Yusuf (Kufio?
- lu)?zzet ν. T?RK BANKASI L?M?TED, Αγωγή: 1252/2016, 20/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A689 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αγωγή: 1252/2016 Μεταξύ: Yusuf (Kufioğlu) Ízzet Ενάγοντος - Αιτητή και TÜRK BANKASI LÍMÍTED Εναγομένης - Καθ' ης η Αίτηση και ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (Κ.Τ.Κ.) Μεσεγγυούχου Αίτηση ημ. 14.7.16 υπό Ενάγοντος για Κατάσχεση εις χείρας τρίτου Ημερ.: 20 Δεκεμβρίου 2016 Ενάγων - Αιτητής παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Για την Εναγομένη - Καθ' ης: Καμία εμφάνιση Για τη Μεσεγγυούχο: κα Φράγκου, για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω μονομερή αίτηση του ο Ενάγων - Αιτητής ζητά διάφορα διατάγματα τα οποία στο επίκεντρο τους έχουν την αξίωση για έκδοση Εντάλματος Κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και δη εις χείρας της Μεσεγγυούχου Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (εφεξής «Κ.Τ.Κ.») του ποσού των €215.729 συν τόκους προς 4% ετησίως από 7.3.16 μέχρι εξοφλήσεως. Στήριξε την αίτηση του στα άρθρα 9, 14, 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στις Δ.40, 41, 42(Α), 43 και 48, στα άρθρα 29, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το πιο πάνω ποσό οφείλεται στον ίδιο με βάση δικαστική απόφαση ημ. 8.7.16 εκδοθείσα εναντίον της Εναγομένης, ότι η τελευταία ευρίσκεται στο Μητρώο της Μεσεγγυούχου Κ.Τ.Κ. διατηρώντας προσωπικό αριθμό λογαριασμού, ότι ελεγκτές της Εναγομένης επισκέπτονται άπαξ ετησίως την Κ.Τ.Κ. και διενεργούν έλεγχο στους σχετικούς λογαριασμούς της και ότι το πιο πάνω ποσό υπάρχει στον λογαριασμό της Μεσεγγυούχου. Παρότι η αίτηση ήταν μονομερής, εντούτοις ο Ενάγων την επέδωσε στη Μεσεγγυούχο, αν και δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Με τη σύμφωνη γνώμη της τελευταίας ο Ενάγων καταχώρισε κατόπιν σχετικής άδειας, και συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σε αυτήν ουσιαστικά αφενός επαναλαμβάνει τη θέση του ότι στις 11.7.16 είχε συνάντηση με Λειτουργό της Κ.Τ.Κ. στον οποίο παρέδωσε τη δικαστική απόφαση και σχετική επιστολή του ίδιας ημερομηνίας ζητώντας ενημέρωση για το αν η Εναγόμενη διέθετε το εν λόγω ποσό στον λογαριασμό και αφετέρου αναφέρεται σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με τη Διοικητή της Κ.Τ.Κ. λίγες ημέρες μετά, πλην όμως χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Στην καταχωρισθείσα ένσταση της η Μεσεγγυούχος προέβαλε ότι: 1. Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη καθότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, διότι το ποσό που βρίσκεται στον Λογαριασμό Ελαχίστων Αποθεματικών: (α) δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διατάγματος μεσεγγύησης, (β) δεν τελεί υπό τη φύλαξη ή έλεγχο της Κ.Τ.Κ. αλλά τηρείται εκεί σύμφωνα και προς συμμόρφωση με νομοθεσία, (γ) δεν αποτελεί χρέος της Κ.Τ.Κ. προς την Εναγομένη, (δ) η Κ.Τ.Κ. δεν εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «μεσεγγυητής» και (ε) ο Λογαριασμός Ελαχίστων Αποθεματικών είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής κανονιστικών διατάξεων που στοχεύουν στην εκπλήρωση των στόχων της νομισματικής πολιτικής της Κ.Τ.Κ. και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει μέσο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. 2. Η έκδοση των διαταγμάτων καταστρατηγεί τη σχετική νομοθεσία. 3. Η έκδοση των διαταγμάτων δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. 4. Τα γεγονότα δεν δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων. 5. Η ένορκη δήλωση του Ενάγοντος είναι γενική και αόριστη. Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο Νομικός Σύμβουλος του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών της Κ.Τ.Κ. κ. Χριστόφορος Δημητρίου, εξηγεί το ιστορικό της Εναγομένης, την τήρηση επ' ονόματι της Λογαριασμού Ελαχίστων Αποθεματικών στην Κ.Τ.Κ., τους σκοπούς τέτοιων λογαριασμών, τις περιπτώσεις απαλλαγής από τέτοια υποχρέωση και καταλήγει στο ότι το ποσό δεν μπορεί να κατασχεθεί. Προσθέτει δε ότι απάντησαν στον Αιτητή με δική τους επιστολή ημ. 2.9.16, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1. Καταληκτικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(δ) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, η κατάσχεση ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου είναι μια από τις μεθόδους εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Με βάση το άρθρο 73 του ίδιου νόμου όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) εφ' οιουδήποτε ποσού χρημάτων, αγαθών ή άλλης κινητής ιδιοκτησίας υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου ή όταν το τρίτο πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτου, τότε καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση δύναται να εκδοθεί ένταλμα κατασχέσεως εις χείρας τρίτου καλούν το τρίτο πρόσωπο να εμφανιστεί και εξεταστεί εν σχέσει προς την εις χείρας του ιδιοκτησία και διατάσσον τούτο να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη της ιδιοκτησίας αυτής. Η διαδικασία και η μέθοδος κατάσχεσης έχουν αναφερθεί από τον Δικ. Ναθαναήλ στην αγ. 8289/92, ημ. 26.6.95 του Ε. Δ. Λευκωσίας με παραπομπή στις υπ. Hoffman v. Intercontinental Pharmaceuticals
(1969)1 CLR 106 και Choice Investments Ltd v. Jeromnimon Midland Bank Ltd
(1981)1 W.L.R.
- Βασικά γίνεται δεκτό ότι υπάρχουν δύο στάδια στην όλη διαδικασία, ήτοι το προσωρινό διάταγμα (garnishee order nisi) και το απόλυτο διάταγμα (garnishee order absolute), κατ' αναλογίαν των όσων εφαρμόζονται στην Αγγλία. Παρατίθεται από την απόφαση στην αγ. 8289/92 το εξής σχετικό απόσπασμα: «Παρόλο που δεν χρησιμοποιούνται οι λέξεις "nisi" και "absolute" στη δική μας νομοθεσία, εντούτοις η διαδικασία που προβλέπεται από το μέρος VII του Κεφ.6, είναι παρόμοια εφόσον εκδίδεται ένα ένταλμα μεσεγγύησης επί προσωρινής βάσεως που απευθύνεται προς τον μεσεγγυούχο, παγοποιώντας τα χρήματα που βρίσκονται στα χέρια του μέχρις ότου το Δικαστήριο, αφού ακούσει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, διατάξει είτε την πληρωμή των χρημάτων στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή την άρση του διατάγματος ή οποιαδήποτε άλλη διαταγή ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις». Όπως εξηγείται σε άλλο σημείο «.μόλις το "garnishee order nisi" επιδοθεί στον Μεσεγγυούχο, αυτό επενεργεί ως ένα απαγορευτικό διάταγμα, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την πληρωμή των χρημάτων.». Δημιουργείται δηλαδή μια επιβάρυνση υπέρ του εξ αποφάσεως πιστωτή επί της επίδικης κινητής ιδιοκτησίας, η οποία πλέον υπόκειται σε μεσεγγύηση. Τα πιο πάνω προκύπτουν ουσιαστικά από το άρθρο 74 του Κεφ.6, το οποίο προνοεί ότι: i. Το ένταλμα επιδίδεται στον μεσεγγυούχο, ο οποίος καλείται να εμφανιστεί στο δικαστήριο. ii. Κάθε κινητή ιδιοκτησία η οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή πριν την άρση του ευρίσκονται ή ήθελαν περιέλθει υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του καθίσταται ασφάλεια εις χείρας του προς ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινιστεί πως δεν έχει εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα επειδή ο Ενάγων επέλεξε να επιδώσει την αίτηση του, παρότι μονομερής, οπότε η Μεσεγγυούχος Κ.Τ.Κ. καταχώρισε ένσταση στην αίτηση. Εννοείται βεβαίως ότι σε περίπτωση επιτυχίας θα εκδοθεί το τελικό - απόλυτο διάταγμα κατάσχεσης. Δεν αμφισβητείται ότι ο Ενάγων είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ.
- Το επίδικο ζήτημα είναι όντως το κατά πόσον υπάρχουν χρήματα υπό τη φύλαξη της Μεσεγγυούχου για τα οποία η Εναγόμενη έχει συμφέρον με την έννοια όμως που έχει ερμηνευθεί η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 σελ.1093-
- Σελ.1093: «It is essential that the relation of creditor and debtor should exist between the judgment debtor and the garnishee ............................... There must be money due to the judgment debtor ............................... A judgment creditor cannot, by means of attachment, stand in a better position as regards the garnishee than the judgment debtor did; he can only obtain what the judgment debtor could honestly give him». Σελ.1096: «What is the test whether a debt is attachable? That it is owing by the garnishee, and that it is a debt of which the judgment debtor can enforce payment if he desire to do so». Στη βάση των προαναφερθεισών εκατέρωθεν θέσεων και νομικών αρχών το ουσιώδες ερώτημα το οποίο ανακύπτει είναι το κατά πόσον το ποσό το οποίο παραδεκτώς ευρίσκεται κατατεθειμένο στον Λογαριασμό Ελαχίστων Αποθεματικών επ' ονόματι της Εναγομένης στη Μεσεγγυούχο Κ.Τ.Κ. συνιστά ποσό χρημάτων το οποίο δύναται να κατασχεθεί εν τη εννοία των άρθρων 73 και 74 προς ικανοποίηση της απαίτησης του Ενάγοντος - Αιτητή και ουσιαστικά δε το ερώτημα εξειδικεύεται στο κατά πόσον - υφίσταται η σχέση πιστωτή - οφειλέτη μεταξύ Εναγομένης και Μεσεγγυούχου, - υπάρχουν χρήματα οφειλόμενα από τη Μεσεγγυούχο προς την Εναγόμενη, - θα μπορούσε η Εναγόμενη να εξαναγκάσει σε πληρωμή τη Μεσεγγυούχο Κ.Τ.Κ. για το ισόποσο. Τα όσα έχει αναφέρει ο ενόρκως δηλών κ. Δημητρίου, προς υποστήριξη της ένστασης, έχουν παραμείνει αναντίλεκτα ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής καταγραφή τους για σκοπούς της παρούσας. Συνάγεται όμως πως πριν το 1974 είχε χορηγηθεί στην Εναγομένη άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών και ότι όντως αυτή διεξήγαγε τραπεζικές δραστηριότητες υπό την εποπτεία της Κ.Τ.Κ.. Η χορηγηθείσα αυτή άδεια δεν ανακλήθηκε μετά την Τουρκική εισβολή και παραμένει μέχρι σήμερα σε ισχύ, παρά το ότι η Κ.Τ.Κ. αδυνατεί να ασκήσει πλήρως τα ρυθμιστικά και εποπτικά της καθήκοντα επί της Εναγομένης. Σύμφωνα με το άρθρο 37 του προϊσχύσαντος περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Ν.48/63, καθώς και του κ.3 των δυνάμει αυτού του άρθρου εκδοθέντων περί Τηρήσεως Κατωτάτων Αποθεμάτων Κανονισμών του 1967 (Κ.Δ.Π.980/67) η Κ.Τ.Κ. είχε την εξουσία να καθορίσει «. το κατώτατον ποσοστόν αποθέματος .» το οποίον κάποια συγκεκριμένη Τράπεζα όφειλε να τηρεί ως υπόλοιπον στην Κ.Τ.Κ.. Σημειώνεται δε πως σύμφωνα με το άρθρο 37
(7)του πιο πάνω νόμου προβλέποντο σοβαρές κυρώσεις, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την εν λόγω υποχρέωση, που μπορούσε να ήταν ακόμα και απαγόρευση αποδοχής καταθέσεων. Πλην όμως το πιο σημαντικό είναι πως σύμφωνα με το άρθρο 59 συνιστούσε συνεχές ποινικό αδίκημα η μη συμμόρφωση «. προς την περί τηρήσεως κατωτάτου αποθέματος υποχρέωσιν .». Για σκοπούς συμμόρφωσης της με τις προαναφερθείσες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις η Εναγομένη Τράπεζα όντως διατηρούσε πριν το 1974 Λογαριασμό Ελαχίστων Αποθεμάτων οποίος παραμένει μέχρι σήμερα στα βιβλία της Κ.Τ.Κ.. Οι πιο πάνω Κανονισμοί αντικαταστάθηκαν από τους περί Τηρήσεως Κατωτάτων Αποθεμάτων Κανονισμούς του 1995 (Κ.Δ.Π.325/95), οι οποίοι περιείχαν ανάλογες πρόνοιες και οι τελευταίοι αντικαταστάθηκαν από την Οδηγία για Τήρηση Ελάχιστων Αποθεματικών στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (Κ.Δ.Π.510/05). Να σημειωθεί πως οι πιο πρόσφατοι αυτοί Κανονισμοί εκδόθηκαν στα πλαίσια του ισχύοντος περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Ν.138(Ι)/02, καθώς και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (Ε.Κ.)1745/03 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όπως αναφέρει και στην ένορκη του δήλωση ο κ. Δημητρίου, χωρίς να αντικρουστεί, τα Ελάχιστα Αποθεματικά έχουν θεσμοθετηθεί για να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της νομισματικής πολιτικής της Κ.Τ.Κ.. Ως τέτοιο μέσο διατηρήθηκαν και από το Ευρωσύστημα για να ρυθμίζει τη συνολική προσφορά του χρήματος και των πιστώσεων στην οικονομία με πρωταρχικό σκοπό τη διασφάλιση των τιμών. Το σύστημα των Αποθεματικών συμβάλλει στη σταθεροποίηση των επιτοκίων της χρηματαγοράς και στη δημιουργία ή διεύρυνση του διαρθρωτικού ελλείμματος ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, ούτως ώστε να ενισχύεται η δυνατότητα των Κεντρικών Τραπεζών να επηρεάζουν τα επιτόκια της χρηματαγοράς μέσω πράξεων ανοικτής αγοράς. Επιπροσθέτως των πιο πάνω αναντίλεκτων αναφορών του ενόρκως δηλούντος, επισημαίνεται πως το άρθρο 37
(2)του παλαιού Ν.48/63 αναφερόταν ακριβώς στη δυνατότητα απαίτησης επιπλέον αποθεματικών με σκοπό την εσωτερική και εξωτερική σταθερότητα του νομίσματος. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνάγεται ότι ο Ενάγων - Αιτητής δεν είναι δυνατό να ευρεθεί σε καλύτερη θέση απέναντι στη Μεσεγγυούχο Κ.Τ.Κ. από ό,τι η Εναγομένη Τράπεζα της οποίας η άδεια δεν έχει ανακληθεί, όπως εμμέσως πλην σαφώς επιβεβαιώνει και ο Ενάγων αναφερόμενος σε επισκέψεις και επιθεωρήσεις των ελεγκτών της Εναγομένης στους λογαριασμούς που διατηρούνται στην Κ.Τ.Κ.. Στη δε αγόρευση του ο Ενάγων είναι σαφέστερος ως προς το θέμα αναγνωρίζοντας ότι μέσω των Ηνωμένων Εθνών συμφωνήθηκε η διατήρηση και συνεχής συνεργασία της Εναγόμενης Τράπεζας με την Κ.Τ.Κ. και μετά την εισβολή. Για να ήταν κατασχετέο το ποσόν θα έπρεπε η ίδια η Εναγόμενη να δύναται να εξαναγκάσει την Κ.Τ.Κ. σε καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, πράγμα που ασφαλώς δεν ισχύει ενόψει των προααναφερθέντων για τη φύση του Λογαριασμού Ελαχίστων Αποθεματικών. Εάν μπορούσε ο κάθε εξ αποφάσεως πιστωτής της Τράπεζας να εκτελεί τη δική του απόφαση μέσω κατάσχεσης εις χείρας της Κ.Τ.Κ. αυτό θα σήμαινε πως ο πιστωτής αυτός θα ευρίσκετο σε πολύ καλύτερη θέση από ό,τι η Τράπεζα προς την οποίαν σαφώς δεν οφείλονται τα ποσά τα οποία τηρούνται ως αποθεματικά δυνάμει νόμου. Στην πραγματικότητα δηλαδή ελλείπει η σχέση πιστωτή - χρεώστη μεταξύ Εναγομένης - Μεσεγγυούχου. Η απόφαση της Πλειοψηφίας στην υπόθεση Ι. Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. ν. 1. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά.
(2013)3 Α.Α.Δ.427 δεν υποστηρίζει τη θέση του Ενάγοντος ότι τα αποθεματικά αποτελούν χρέος της Κ.Τ.Κ. προς την Εναγομένη. Όντως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι η σχέση καταθέτη - Τράπεζας είναι εκείνη πιστωτή - οφειλέτη, πλην όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το ίδιο ισχύει και για τη σχέση Τράπεζας με την Κ.Τ.Κ. όσον αφορά τα αποθεματικά. Αυτό επιβεβαιώνεται απλούστατα από το γεγονός πως δεν θα μπορούσε μια Τράπεζα να συμμορφωθεί τη μια μέρα με την υποχρέωση τήρησης αποθεματικών και την επόμενη μέρα να αξιώσει αστικώς την επιστροφή τους, επικαλούμενη ότι συνιστούν χρέος οφειλόμενο στην ίδια. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Μεσεγγυούχου Κ.Τ.Κ. και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α.. Εν σχέσει με την Εναγόμενη, η οποία δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, ουδεμία διαταγή όσον αφορά έξοδα. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο