,66 για κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο αγοράς, έξτρα εργασιών και φόρων για την εκ μέρους της εναγομένης αγορά από την ενάγουσα, 8 γραφείων σε δύο ορόφους πολυκατοικίας επί της οδού Νίκου Γεωργίου 6 στην Λευκωσία. Η εν λόγω αγορά συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει δύο πωλητηρίων εγγράφων ημ. 22.12.
- Η εναγομένη με την υπεράσπιση της, αρνείται την απαίτηση της ενάγουσας. Επιπλέον καταχώρησε ανταπαίτηση, με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες εκ μέρους της ενάγουσας κατά την οικοδόμηση των πιο πάνω ακινήτων. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκαν 3 μάρτυρες για την ενάγουσα και ένας για την εναγομένη, η ενάγουσα κατεχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την τροποποίηση της υπεράσπισης της στην ανταπαίτηση. Επιθυμεί συγκεκριμένα να εισαγάγει ισχυρισμό ότι η εναγομένη στερείται του δικαιώματος να εγείρει ανταπαίτηση αφού εκχώρησε πλήρως και ανέκκλητα, όλα τα δικαιώματα της επί των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για σκοπούς εξασφάλισης δανείου. Το γεγονός αυτό προέκυψε κατά την αιτήτρια, στην διάρκεια της αντεξέτασης του πρώτου μάρτυρα για την εναγομένη. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι δυνάμει σχετικής νομολογίας, η εναγομένη δεν δικαιούται να εγείρει ανταπαίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής χωρίς την συγκατάθεση της εκχωρήτριας ή αν δεν συνενώσει την εκχωρήτρια Λαϊκή Τράπεζα ως εξ' ανταπαιτήσεως ενάγουσα μαζί με την ίδια. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιάννη Σάββα, υπαλλήλου της ενάγουσας. Σε αυτήν, αναφέρεται ότι είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας ως πολιτικός μηχανικός, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει στη συνέχεια ότι μόλις πρόσφατα ήρθε σε γνώση των δικηγόρων της ενάγουσας, η συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 21.2.2003 με την οποία η εναγομένη εταιρεία, εκχώρησε πλήρως και ανέκκλητα όλα τα δικαιώματα της επί των επίδικων πωλητηρίων εγγράφων. Η εν λόγω συμφωνία εκχώρησης υπεγράφη στις 21.2.2003, ήτοι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης που έγινε στις 17.11.
- Κατά την καταχώρηση από την ενάγουσα της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση δεν ήταν σε γνώση των δικηγόρων της, η εν λόγω συμφωνία εκχώρησης που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ισχύει. Ως αποτέλεσμα δεν συμπεριλήφθηκε ο ισχυρισμός, τον οποίον η ενάγουσα με την παρούσα αίτηση επιδιώκει να συμπεριλάβει στο δικόγραφο της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, καταχωρήθηκαν κατά την αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα της εναγομένης, τα εν λόγω εκχωρητήρια ως τεκμήρια 40 &
- Ο ομνύων αναφέρει στην συνέχεια ότι τυγχάνει νομικής συμβουλής ως προς το αποτέλεσμα της εκχώρησης που είναι ότι η Λαϊκή Τράπεζα έχει καταστεί αποκλειστικός δικαιούχος των δικαιωμάτων της εναγομένης εταιρείας που πηγάζουν από τα επίδικα πωλητήρια έγγραφα. Το γεγονός αυτό, είναι καταλυτικό στην έκβαση της ανταπαίτησης που είναι καταδικαστέα σε απόρριψη καθότι η εναγομένη εταιρεία, στερείται του δικαιώματος έγερσης οποιασδήποτε ανταπαίτησης από μόνη της. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη όφειλε είτε να συνενώσει τον εκχωρητή ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα μαζί της είτε να εξασφαλίσει ρητά, την συγκατάθεση και εξουσιοδότηση του για την έγερση της ανταπαίτησης. Ενόψει του ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, οι συνήγοροι της ενάγουσας κρίνουν αναγκαίο να συμπεριλάβουν αυτόν τον ισχυρισμό, στην υπεράσπιση που καταχώρησαν εναντίον της ανταπαίτησης της εναγομένης. Αναφέρεται στη συνέχεια ότι η αιτούμενη τροποποίηση, είναι απολύτως αναγκαία και γίνεται στο παρόν στάδιο με την πρώτη ευκαιρία που η ενάγουσα έλαβε γνώση για τα εκχωρητήρια. Επιπλέον, το αιτούμενο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί χωρίς να προκληθεί πολυπλοκότητα στη διαδικασία. Αυτό γιατί η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της εναγομένης εταιρείας. Αντιθέτως, με την έγκριση του αιτήματος θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ένα σημαντικό ζήτημα που σχετίζεται με την εκχώρηση των πωλητηρίων εγγράφων, γεγονός που δεν ήταν σε γνώση της ενάγουσας και που η εναγόμενη εταιρεία απέκρυψε. Ήταν τέλος η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν παραβλάπτει και δεν εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της εναγομένης εταιρείας, παρά μόνο αποσκοπεί στην ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης. Η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης ενάντια στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση γίνεται καταχρηστικά σε εξαιρετικά προχωρημένο στάδιο, έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση και πέραν των τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αναφέρεται επίσης ότι με την τροποποίηση, αλλοιώνεται εξ' ολοκλήρου η υπερασπιστική γραμμή της ενάγουσας όσον αφορά την ανταπαίτηση, η οποία τίθεται σε εντελώς νέο βάθρο. Αναφέρεται περαιτέρω στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα με σκοπό να ανατρέψει την ομαλή πορεία της υπόθεσης και να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη και αδικία στην εναγομένη. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου, η οποία εργάζεται στα γραφεία των συνηγόρων της εναγομένης. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι ένστασης. Στη συνέχεια, αναφέρεται ότι δεν δίδεται από την ενάγουσα, καμία απολύτως εξήγηση για τη μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης παρότι όπως ισχυρίζεται, το έγγραφο εκχώρησης ήταν στην κατοχή της από το
- Επιπλέον, τα κατ' ισχυρισμό έγγραφα εκχώρησης δεν υπεγράφησαν από τον διευθυντή της εναγομένης όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση του αλλά από τρίτα πρόσωπα. Αναφέρεται τέλος ότι με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα χρειαστεί εξαρχής η προσκόμιση νέας μαρτυρίας, με αποτέλεσμα την εκτροπή της διαδικασίας χωρίς σοβαρό λόγο. Αγορεύσεις Η συνήγορος για την ενάγουσα - αιτήτρια στην αγόρευση της, εξήγησε τους λόγους που κατά την κρίση της, οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ήταν η θέση της ότι όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, η εναγομένη απέκρυψε από το Δικαστήριο την εκχώρηση των δικαιωμάτων της που πηγάζουν από τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, προέκυψε από την αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα της εναγομένης ότι αυτός γνώριζε για την ύπαρξη των εκχωρητηρίων προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται. Αντιθέτως, η ενάγουσα δεν γνώριζε ότι υφίστατο τέτοια εκχώρηση όταν καταχωρούσε την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση αλλά ούτε και όταν άρχισε η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Χρειάστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Υ.1 να φανερωθεί το γεγονός αυτό. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε συγκεκριμένα ότι την συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 21.2.2003, υπέγραψε ο αδελφός του για λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας και ότι η συμφωνία αυτή, εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι και σήμερα. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν κατά την συνήγορο την καλοπιστία της ενάγουσας, αναφορικά με τον λόγο που η αίτηση δεν υποβλήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο. Σχολιάζοντας την ένορκο δήλωση της ένστασης, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι είναι παράτυπη γιατί υπογράφεται από δικηγόρο. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στην νομολογία που ρυθμίζει την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου. Ήταν η θέση της ότι η τροποποίηση μπορεί να διαταχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, εφόσον αυτή κριθεί αναγκαία για διευκρίνιση των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Ισχυρίστηκε ότι το ζήτημα της έγερσης αγωγής ή ανταπαίτησης χωρίς τη συγκατάθεση του εκχωρητή, έχει διευκρινιστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης αγωγίμου δικαιώματος της εναγομένης όσον αφορά την ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας. Με δεδομένα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την αιτιολόγηση εκ μέρους της αιτήτριας της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί, προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Ο συνήγορος για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε εκτεταμένα στη νομολογία που καθορίζει τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων. Είναι ξεκάθαρο κατά τον συνήγορο ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, επιχειρείται να προστεθεί μια νέα γραμμή υπεράσπισης, ενώ μέχρι τώρα οι θέσεις της ενάγουσας στην ανταπαίτηση της εναγομένης, ήταν ουσιαστικά η άρνηση των κακοτεχνιών. Με την αιτούμενη όμως τροποποίηση θα τεθεί μια εξ' ολοκλήρου διαφορετική υπεράσπιση για κατ' ισχυρισμόν έλλειψη αγωγίμου δικαιώματος. Το γεγονός αυτό παρότι δεν συνιστά από μόνο του λόγο άρνησης της αιτούμενης τροποποίησης, εντούτοις είναι παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στον προσδιορισμό της βλάβης που πιθανόν να προκληθεί στην άλλη πλευρά. Στην παρούσα περίπτωση, θα προκληθεί με βεβαιότητα κατά τον συνήγορο, εκτροπή της υπόθεσης αφού το αίτημα προβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και μετά που κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες της ενάγουσας. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι η ένορκη δήλωση της αίτησης είναι παράτυπη αφού ο ομνύων δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του σε σχέση με τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται. Ο συνήγορος, έδωσε στην συνέχεια ιδιαίτερη έμφαση στην υπερβολική καθυστέρηση προώθησης του αιτήματος, η οποία κατά την άποψη του δεν έχει δικαιολογηθεί από την αιτήτρια. Επιπλέον, υπάρχει δυσκολία εξεύρεσης μαρτυρίας για το ζήτημα της εκχώρησης αλλά θα υπάρξει και εκτροπή από την ακροαματική διαδικασία. Αυτό γιατί, η εναγομένη δεν θα έχει την ευχέρεια να προβεί σε αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας σε σχέση με το ζήτημα της εκχώρησης δικαιωμάτων. Στη συνέχεια, ο συνήγορος έκαμε αναφορά σε εμφανή κατά την άποψη του κακοπιστία εκ μέρους της αιτήτριας, η οποία δεν αιτιολόγησε την μεγάλη καθυστέρηση και με δεδομένο ότι τα εκχωρητήρια έγγραφα, ήταν σε γνώση της για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Τέλος, ο συνήγορος έκαμε αναφορά στο εκχωρητήριο (τεκμ. 40 και 41), ισχυριζόμενος ότι είναι αμφίβολη τόσον η υπόσταση του όσον και η ισχύς τους. Με αυτά ως δεδομένα αλλά και με την βεβαιότητα εκτροχιασμού της υπόθεσης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια νομολογιακή αρχή, επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσον η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας όπως καθορίστηκαν από την Κυπριακή νομολογία, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ 33 ως ακολούθως:
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
- Η έναρξη της Δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της Δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη Δίκη. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Oπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ 607, 613, σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το σύνολο του υπάρχοντος υλικού και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας, σημειώνω ότι και οι δύο συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, ισχυρίστηκαν ότι οι ένορκες δηλώσεις της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, είναι παράτυπες. Η συνήγορος για την αιτήτρια, έκαμε αναφορά στο γεγονός ότι η ένορκη δήλωση της ένστασης γίνεται από δικηγόρο ενώ ο συνήγορος για την καθ' η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν αναφέρει από πού αντλεί τις πληροφορίες του, αναφορικά με τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται. Ως προς την ένορκη δήλωση που υπογράφεται από δικηγόρο, είναι πάγια η θέση της νομολογίας ότι πρόκειται για κακή πρακτική που πρέπει να αποφεύγεται. Όμως μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τυχόν παρατυπία της ένορκης δήλωσης σε ειδοποίησης ένστασης δεν επηρεάζει το νομότυπο της ένστασης. Σύμφωνα με την Δ.48 Θ.4, το δικόγραφο της ειδοποίησης ένστασης δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση όπως συμβαίνει με αριθμό ενδιάμεσων αιτήσεων. Αρκεί να αναφέρονται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τον τύπο 47. Ένορκη δήλωση σε ειδοποίηση ένστασης, καταχωρείται σύμφωνα με την Δ.48 Θ.4 μόνο στην περίπτωση που τα γεγονότα που επικαλείται στους λόγους ένστασης δεν προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Τυχόν παρατυπία όμως της ένορκης δήλωσης δεν επηρεάζει την νομιμότητα της ένστασης. Από την άλλη, ο συνήγορος της εναγομένης ισχυρίστηκε ότι ο ομνύων στην αίτηση δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του για τα γεγονότα. Σε σχέση με το θέμα αυτό, παραπέμπω στην Δ.39.Θ.2 και στην νομολογιακή αρχή που καθορίζει ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, αναφορά σε ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει και σε γεγονότα που δεν είναι σε προσωπική γνώση του ομνύοντος αν αυτός παραπέμπει στην πηγή της γνώσης του (βλ. μεταξύ άλλων Lord Jeans v Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 808). Σκοπός της Δ.39.Θ.2 που αντιστοιχεί στην Or. 41 R.5.2 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι να δώσει την ευκαιρία σε ενδιάμεσες αιτήσεις που είναι από την φύση τους επείγουσας φύσης να παρατίθεται στην ένορκη δήλωση και εξ' ακοής μαρτυρία. Το αποδεκτό της εξ ακοής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες διαδικασίες, βασίζεται στην ανάγκη παροχής σε ένα αιτητή, της ευχέρειας να στοιχειοθετήσει το αίτημα του εύκολα και γρήγορα, χωρίς την αυστηρή προσκόλληση στους κανόνες που εφαρμόζονται στο δίκαιο της απόδειξης (Βλ. μεταξύ άλλων Fashion Box S.P.A. ν Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858 & C.T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ 853). Στις περιπτώσεις που ο ομνύων έχει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, αυτή η γνώση του δεν διαπιστώνεται μόνο από την σχετική διαβεβαίωση που δίνει στην ένορκη δήλωση. Μπορεί επίσης χωρίς την ύπαρξη τέτοιας διαβεβαίωσης, η προσωπική του γνώση για τα γεγονότα να αποδεικνύεται από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα
(2010)1Β Α.Α.Δ
- Στην πιο πάνω υπόθεση, εξετάστηκε ζήτημα επάρκειας της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς τον σκοπό ερήμην απόδειξης της υπόθεσης λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου. Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, ο ομνύων παρέλειψε να διευκρινίσει αν τα γεγονότα στην έκθεση απαίτησης με τα οποία και συμφωνούσε, τα γνώριζε προσωπικά ή κατόπιν πληροφόρησης, εάν δε συνέβαινε το δεύτερο, δεν κατονόμασε τις πηγές πληροφόρησής του. Περαιτέρω, τα συνημμένα έγγραφα δεν προέκυπτε να συντάχθηκαν από τον ίδιο, εφόσον σ' αυτά δεν εντοπιζόταν η υπογραφή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στην προκείμενη περίπτωση τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχαν τεθεί με αποδεκτό τρόπο από τον ομνύοντα στην ένορκη του δήλωση και αποδείκνυαν την αξίωση της εφεσείουσας. Λέχθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Θ.2, ικανοποιούνται όπου η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων σχετικών εγγράφων. Περαιτέρω και εν πάση περιπτώσει, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια Νόμου (Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004), η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης που καθορίζει η Δ.39 Θ.2 έχει μειωθεί. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: « Εκείνο που έχει σημασία σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι αν ο ομνύων είχε ή όχι προσωπική εμπλοκή ή γνώση σε κάθε στάδιο της εξελικτικής πορείας της δικαιοπραξίας, αλλά το σημαντικό είναι το κατά πόσο παρουσιάζει στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης και σχετική, με την έννοια ότι μπορεί, με βάση αυτή, να αποδειχθούν οι διάφορες πτυχές της αξίωσης. Εδώ είναι φανερό ότι η όποια γνώση και πληροφόρηση του ομνύοντα προέρχεται και εκπηγάζει από τα έγγραφα τα οποία προσφέρονται ως δεόντως τηρηθέντα από τον Οργανισμό στον οποίο υπηρετεί και τα οποία συνιστούν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία. Ο σκοπός στον οποίο φαίνεται να στοχεύουν οι πρόνοιες της Δ.39, θ.2 είναι άλλος. Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κάτι που ένας ενόρκως δηλών έχει πληροφορηθεί χωρίς να αναφέρει με ποίον τρόπο το πληροφορήθηκε, ούτε και κάτι που ο ομνύων εκφέρει ως άποψη ή πεποίθηση, χωρίς να διευκρινίζει πού την βασίζει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων εγγράφων. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει, η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου [Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004].» Στην παρούσα περίπτωση, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας και γνωρίζει τα γεγονότα μεταξύ άλλων και από έγραφα που έχει στην κατοχή του. Στην συνέχεια, προβαίνει σε εκτενή αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αίτημα τροποποίησης και επισυνάπτει επίσης ένα εκχωρητήριο έγγραφο που έχει ήδη καταχωρηθεί στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής ως τεκμήριο. Προκύπτει από προσεκτική μελέτη του συνόλου της ως άνω ένορκου δηλώσεως ότι ο ομνύων ως εκ της θέσης του στην ενάγουσα και της πρόσβασης του σε σχετικά έγγραφα, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Δεν ισχύει ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική γιατί δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι οι αναφορές στην ένορκη δήλωση αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η προϋπόθεση για αποκάλυψη της πηγής της γνώσης του ομνύοντος, έχει με βάση την πιο πάνω απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα ατονήσει σε τέτοιο βαθμό μετά την εισαγωγή του Νόμου 32(Ι)/2004 ώστε να μην αποτελεί λόγο για να κριθεί παράτυπη η ένορκη δήλωση. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, κατά πόσον δηλαδή δικαιολογείται από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί η εξέταση του κατά πόσον η τροποποίηση λόγω του προχωρημένου σταδίου που επιζητείται θα επηρεάσει τα δικαιώματα της εναγομένης. Ο συνήγορος για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, αλλάζει ριζικά η ουσία της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της εναγομένης. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Είναι γεγονός ότι προστίθεται νέα υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, πλην εκείνης που αμφισβητεί τις κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες. Δεν εγκαταλείπεται όμως η υπεράσπιση των κακοτεχνιών χάριν της νέας για έλλειψη αγωγίμου δικαιώματος ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για ριζική και εξολοκλήρου αλλαγή υπερασπιστικής γραμμής. Αυτό που στην ουσία επιδιώκει η ενάγουσα, είναι να προσθέσει ακόμα μια υπεράσπιση που αφορά την έλλειψη αγωγίμου δικαιώματος χωρίς να αναιρεί την αρχική της θέση ότι δεν έγιναν κακοτεχνίες στην οικοδόμηση των επίδικων ακινήτων. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος της εναγομένης έδωσε έμφαση στην μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης αφού η αγωγή βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Έχω προβληματιστεί αρκετά για το καθυστερημένο της αίτησης αφού η ακρόαση της αγωγής έχει ήδη ξεκινήσει. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, παραπέμπω στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co κα ν. A.G. Levendis κα (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν στην πιο πρόσφατη απόφαση Ikos Cif Ltd n. Martin Coward κα Πολ. Εφέσεις 137/13 & 138/13 ημ. 20.3.
- Αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης: « Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Στην παρούσα περίπτωση ο συνήγορος της εναγομένης, ισχυρίστηκε κακοπιστία εκ μέρους της ενάγουσας και παραβίαση των δικαιωμάτων των πελατών του, επικαλούμενος μεταξύ άλλων και την λόγω της καθυστέρησης αδυναμία του να αντεξετάσει επί του θέματος της εκχώρησης, τους μάρτυρες της ενάγουσας που έχουν ήδη καταθέσει. Με όλο τον σεβασμό προς τον συνήγορο, η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Οι μάρτυρες της ενάγουσας κατά τους ισχυρισμούς της ιδίας της ενάγουσας, δεν είχαν γνώση για το γεγονός της εκχώρησης και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να καταθέσουν ούτε και να αντεξεταστούν επί του ζητήματος αυτού. Αντιθέτως, προκύπτει από την μέχρι τώρα ακροαματική διαδικασία ότι για το ζήτημα αυτό, γνώση έχει η εναγομένη που προέβη στην εκχώρηση και η οποία θα έχει το δικαίωμα να προσκομίσει στην συνέχεια σχετική μαρτυρία και να προβάλει τις θέσεις της ως προς την ύπαρξη των εκχωρήσεων και τις επιπτώσεις που αυτές μπορεί να έχουν στην ανταπαίτηση της. Σημειώνω περαιτέρω ότι το επίδικο εκχωρητήριο έγγραφο, έχει ήδη κατατεθεί ως τεκμήριο στην ακρόαση της αγωγής, με αποτέλεσμα, αυτό που ζητά η ενάγουσα είναι να τροποποιήσει την υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση ώστε να συνάδει με την δοθείσα μαρτυρία. Έχοντας υπόψη τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές και μετά από προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και μετά από συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της υπόθεσης, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της ανταπαίτησης σε συνυπολογισμό και με τους άλλους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα στην ενάγουσα να δικογραφήσει την θέση της σχετικά με την εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγομένης όπως πηγάζουν από τα επίδικα συμβόλαια και πως αυτή η εκχώρηση επηρεάζει το δικαίωμα της για προβολή ανταπαίτησης. Σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω κατάληξη μου, αποτελεί και το γεγονός ότι δεν έχει αποδειχθεί κακοπιστία εκ μέρους της αιτήτριας, η οποία δικαιολόγησε επαρκώς την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος της. Σημειώνω ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, ο κρίσιμος παράγοντας στην εξέταση αιτήματος τροποποίησης, είναι η ανάγκη προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Από την άλλη για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, παρά το καθυστερημένο του αιτήματος, κρίνω ότι καμία ζημιά δεν θα υποστεί η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης της ενάγουσας στην ανταπαίτηση της εναγομένης ως η παράγραφος Α της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση να ακολουθήσει εντός 15 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση δεν ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων της αγωγής που χάνονται με την τροποποίηση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση αλλά ούτε και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Η δημιουργία των πιο πάνω εξόδων, οφείλεται αποκλειστικά στην ενάγουσα, η οποία σε προχωρημένο στάδιο, αιτήθηκε την επίδικη τροποποίηση. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση ως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο της η ενάγουσα - αιτήτρια και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο