← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. V.M.K Ikotehniki Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1396/16, 5/12/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. V.M.K Ikotehniki Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1396/16, 5/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A660 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1396/16 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και

  1. V.M.K Ikotehniki Developments Ltd
  2. Σταύρος Λοϊζίδης Κλεάνθους
  3. Κλεάνθης Μιχαήλ
  4. Βαρβάρα Μιχαήλ
  5. Μιχάλης Σωτηρίου
  6. Αναστασία Λοΐζου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 6.6.16 υπό εναγομένης 6 - αιτήτριας για παραμερισμό απόφασης. Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2016 Για εναγομένη 6 - αιτήτρια: κος Νικόλας Χατζηγεωργίου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Ανδρέας Πάρπας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της, η εναγομένη 6 - αιτήτρια, αιτείται τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον και στην απουσία της και με την οποία διατάχθηκε η πώληση ενός ενυπόθηκου ακινήτου στην Αγλαντζιά. Η αιτήτρια υποθήκευσε το εν λόγω ακίνητο προς εξασφάλιση δανειακής σύμβασης που συνήψε η εναγομένη 1 ως πρωτοφειλέτιδα με την ενάγουσα τράπεζα. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.17 Θ.10 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης
  7. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέρεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην αιτήτρια στις 22.3.
  8. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο 3 χωρίς ανταπόκριση. Λίγες μέρες αργότερα, τηλεφώνησε στον δικηγόρο της, προκειμένου να διευθετηθεί συνάντηση και να την συμβουλεύσει αναλόγως. Τελικώς, η συνάντηση διευθετήθηκε στις 19.4.16 όπου ο δικηγόρος της, της ανέφερε ότι έχει γνήσια και καλή υπεράσπιση. Καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την επομένη ήτοι στις 20.4.16, ημέρα κατά την οποία όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, εκδόθηκε ερήμην, η επίδικη απόφαση εναντίον της. Παρόλα αυτά, η ίδια ενημερώθηκε για την απόφαση στις 23.5.16, ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι της ενάγουσας, πληροφόρησαν σχετικά τον δικηγόρο της. Ευθύς αμέσως, πήρε συμβουλή από τον δικηγόρο της να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης λόγω του ότι έχει όπως της είπε, γνήσια και καλή υπεράσπιση. Η αγωγή κατά την ομνύουσα, σχετίζεται με σύμβαση υποθήκης που υπέγραψε με την εναγομένη 1 και τους ενάγοντες, στη βάση προηγούμενης συμφωνίας αντιπαροχής που η ίδια υπέγραψε με την εναγομένη εταιρεία. Ο λόγος υπογραφής της σύμβασης υποθήκης με την οποία η αιτήτρια ουσιαστικά εγγυήθηκε το δάνειο για τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1, ήταν η υπογραφή μεταξύ της και της εναγομένης 1, της συμφωνίας αντιπαροχής με βάση την οποία η εναγομένη 1 είχε αναλάβει την υποχρέωση όπως με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση του μεριδίου της στο εν λόγω ακίνητο να αποπερατώσει εγκαίρως την οικοδομή και να της μεταβιβάσει ένα διαμέρισμα 125 τ.μ. Σε μεταγενέστερο στάδιο, υπέγραψε με την εναγομένη 1 «Συμφωνία Ανταλλαγής», στην οποία η εναγομένη 1 εμφανίζεται ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης στο τεμάχιο 257 στον Δήμο Ιδαλίου. Αφού εμπιστεύτηκε την πιο πάνω δήλωση της εναγομένης 1, αποδέχτηκε να ανταλλάξει το εν λόγω διαμέρισμα με μια οικία, την οποία είχε αναλάβει να ανεγείρει η ενάγουσα στο εν λόγω τεμάχιο με καταβολή επιπρόσθετου ποσού €111.000,00 πλέον €30.000,00 Φ.Π.Α. Το ποσόν αυτό, η αιτήτρια το κατέβαλε στην εναγομένη 1, στις 28.6.
  9. Έκτοτε όμως, η εναγομένη 1 δεν έπραξε οτιδήποτε για έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας και εγγραφή της κατοικίας στο όνομα της αιτήτριας. Στη συνέχεια, πληροφορήθηκε ότι η εναγομένη 1 ουδέποτε ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου 257 στον Δήμο Ιδαλίου, η δε ακίνητη περιουσία είναι τόσο βεβαρημένη με υποθήκες και δικαστικές αποφάσεις που είναι παντελώς αδύνατο να εξασφαλιστεί τίτλος ιδιοκτησίας. Ενόψει της απάτης εις βάρος της και των ψευδών παραστάσεων των υπολοίπων εναγομένων έναντι της, απέστειλε επιστολές προς τους εναγομένους 1 έως 5 και την ενάγουσα, στις οποίες ανέφερε ότι η ίδια ήταν το αναίτιο μέρος της σύμβασης υποθήκης και ότι η τράπεζα θα έπρεπε να απευθυνθεί προς τους υπαίτιους της απάτης εις βάρος της. Περαιτέρω κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία και υπέβαλε παράπονο εναντίον των εναγομένων 1 & 3 για διάπραξη των αδικημάτων της απάτης και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στις 29.12.15, απέστειλε εκ νέου επιστολή στην ενάγουσα τράπεζα με την οποία κατήγγειλε την συμφωνία αντιπαροχής και έθεσε ενώπιον της τράπεζας την θέση ότι η υποθήκη ήταν προϊόν ψευδών παραστάσεων της εναγομένης
  10. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή αφού η σύμβαση υποθήκης υπεγράφη συνεπεία απάτης και ψευδών παραστάσεων των εναγομένων 1 και
  11. Ως εκ τούτου, είναι ορθό και δίκαιο όπως η απόφαση παραμερισθεί και της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί την αγωγή. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι η απόφαση λήφθηκε νόμιμα αφού υπήρχε νομότυπη επίδοση και παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Αναφέρεται επιπλέον ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά και με μόνο σκοπό την παρακώλυση της διαδικασίας και την αποστέρηση από την ενάγουσα της νόμιμης διεκδίκησης των δικαιωμάτων της. Αναφέρεται περαιτέρω στους λόγους ένστασης ότι η αιτήτρια απέτυχε να παρουσιάσει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης παρουσιάζονται μόνο ισχυρισμοί για δόλο και ψευδείς παραστάσεις από την εναγομένη 1 που στην ουσία είναι άσχετοι με την ενάγουσα και τα επίδικα θέματα. Τέλος, στους λόγους ένστασης αναφέρεται ότι η αιτήτρια δεν έδωσε κανένα ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι με την ένορκη δήλωση της αίτησης, αποκαλύπτεται καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, παρατίθενται ισχυρισμοί για ακυρότητα της σύμβασης υποθήκης, η οποία συνδέεται με τη σύμβαση αντιπαροχής που επιτεύχθηκε κατόπιν απάτης και ψευδών παραστάσεων. Η ενάγουσα ήταν κατά τον συνήγορο, γνώστης των πιο πάνω ισχυρισμών αφού η αιτήτρια απέστειλε σχετική επιστολή καταγγέλλοντας τη σύμβαση υποθήκης. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, η αιτήτρια κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Όλα τα πιο πάνω, ήταν γνωστά στην ενάγουσα κατά τον συνήγορο. Η ενάγουσα παρόλα αυτά, καταχώρησε την αγωγή ως εάν η συμφωνία να ήταν νόμιμη χωρίς καθόλου να λάβει υπόψη την παρανομία και τον τερματισμό της σύμβασης για τον οποίο ήταν ενήμερη. Το στοιχείο αυτό, κατά την άποψη του συνηγόρου, αποτελεί επαρκή λόγο ώστε να επέμβει το Δικαστήριο και να παραμερίσει την επίδικη απόφαση. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί, συνιστούν επιπλέον καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αιτήτρια δεν επέδειξε τέτοια ολιγωρία σε βαθμό που να μην δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης. Ευθύς μόλις έλαβε γνώση της απόφασης στις 23.5.16, καταχώρησε στις 26.6.16 την παρούσα αίτηση. Ο λόγος της μη έγκαιρης εμφάνισης της, επεξηγήθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Πρόκειται για την λανθασμένη αντίληψη της, προτού απευθυνθεί σε δικηγόρο να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο
  12. Τελικώς όταν απευθύνθηκε στον δικηγόρο της στις 19.4.16, ο οποίος την επομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, ήταν ήδη αργά αφού κατά την ίδια ημέρα, εκδόθηκε η υπό κρίση απόφαση. Ουσιαστικά κατά τον συνήγορο, η αιτήτρια καθυστέρησε μερικά λεπτά και αυτό είχε ως αποτέλεσμα κατά την έκδοση της απόφασης να μην υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το σημείωμα της εμφάνισης που καταχωρήθηκε την ίδια μέρα. Η ρηθείσα δικαστική απόφαση εκδόθηκε ερήμην της αιτήτριας, η οποία όμως δεν παρέλειψε να εμφανιστεί αλλά κατ' εκείνη την ημέρα, είχε προλάβει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα, κατά τον συνήγορο, ολιγωρίας σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση, στη γραπτή του αγόρευση, υιοθέτησε αρχικά όλους τους λόγους ένστασης. Στην συνέχεια με παραπομπή σε σχετική νομολογία, αναφέρθηκε στην εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου δυνάμει της Δ.17 Θ.
  13. Στην παρούσα περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά στην αιτήτρια, η οποία δεν καταχώρησε έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης. Το γεγονός αυτό κατά τον συνήγορο, καταδεικνύει την αδιαφορία της αιτήτριας για την αγωγή. Η αδιαφορία ήταν τέτοιας μορφής που συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός είναι κατά τον συνήγορο αρκετός από μόνος του σύμφωνα με την νομολογία ώστε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση παραμερισμού. Πέραν τούτου, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Στην παρούσα αίτηση δεν έχει καταδειχθεί κατά τον συνήγορο, καμία υπεράσπιση όσον αφορά τις αξιώσεις της ενάγουσας. Οι ισχυρισμοί περί δόλου και ψευδών παραστάσεων που επικαλείται η αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση δεν αφορούν την ενάγουσα αλλά την εναγομένη
  14. Η αιτήτρια μπορεί κάλλιστα να εγείρει αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 από την οποία ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε. Δεν προκύπτει όμως κανένας ισχυρισμός και καμία απαίτηση εναντίον της ενάγουσας σε σχέση με την επίδικη σύμβαση υποθήκης που υπόγραψε η αιτήτρια για εξασφάλιση του δανείου της εναγομένης
  15. Ως εκ τούτου, κατά τον συνήγορο της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση δεν δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος αφού η αιτήτρια όχι μόνο επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή αλλά ταυτόχρονα απέτυχε να αποδείξει καλή υπεράσπιση για την ουσία της υπόθεσης. Νομική πτυχή. Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns

(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Από την άλλη όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αναφέρθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και η τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στα πλαίσια αυτά, πέραν της υποχρέωσης αποκάλυψης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά του αιτητή που είναι περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Συμπεράσματα Ο συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση, υπεστήριξε ότι δεν έχει αποδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση από την αιτήτρια. Εισηγήθηκε επί του προκειμένου ότι οι ισχυρισμοί για απάτη και απόσπαση χρημάτων, αφορούν αποκλειστικά την εναγομένη 1 και όχι την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Είναι σωστό βέβαια να λεχθεί ότι η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 6 - αιτήτριας, βασίζεται στην επίδικη σύμβαση υποθήκης που δεν έχει άμεση σχέση με τις συναλλαγές εναγομένης 6 και εναγομένης 1 που αφορούν αντιπαροχή ή ανταλλαγή ακινήτων. Να σημειώσω επίσης ότι οι ισχυρισμοί για απάτη και ψευδείς παραστάσεις όπως προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αφορούν την δεύτερη σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων και όχι την αρχική σύμβαση αντιπαροχής που υπέγραψε η αιτήτρια εναγομένη 6 με την ενάγουσα. Ακόμα και αν κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η αρχική σύμβαση αντιπαροχής σχετίζεται έστω και έμμεσα με την επίδικη σύμβαση υποθήκης, η δεύτερη σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων στην οποία η αιτήτρια επικαλείται απάτη και ψευδείς παραστάσεις από την εναγομένη 1, καμία σχέση δεν έχει με την επίδικη σύμβαση υποθήκης που η αιτήτρια υπέγραψε με την ενάγουσα. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η σύμβαση υποθήκης επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αγωγή, καταρτίστηκε πολύ πιο πριν από την σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων, στην οποία η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα απάτης από την εναγομένη
  1. Ως εκ τούτου δεν μπορούν οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις της εναγομένης 1, να επηρεάσουν την νομιμότητα της ήδη προϋπάρχουσας σύμβασης υποθήκης. Ούτε μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης καταρτίστηκε δυνάμει ψευδών παραστάσεων που έγιναν σε μεταγενέστερο στάδιο. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, είναι σαφές ότι η σύμβαση υποθήκης μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης 6 επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αγωγή, καμία σχέση δεν έχει με την απάτη που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο εναντίον της, από την εναγομένη
  2. Εξ' άλλου, οι ισχυρισμοί για δόλο και απάτη αφορούν αποκλειστικά την εναγομένη 1 και όχι την ενάγουσα. Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση της αίτησης για απάτη ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της ενάγουσας κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης υποθήκης. Δεν μπορούν ως εκ τούτου να προβληθούν ως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, οι πιο πάνω ισχυρισμοί που η αιτήτρια προβάλει εναντίον της εναγομένης 1 κατά την κατάρτιση της σύμβασης ανταλλαγής ακινήτων, στην οποία η ενάγουσα δεν ήταν καν μέρος. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας, η αιτήτρια μπορεί να προβάλει τις πιο πάνω απαιτήσεις της εναντίον της εναγομένης 1, στα πλαίσια ξεχωριστής αγωγής. Όμως σε καμία περίπτωση οι ισχυρισμοί αυτοί για απάτη και ψευδείς παραστάσεις από την εναγομένη 1 αναφορικά με το συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων δεν μπορούν να συνιστούν υπεράσπιση εναντίον της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, η οποία αφορά την σύμβαση υποθήκης μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης
  3. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει την πιο σημαντική προϋπόθεση έγκρισης του αιτήματος της ότι δηλαδή έχει συζητήσιμη υπεράσπιση, στην ουσία της αγωγής. Καθίσταται ως εκ τούτου, άνευ αντικειμένου η εξέταση του κατά πόσον η αιτήτρια δικαιολόγησε επαρκώς την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εναγομένης 6 - αιτήτριας και υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.